ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΣΙΟΥ

Θεολογικὸ Συνέδριο - Φάκελος Θρησκευτικὰ - «Θεολογία Γεγονότων»

ΔΕΛΤΙΟΝ ΤΥΠΟΥ 5 Ὀκτωβρίου 2017

Συνάντηση κατηχητῶν Ἱερᾶς Μητροπόλεως

Τήν Πέμπτη 5 Ὀκτωβρίου ἐ.ἔ. στό Πνευματικό Κέντρο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου, πραγματοποιήθηκε ἡ πρώτη συνάντηση ὑπευθύνων νεανικοῦ ἔργου καί κατηχητῶν τῆς Ἱ. Μητροπόλεως γιά τήν νέα κατηχητική χρονιά.

Μετά τήν εἰσαγωγική ὁμιλία τοῦ Πρωτοσυγκέλλου π. Καλλινίκου, ὁ ὁποῖος μετέφερε τίς εὐχές τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου κ. Ἱεροθέου πού ἀπουσίαζε λόγῳ τῆς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας, ἔγιναν πέντε δωδεκάλεπτες εἰσηγήσεις γιά θέματα ὀργάνωσης τοῦ κατηχητικοῦ ἔργου, ὡς ἑξῆς: –π. Πολύκαρπος Θεοφάνης: α) Τά παιδιά στήν λατρευτική ζωή τῆς Ἐνορίας, β) Σύντομη παρουσίαση τῶν κατηχητικῶν βοηθημάτων. –π. Πρόδρομος Ἀσημακόπουλος: Ἡ διοργάνωση τρίωρων ἐξορμήσεων στήν Κατασκήνωση. –Πολυξένη Τριανταφύλλου-Λαδιᾶ μουσικός-ἐκπαιδευτικός: Διοργάνωση παιδικῆς χορωδίας Ἐνορίας. –Ἀγγελική Λαουρδέκη, φοιτήτρια Παιδαγωγικοῦ Τμήματος: Συνεχής ἐπαφή μέ τά παιδιά.

Ἔγινε συζήτηση καί δόθηκαν ὁδηγίες πάνω στά θέματα αὐτά καί σέ ἄλλα διοργανωτικά θέματα, γιά τήν καλύτερη διοργάνωση τοῦ πολύπλευρου κατηχητικοῦ ἔργου τῆς φετινῆς χρονιᾶς.

Εὐχόμαστε καλή ἀρχή καί καρποφόρα χρονιά.

Ἐπισυνάπτεται, ἐνδεικτικῶς, μία ἐκ τῶν εἰσηγήσεων.

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ
5 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2017

ΠΟΛΥΞΕΝΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ

ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΜΕ ΘΕΜΑ: «ΔΙΟΡΓΑΝΩΣΗ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΧΟΡΩΔΙΑΣ ΕΝΟΡΙΑΣ»

Πανοσιολογιώτατε,
Σεβαστοί πατέρες,
Αγαπητοί κατηχητές και κατηχήτριες,

Είναι μεγάλη μου τιμή η παρουσία μου εδώ.
Ευχαριστώ πάρα πολύ για την πρόσκληση.
Εύχομαι μέσα από την καρδιά μου υγεία, δύναμη, φωτισμό και καρπούς στο καλό έργο που επιτελείται.

Μου ζητήθηκε από τους διοργανωτές της αποψινής συνάντησης να παρουσιάσω στην αγάπη σας την προσπάθεια που εγκαινιάζεται φέτος στην ενορία Αγίας Παρασκευής για σύσταση παιδικής χορωδίας.

Θα προσπαθήσω να εξηγήσω το πόσο αναγκαία είναι η σχέση του σημερινού παιδιού με τη μουσική και πώς μπορεί αυτή η σχέση να αξιοποιηθεί στα πλαίσια του κατηχητικού έργου μιας ενορίας.

Η διοργάνωση παιδικής χορωδίας ενορίας με ρεπερτόριο χριστιανικά τραγούδια, τραγούδια της δημοτικής μας παράδοσης και βυζαντινούς ύμνους είναι μια δραστηριότητα του όλου ενοριακού έργου. Θα ήθελα να επικεντρωθούμε στη χρησιμότητα αυτής της διοργάνωσης, καθώς είναι αποδεδειγμένο ότι η αισθητική, η ευφυΐα, το μουσικό ήθος και ο χαρακτήρας των μικρών παιδιών εξελίσσονται θετικά μέσω της συγκεκριμένης ενασχόλησης.

Γιατί, λοιπόν, τα παιδιά μας, κοντά στις άλλες εξωσχολικές τους δραστηριότητες, να ασχοληθούν και με τη μουσική - εν γένει;

Πρώτον: Η μουσική είναι κώδικας επικοινωνίας και συγχρόνως μηχανισμός δημιουργίας σχέσεων.

Είναι μια ακόμη διάλεκτος, θα μπορούσαμε να πούμε. Μια γλώσσα συνεννόησης που δε βασίζεται σε λέξεις, αλλά σε ήχους. Είναι ζωντανή από την απαρχή του κόσμου και βρίσκεται καθημερινά σε χρήση μέχρι σήμερα.

Πριν ακόμα ο άνθρωπος μάθει τους κώδικες επικοινωνίας του κόσμου μας, γνωρίζει να επικοινωνεί με κύματα ηχητικά. Το έμβρυο είναι οργανικά συνδεδεμένο με τη μητέρα μέσω του ομφάλιου λώρου. Ψυχικά, όμως, «δένεται» με τη μητέρα μέσω ηχητικών κυμάτων, μέσω της πρώτης μουσικής που ακούει. Δηλαδή μέσω του χτύπου της καρδιάς της μητέρας.

Οι λογοπεδικοί επιστήμονες αναγνωρίζουν σε έρευνές τους ότι η πρώιμη έκθεση του εμβρύου στη μουσική προάγει ουσιαστικά τη δημιουργία του εγκεφάλου και τη διαδικασία σύναψης δεσμού με τη μητέρα πριν και μετά τον τοκετό. Η κλασική, η βυζαντινή μουσική, τα νανουρίσματα και οι ήρεμες, ρυθμικές, επαναληπτικές μελωδίες που μιμούνται τους καρδιακούς παλμούς της μητέρας έχουν ως αποτέλεσμα την άμεση χαλάρωση του εμβρύου, παρέχοντας συγχρόνως αίσθημα ευεξίας και ανακούφισης. Όταν η μάνα τραγουδά το έμβρυο κινείται στην πλευρά της φωνής της. Ηχητικές και κινητικές αλληλεπιδράσεις σηματοδοτούν την ύπαρξη ασφάλειας και ικανοποίησης στο παιδί και διαμορφώνουν το πλαίσιο για έναν υγιή δεσμό μεταξύ μητέρας και παιδιού.

Δεύτερον: Η μουσική συνδέεται με την ανάπτυξη συγκεκριμένων συναισθημάτων (Ήθος της Μουσικής)

Από τα αρχαία χρόνια οι μητέρες και οι τροφοί τραγουδούσαν τα «βαυκαλίσματα» (παιδικά – θωπευτικά άσματα) και τα παιχνίδια των παιδιών συνοδεύονταν από τραγουδάκια.

Η ηθική αξία της μουσικής αναγνωριζόταν από τους σημαντικότερους φιλοσόφους της αρχαιότητας. Πίστευαν πως συγκεκριμένα είδη μουσικής, κυρίως των αρμονιών και των ρυθμών, προκαλούν συγκεκριμένα πάθη και πως οι ψυχικές διαθέσεις αναζητούν την έκφρασή τους στη μουσική.

Η συναρμολόγηση των μουσικών φθόγγων (αρμονία) αποτελούσε το μέτρο για τη δημιουργία ήθους. Η Δώρια αρμονία ήταν μεγαλειώδης, ανδροπρεπής και ταίριαζε σε φιλοπόλεμους συνετούς άντρες. Σε Δώρια αρμονία γράφονταν τα επινίκια. Η Φρύγια αρμονία παιζόταν στον αυλό και αποτελούσε την αρμονία του οργιαστικού στοιχείου του διθυράμβου. Ήταν δεμένη με τη λατρεία του Διόνυσου. Η Λύδια αρμονία συνδεόταν με το θρήνο και το πένθος. Σε Λύδια αρμονία μαρτυρούνται επιθαλάμια τραγούδια.

Η μουσική είχε επίσης τρία γένη: το διατονικό, που το ήθος του ήταν αρρενωπό και αυστηρό, το χρωματικό, με ήθος γλυκό και διασκεδαστικό και το εναρμόνιο, που χαρακτηριζόταν αριστοκρατικό και σοβαρό και χρησιμοποιήθηκε στην τραγωδία.

Υπήρχαν δύο είδη ρυθμών: Ο Αριστείδης Κοϊντιλιανός αναφέρει πως οι ρυθμοί που αρχίζουν από τη θέση είναι πιο ήσυχοι (ησυχάζουν τη διάνοια), ενώ αυτοί που αρχίζουν από την άρση είναι ταραγμένοι.

Επίσης υπήρχε ποικιλία μέτρων που προκαλούσαν διαφορετικά συναισθήματα.

Όλες αυτές οι αντιλήψεις για το Ήθος της μουσικής στην αρχαία Ελλάδα διατήρησαν το κύρος τους μέχρι και σήμερα. Ο άνθρωπος που συνθέτει μουσική εκφράζει το δικό του ψυχικό κόσμο και με το έργο του δημιουργεί αντίκτυπο στη ψυχή του ακροατή του και πολύ περισσότερο του μικρού παιδιού, που θα ακούσει κατ’ επανάληψη το αγαπημένο του κομμάτι.

Αλληλένδετα, Τρίτον: Η μουσική διαμορφώνει ολοκληρωμένες προσωπικότητες.

Γενικά η πρωταρχική σημασία της μουσικής παιδείας συνδεόταν με την άποψη αυτή. Ο πραγματικά μορφωμένος άνθρωπος ήταν ο Μουσικός Ανήρ.

Στην αρχαία Αθήνα η ευθύνη και για τη μουσική μόρφωση των νέων βάραινε αποκλειστικά τους γονείς. Κατ’ εξαίρεση η πόλη αναλάμβανε τη μόρφωση των νέων που είχαν χάσει τον πατέρα τους στον πόλεμο. Οι δάσκαλοι της μουσικής ήταν οι πιο καλά αμειβόμενοι και η γνώση ενός εγχόρδου μουσικού οργάνου ήταν σημαντικό προσόν της όλης προσωπικότητας μαζί με την ομορφιά, τη δύναμη, την ανδρεία, τις χορευτικές ικανότητες, την ευφράδεια. Ο Πλάτωνας υποστήριζε ότι στο μάθημα της μουσικής των αγοριών πρέπει να ακούγονται ομοφωνικά το τραγούδι και η συνοδεία, διαφορετικά το άκουσμα ήταν θηλυπρεπές, άρα, αταίριαστο για αγόρια μαθητές. Ο Αριστοτέλης πίστευε επίσης στην επίδραση της μουσικής στην ψυχή και δεχόταν ότι εκτός από την παιδαγωγική επίδραση η μουσική μπορεί να προκαλεί απλώς τέρψη και χαλάρωση.

Στη Σπάρτη φρόντιζε το κράτος για τη μουσική μόρφωση όλων των παιδιών, αγοριών και κοριτσιών. Πίστευαν ότι η απόλυτη εξοικείωση με τον ρυθμό εξασφάλιζε τις πειθαρχημένες κινήσεις του στρατού, που τον συνόδευαν πάντοτε αυλοί και τραγούδια.

Γενικά η εκπαίδευση των παιδιών άρχιζε αλλού στα έξι και αλλού στα επτά τους χρόνια και κάλυπτε το τρίπτυχο γράμματα – μουσική – γυμναστική. Τα παιδιά μάθαιναν πολύ καλά το αλφάβητο, γιατί με τα γράμματα αποτύπωναν και τους μουσικούς φθόγγους. Η μουσική συνδεόταν με όλες τις πτυχές της ζωής και στον δημόσιο και στον ιδιωτικό βίο τους. Καθώς η ζωή τους ήταν συνδεδεμένη με τη λατρεία των θεών, η μουσική ήταν κυρίαρχη στις γιορτές προς τιμήν τους.

Παρατηρήσατε ίσως ότι ένα μεγάλο μέρος της επιχειρηματολογίας αντλείται από τον χώρο της αρχαίας Ελλάδας. Δεν πρόκειται για ιδεολογική εμμονή, ούτε για αδυναμία άντλησης στοιχείων από μεταγενέστερες περιόδους της μουσικής ιστορίας. Εκεί η μουσική έγινε πεδίο θρησκευτικών αντιθέσεων, κοινωνικών αντιπαραθέσεων, εθνικών επιδιώξεων, αλλά και πάλι δεν αμφισβητήθηκε ποτέ η δύναμή της να εκφράζει και να διαπλάθει.

Αυτό που με κάνει να στρέφομαι συνέχεια στον χώρο της αρχαίας ελληνικής μουσικής είναι το γεγονός ότι εκεί βρίσκονται οι ρίζες της σημερινής ελληνικής μουσικής ως στοιχείου της κουλτούρας μας και της εθνικής μας ταυτότητας.

Γιατί τα παιδιά μας να ασχοληθούν – ειδικά - με τη βυζαντινή και την παραδοσιακή μας μουσική;

Σήμερα η ελληνική μας μουσική μοιάζει με ένα δέντρο που έχει δυο μεγάλα κλαδιά : το ένα η παραδοσιακή μας λαϊκή μουσική. Και το άλλο η βυζαντινή μας μουσική. Η πρώτη εκφράζει την κοινωνία, τις σχέσεις των ανθρώπων, την καθημερινή ζωή. Και η άλλη τη σχέση, την πίστη και την αγάπη του ανθρώπου προς τον Θεό.

Και οι δυο τους έχουν πολλές ομοιότητες με την αρχαία Ελληνική μουσική. Με πρώτη και καλύτερη την κοινή καταγωγή.

Επιγραμματικά αναφέρω ότι:

Πρώτον: Η παρασημαντική, δηλαδή η σημειογραφία και οι φθόγγοι της Βυζαντινής Μουσικής και κατ’ επέκταση της παραδοσιακής - όταν αργότερα άρχισε να γράφεται – βασίζεται στην αρχαία ελληνική γραφή.

Δεύτερον : Στη Βυζαντινή Μουσική, αλλά και στην παραδοσιακή, ακολουθείται, με κάποιες παραλλαγές, η λεγόμενη Πυθαγορική Οκτάχορδος, την οποία, όπως φανερώνει το όνομά της, εφηύρε ο αρχαίος φιλόσοφος, μαθηματικός και μουσικός Πυθαγόρας.

Οι οκτώ ήχοι της Βυζαντινής Μουσικής (ο Πρώτος, ο Δεύτερος, ο Τρίτος, ο Τέταρτος, ο Πλάγιος του Πρώτου, ο Πλάγιος του Δευτέρου, ο Πλάγιος του Τρίτου και ο Βαρύς ή Πλάγιος του Τετάρτου) συστηματοποιήθηκαν κατά βάση από τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, μετά από αναμόρφωση των αρχαίων ήχων ( Δώριος, Φρύγιος, Λύδιος, Μιξολύδιος, Υποδώριος, Υποφρύγιος, Υπολύδιος και Υπομιξολύδιος) και χρησιμοποιούνται κατά κόρον από τον παραδοσιακό λαϊκό μουσικό.

Τρίτον: Κάθε ήχος αποδίδει και διαχέει, διαφορετικά αισθητικά ακούσματα, που επιδρούν στις ψυχές των παιδιών, και γεννούν, όπως είπαμε και προηγουμένως, τα ανάλογα συναισθήματα. Γενικά όμως όλα τα μονόφωνα βυζαντινά μαθήματα έχουν το κοινό γνώρισμα να προσιδιάζουν και να αποδίδουν νοήματα και να γεννούν συναισθήματα με ελληνικό χαρακτήρα, που είναι βασικό γνώρισμα της αρχαιοελληνικής μουσικής, από την οποία πήγασε η πρωτοεκκλησιαστική μουσική, με το απέριττο κάλλος της.

Άρα η ενασχόληση των σημερινών παιδιών με την παραδοσιακή και τη βυζαντινή μουσική είναι μάθημα εθνικής αυτοσυνειδησίας και βιωματική επιβίωση του παρελθόντος στο σήμερα, πράγμα που τα παιδιά μας έχουν ανάγκη για λόγους υπαρξιακούς και εθνικούς.

Ποιος μπορεί, λοιπόν, να καλύψει αυτή την ανάγκη των παιδιών μας; Μπορεί η οικογένεια και το σχολείο;

Η οικογένεια και το σχολείο αποτελούν ανοιχτά, ζωντανά υποσυστήματα της κοινωνίας σε συνεχή αλληλεξάρτηση. Και τα δυο έχουν ιεραρχική οργάνωση, κανόνες και κουλτούρα. Το παιδί ανήκει ταυτόχρονα και στα δύο αυτά υποσυστήματα, τα οποία παίζουν καθοριστικό ρόλο για τη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του. Παράλληλα ανήκει και σε ομάδες συνομήλικων (μικρο-συστήματα) οι οποίες το επηρεάζουν, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο.

Στις μέρες μας η οικογένεια κλυδωνίζεται. Οι γονεϊκοί ρόλοι δεν είναι ξεκάθαροι και συνήθως λειτουργούν ανεπιτυχώς, δημιουργώντας στο παιδί αφιλόξενο περιβάλλον. Το σχολείο αποδομείται. Στην προσπάθεια προσαρμογής του στα ευρωπαϊκά μοντέλα από-προσανατολίζεται από το ρόλο του να διατηρήσει εθνική ταυτότητα. Το παιδί γίνεται πιο ευάλωτο έτσι στα ερεθίσματα των συνομηλίκων και υιοθετεί πρότυπα από τον κοινωνικό περίγυρο και από τα μέσα διασκέδασης ή δικτύωσης.

Μάλλον εδώ βρίσκεται η δική μας ευθύνη – των κατηχητών.

Μπορεί, με σωστό σχεδιασμό, το Κατηχητικό Σχολείο να αποτελέσει το μικρο-σύστημα εκείνο, που θα προσελκύσει το παιδί. Όταν το παιδί αισθάνεται ασφάλεια, όταν χαίρεται, όταν καταλαβαίνει αγάπη, τότε απασφαλίζει τις επιφυλάξεις του, γίνεται δεκτικό και υιοθετεί σταδιακά τους κανόνες κοινωνικής συμπεριφοράς, τις ηθικές αξίες, την εθνική ταυτότητα, τη χριστιανική πίστη.

Γιατί το κατηχητικό σχολείο χρησιμοποίει τη μουσική ως εργαλείο κατήχησης;

Σύμφωνα με τη θεωρία της πολλαπλής νοημοσύνης, κάθε παιδί προσλαμβάνει τη γνώση με διαφορετικούς τρόπους, ανάλογα με τον τύπο νοημοσύνης που διαθέτει.

Ένας μαθητής

-που μπορεί να θυμάται μελωδίες τραγουδιών,
-που καθώς εργάζεται συχνά τραγουδά,
-που γοητεύεται από τους ήχους και τους ρυθμούς της φύσης,
-που ανταποκρίνεται ενεργά στη μουσική - κινείται ρυθμικά,
-που μπορεί να συλλάβει και να παράγει το ρυθμό ενός ποιήματος ή
-που αναζητά την αρμονία στις κοινωνικές σχέσεις

έχει τον Μουσικό Τύπο νοημοσύνης και προσλαμβάνει ευκολότερα την πληροφορία μέσα από το τραγούδι. Η συμμετοχή του παιδιού σε μια Χορωδία, θα είναι καθοριστική.

Ως γνωστόν, το χορωδιακό τραγούδι έχει τεράστια οφέλη, οδηγώντας κάποιους να κάνουν εκστρατεία για να συνταγογραφείται ως θεραπεία σε ιατρικές περιπτώσεις.

Κι αυτό γιατί :

- Μειώνει τα επίπεδα άγχους και κατάθλιψης καθώς συμβάλλει στην αύξηση των επιπέδων την οξυτοκίνης, που βοηθά στο να δημιουργηθούν και να εδραιωθούν δεσμοί αγάπης μεταξύ των ανθρώπων.
- Ομαλοποιεί τον παλμό της καρδιάς, αφού κατά τη διάρκεια του τραγουδιού οι χορωδοί νιώθουν τους παλμούς των καρδιών τους να χτυπάνε σε αρμονία σε σχέση με την ταχύτητα της αναπνοής τους. Οι παλμοί της καρδιάς τους επηρεάζονταν απευθείας από τη μελωδία της μουσικής.
- Ενδυναμώνει το αίσθημα της συλλογικής προσπάθειας. Μια μελέτη του Πανεπιστήμιο του Μπαθ απέδειξε ότι τα μέλη χορωδιών διαθέτουν χαμηλότερα επίπεδα αυτονομίας από τα μέλη άλλων ομάδων ή από τους σολίστες. Ο επικεφαλής της έρευνας σημείωσε ότι αυτό ίσως είναι ένα τίμημα που αξίζει, ειδικά σε μια κοινωνία που πολύ συχνά εστιάζουμε στις προσωπικές μας ζωές παρά σε ευρύτερους, συνεργατικούς στόχους.
- Βελτιώνει το αίσθημα της ικανοποίησης, με την έννοια ότι είσαι ικανός να πετύχεις στόχους στα πλαίσια μιας ομάδας.
- Ακόμα και αν η ποιότητα του τραγουδιού που παράγεται είναι “μέτρια”, τα συναισθηματικά, κοινωνικά και γνωστικά οφέλη πάλι προκύπτουν, αποδεικνύοντας ότι υπάρχει πράγματι ανταμοιβή ακόμα και μόνο για την συμμετοχή.

Εκτός από όλα αυτά,
Αξίζει να επισημανθεί ότι

Η εκκλησία μας στη λατρεία της δεν δίστασε να χρησιμοποιήσει ως εργαλείο της τη μουσική – τη μελωδία.

Στους Ιερούς Ναούς, κατά τη διάρκεια μιας ακολουθίας, βασικός στόχος της μουσικής είναι να φέρει τον προσευχόμενο σε κατάσταση κατάνυξης και «προσομιλίας» με τον Θεό. Η μελωδία, συνυφασμένη άρρηκτα με τον λόγο, πάντα φωνητική και ποτέ οργανική, ανεβάζει τον άνθρωπο στον ουρανό και του δίνει τον χώρο να εκφράσει μετάνοια και δοξολογία προς τον Δημιουργό.

Τη θαυμαστή αυτή δύναμη τη διαθέτει μόνο η Βυζαντινή μουσική. Από τη δύναμη αυτή πηγάζει και ο λατρευτικός χαρακτήρας της βυζαντινής χορωδίας.

Η ποικιλία των ήχων με τους οποίους ψάλλονται οι ύμνοι των θεόπνευστων υμνογράφων, έχει ιδιαίτερο σκοπό τη γέννηση, κάθε φορά, στις ψυχές των παιδιών, διαφορετικών συναισθημάτων, όπως αυτά προσδιορίζονται από τα κείμενα που ψάλλονται. Αυτή η ικανότητα καθορίζει και το λεγόμενο ήθος του κάθε ήχου.

Συνοψίζοντας,

Θεωρώ ότι υπογραμμίστηκε μέσα μας η σπουδαιότητα της παραδοσιακής και της βυζαντινής μουσικής στα πλαίσια του κατηχητικού έργου. Ένα παιδί που τραγουδά είναι χαρούμενο, συνδέεται περισσότερο με τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας του και εμπεδώνει βαθύτερα το μήνυμα του στίχου. Ιδιαίτερα αν κατορθώσουμε να ανέβει το παιδί στο ψαλτήρι, να το αγαπήσει και σταδιακά να ψάλλει κοντά στον πρωτοψάλτη, έχουμε κλείσει έναν κύκλο της κατηχητικής μας προσπάθειας. Έχουμε ένα παιδί που καρδιακά επιθυμεί να συμμετάσχει στη Θεία Λατρεία. Αυτό το παιδί, με τη χάρη του Θεού, θα γίνει σωστός υπηρέτης Του και συνεχιστής της γνήσιας ελληνοπρεπούς εκκλησιαστικής μας μουσικής παράδοσης.

Ο Επίσκοπος Ροδοστόλου Χρυσόστομος γράφει στην « Ωδή στα αμάραντα, στον Άθωνα»:

«Παιδί μου, πρέπει γρήγορα να γνωριστείς με το ψαλτήρι και να το αγαπήσεις. Είναι ανάγκη δε, το συντομότερο δυνατό, να σου γίνει η στις ακολουθίες εις επήκοον ανάγνωσις του, όχι δειλία και συστολή, αλλά ευχέρεια, επιθυμία και ζήλος. Είθε ο Θεός, να σε χαριτώσει, για άψογη γλωσσική προφορά, για τέλεια εννοιολογική απόδοση και για αναμενόμενη απ’ όλους ειλικρινή, ταπεινή και από καρδίας προσευκτική ροή και με ψυχοτερπή ενήχηση».

Σας ευχαριστώ

Ἀπό τό Γραφεῖο Τύπου τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως

© 2015 Ἱερὰ Μητρόπολις Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου.