• Αρχική
  • Ἱερὰ Μητρόπολη Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου - Ἐκκλησιαστική Παρέμβαση - χωρίο

Οἱ ἀληθινοί ἁγιορεῖτες ὑπερβαίνουν ὅλην τήν κοσμική νοοτροπία καί τήν συμβατική ἠθική. Μερικοί ἀπό μᾶς μποροῦμε νά ἐντοπίζουμε διάφορα σκάνδαλα, ἀκόμη καί ἐκεῖ, ἀλλά τό μεγαλύτερο σκάνδαλο εἶναι ὅτι ἐκεῖ βιώνεται μιά ζωή πού εἶναι ὑπέρβαση τοῦ θανάτου, μιά ζωή πού κινεῖται πέρα ἀπό τόν ὀρθολογισμό καί τήν αἰσθησιοκρατία. Ὅποιος κινεῖται αἰσθητῶς στό δυνατό ἁγιορείτικο φῶς τσουρουφλίζεται, ἀκόμη καί ὁ ἔξυπνος πολιτικός.

Τελικά τό Ἅγιον Ὄρος εἶναι μιά πολιτεία ἀνθρώπινη καί οὐράνια, τοπική καί οἰκουμενική, ὅπου συμπλέκεται ἡ ἱστορία μέ τό παρόν, ὁ πολιτισμός μέ τήν ὑπέρβασή του, ἡ ἐξουσία μέ τήν ἐλευθερία, ἀλλά κυρίως καί προπαντός εἶναι ἕνας τόπος μυστηρίου καί σιωπῆς, λόγου καί ψαλμωδίας. Γι’ αὐτό καί χρειάζεται κανείς πολύν καιρό γιά νά τό γνωρίση, ὄχι μόνον μέ τήν ὅραση καί τήν ἀκοή, ἀλλά μέ τό μυστήριο τῆς μυστικῆς ἐπαφῆς, μέ τό ἄγγιγμα τῆς καρδιᾶς.

Αὐτό, ὅμως, προϋποθέτει διαρκῆ ἔμπονη ὁδοιπορία μέσα ἀπό τά πανέμορφα μονοπάτια, ξεκινώντας ἀπό τίς Καρυές, περνώντας ἀπό τά Κοινόβια Μοναστήρια, σταματώντας ἀναπαυτικά στίς Σκῆτες καί πετώντας στήν ἔρημο ὡς ἀετός, ἀλλά καί ἀναβαίνοντας κοπιωδῶς στήν κορυφή τοῦ Ἄθωνα, ὅπου τῆς Μεταμόρφωσης ὁ Ναός, γιά νά δῆ τό πέλαγος τῆς ἀγάπης καί τούς καρπούς τῆς ἔμπνευσης, τίς φλόγες τῆς προσευχῆς.

Ὅσο κανείς εἶναι λαβωμένος καί πονεμένος καί βαδίζει μέ κουράγιο εὐχετικά, τόσο θά αἰσθάνεται τό λεπτό ἄρωμα τῶν λειψάνων μακαρίων ἐρημικῶν πτηνῶν καί τῆς Δεσποτικῆς καί Θεομητορικῆς προστασίας, ὁπότε θά θεραπεύεται καρδιακά καί ὑπαρξιακά. Διαφορετικά τό Ἅγιον Ὄρος, ὅπως καί ὅλα τά μεγάλα πράγματα πού ξεπερνοῦν τά ἀνθρώπινα, θά εἶναι σκάνδαλο καί μωρία.

(Ναυπάκτου Ἱεροθέου, "National Geographic" 2009)

Δέν πρέπει νά κλεινόμαστε ἁπλῶς στήν ἱστορία, τόν χρόνο καί νά μή προχωροῦμε στό αἰώνιο ἤ νά μή βιώνουμε τήν ὑπέρβαση τοῦ χρόνου καί τῆς ἱστορίας. Ἡ ὅλη ἐκκλησιαστική παράδοση κάνει λόγο γιά τό ὅτι αἰώνια ζωή δέν εἶναι μιά ζωή πού ἀρχίζει ἀπό τό τέλος τῆς ἱστορίας. Ἡ ὀρθόδοξη ἀντίληψη περί χρόνου δέν εἶναι οὔτε γραμμική, οὔτε κυκλική, ἀλλά σταυρική.

Αὐτό σημαίνει ὅτι στήν ζωή τῶν ἁγίων κάθε ἱστορική στιγμή τέμνεται ἀπό τό αἰώνιο, καθώς ἐπίσης, οἱ ἅγιοι ὁδηγοῦνται πρός τόν μέλλοντα αἰώνα, τόν ὁποῖον ἀπολαμβάνουν ἀπό τώρα. Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι συγχρόνως καί βίωση ἀπό τώρα τῶν ἐσχάτων, ἀλλά καί ἐσχατολογική προσδοκία. Ἔτσι, τό πρόβλημα δέν εἶναι πῶς θά γιορτάζουμε χρονικές στιγμές, ἀλλά πῶς θά ὑπερβοῦμε τόν χρόνο, καί βασικά τόν θάνατο, πού εἶναι ἕνα ὑπαρξιακό γεγονός μεγάλης σημασίας.

Ἀκόμη, στήν ὀρθόδοξη παράδοση ἑορτάζουμε τίς Δεσποτικές ἑορτές, ἤτοι τήν Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, τήν Βάπτιση, τήν Μεταμόρφωση, τήν Σταύρωση, τήν Ἀνάσταση καί τήν Ἀνάληψη, τήν Πεντηκοστή, ἑνιαίως, ὡς θεολογία τῶν γεγονότων. Σέ κάθε θεία Λειτουργία ἑορτάζουμε ὅλα τά Δεσποτικά γεγονότα, καί ποτέ ξεχωριστά. Καί κοινωνοῦμε ὁλοκλήρου τοῦ Χριστοῦ, πού προσέλαβε ὅλη τήν ἀνθρώπινη φύση καί τήν θέωσε. «Ἀεί Χριστούγεννα ἐστί» καί «ἀεί Πάσχα ἐστί». Ἡ διάσπαση τῶν Δεσποτικῶν γεγονότων καί ἡ διάσπαση τοῦ Χριστοῦ συνιστᾶ μιά ἀλλοίωση τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως….

Κατά τόν ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή, ὁ Χριστός συλλαμβάνεται μέσα μας διά τῆς πίστεως, σαρκοῦται διά τῆς τηρήσεως τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ, σταυροῦται διά τῶν κόπων τῆς πρακτικῆς φιλοσοφίας, ἀνίσταται στήν δόξα τῶν πνευματικῶν θεωρημάτων, καί ἀναλαμβάνεται μέ τήν μυστική θεολογία. Ἑορταστικές ἐκδηλώσεις χωρίς αὐτήν τήν ὑπαρξιακή μέθεξη τῶν Δεσποτικῶν ἑορτῶν εἶναι κοσμικές, εἰδωλολατρικές γιορτές.

(Ναυπάκτου Ἱεροθέου: «Πραγμάτων ἔλεγχος»)

Τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1994 ἔστειλα (στό π. Θεόκλητο Διονυσιάτη) διάφορα βιβλία μου, μεταξύ τῶν ὁποίων καί «Τό πρόσωπο στήν Ὀρθόδοξη Παράδοση». Στήν ἐπιστολή μου αὐτή ἐξεδήλωνα τόν σεβασμό μου πρός τό πρόσωπό του. Μεταξύ τῶν ἄλλων ἔγραφα:

«Ἀσφαλῶς γνωρίζετε ὅτι Σᾶς σέβομαι πάρα πολύ, γιατί ἔχετε, ἐκτός τῶν πολλῶν γνώσεων, καί μεγάλη θεολογική καί μοναχική εὐαισθησία. Εἶσθε ἀπό τούς πρώτους ἁγιορείτας μοναχούς πού γνώρισα στή ζωή μου, ὅταν ὡς δευτεροετής φοιτητής τό 1966 ἐπισκέφθηκα γιά πρώτη φορά τό Ἅγιον Ὄρος καί διατηρῶ ἔντονα στή μνήμη μου τήν εἰκόνα Σας, ὡς ὕπαρξη ἑνός παραδοσιακοῦ μοναχοῦ, ἱκανοῦ θεολόγου, ἀλλά καί εὐαισθήτου ἀνθρώπου. Ὀφείλω νά ὁμολογήσω ὅτι μέ ἔχετε ἐπηρεάσει σέ πολλά πράγματα. Ἡ προσφορά Σας εἶναι ἀνεκτίμητη καί Σᾶς ὀφείλω πολλά.

Μέ νοσταλγία ἀναπολῶ τά χρόνια ἐκεῖνα, τίς συζητήσεις πού κάναμε, ἀφοῦ Σᾶς θεωρούσαμε καί Σᾶς θεωροῦμε, ὡς διδάσκαλο τῆς μοναχικῆς ζωῆς, ἀλλά καί ὡς τόν τύπο τοῦ πραγματικοῦ ἀθωνίτου μοναχοῦ πού συναντούσαμε στά Μοναστήρια.

… Ἐσεῖς μοῦ μάθατε ὅτι τό κριτήριο τοῦ ὀρθοδόξου ἤθους εἶναι ὁ σωστός μοναχισμός. Μερικοί ἐδῶ μοῦ λένε ὅτι στά βιβλία μου ἀντί νά θεολογῶ, ἀσχολοῦμαι μέ τήν μοναχική ζωή. Τούς ἀπαντῶ ὅτι μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ προσπαθῶ νά θεολογῶ, ὁπότε ἀποδεικνύεται ὅτι ἡ «καλογερική» εἶναι ἡ ἀληθινή θεολογία.

Παρακαλῶ νά εὔχεσθε γιά μένα γιατί οἱ κίνδυνοι εἶναι πολλοί. Πάντως ἐπιθυμῶ νά παραμένω στήν Ἐκκλησία, νά εἶμαι τέκνο της, καί νά μέ ἀξιώση ὁ Θεός νά κοιμηθῶ ἐν μέσῳ τῶν Πατέρων καί μέ τίς εὐλογίες τους νά φύγω ἀπό τόν κόσμο αὐτό.

…. Γιά μᾶς τούς παλαιούς προσκυνητάς τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἀποτελεῖτε ζωντανή ἱστορία, σύμβολο, ἀνάμνηση τῶν ἐφηβικῶν ἀναζητήσεων ἀλλά καί τῶν ἐκπλήξεων» (7-10-1994).

(Ναυπάκτου Ἱεροθέου, Ἐνιαύσιον 2007)

Ἡ μαρτυρία τοῦ Πατρός ὅτι ὁ βαπτιζόμενος δέν εἶναι ἕνας κοινός ἄνθρωπος, ἀλλά ὁ Υἱός Του ὁ ἀγαπητός δείχνει τήν θεότητα τοῦ Λόγου, τό ὁμοούσιό Του μέ τόν Πατέρα.

...

Μαρτυρούμενος ὁ Υἱός ἀπό τόν Πατέρα, φανερώνεται ὅτι εἶναι «ἀπαύγασμα τῆς δόξης τοῦ Πατρός», ἀφοῦ κοινή εἶναι ἡ οὐσία καί ἡ ἐνέργεια τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Στήν πρός Ἑβραίους ἐπιστολή του ὁ Ἀπόστολος Παῦλος χρησιμοποιεῖ αὐτήν τήν φράση γιά νά δείξη τήν θεότητα τοῦ Λόγου: «ὅς ὤν ἀπαύγασμα τῆς δόξης καί χαρακτήρ τῆς ὑποστάσεως αὐτοῦ» (Ἑβρ. α΄, 3).

Ἡ λέξη ἀπαύγασμα δηλώνει τήν λάμψη, τήν ἀκτινοβολία πού προέρχεται ἀπό ἕνα φωτεινό σῶμα. Ὅταν τό σῶμα εἶναι κτιστό, καί τό ἀπαύγασμα εἶναι κτιστό, ὅταν πρόκειται γιά ἄκτιστη δόξα, καί τό ἀπαύγασμά της εἶναι ἄκτιστο. Βέβαια, ὅταν λέγεται ὅτι ὁ Υἱός εἶναι ἀπαύγασμα (δόξα) τοῦ Πατρός δέν ἐννοεῖται ὅτι εἶναι ἐνέργειά Του, ἀφοῦ ὁ Λόγος εἶναι ἕνα ἰδιαίτερο Πρόσωπο, ἀλλά τό Πρόσωπο αὐτό εἶναι Θεός, ὅμοιος μέ τόν Πατέρα, καί γι' αὐτό ἔχουν τήν ἴδια δόξα, ἐνέργεια, ὅπως τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά τό Ἅγιον Πνεῦμα. Στήν Ἁγία Τριάδα ὑπάρχει οὐσία, ἐνέργεια καί Πρόσωπα. Τρία εἶναι τά Πρόσωπα, τά ὁποῖα ἔχουν κοινή φύση, οὐσία, ἐνέργεια, δόξα.

Χρησιμοποιεῖται ἡ λέξη ἀπαύγασμα γιά νά δηλωθοῦν μερικές θεολογικές ἀλήθειες, ὅπως τίς ἐκφράζει ὁ ἱερός Θεοφύλακτος. Πρῶτον, γιά νά φανῆ ὅτι, ὅπως τό ἀπαύγασμα γεννᾶται ἀπό τόν ἥλιο, ἔτσι καί ὁ Υἱός γεννᾶται ἀπό τόν Πατέρα. Δεύτερον, γιά νά ἀποδειχθῆ ὅτι γεννᾶται ὁ Υἱός ἀπαθῶς ἀπό τόν Πατέρα, ὅπως ἡ δόξα τοῦ ἡλίου. Τρίτον, ὅπως ὁ ἥλιος μέ τήν λάμψη του δέν ἐλαττώνεται, ἔτσι καί ὁ Πατήρ δέν ἐλαττώθηκε, γεννώντας τόν Υἱό.

Τέταρτον, ὅπως ἡ δόξα, τό ἀπαύγασμα τοῦ ἡλίου, εἶναι ἀχώριστο ἀπό αὐτόν, ἔτσι καί ὁ Υἱός ἐλλάμπει ἀϊδίως καί ἀνάρχως ἀπό τόν Πατέρα.

(Ναυπάκτου Ἱεροθέου: Δεσποτικές Ἑορτές)

Πατέρας

«…Και έτσι αυτά τα γράμματα που σου έγραψα και σου γράφω θα τα έχεις για ενθύμιο…»

«…Αν θάλασσα περάσης και ποταμούς διαβής, τον πατέρα σου μη λησμονής…»

«π. Ιερόθεε, κοντά σε όλα τα βιβλία που διαβάζεις έχω την ιδέα να σου προτείνω να διαβάσης και έναν μεγάλο λόγο του αγίου και Μεγάλου Βασιλείου που επιγράφεται "πρόσεξε σεαυτώ". Πολλά γράφει αυτός ο άγιος, θα τα έχης διαβάσει, αλλά ξαναδιάβασέ το τώρα στις δύσκολες ώρες και τις ημέρες που περνάς αυτού...»

«…Μέτρησέ τα και σκέψου τα και εφήρμοσέ τα, κατόπιν συμβουλής γέροντος Κληρικού που να ξεύρης ότι σε αγαπάει. Αυτά που θα σου πη και που σε συμβουλεύση να τα κάνης και ο Θεός μαζί σου. Μη παρασύρεσαι από κοσμικούς και κοσμικές, έστω και να έχουν μια εξωτερική θρησκευτική μόρφωση...»

«π. Ιερόθεε, σε συμβουλεύω στας κρισίμους στιγμάς που είσαι... πρόσεξε μη σου φύγη η αγάπη του Χριστού μας».

Μητέρα

«Αγαπητό μας παιδί, π. Ιερόθεε, σε φιλούμε γλυκά, με πόνον πολύν. Τι γίνεσαι, παιδί μου, πως είσαι από την υγεία σου;»

«…Ο Θεός να σε προστατεύση και να σε ευλογήση σε όλη σου τη ζωή»

θεία Παρασκευή

«…Και σκέπτομαι πόση ζημιά κάνουν οι έπαινοι και οι επιτυχίες. Ας είμεθα σαν το ήσυχο ρυάκι που ποτίζει, δροσίζει χωρίς θόρυβο…»

«Σας θεωρώ ένα άγιο Δισκοπότηρο, που προσέφερε η οικογένειά μας εις τον Θεόν και προσεύχομαι, κανένα βέβηλο χέρι να μην αγγίξη επάνω σας. Όπως αρχίσατε την αγγελική πολιτεία, με φλόγα και αγάπη δια τον Θεόν και προς δόξαν του Αγίου Ονόματός Του, έτσι να συνεχίσετε και να παραδώσετε την ψυχήν σας εις τον Θεόν»

(Ἀπό τό βιβλίο: «Εις Μνημόσυνον - Βιογραφικά και αυτοβιογραφικά των γονέων μου Σωτηρίου και Ευτυχίας και της θείας Παρασκευής»)

Μέ τήν εὐκαιρία αὐτή πρέπει νά ὑπενθυμίσω τήν ἀπόφαση τῆς Α'  Προσυνοδικῆς Πανορθοδόξου Διασκέψεως (Σαμπεζύ 21-28 Νοεμβρίου 1976), στήν ὁποία καθορίσθηκε ἡ θεματολογία τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου. Μεταξύ τῶν ἑκατό (100) περίπου θεμάτων πού καθορίσθηκαν στήν Α' Πανορθόδοξη Διάσκεψη τῆς Ρόδου (1961) ἐπέλεξαν τά γνωστά δέκα (10) θέματα γιά τήν Ἡμερησία Διάταξη τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου.

Ὅμως, στήν ἴδια ἀπόφαση γράφεται ὅτι ἀπό τά ἄλλα προταθέντα θέματα ἐκεῖνα πού συγκέντρωσαν τήν προτίμηση κατά δεύτερη προτεραιότητα εἶναι τέσσερα θέματα, ἤτοι «αἱ πηγαί τῆς Θείας Ἀποκαλύψεως, ἔννοια τῆς Ἐκκλησίας, κωδικοποίησις ἱερῶν Κανόνων καί κανονικῶν διατάξεων, Οἰκονομία καί ἀκρίβεια». Σημειώνεται δέ στήν ἀπόφαση ὅτι τά θέματα αὐτά «παραπέμπονται εἰς τήν ἰδιαιτέραν μελέτην τῶν ἐπί μέρους Ἐκκλησιῶν, προκειμένου ἵνα ἐνδεχομένως τύχωσι μελλοντικῆς διορθοδόξου ἐξετάσεως».

Αὐτό σημαίνει ὅτι τά θέματα γιά τήν ἔννοια τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως καί γιά τήν οἰκονομία καί τήν ἀκρίβεια, στόν τρόπο εἰσδοχῆς τῶν ἑτεροδόξων στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔπρεπε νά μελετηθοῦν ἀπό τίς ἐπιμέρους Ἐκκλησίες, ὥστε νά συζητηθοῦν σέ μιά ἄλλη Σύνοδο, μετά τήν Ἁγία καί Μεγάλη. Ὅμως, ποτέ δέν ἔγινε αὐτό, τοὐλάχιστον γιά τήν δική μας Ἐκκλησία. Ἑπομένως, δέν ὑπάρχει ἀπόφαση τῆς Ἐκκλησίας μας γιά τούς ἑτεροδόξους σέ σχέση μέ τήν Ἐκκλησία μας. Αὐτό σημαίνει ὅτι τά περί ἑτεροπροσδιορισμοῦ πρέπει νά λυθοῦν Συνοδικῶς.

Τελικά, εἶναι ἀπαράδεκτα ἀπό ὀρθοδόξου πλευρᾶς τά ὅσα λέγονται περί ὁρισμοῦ καί ἀποφατισμοῦ τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ὅμως εἶναι Σῶμα Χριστοῦ καί κοινωνία θεώσεως, καί τά ὅσα λέγονται περί μή ἑτεροπροσδιορισμοῦ τῶν ἐκτός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας Χριστιανῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀπομακρυνθῆ ἀπό τήν πίστη καί τήν ζωή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

(Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεος: Ὁ ὅρος «Ἐκκλησίες» ὡς «τεχνικὸς ὅρος»)

«... Απέναντι αυτών, οι οποίοι ευρίσκονται εις τήν δύσιν τής επιγείου ζωής, οι νεώτεροι έχομεν καθήκοντα. Αυτοί είναι Γονείς μας. Είναι ευεργέται μας. Ο Άγιος Θεός παραγγέλλει "από προσώπου πολιού εξαναστήση καί τιμήσεις πρόσωπον πρεσβυτέρου". Έχομεν υποχρέωσιν στοιχειώδη νά περιθάλπωμεν τούς Γέροντας καί νά απαλύνωμεν τόν πόνον αυτών....

Δυστυχώς, εις ολόκληρον τήν Μητροπολιτικήν Περιφέρειαν ημών δέν υπάρχει Γηροκομείον, τό οποίον είναι τόσον απαραίτητον. Ο Κύριος εφώτισε τό... καί τούτο απεφάσισε τήν ίδρυσιν Γηροκομείου...

Πρός αποπεράτωσιν τού Κτηρίου καί εκπλήρωσιν τών προϋποθέσεων λειτουργίας τού Γηροκομείου, απαιτείται ουχί μικρόν χρηματικόν ποσόν.

Όθεν προτρεπόμεθα πατρικώς καί παρακαλούμεν, όπως πάντες συνδράμωμεν πρός ενίσχυσιν τού Γηροκομείου. Η μικρά προσφορά τών πτωχών καί η γενναία εισφορά τών ευπόρων θά συντελέσουν, ώστε ταχέως νά λειτουργήση τό απολύτως απαραίτητον διά τήν Περιφέρειάν μας, Γηροκομείον.

Δέν είναι δύσκολον νά αρχίση η λειτουργία τού Γηροκομείου λίαν συντόμως. Αρκεί νά θέλωμεν καί αμέσως θά αποκτήση η Περιοχή μας τό Άσυλον τών Γερόντων.

Οραματιζόμεθα νά κατασκευασθή... "είς λιμήν τών τού βίου πλωτήρων", έν λιμάνι διά τούς κουρασμένους γέροντας. Εκεί θά αναπαύωνται εκ τών κόπων τής ζωής. Θά ευρίσκουν τά απαραίτητα πρός άνετον συντήρησίν των. Εκεί,... θά λαμβάνουν τό εισιτήριον διά τήν αιωνιότητα. Θά φεύγουν εντεύθεν εν Μετανοία καί εξομολογήσει, εφωδιασμένοι μέ τό Φάρμακον τής Αθανασίας.

Αγαπητοί μου Χριστιανοί,

Οι Γέροντες είναι συμπαθείς. Οι Γέροντες είναι άξιοι σεβασμού καί ευγνωμοσύνης. Μή λησμονώμεν τούς Γέροντας. Μή λησμονώμεν, ότι, εάν ο Κύριος επιτρέψη, θά γηράσωμεν καί ημείς. Ο Σοφός Σειράχ συμβουλεύει "μή ατιμάσης άνθρωπον εν γήρα αυτού καί γάρ εξ ημών γηράσκουσιν"».

Ευχόμενοι, όπως τό ταχύτερον τελέσωμεν πανηγυρικώς τά Εγκαίνια τού Γηροκομείου...».

(Μητροπολίτου Εδέσσης, Πέλλης καί Αλμωπίας κυρού Καλλινίκου, Έκφραση Ποιμαντικής Ευθύνης - Εγκύκλιοι)

Μία ἀπό τίς σημαντικές διαφορές μεταξύ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τῶν ἄλλων δυτικῶν Χριστιανικῶν Ὁμολογιῶν εἶναι ὅτι ἡ βάση τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως εἶναι θεραπευτική. Αὐτό σημαίνει ὅτι, ἐνῶ ὁ δυτικός Χριστιανισμός βλέπει τήν ἁμαρτία μέσα ἀπό νομική καί ἠθικιστική διαδικασία καί φρασεολογία, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὅπως ἐκφράζεται στήν Ἁγία Γραφή καί τήν Πατερική Παράδοση, βλέπει τήν ἁμαρτία μέσα ἀπό τήν ἰατρική προοπτική, δηλαδή θεωρεῖ ὅτι ἡ ἁμαρτία εἶναι ἀσθένεια τοῦ ἀνθρώπου, μετά τήν ἀπομάκρυνσή του ἀπό τόν Θεό καί, ἑπομένως, ἀπαιτεῖται θεραπεία.

Ἔτσι, ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ δέν ἀπέβλεπε στήν ἐξιλέωση τῆς θείας δικαιοσύνης, ὅπως νομίζουν οἱ δυτικοί θεολόγοι, ἀλλά στήν θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου, τό πῶς δηλαδή ἡ ἰδιοτελής ἀγάπη (φιλαυτία) θά γίνη ἀνιδιοτελής ἀγάπη (φιλοθεΐα καί φιλανθρωπία). Ὁ Θεός δέν εἶναι ἕνας πνευματικός εἰσαγγελέας, ἀλλ’ ἰατρός πού θεραπεύει τόν ἄνθρωπο. Αὐτό τό συναντοῦμε ὄχι μόνον στήν Ἁγία Γραφή καί στά ἔργα τῶν ἁγίων Πατέρων, ἀλλά καί σέ ὅλα τά λειτουργικά κείμενα τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι γνωστή ἡ διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου ὅτι ὁ Χριστός μέ τήν ἐνανθρώπησή Του προσέλαβε ὁλόκληρη τήν ἀνθρώπινη φύση γιά νά τήν θεραπεύση, γιατί «τό ἀπρόσληπτον καί ἀθεράπευτον».

Μιά σημαντική φράση πού δείχνει ὅλο αὐτό τό θεραπευτικό ἔργο τῆς Ἐκκλησίας εἶναι... «Ἰατρική ἐν Πνεύματι ἐπιστήμη». Πρόκειται γιά μιά φράση πού συναντοῦμε στόν ρβ΄(102) Κανόνα τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί δείχνει ὅτι ἡ ὅλη ζωή στήν Ἐκκλησία καί ἡ προσπάθεια τήν ὁποία καταβάλλουμε γιά νά ἀκολουθήσουμε τόν Χριστό καί νά ἑνωθοῦμε μαζί Του εἶναι μιά «ἰατρική», ἀλλά «ἐν Πνεύματι ἰατρική», ἀφοῦ διαφέρει ἀπό τίς συνήθεις ἰατρικές θεραπεῖες τοῦ σώματος καί γίνεται, πρωτίστως, στήν ψυχή διά τῆς ἐνεργείας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καί ἐπειδή αὐτή ἡ πνευματική ἰατρική ἐξασκεῖται μέ σοβαρότητα, ὑπευθυνότητα καί πνευματικές «ἀρχές», γι᾿ αὐτό καί λέγεται «ἐπιστήμη».

(Ναυπάκτου Ἱεροθέου, «Ἡ ἰατρική ἐν Πνεύματι ἐπιστήμη»)

Ἦταν ἕνας Ἱεράρχης μέ ἐκκλησιαστικό φρόνημα καί φόβο Θεοῦ. Δέν ἐπεδίωξε ποτέ τό ἀξίωμα αὐτό καί μάλιστα... ἔκανε τά πάντα νά τό ἀποτρέψη, ἀκόμη καί μετά τήν ἐκλογή του. Σκεπτόταν πάντα τό δικαστήριο τῆς μελλούσης κρίσεως καί ζητοῦσε τήν ἀπόλαυση τοῦ Παραδείσου καί τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν.

Ἦταν ἕνας σπάνιος Ἱεράρχης.  Γενικά, ὁ ἀείμνηστος Σεβαστιανός ἀπό πλευρᾶς ἀνθρωπίνης ἦταν ἕνας ἄρχοντας μέ ὅλη τήν σημασία τῆς λέξεως καί ἀπό πλευρᾶς ἐκκλησιαστικῆς ἦταν ἕνας ἐπίγειος ἄγγελος.

Τήν ἡμέρα τῆς ἐξοδίου Ἀκολουθίας, πού τήν παρακολούθησα ἀπό τό ραδιόφωνο καί τό βράδυ εἶδα στά ΜΜΕ στιγμιότυπα τῆς κηδείας του καί τοῦ ἐνταφιασμοῦ του, ἔγραψα ἕνα κείμενο τό ὁποῖο παραθέτω, ὅπως ἀκριβῶς τό ἔγραψα τήν ἡμέρα ἐκείνη:

«Ἀείμνηστε πατέρα Σεβαστιανέ,
Σέ εὐχαριστοῦμε γιατί μᾶς ἔδειξες τί εἶναι λιακάδα Θεοῦ, ποιός εἶναι ἐργάτης ἀνεπαίσχυντος τῆς Ἐκκλησίας. Ἤσουν γλυκύς στό ἦθος καί στόν λόγο. Καί τό λεπτό πείραγμά σου τό δεχόταν κανείς μέ ἀγάπη. Εἶχες ψυχή μικροῦ παιδιοῦ καί μάτια καθαρά. Μᾶς ἔδειξες τί θά πῆ ἐσταυρωμένη ἀγάπη. Ἔμεινες ἁπλός, ἁγνός, ἕνα χωριατόπουλο, ζώντας μέσα στ’ «ἀνάκτορα».  Ὑπῆρξες τύπος ἀγαθοῦ ποιμένος.  Σέ ἔβλεπα στό φέρετρο στήν τηλεόραση καί σκεπτόμουν: Πῶς μπόρεσε νά κλεισθῆ μέσα σέ αὐτό ὁ γίγαντας τοῦ λόγου; Πῶς σιώπησε τό γλυκύτατο στόμα καί ὁ βροντερός λόγος; Ἕνας ἐθνεγέρτης στό φέρετρο! Σέ ἔκλαψα μέ παρηγοριά. Συναντήθηκες μέ τόν ἀγαπητό σου ἀδελφό Καλλίνικο καί εἶσθε μαζί μέ τούς εἰκοσιτέσσερεις Πρεσβυτέρους τῆς Ἀποκαλύψεως.
Εὐλογεῖστε με μαζί. Καί ἀξιῶστε με τοῦ ἰδίου ὁσιακοῦ θανάτου».

(Ναυπάκτου Ἱεροθέου, «Παλαιόν Ὄφλημα»)

"Αυτό το παιδάκι που έρχεται συχνά εδώ στο μοναστήρι μπορεί να είναι διανοητικά καθυστερημένο, αλλά την καλωσύνη που έχει αυτό, ποιός λογικός άνθρωπος την έχει; Τι προσευχή, τι μετάνοιες κάνει! Όταν με την κήλη δυσκολευόμουν να κάνω μετάνοιες, του είπαν οι γονείς του: "Ο Παππούλης είναι άρρωστος, δεν μπορεί να κάνη μετάνοιες". "Κάνω ‘γω", είπε εκείνο, και έκανε μετά μετάνοιες για μένα και γινόταν μούσκεμα στον ιδρώτα. Πόσο φιλότιμο, πόση αρχοντιά έχει! Μια φορά το έδειρε ένα παιδί στην γειτονιά, κι εκείνο, αφού έφαγε το ξύλο, του έδωσε το χέρι και του είπε: "Γεια, χαρά!". Ἀκούς; Ποιός γνωστικός το κάνει αυτό, κι ας έχη διαβάσει Ευαγγέλιο και ένα σωρό πνευματικά βιβλία. Να, και πριν από λίγες μέρες που είχε έρθει εδώ όλη η οικογένειά του να με δη, αυτό κάθησε δίπλα μου και η αδελφούλα του πιο πέρα. Μόλις είδε την αδελφούλα του που κάθησε μακριά μου, "έλα, κοντά Παππούλη", της λέει και την έβαλε δίπλα μου. Πολύ με συγκίνησε και του έδωσα ευλογία έναν μεγάλο φιλντισένιο σταυρό που μου είχαν φέρει από τα Ιεροσόλυμα. Μόλις τον πήρε στα χέρια του, "γιαγιά", είπε και έδειξε πως θα τον βάλη στον τάφο της γιαγιάς του! Φοβερό! Τίποτε δεν θέλει για τον εαυτό του, όλα για τους άλλους! Αυτό θα πάη με τα τσαρούχια στον Παράδεισο, αλλά θα βάλη και τους γονείς του στον Παράδεισο.

Μακάρι να ήμουν και εγώ στην θέση του, και ας μην καταλάβαινα και ας μη μιλούσα. Ενώ ο Θεός μου έδωσε όλα τα αγαθά, εγώ τα αχρήστευσα…»

(Γέροντας Παΐσιος Αγιορείτης).

Ἀκολουθία καὶ Περιφορὰ τοῦ Ἐπιταφίου, Λόγος εἰς τὸν Ἐπιτάφιο (video), Μεγάλη Παρασκευὴ 2016,Ναύπακτος

... Ἤρθαμε στό λιμάνι καί εἴδαμε τόν συνδυασμό τοῦ νεροῦ μέ τό φῶς. Νερό καί φῶς. Δύο στοιχεῖα ζωῆς. Τό νερό πού εἶναι ἡ πηγή τῆς ζωῆς... Τό νερό τό ὁποῖο καθαρίζει καί συγχρόνως ξεδιψᾶ τόν ἄνθρωπο. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστός ἐπάνω στόν Σταυρό εἶπε τό «διψῶ», καί φαίνεται σάν νά μήν ἔχη ξεδιψάσει ἀκόμη ἀναζητώντας τούς ἀνθρώπους γιά νά τούς δώση νόημα ζωῆς. Καί τό φῶς τό ὁποῖο εἶναι ἐλπίδα, εἶναι στοιχεῖο ἐλπίδας καί ζωῆς πού βγάζει τόν ἄνθρωπο μέσα ἀπό τά σκοτάδια. Ἕνας ἄθεος φιλόσοφος στίς τελευταῖες στιγμές τῆς ζωῆς του εἶπε: «Φῶς, περισσότερο φῶς». Αὐτό ζητάει ὁ ἄνθρωπος.

Καί πάνω ἀπό τό νερό καί τό φῶς, ἐδῶ στό λιμάνι τῆς Ναυπάκτου, ὑπάρχει ἕνας πύρινος σταυρός. Ἕνας σταυρός ὁ ὁποῖος φλέγεται. Γιατί ὁ σταυρός εἶναι ἔκφραση τῆς θυσίας καί τῆς ἀγάπης. Καί ξέρουμε ὅτι ἡ ἀγάπη εἶναι πηγή πυρός. Εἶναι ἐκείνη πού δίνει νόημα ζωῆς στούς ἀνθρώπους. Καί ὅσο καλύτερη καί καθαρότερη εἶναι ἡ ἀγάπη τόσο περισσότερο ὁ ἄνθρωπος ἀποκτᾶ νόημα ζωῆς.

Ἡμέρα σταυροαναστάσιμη. Σταυρός καί Ἀνάσταση πηγαίνουν πάντοτε μαζί. Καί νά θυμηθοῦμε κάτι πού ἔλεγε ὁ Ρῶσος λογοτέχνης Ντοστογιέφσκυ: «Συχνά θέτω τό ἐρώτημα: Τί εἶναι προτιμότερο; Μιά μέτρια εὐτυχία ἤ ἕνας ὑψηλός πόνος;». Καί φαίνεται ὅτι καταλήγει στό δεύτερο. Προτιμότερος εἶναι ὁ ὑψηλός πόνος, ὑπαρξιακός πνευματικός πόνος. Ἀλλά, νά, πού ἐμεῖς εἴμαστε κλεισμένοι μέσα στήν πρόσκαιρη ἡδονή, σέ μιά μέτρια εὐτυχία. Θά πρέπει νά ἀναζητοῦμε αὐτόν τόν ὑψηλό πόνο πού συνδέεται μέ τό νερό, τό φῶς καί τόν πύρινο σταυρό, πού μᾶς ἀνοίγει στό διάστημα τῆς ἀπέραντης ἐλευθερίας.

Χρόνια Πολλά! Καλή Ἀνάσταση!

(Λόγος Σεβασμιωτάτου κ. Ἱεροθέου, στό λιμάνι τῆς Ναυπάκτου, κατά τήν περιφορά τῶν Ἐπιταφίων)

 

Κατά τήν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων, ἡ Παναγία δέν διέπραξε καμμιά ἁμαρτία στήν ζωή της, οὔτε καί μέ τόν λογισμό της. Ὁ νοῦς της, ἡ καρδιά της, οἱ ἐπιθυμίες της, τό σῶμα της, ὅλα ἦταν ἁγνότατα καί καθαρότατα. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς λέγει ὅτι μέ τήν ἐνανθρώπηση δέν ἦλθε μόνον ὁ Θεός σέ μᾶς, ἀλλά ἦλθε «καί ἐκ Παρθένου ἁγνῆς καί ἁγίας, μᾶλλον δέ πανυπεράγνου τε καί ὑπεραγίας». Καί συνεχίζει ὅτι ἡ Παναγία δέν ἦταν μόνον πάνω ἀπό κάθε μολυσμό τῆς σάρκας, ἀλλά ἦταν καί ἀνωτέρα ἀπό τούς λογισμούς πού προέρχονται ἀπό τήν σάρκα. Ἀκόμη καί αὐτό τό σῶμα τῆς Θεοτόκου ἦταν καθαρότερο καί ἀπό τά πνεύματα τῶν ἁγίων.

Τόση ἦταν καί εἶναι ἡ καθαρότητα τῆς Παναγίας μας, ὥστε δέν μπορεῖ κανείς νά ἀτενίση τό ὕψος τῆς μεγαλωσύνης της. Εἶναι χαρακτηριστικό ἕνα τροπάριο πού ἀναφέρεται στήν Παναγία: «Ἀπορεῖ πᾶσα γλῶσσα εὐφημεῖν πρός ἀξίαν· ἰλιγγιᾷ δέ νοῦς καί ὑπερκόσμιος ὑμνεῖν σε Θεοτόκε». Δηλαδή, κάθε γλῶσσα ἀδυνατεῖ, ὅταν θέλη νά ὑμνήση τήν Παναγία, καί κάθε νοῦς ὄχι μόνον τῶν ἀνθρώπων, ἀλλά καί αὐτός τῶν ὑπερκοσμίων ἀγγέλων, ἰλιγγιᾶ καί σκοτίζεται, ὅταν προσπαθῆ νά ὑμνήση τήν Θεοτόκο. Ὅπως ὁ ἄνθρωπος σκοτίζεται καί αἰσθάνεται ἴλιγγο, ὅταν βλέπη κάθε ὕψος καί βάθος, ἔτσι καί ὁ πιό καθαρός νοῦς, τῶν ἀνθρώπων καί τῶν ἀγγέλων, αἰσθάνεται νά σκοτίζεται καί νά ζαλίζεται ὅταν ἀτενίζη τό πρόσωπο τῆς Παναγίας.

Παρά τήν καθαρότητα καί τήν ἁγνότητά της, δέν εἶναι ἀποκεκομμένη ἀπό τό ἀνθρώπινο γένος, ἀλλά διαθέτει μεγάλη ἀγάπη πρός τόν ἄνθρωπο, ἔχει «μητρόθεα σπλάχνα», δηλαδή διαθέτει σπλάχνα οἰκτιρμῶν ὡς Μητέρα τοῦ Θεοῦ καί ὡς δική μας μητέρα.

(Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ἱεροθέου, «Ἐνιαύσιον 2004»)

Ἕνας Χριστιανός πού ζῆ στήν Ἐκκλησία, ἀλλά δέν ἔχει φθάσει ἀκόμη σέ ὑψηλά μέτρα ἁγιότητος, πιστεύει στήν ὕπαρξη προσωπικοῦ Θεοῦ καί προσεύχεται σέ Αὐτόν, ἔχει ἀπόλυτη πίστη στήν θεία πρόνοια, συμμετέχει στήν λατρευτική σύναξη τῆς Ἐκκλησίας καί, κυρίως, στήν θεία Λειτουργία κάθε Κυριακῆς καί ἑορτῆς χρησιμοποιεῖ τήν μέθοδο τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας σχετικά μέ τούς λογισμούς, τούς ὁποίους δέν ἀφήνει νά γίνουν ἐπιθυμία καί πράξη, ἀλλά τούς ἀποκρούει• ἔχει Πνευματικό Πατέρα, στόν ὁποῖον ἐξομολογεῖται διάφορες πράξεις πού δημιουργοῦν ἐνοχικές καταστάσεις• μελετᾶ τήν Ἁγία Γραφή καί πατερικά κείμενα• ἀνέχεται τούς ἀνθρώπους καί τούς ἀγαπᾶ• ἀναλαμβάνει τήν εὐθύνη τῶν ἄλλων γιά τούς ὁποίους ἔχει μιά ἁρμοδιότητα, κλπ.

… Ἕνας τέτοιος Χριστιανός ἔχει ψυχική – πνευματική ὑγεία καί εἶναι εὐεργετικό στοιχεῖο στήν κοινωνία. Μέ μιά τέτοια ἁπλῆ, συντηρητική χριστιανική ζωή δέν ἔχει ψυχολογικά προβλήματα, ἐπειδή ἐλέγχει τούς λογισμούς, δέν πέφτει στήν θλίψη καί κατάθλιψη, διότι ἔχει ἀπόλυτη πίστη στόν Θεό, δέν διανοεῖται τήν αὐτοκτονία, διότι γνωρίζει ὅτι ἡ ζωή καί ὁ θάνατος δέν ἀνήκουν σέ αὐτόν, ἀλλά στόν Θεό, δέν λαμβάνει ψυχοτρόπες οὐσίες, δέν αἰσθάνεται τόν συνάνθρωπό του ὡς ἐχθρό-κόλαση, ἀλλά ὡς ἀδελφό καί παράδεισο, δέν ἀποκάμνει ἀπό τίς δοκιμασίες τῆς ζωῆς, δέν ἀπογοητεύεται καί δέν φοβᾶται τόν θάνατο, δέν αἰσθάνεται τήν μοναξιά.

… Καί, ὅταν ἀρρωσταίνη λόγῳ τῆς φθαρτότητος, ἀντιμετωπίζει τήν κατάσταση αὐτή μέ πίστη στόν Θεό, μέ ἐλπίδα καί ἐμπιστοσύνη στήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ γνωρίζει ὅτι ἐδῶ εἴμαστε ὁδίτες καί ὄχι πολίτες, καί πορευόμαστε πρός τήν ἀληθινή πατρίδα, στήν ὁποία θά γίνη συνάντηση μέ τούς ἀληθινούς πατριῶτες τῆς «ἄνω πατρίδος».

(Ναυπάκτου Ἱεροθέου, «Δερμάτινοι χιτῶνες»)

Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ἱεροθέου

Μέχρι τόν 19ο αἰώνα στά Συνοδικά καί Ἐκκλησιολογικά κείμενα πού ἐκδίδονταν ἐπισήμως ἀπό τήν Ἐκκλησία ὑπῆρχε κατά βάση μιά σαφής ἐκκλησιολογική συνέχεια, ὅπως φαίνεται στό κείμενο τῶν Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς τό 1848.

Παρά ταῦτα ἀπό τόν 20όν αἰώνα ἄρχισε μία διγλωσσία καί ἀσάφεια στά ἐκκλησιολογικά ζητήματα. Αὐτό φαίνεται ἄν διαβάση κανείς τά ἐπίσημα κείμενα πού ἐκδίδονται καί ἐκφωνοῦνται σέ διάφορες περιπτώσεις. Αὐτή ἡ διγλωσσία καί ἡ ἀσάφεια φαίνεται στά θέματα: τί εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ποιά εἶναι τά μέλη της, τί εἶναι αἵρεση, πῶς ἀποδέχεται ἡ Ἐκκλησία τούς αἱρετικούς ὅταν ἐπιστρέφουν σέ αὐτήν κ.ἀ.

.....

Παρατηρεῖ κανείς ὅτι σήμερα διατυπώνονται λόγοι ἀνάλογα μέ τά ἀκροατήρια, ἐν τῷ μεταξύ ὅμως οἱ ἀντορθόδοξες προσπάθειες γιά «ἕνωση» παρά τίς θεολογικές διαφορές προχωροῦν ἐντατικά. Ἡ θεία Εὐχαριστία θεωρεῖται χῶρος «μυστηριακῆς φιλοξενίας» καί τῶν ἑτεροδόξων, ἡ Ἐκκλησία θεωρεῖται ὅτι «ἔχει πόρτες, ἀλλά ὄχι τοίχους», καί ἡ «ἕνωση» θά γίνη μέ τήν διατήρηση τῶν «χαρακτηριστικῶν» κάθε θεολογίας.

Αὐτή εἶναι ἡ νοοτροπία πού ἐπικρατεῖ σήμερα στόν διορθόδοξο καί διαχριστιανικό κόσμο καί θά ἦταν ὀδυνηρό ἄν μιά τέτοια νοοτροπία ὑποστηριχθῆ ἀπό τίς ἀποφάσεις τῆς Ἁγίας καί Μέγαλης Συνόδου.

Αὐτός εἶναι ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο ὑποστηρίζω, ὅπως τό κάνουν καί ἄλλοι Ἐπίσκοποι, Κληρικοί, μοναχοί καί θεολόγοι, ὅτι τά κείμενα πού θά ὑπογραφοῦν ἀπό τήν μέλλουσα νά συγκληθῆ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο πρέπει νά εἶναι καθαρά, ἀπό θεολογικῆς πλευρᾶς, ὁμολογιακά, συντονισμένα στήν δυσχιλιετῆ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καί νά μήν ἀνατρέπουν τήν θεολογία Μεγάλων καί Οἰκουμενικῶν Συνόδων ἀλλά καί τίς ἀποφάσεις τῶν Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς. Μία διγλωσσία θά ἐξυπηρετήση τραγικά τήν «ὁμολογιακή» διγλωσσία καί σύγχυση τοῦ κειμένου πού εἴδαμε προηγουμένως. Καί αὐτό θά εἶναι ὀδυνηρό.

Ἰούνιος 2016

Ἐκφράσθηκα ἐναντίον τοῦ ρατσισμοῦ καί τῆς βίας ἀπό ὁπουδήποτε καί ἄν προέρχωνται. Δέν μπορῶ ὡς Ἱεράρχης νά ἀποδεχθῶ ἰδεολογικά συστήματα πού ἔχουν φασιστικές καί ναζιστικές νοοτροπίες, συστήματα νιτσεϊκά καί ἀπάνθρωπα, πού χρησιμοποιοῦν διάφορες μεθόδους βιολογικῆς καί κοινωνικῆς εὐγονικῆς γιά νά ὑπερισχύση μιά ράτσα σέ βάρος ἄλλων ἀνθρώπων. Δέν μπορῶ νά δεχθῶ βιαιότητες ἐναντίον ἁπλῶν, φτωχῶν, ἀσθενῶν καί ἀπροστάτευτων ἀνθρώπων. Μέ συγκλονίζουν πολύ τέτοιες συμπεριφορές, γιατί ὅλα αὐτά εἶναι ἀντιχριστιανικά καί ἀπάνθρωπα....

Τελικά, εἶναι ἁρμοδιότητα τῆς δημοκρατικῆς πολιτείας νά θέτη δημοκρατικούς κανόνες γιά τήν διαχείριση τῶν κοινῶν, νά φροντίζη γιά τήν ἀσφάλεια τῶν πολιτῶν καί νά καλλιεργῆ στούς ἀνθρώπους ἀληθινή δημοκρατική συνείδηση μέ τήν σωστή παιδεία....

Σέ παλαιότερους χρόνους ὑπῆρξαν Ἱεράρχες οἱ ὁποῖοι συμμετεῖχαν στό «ἀνάθεμα» τοῦ Βενιζέλου, ὕμνησαν δικτατορικά καθεστῶτα,  συνεργάσθηκαν μέ τήν Χούντα. Τέτοια φαινόμενα δέν πρέπει νά ἐπαναληφθοῦν σήμερα ἀπό τούς Ἱεράρχες. Πρέπει νά διδασκόμαστε ἀπό τήν ἱστορία....

Ὁ  Ἕλληνας ἀπό ἀρχαιοτάτων χρόνων ἔκρυβε μέσα του ἕναν «μετανάστη» καί ταξίδευε σέ ὅλο τόν κόσμο. Γινόταν πολίτης κάθε Χώρας, χωρίς νά χάνη τήν ἐθνική του ταυτότητα καί τήν φιλοπατρία του. Σήμερα ὁ κόσμος, μέ τά μέσα πού διαθέτει, συνεχῶς μετακινεῖται.

Νομίζω, δέν δημιουργεῖ ἰδιαίτερα προβλήματα ἡ νόμιμη μετανάστευση, ὅταν γίνεται μέσα στά πλαίσια πού θέτει ἡ σωστά ὀργανωμένη Πολιτεία, ἀλλά προβλήματα δημιουργεῖ ἡ κατευθυνόμενη ἀπό διάφορα κέντρα λαθρομετανάστευση, πού κάνει τούς λαθρομετανάστες θύματα καί τίς χῶρες προτεκτορᾶτα.

Νομίζω ὅτι ἡ μετανάστευση καί ἡ λαθρομετανάστευση ἀντιμετωπίζονται ἀπό ἕνα ὀργανωμένο Κράτος καί ὄχι ἀπό τούς ὀργισμένους πολίτες του, ἀπό νόμιμους θεσμούς μέ ἀρχές καί ὅραμα, προοπτική καί εὐαισθησία καί ὄχι μέ τήν βία... Μέ ἐνοχλεῖ πολύ τό ὅτι ἄνθρωποι καί λαοί θεωροῦνται πιόνια στήν διεθνῆ σκακιέρα τῶν ποικιλώνυμων συμφερόντων.

(Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ἱεροθέου, Συνέντευξη στήν Ἐφημερίδα «Αὐγή», 4 Νοεμβρίου 2012).

Τό Πάθος καί η σταυρική θυσία τού Χριστού είναι φανέρωση καί εκδήλωση τής μεγάλης αγάπης τού Θεού πρός τό ανθρώπινο γένος. Ο ίδιος ο Χριστός είπε: «ούτω γάρ ηγάπησεν ο Θεός τόν κόσμον ώστε τόν μονογενή υιόν αυτού έδωκε, ίνα πάς ο πιστεύων εις αυτόν μή απόληται, αλλ' έχη ζωήν αιώνιον» (Ιω. γ', 16).

Έτσι, η ενανθρώπηση καί κυρίως τό Πάθος καί ο Σταυρός δείχνουν τήν αγάπη τού Θεού καί όχι τήν δικαιοσύνη, όπως εμείς τήν θεωρούμε. Γιατί, η ανθρώπινη δικαιοσύνη είναι ανταπόδοση τών ίσων, ενώ ο Θεός, καίτοι αναμάρτητος καί αναίτιος τής αμαρτίας καί τής πτώσεως τού Αδάμ, έγινε άνθρωπος γιά νά τόν σώση. Γι' αυτό η δικαιοσύνη τού Θεού ταυτίζεται μέ τήν φιλανθρωπία Του (άγ. Ισαάκ ο Σύρος καί ιερός Νικόλαος Καβάσιλας).

Ενώ στήν ορθόδοξη διδασκαλία γίνεται λόγος γιά τήν αγάπη καί φιλανθρωπία τού Θεού, στήν δυτική θεολογία, όπως αναπτύχθηκε από τόν σχολαστικισμό, γίνεται λόγος γιά τήν εξιλέωση τού Θεού. Λέγεται, δηλαδή, ότι ο Χριστός έπαθε, σταυρώθηκε καί πέθανε επάνω στόν Σταυρό γιά νά εξιλεώση τήν θεία δικαιοσύνη, πού προσεβλήθη μέ τήν παρακοή καί αμαρτία τού Αδάμ.

Η θεωρία αυτή, πού δυστυχώς μεταφέρθηκε από μερικούς θεολόγους καί στήν Ορθόδοξη Εκκλησία, δέν μπορεί νά σταθή θεολογικά. Εκείνο πού κυρίως πρέπει νά τονισθή είναι ότι ο Θεός ως απαθής δέν προσβάλλεται. Δέν μπορούμε νά αποδώσουμε στόν Θεό χαρακτηριστικά γνωρίσματα τού πεπτωκότος εμπαθούς ανθρώπου. Δέν έχει ανάγκη θεραπείας ο Θεός, αλλά ο άνθρωπος.

(Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ιεροθέου, Δεσποτικές Εορτές)

Από τήν δημιουργία τού νεοελληνικού Κράτους διατυπώθηκε η άποψη ότι οι Πατέρες πού γνώριζαν τήν φιλοσοφία ανήγαγαν τήν απλή πίστη σέ φιλοσοφία καί, μέσα σέ αυτό τό κλίμα, εορτάζεται η εορτή τών Τριών Ιεραρχών.

«Οποιοδήποτε άρθρο, από τόν καιρό πού ιδρύθηκε τό Ελληνικό Κράτος μέχρι σήμερα, άν διαβάσετε, θά δήτε πόσα απ' αυτά ασχολούνται μέ τούς Πατέρες σάν νά ήταν μεγάλοι φιλόσοφοι, οι οποίοι δέν δέχονταν νά μείνουν μέ τήν απλοϊκή πίστη τής μαμάς καί τής γιαγιάς καί τού παππού, πού δέν πήγαν στό Πανεπιστήμιο, πού ήταν πολύ καλοί άνθρωποι, πού ομοιάζουν μέ αυτά πού έλεγε ο Αυγουστίνος, ότι ξέρουν τήν οδό αλλά δέν ξέρουν πού πάνε. Δηλαδή, απλώς ήταν καλοί άνθρωποι.

Κι έρχονται τώρα οι Μεγάλοι Πατέρες πού είχαν μιά φιλοσοφική παιδεία πάρα πολύ ισχυρή καί παίρνουν τήν απλοϊκή πίστη τής Αγίας Γραφής καί τήν αναγάγουν σέ φιλοσοφική, έτσι σνομπίστικη πίστη δηλαδή, ώστε μπορούμε νά προσελκύσουμε καί τούς διανοούμενους στήν Εκκλησία. Διότι πρώτα η Εκκλησία προσήλκυσε τούς αγραμμάτους καί τώρα πάμε νά προσελκύσουμε τούς διανοούμενους. Καί υπάρχει πολύ αυτή η τάση καί δημιουργήθηκε καί εξ αιτίας ενός πατριωτισμού πού αναπτύχθηκε στήν Ελλάδα γύρω απ' τούς αρχαίους ημών προγόνους, πού ήταν μεγάλοι φιλόσοφοι καί πρέπει νά επανέλθουμε κι’ εμείς σ’ αυτούς, νά γίνουμε κι’ εμείς σάν αυτούς φιλόσοφοι.

Καί κατήντησαν οι Μεγάλοι Πατέρες τής Εκκλησίας νά είναι φιλόσοφοι πιά. Κατά τήν εορτή τών Τριών Ιεραρχών, πόσες φορές ακούμε γιά τήν φιλοσοφική δεινότητα τού Γρηγορίου, τού Βασιλείου, τού Χρυσοστόμου κλπ. Καί ένα μεγάλο μέρος είναι όλα συνθήματα...».

(Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ιεροθέου: Εμπειρική Δογματική, κατά τίς προφορικές παραδόσεις τού π. Ιωάννου Ρωμανίδη, τόμ. Α')

Ο Χριστιανισμός δεν ήταν εναντίον του αθλητισμού, αλλά μάλλον χρησιμοποίησε εικόνες από τον αθλητισμό και τους αθλητές για να εξηγήση την πνευματική άσκηση.

Αυτό που επιδίωκε ο κλασσικός αθλητισμός, όπως φαίνεται στην πορεία του από τον κότο στον κότινο, δηλαδή από την επιθετικότητα στην υπέρβασή της, και το στεφάνωμα με την ελιά, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι έτσι επέρχεται η ειρήνη στον άνθρωπο, βρήκε την πλήρη δικαίωσή του στον Χριστιανισμό, αφού με τον Χριστό ο άνθρωπος μεταμορφώνει όλες τις εσωτερικές ψυχικές, αλλά και σωματικές του δυνάμεις και οδηγείται μέχρι την θέωση.

Ο Χριστιανισμός, κατά τον άγιο Ιουστίνο τον μάρτυρα και φιλόσοφο, είναι μια θρησκεία η οποία με την όλη αγωγή που διαθέτει «ποιεί τους θνητούς αθανάτους, τους βροτούς θεούς, εκ γης δε μετάγει εις τους υπέρ Όλυμπον όρους». Δεν εξαντλεί τον σκοπό του σε χαμηλούς στόχους, αλλά ανεβάζει τον άνθρωπο πάνω από τον Όλυμπον, τον καθιστά θεο.

Ο Χριστιανισμός άσκησε κριτική στον πεπτωκότα ανθρωποκεντρικό αθλητισμό, που είχε χάσει τον προορισμό και τον σκοπό του, και έγινε επαγγελματικός και αιμοβόρος, που καλλιεργούσε τα πάθη. Άλλωστε, την κριτική εναντίον ενός τέτοιου αθλητισμού που έχασε τον προορισμό του, άσκησαν και άλλοι πνευματικοί άνθρωποι, όπως φιλόσοφοι, ιατροί και ειδήμονες των αθλητικών αγώνων.

Με αυτήν την προοπτική πρέπει να δούμε την προσφορά του Χριστιανισμού στον υγιή αθλητισμό, αφού διέσωσε το αληθινό πνεύμα του, καθώς επίσης ο σύγχρονος πρωταθλητισμός και οι Ολυμπιακοί αγώνες που έχουν μεγάλη σχέση με έναν παρηκμασμένο αθλητισμό, όπως το είδαμε πιο πάνω, έχουν ανάγκη από την ουσιαστική βοήθεια της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

(Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ιεροθέου, Το σώμα του ανθρώπου• η άσκηση και η άθλησή του)

Σέ μιά ἐποχή πού ἀκόμη καί μεγάλοι φαινομενικά θεολόγοι ἀγωνίζονται νά μᾶς πείσουν ὅτι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ξεπερασμένοι ἀπό τήν σχολαστική καί ρωσική θεολογία, πού εἶναι ἡ λεγομένη μεταπατερική θεολογία καί κυριαρχεῖται ἀπό τόν σχετικισμό∙ ὅτι ἡ σύγχρονη θεολογία πρέπει νά εἶναι «συναφειακή», νά βλέπη τά κοινά σημεῖα ὅλων τῶν Χριστιανικῶν θεολογικῶν παραδόσεων∙ ὅτι πρέπει νά συμβιβασθοῦμε μέ τόν σχολαστικισμό∙ ὅτι πέρα ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὑπάρχουν καί ἄλλες «Ἐκκλησίες»∙ ὅτι τά ὅρια τῆς Ἐκκλησίας δέν προσδιορίζονται ἀπό τήν μετάληψη τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ (Μυστήριο θείας Εὐχαριστίας), ἀλλά ἀπό τό ὕδωρ τοῦ Βαπτίσματος∙ ὅτι δέν ταυτίζονται τά χαρισματικά μέ τά κανονικά ὅρια τῆς Ἐκκλησίας∙ ὅτι ὅλες οἱ «Ἐκκλησίες» εἶναι «ἀδελφές Ἐκκλησίες» καί ὑπάρχει συναγωνισμός ἀναγνωρίσεως τῶν «ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν», ἔρχεται ἕνας Ἰταλός Ρωμαιοκαθολικός θεολόγος [Ὁ Ἀντόνιο Ραντσολίν πού μετέφρασε στήν ἰταλική τό βιβλίο Ἐκκλησία καί Ἐκκλησιαστικό φρόνημα] νά ἐξυμνήση τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὅπως ἐκφράζεται ἀπό τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καί νά κρίνη μέ ὡραῖο τρόπο τήν χριστιανική παράδοση μέσα στήν ὁποία ἐκεῖνος μεγάλωσε καί ζῆ.

Φαίνεται καθαρά ὅτι, ἐνῶ οἱ ἐκκλησιαστικοί μας ἡγέτες προσπαθοῦν νά κινηθοῦν μέ μεταπατερικό, συναφειακό, σχετικιστικό καί κοσμικό τρόπο, ὅσοι ἀπό τόν λαό ἀναζητοῦν τήν ἀλήθεια καί ὑποψιάζονται τήν «αἰώνια καλλονή» τῆς Ἐκκλησίας, τήν προσλαμβάνουν, τήν ἀγαποῦν καί τήν ἐκφράζουν. Τελικά, «μεγάλη ἡ ἀλήθεια καί ὑπερισχύει» (Ἔσδρας Α΄, δ΄, 41). Ταυτίζονται τά κανονικά μέ τά χαρισματικά ὅρια τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά τό Ἅγιον Πνεῦμα ἐνεργεῖ μέ τόν τρόπο πού Ἐκεῖνο γνωρίζει καί ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία, χωρίς νά συγκροτῆ "Ἐκκλησία" ἔξω ἀπό τήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, πού εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη.

Ναυπάκτου Ἱεροθέου: Ἡ «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος» στήν Κρήτη

“…Υπάρχουν και άλλα πολλά προσόντα που πρέπει να κατέχη ο ιερωμένος και εγώ τα στερούμαι. Και πρώτον απ' όλα τούτο: να μη έχη φωλιασμένη στην ψυχή του την φιλόδοξη επιθυμία του αξιώματος αυτού. Διότι αν συμβή να ποθή το αξίωμα αυτό με πάθος, μόλις το καταλάβη, η φλόγα του πάθους ανάβει ισχυρότερη και τότε παραδίδεται σε αυτό το πάθος και χρησιμοποιεί κάθε μέσο για να κρατή το αξίωμα με ασφάλεια· κολακεύει, συμπεριφέρεται με δουλοπρέπεια και αναξιότητα, ξοδεύει άφθονα χρήματα… Εγώ λοιπόν νομίζω ότι κάθε άνθρωπος πρέπει να τρέφη τόση ευλάβεια προς το αξίωμα, ώστε να το αποφεύγη λόγω του ύψους του, και αν το καταλάβη, μόλις συμβή να υποπέση σε αμάρτημα άξιο καθαιρέσεως να μη περιμένη την απόφαση άλλων, αλλά να παραιτήται προηγουμένως μόνος του. Έτσι υπάρχει ελπίδα να ελκύση την ευσπλαχνία του Θεού…”

“Άλλοι δε προσθέτουν και άλλες προφάσεις ακόμη πιο άτοπες. Μερικοί, π.χ., εκλέγονται Ιερείς (εκβιάζοντας) για να μη προσχωρήσουν στους αιρετικούς ή σχισματικούς, άλλοι δε εκλέγονται λόγω της πονηρίας τους, δηλαδή (εκβιάζοντας και απειλώντας) για να μη προξενήσουν κακά στην Εκκλησία εξ αιτίας του αποκλεισμού τους από την ιερωσύνη. Υπάρχει άραγε μεγαλυτέρα παρανομία από το να εξυπηρετούνται και ν΄ ανεβάζωνται στην ιερατική αξία άνθρωποι γεμάτοι από πονηρία και πολλή κακία, λόγω ακριβώς των ελαττωμάτων τους αυτών, ενώ θα έπρεπε να τιμωρηθούν και να μη δικαιούνται να περάσουν ούτε καν το κατώφλι της Εκκλησίας;”

“Εγώ δε επιθυμώ να ερωτήσω στο σημείο αυτό: Τί μπορεί να κάνη ο Επίσκοπος όταν μάχεται με τόσους ανέμους; Πώς θ' αντισταθή στα τόσα κύματα; Πώς θ' αντικρούση όλες αυτές τις επιθέσεις;

Αν μεν πολιτευθή ορθώς, όλοι γίνονται εχθροί και πολέμιοι και αυτού και των εκλεγέντων (Κληρικών) και αντενεργούν σε όλες τις πράξεις του, δημιουργώντας καθημερές φιλονεικίες και στάσεις εναντίον αυτού και απευθύνοντες μυρίους χλευασμούς προς τους εκλεγέντας, μέχρις ότου ή εκδιώξουν αυτούς ή εισάγουν τους προστατευομένους των. Και γίνεται κάτι παρόμοιο προς ό,τι συμβαίνει με κυβερνήτη που έχει μέσα στο πλοίο του κατά τον πλούν πειρατές ως συνταξειδιώτες, οι οποίοι επιβουλεύονται και αυτόν και τους ναύτες και τους επιβάτες.

Εάν δε ο Επίσκοπος προτιμήση να κάνη σε αυτούς την χάρη παρά να εξασφαλίση την σωτηρία του, και δεχθή στην ιερωσύνη αναξίους, θα έχη τον Θεό ως εχθρό αντί εκείνων, πράγμα ακόμη χειρότερο από πρίν, διότι όλοι εκείνοι θα συμπράττουν πλέον και θα καταστούν ισχυρότεροι. Όπως, όταν συγκρούωνται άγριοι άνεμοι πνέοντες από αντιθέτους διευθύνσεις, το ήσυχο προ ολίγου πέλαγος γίνεται ξαφνικά κυματώδες και τρικυμιώδες, και ανατρέπει τα πλοία, έτσι και η γαλήνη της Εκκλησίας, όταν δέχεται ανθρώπους διαφθορείς, γεμίζει με σάλον και πλημμυρίζει από άφθονα ναυάγια”.

(αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου, έργα, Εκδ. Μερετάκη, τόμος 28)

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance