ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΜΠΤΗ

«Ἐγώ ὡς ἀρνί ἄκακο πού ὀδηγεῖται γιά νά σφαχθεῖ» (προφητεία Ἱερεμία)

«Τήν Ἁγία καί Μεγάλη Πέμπτη, οἱ ἅγιοι Πατέρες μας, πού ὅλα τά νομοθέτησαν σωστά, μᾶς παράδωσαν ὁ ἕνας μετά τόν ἄλλο διαδοχικά, φθάνοντας μέχρι τούς Ἀποστόλους καί τούς Εὐαγγελιστές, νά γιορτάζουμε τέσσερα γεγονότα: Τόν ἱερό Νιπτῆρα (πού ὁ Χριστός ἔπλυνε τά πόδια τῶν Μαθητῶν Του), τό Μυστικό Δεῖπνο (τήν παράδοση τῆς θείας Λειτουργίας), τήν προσευχή τοῦ Χριστοῦ στήν Γεθσημανῆ, καί αὐτήν τήν προδοσία.

Σήμερα τό βράδυ ψάλλεται ἡ ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου τῆς Μεγάλης Πέμπτης.  

Τήν Μεγάλη Πέμπτη τό πρωί τελεῖται ἡ θεία Λειτουργία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, εἰς ἀνάμνησιν τῆς παραδόσεως τῆς θείας Εὐχαριστίας ἀπό τόν Χριστό στήν Ἐκκλησία Του.

Κάθε εὐλαβής Χριστιανός ἔχει «ὅραμα» καί προσμονή νά ἑτοιμασθεῖ γιά νά κοινωνήσει τήν Ἁγία αὐτή ἡμέρα.

01a  
Τοιχογραφία ἀπό τόν Ἱερό Καθεδρικό Ναό τοῦ Ἁγίου Δημητρίου Ναυπάκτου  

*

Σήμερα ἀποσύρεται ἡ εἰκόνα τοῦ Νυμφίου ἀπό τό κέντρο τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ καί τοποθετεῖται μέ λιτάνευση, κατά τήν ὁποία ψάλλεται τό τροπάριο «Ὅτε οἱ ἔνδοξοι Μαθηταί...», ἡ εἰκόνα τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου.

Τά τροπάρια μᾶς ἀνεβάζουν τό ἕνα ὑψηλότερα ἀπό τό ἄλλο σέ δύναμη καί νοήματα. Καί ἡ ἀνάβαση αὐτή θά συνεχισθῆ μέχρι τήν Κυριακή τοῦ Πάσχα.

Ὁ Κανόνας τῆς ἑορτῆς ἔχει ὅλες τίς ὠδές καί ἔχει ἀκροστιχίδα (δηλαδή, τά ἀρχικά γράμματα ὅλων τῶν τροπαρίων σχηματίζουν μιά φράση, πού λέγεται ἀκροστιχίδα): «Τῇ μακρᾷ Πέμπτῃ μακρόν ὕμνον ἐξάδω», δηλαδή «Τήν Μεγάλη Πέμπτη, μεγάλο ὕμνο ψάλλω».

Θά ἀκούσουμε μεταξύ ἄλλων: «Τμηθείσῃ τμᾶται πόντος ἐρυθρός», «Ὁ λίμνας καί πηγάς, καί θαλάσσας ποιήσας», «Ταπεινούμενος, δι' εὐσπλαγχνίαν», «Ξενίας δεσποτικῆς καί ἀθανάτου τραπέζης», τούς κατά Ἰούδα αἴνους, «Ὅν ἐκήρυξεν Ἀμνόν Ἡσαΐας ἔρχεται ἐπί σφαγήν ἑκούσιον», «Μυσταγωγῶν σου Κύριε, τούς μαθητάς».

02a*

Βρίσκομαστε στήν καρδιά τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ἔτους, στά Ἅγια τῶν Ἁγίων τῆς πίστέως μας. Παραδίδεται ἀπό τόν Χριστό στούς Μαθητές, λίγο πρίν τήν σύλληψή Του, τό Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας.

Ἀπό σήμερα παύουν οἱ διδασκαλίες τοῦ Χριστοῦ, καί ἑτοιμάζεται ὡς μεγάλος Ἀρχιερέας ἀλλά καί ὡς ἐθελόθυτο θύμα νά προσφέρει καί νά προσφερθεῖ σέ αἱματηρή θυσία, πού θά λυτρώσει τόν ἄνθρωπο καί θά παύσει κάθε ἄλλη αἱματηρή θυσία πάνω στήν γῆ.

Οἱ διηγήσεις τῶν Εὐαγγελιστῶν εἶναι συνταρακτικές, ἀλλά ἀπαθεῖς καί λιτές.

Ὁ Χριστός γνωρίζει ὅλα ὅσα θά γίνουν.

Κανείς ἀπό τό περιβάλλον Του δέν καταλαβαίνει: οἱ μέν Ἰουδαῖοι καί ὁ ὄχλος βλέπουν τόν Χριστό χωρίς νά Τόν βλέπουν∙ δέν αἰσθάνονται τήν θεότητα καί ἀκακία Του. Οἱ δέ Μαθητές ἀκολουθοῦν ἐκπληκτοι καί φοβισμένοι, μέχρι κάποιο σημεῖο ὁ καθένας, χωρίς νά κατανοοῦν ἀκόμη τό ὕψος καί τό βάθος τῶν γεγονότων.

Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ ὅλους ἐμᾶς, τούς σύγχρονους «θεατές» τῆς θυσίας τοῦ Χριστοῦ: ὁ καθένας ἔχει διαφορετική στάση, ἀπό τούς τυφλούς καί τούς ἀδιάφορους μέχρι τούς φοβισμένους μαθητές, καί κάποιοι ἴσως φθάσουν νά παρασταθοῦν δίπλα Του στόν Πάθος καί τόν Σταυρό.

*

 03a  

«Πάτερ μου, εἰ δυνατόν ἐστι, παρελθέτω ἀπ' ἐμοῦ τό ποτήριον τοῦτο...»

«Λοιπόν, δέν μπορέσατε μία ὥρα νά γρηγορήσετε μαζί μου;...»

 

Ἀπό τήν θεολογία τῆς ἡμέρας

Ἡ λύπη καί ἡ δειλία τοῦ Χριστοῦ πρό τοῦ Πάθους

Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου
(ἀπόσπασμα ἀπό τό βιβλίο του «Οἱ Δεσποτικές Ἑορτές»)

Μετά τόν Μυστικό Δεῖπνο ὁ Χριστός παρέλαβε τούς Μαθητές Του καί ἦλθαν σέ χωρίο, πού ὀνομαζόταν Γεθσημανῆ. Ἀφοῦ ἄφησε ἐκεῖ τούς ὀκτώ Μαθητές, παρέλαβε τόν Πέτρο, τόν Ἰάκωβο καί τόν Ἰωάννη πιό πέρα, καί ἐκεῖ προσευχήθηκε θερμά στόν Πατέρα Του.

Ἀπό τό περιστατικό αὐτό πρέπει νά σημειωθοῦν δύο φράσεις τοῦ Χριστοῦ, πού ἔχουν σχέση μέ τήν θεολογία τοῦ Πάθους καί τοῦ Σταυροῦ Του.

   04a  
 

Ἡ προδοσία.

Τοιχογραφία ἀπό τήν Ἱ.Μονή Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους 

 

Ἡ μία ἐλέχθη πρός τούς τρεῖς αὐτούς Μαθητές, καί ἡ ἄλλη εἶναι μιά περιεκτική προσευχή, πού ἔκανε στόν Πατέρα Του πρό τοῦ φρικτοῦ Πάθους. ...

Ὁ Χριστός, εὑρισκόμενος πρό τοῦ Πάθους Του, «ἤρξατο λυπεῖσθαι καί ἀδημονεῖν». Οἱ τρεῖς Μαθητές ἀπέκτησαν ἐμπειρία τῆς λύπης καί τῆς ἀγωνίας τοῦ Χριστοῦ. Αὐτή ἡ λύπη καί ἡ ἀγωνία ἐκφράσθηκε μέ μιά φράση: «Περίλυπός ἐστιν ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου», καί μάλιστα ζήτησε τήν συμπαράστασή τους (Ματθ. κστ΄, 37-38). Ἡ φράση αὐτή πρέπει νά συνδυασθῆ μέ τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ, πού εἶπε πάλι πρό τοῦ Πάθους Του: «Νῦν ἡ ψυχή μου τετάρακται, καί τί εἴπω; πάτερ σῶσόν με ἐκ τῆς ὥρας ταύτης» (Ἰω. ιβ΄, 27).

Κατά τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό, ἐδῶ ἐκφράζεται μιά δειλία τοῦ Χριστοῦ πρό τῶν Παθῶν καί τοῦ θανάτου. Γιά νά μή γίνη, ὅμως, καμμιά παρερμηνεία, πρέπει νά λεχθῆ ὅτι ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός κάνει διάκριση μεταξύ τῆς κατά φύση καί παρά φύση δειλίας.

Ἡ φυσική δειλία τῆς ψυχῆς πρό τοῦ θανάτου ὀφείλεται στό ὅτι ὑπάρχει στενή σχέση μεταξύ τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος, καί ἔτσι ὁ θάνατος, διά τοῦ ὁποίου ἡ ψυχή ἀποχωρίζεται ἀπό τό σῶμα, δέν εἶναι φυσικό γεγονός. Γι’ αὐτό, εἶναι φυσικό, ὅταν ἡ ψυχή ἑτοιμάζεται νά ἀποχωρήση ἀπό τό σῶμα, νά ἀγωνιᾶ, νά δειλιᾶ.

Ἡ παρά φύση δειλία προέρχεται ἀπό τήν προδοσία τῶν λογισμῶν, τήν ἀπιστία καί τήν ἄγνοια τῆς ὥρας τοῦ θανάτου. Ἐπειδή ὁ Χριστός μέ τήν ἐνανθρώπησή Του προσέλαβε ὅλα τά ἀδιάβλητα πάθη, καί μάλιστα ἐπειδή προσέλαβε παθητό καί θνητό σῶμα, γι’ αὐτό καί δειλίασε φυσικῶς.

Στόν Χριστό, ὅμως, ἐκδηλώθηκε ἡ κατά φύση δειλία καί ὄχι ἡ παρά φύση δειλία. Βέβαια, καί αὐτό πρέπει νά τό δοῦμε μέσα ἀπό τήν προοπτική ὅτι καί αὐτά ἀκόμη τά ἀδιάβλητα πάθη στόν Χριστό δέν ἐνεργοῦσαν ἀναγκαστικῶς, ἀλλά ἑκουσίως, δηλαδή ὁ Ἴδιος ἐνεργοῦσε πάνω σέ αὐτά. Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, ἑρμηνεύοντας τό «νῦν ἡ ψυχή μου τετάρακται», λέγει ὅτι τό «νῦν» σημαίνει ὅτι ἡ θεία θέληση παραχώρησε στήν ἀνθρώπινη φύση νά δειλιάση πρό τοῦ θανάτου.

Κατά τόν ἅγιο Κύριλλο Ἀλεξανδρείας, ἡ δειλία τοῦ Χριστοῦ πρό τοῦ Πάθους ἔδειχνε ὅτι ἦταν πραγματικός ἄνθρωπος, δηλαδή, ὅτι προσέλαβε ἀληθινή φύση ἀπό τήν Παναγία, καί ἀκόμη ὅτι ὁ θάνατος δέν εἶναι φυσική κατάσταση. Ἐπειδή, ὅμως, ὅταν ἐνεργοῦσε κάθε φύση στόν Χριστό, ἐνεργοῦσε μέ τήν κοινωνία τῆς ἄλλης, γι’ αὐτό καί ὡς ἄνθρωπος θορυβήθηκε μέ τήν μνήμη τοῦ θανάτου, ἀμέσως ὅμως ὡς Θεός μεταμόρφωσε τήν δειλία σέ εὐτολμία. Γι’ αὐτό, ὅπως θά δοῦμε πιό κάτω, ὁ Χριστός μέ τήν ἐξουσιαστική δύναμη πού εἶχε, ὁ Ἴδιος κάλεσε τόν θάνατο νά ἔλθη.

 05a  
«καί ἀφοῦ ἔριξε κάτω τά ἀργύρα, πῆγε καί κρεμάστηκε»  

Ἐπιμέλεια Ἀρχιμ. Καλλινίκου Γεωργάτου, Πρωτοσυγκέλλου

 

 

 

 

 

 

 

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance