• Αρχική
  • Ἱερὰ Μητρόπολη Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου - Ἐκκλησιαστική Παρέμβαση - χωρίο

Ο Θεός διευθύνει προσωπικά τόν κόσμο καί τήν ιστορία. Μέσα στήν κτίση υπάρχουν οι άκτιστοι λόγοι τού Θεού. Ο Θεός δέν έκανε τόν κόσμο καί τόν εγκατέλειψε έπειτα στήν τύχη του, αλλά τόν διευθύνει προσωπικά. Γι' αυτό καί η ιστορία δέν πρέπει νά αντικειμενοποιήται, δέν πρέπει νά θεωρήται σάν καρπός μερικών τυχαίων γεγονότων. Πολλοί νομίζουν ότι τά πράγματα γίνονται τυχαία. Μάλιστα, συχνά ακούμε τήν φράση «η ιστορία διδάσκει». Καί, βέβαια, μέσα από ορισμένες προϋποθέσεις είναι σωστό, αλλά όμως δέν είναι πέρα γιά πέρα αληθινό. Ο Θεός διδάσκει διά τής ιστορίας.

Συνήθως εμείς νομίζουμε ότι η ιστορία είναι μιά σύνθεση μερικών εξωτερικών γεγονότων. Όμως πέρα από τά ιστορικά γεγονότα υπάρχει καί η λεγομένη ιερά ιστορία, τό τί έκανε καί κάνει, δηλαδή, ο Θεός γιά τήν σωτηρία τού ανθρώπου καί πώς διευθύνει ο Θεός τόν κόσμο καί τόν οδηγεί σέ ένα τέλος, σέ έναν σκοπό.

...

Στήν διδασκαλία τών αγίων Πατέρων φαίνεται ότι ο Θεός διευθύνει προσωπικά τόν κόσμο, αλλά καί τήν προσωπική ζωή τού κάθε ανθρώπου. Καί έτσι, όπως βλέπουμε τόν Θεό μέσα στήν Αγία Γραφή, τό ίδιο μπορούμε νά δούμε τόν Θεό μέσα στήν κτίση καί τήν ιστορία. Μελετώντας κανείς τά διάφορα γεγονότα καί κυρίως τά προσωπικά του γεγονότα, αυτά πού έχουν σχέση μέ τήν προσωπική του ζωή, μπορεί νά διαπιστώση ότι κάτω από κάθε γεγονός κρύβεται η αγάπη τού Θεού. Έτσι, υπάρχουν γεγονότα πού σέ μάς φαίνονται ως αποτυχία, καί όμως αργότερα αποδεικνύονται ότι ήταν επιτυχία. Καί υπάρχουν ανθρώπινες επιτυχίες πού αργότερα αποδεικνύονται ότι ήταν πραγματικά αποτυχίες. Ο Θεός δι' όλων αυτών διευθύνει τήν ιστορία καί τήν ζωή μας.

Όμως δέν είναι εύκολο νά διακρίνη κανείς τόν Θεό μέσα στήν κτίση καί τήν ιστορία. Απαιτείται καθαρότητα, τήν οποία διαθέτουν μερικά πρόσωπα, πού έχουν φθάσει στήν κατάσταση τού φωτισμού καί τής θεωρίας....

...

Έτσι, λοιπόν, τίποτε δέν είναι τυχαίο. Δέν μπορούμε νά θεωρούμε τήν ζωή μας καί τήν ζωή τού κόσμου ως προϊόν καί αποτέλεσμα τύχης, αλλά ως αποτέλεσμα τής αγάπης τού Θεού.

(Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ιεροθέου, Ο Βλέπων)

[...] Κι ἔτσι ἀποφάσισα νά συναντήσω τόν Κώτα ἀπό τήΡούλια [...]
Ἐπῆγα ἐκεῖ μεσάνυχτα. Καθήσαμε μαζί ὅλη τή νύχτα καί μιλούσαμε. Τοῦ ἔλεγα: Ἐσεῖς εἴσαστε Ἕλληνες ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, καί πέρασαν οἱ Σλάβοι καί σᾶς ἐξεσλάβωσαν. Ἡ μορφή σας εἶναι ἑλληνική καί ἡ γῆ πού πατοῦμε εἶναι ἑλληνική. Τό μαρτυροῦνε τά ἀγάλματα πού εἶναι κρυμμένα μέσα της. Καί αὐτά εἶναι ἑλληνικά, καί τά νομίσματα πού βρίσκομε εἶναι ἑλληνικά, κι οἱ ἐπιγραφές εἶναι ἑλληνικές. Ἔπειτα ἡἘκκλησία μας καί τό Πατριαρχεῖο ἐπρωτοστάτησαν πάντοτε στήν ἐλευθερία.

(Γερμανός Καραβαγγέλης)

 

Ἡ Κυβέρνηση τῶν Ἀθηνῶν ἐξαρτοῦσε τήν ἐπιβίωσή της ἀπό τήν βοήθεια τῶν Δυτικῶν Δυνάμεων. Ἦταν ἐντελῶς ἐξαρτημένη καί ὅπως φάνηκε, εἰδικά οἱ Ἄγγλοι δέν ἤθελαν νά ἐνοχληθεῖ ὁ Τίτο, μέ τήν ἐλπίδα ὅτι θά ἔκανε αὐτό πού τελικά ἔκανε. Δηλαδή νά διακόψει τίς σχέσεις του μέτήν Μόσχα. Γι’ αὐτόν τόν λόγο οἱ ἑλληνικές κυβερνήσεις δέν διαμαρτυρήθηκαν τότε, ἐνῶ ὅλος ὁ κόσμος γνώριζε ὅτι μέ τό ὄνομα αὐτό ὁ Γιουγκοσλαῦος ἡγέτης δημιουργοῦσε τόν Δούρειο Ἵππο γιά νά ἐπαναλάβει αὐτό πού ἔκανε ὡς ἄνθρωπος τῆς Κομμουνιστικῆς Διεθνοῦς. Δηλαδή τήν δημιουργία τῆς Μακεδονίας τοῦ Αἰγαίου.

(Μίκης Θεοδωράκης πρός Σκοπιανό καλλιτέχνη)

Για τον Μέγα Κωνσταντίνο“...Επεκύρωσε δε και τους όρους οι οποίοι ψηφίσθηκαν στις Συνόδους, ώστε να μη μπορούν οι κυβερνήτες των επαρχιών να ακυρώνουν τις αποφάσεις. Διότι φρονούσε ότι οι Αρχιερείς είναι δοκιμώτεροι από κάθε διοικητή.

Πολυάριθμα μέτρα έλαβε υπέρ των υπηκόων του... Τί χρειάζεται τώρα να διηγηθούμε πώς, ως υπηρέτης προσκολλημένος στον ύψιστο Θεό, ησχολείτο από πρωΐας έως εσπέρας με το ποίους ανθρώπους να ευεργετήση και πώς να κατανείμη τις καλωσύνες ισοδικαίως και κοινώς;

Στις Εκκλησίες δε του Θεού παρείχε ιδιαιτέρως πολλές δωρεές, προσφέροντας αλλού μεν αγρούς αλλού δε σιτάρι για διανομή σε πτωχούς άνδρες, ορφανά, παιδιά και χήρες γυναίκες. Προνοούσε ακόμη με πολλή φροντίδα για την εξασφάλιση ενδυμάτων για τους γυμνούς και ρακένδυτους.

Κατ’ εξοχήν δε τιμούσε εκείνους οι οποίοι είχαν αφιερώσει την ζωή τους στην κατά Θεό φιλοσοφία. Τον χορό μάλιστα των παρθένων σχεδόν ελάτρευε, πεπεισμένος ότι στις ψυχές αυτών των προσώπων κατοικεί ο ίδιος ο Θεός στον οποίο αφιερώθηκαν.

Αυτός δε ο ίδιος, καλλιεργώντας την διάνοιά του με τους ενθέους λόγους, περνούσε τις νυχτερινές ώρες άγρυπνος, συντάσσοντας δε λόγους ανέτως εμφανιζόταν συχνά προς εκφώνησή τους, φρονώντας ότι αρμόζει να κυβερνά τους πολίτες με παιδευτικό λόγο και να καταστήση όλη την βασιλεία του λογική...

Κάποτε, παραλαμβάνοντας έναν από τους αξιωματούχους του, του είπε: "μέχρις ποιού σημείου, ω εσύ, θα προωθήσουμε την απληστία;". Έπειτα αφού χάραξε στο έδαφος με το δόρυ που κρατούσε στα χέρια του τα μέτρα του αναστήματος ανδρός, είπε: "καί όλο τον πλούτο του κόσμου αν κερδίσης και ολόκληρη την γη αν αποκτήσης, δεν θα παραλάβης μαζί σου τίποτε περισσότερο από αυτό το κομμάτι γης, αν το επιτύχης και αυτό"”.

Ευσεβείου Καισαρείας, Εις τον βίον Κωνσταντίνου Βασιλέως.

Στήν πρόσφατη Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (Ὀκτώβριος 2016), πού συζητήσαμε τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν στά Σχολεῖα, πολλοί Ἱεράρχες ἐπέμεναν νά ἀποδεχθῶ τήν πρόταση νά συγκαταλέγομαι στήν Ἐπιτροπή πού θά κάνη διάλογο μέ τό Ἰνστιτοῦτο Ἐκπαιδευτικῆς Πολιτικῆς γιά τό νέο Πρόγραμμα Σπουδῶν πού ἔχει εἰσαχθῆ στά Σχολεῖα τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπικράτειας καί γιά τά βιβλία τά ὁποῖα θά συγγραφοῦν.

Μέ πολλή λύπη ἀρνήθηκα νά συμμετάσχω σέ αὐτήν τήν Ἐπιτροπή, ὄχι ἀπό κάποια ἀντίδραση, ἀλλά γιατί διαπίστωσα ὅτι δέν ὑπάρχει σαφής εἰκόνα πάνω στό θέμα αὐτό, καί ἕνας διάλογος πού θά γίνη σέ ἄλλη βάση θά εἶναι ἀτελέσφορος.

Ἔχω μελετήσει ἐπισταμένως πάρα πολλά κείμενα, ἤτοι τόν ὀγκώδη φάκελλο ἀπό τίς Συνεδριάσεις τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου τῶν τελευταίων ἐτῶν, τά ὑπάρχοντα βιβλία καί τό νέο Πρόγραμμα Σπουδῶν, ἀλλά καί κείμενα πού προῆλθαν ἀπό τό Ἰνστιτοῦτο Ἐκπαιδευτικῆς Πολιτικῆς, τούς ἐμπειρογνώμονες τοῦ Ὑπουργείου, τήν Πανελλήνια Ἕνωση Θεολόγων καί τήν Ἕνωση Θεολόγων Καιρός, διατριβές, γνωμοδοτήσεις νομικῶν καί πανεπιστημιακῶν, ἀποφάσεις τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν κλπ.

Παρατήρησα ὅτι ἡ Πολιτεία εἶχε ἕνα συγκεκριμένο στόχο, τόν ὁποῖον ἐφήρμοζε, τόν ὁποῖο παρακολουθοῦσε καί τελικά τόν ὑλοποίησε ἄσχετα ἀπό τίς ἀλλαγές στά Κυβερνητικά σχήματα καί στήν ἡγεσία τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας.  
.........

Ἐπειδή, ὅμως, ἤμουν εἰσηγητής καί στήν Διαρκῆ Ἱερά Σύνοδο (Ἰαν. 2016) καί στήν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (Μάρτιος 2016), ὅπου ἐλήφθη καθαρή ἀπόφαση, εἶχα τήν ἄποψη ὅτι δέν πρέπει νά γίνη νέος ἀτελέσφορος διάλογος καί γι’ αὐτό δέν ἀποδέχθηκα νά συμμετάσχω σέ ἕναν διάλογο, ὁ ὁποῖος δέν θά εὐδοκιμήση ὅσον ἀφορᾶ τίς ἀποφάσεις τῆς Ἐκκλησίας.

(Ναυπάκτου Ἱερόθεος, Ἀνάτυπο γιά τά Θρησκευτικά, Ὀκτώβριος 2016)

Ο Χριστός προσέφερε τη θεία Του ζωή σ’ αυτούς που είναι πλασμένοι κατ’ εικόνα Του, αλλά έλαβε ως απάντηση το μίσος. Σήμερα, μετά από δύο χιλιάδες χρόνια Χριστιανισμού, τί βλέπουμε; Ο σύγχρονος κόσμος χάνει όλο και περισσότερο τον Χριστό, την ζωή την αιώνιο. Το βαθύ σκοτάδι των αμαρτωλών παθών, το μίσος, η καταδυνάστευση, οι πόλεμοι όλων των ειδών, διαμορφώνουν τη γήινη ύπαρξή μας. Στην προκειμένη κατάσταση ο Χριστός δίνει σ’ αυτούς που αποφασίζουν να Τον ακολουθήσουν την εντολή: “Αγαπάτε τους εχθρούς υμών”. Γιατί ο κόσμος φοβάται έναν τέτοιο Θεό; Μπορεί κανείς να βρει καλύτερη αρχή από αυτή: “Ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς, αγαπάτε τους εχθρούς υμών”;

(Γέροντος Σωφρονίου Σαχάρωφ)

Ὁ Μυστικὸς ΔεῖπνοςΕίθε να βιώνουμε τον Μυστικό Δείπνο της θείας Λειτουργίας, “ως πορεία αναβάσεως στο Υπερώο της Ιερουσαλήμ, την Γεθσημανή και τον Γολγοθά, καταβάσεως στον άδη και αναβάσεως στο Υπερώο της Πεντηκοστής”· να βιώνουμε στην θεία Λειτουργία το μυστήριο του Σταυρού και της Αναστάσεως του Χριστού.

 

***

 

Η παράδοση των εντολών της Καινής Διαθήκης, όπως έγινε και με την Παλαιά Διαθήκη, επισφραγίσθηκε με τον έκχυση αίματος…

Ο θάνατος του Χριστού στον Γολγοθά και η έκχυση του τιμίου αίματός Του είναι η επισφράγιση της αγάπης του Θεού προς το ανθρώπινο γένος, είναι η επισφράγιση της Καινής Διαθήκης του Θεού...

Αλλά η Καινή Διαθήκη επιφραγίσθηκε με ένα Δείπνο, το Μυστικό Δείπνο. Όπως οι επίσημοι του Ισραηλιτκού λαού επάνω στο όρος Σινά έφαγαν και ήπιαν, πεπλησμένοι χαράς και αγαλλιάσεως, για την παρουσίαση της Παλαιάς Διαθήκης, έτσι και ο Χριστός παρέθεσε τον Μυστικό Δείπνο, το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας, μετά την αποκάλυψη και παράδοση της Καινής Διαθήκης. Κατά το Μυστικό Δείπνο είπε στους μαθητές Του: “Λάβετε φάγετε· τούτό εστι το σώμά μου” (Μάρκ. ιδ΄, 22) και “πίετε εξ αυτού πάντες· τούτο γαρ εστι το αίμά μου το της καινής διαθήκης…” (Ματθ. κστ΄, 28). Και οι Απόστολοι τελούσαν συνεχώς το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας, γιατί έτσι συμμετείχαν στο δείπνο της βασιλείας, της Καινής Διαθήκης. Και αυτήν την πράξη συνεχίζει η Εκκλησία του Χριστού, αφού η θεία Ευχαριστία είναι το κέντρο της εκκλησιαστικής ζωής.

Ο σεσαρκωμένος Χριστός είναι το κέντρο της Καινής Διαθήκης...

Αλλά και όσοι θέλουν να συνδεθούν με τον Χριστό και να ανήκουν στον νέο λαό της Χάριτος πρέπει να αγωνίζωνται για να γράψουν τον νόμο της Καινής Διαθήκης μέσα στην καρδιά τους, και να συμμετέχουν στο μέγα δείπνο τρώγοντες το Σώμα Του και πίνοντας το Αίμα Του. Σαφώς φαίνεται ότι η άσκηση, η ιερά ησυχία συνδέεται με την θεία Ευχαριστία και όλη αυτή η ζωή αποτελεί την πραγματική θεολογία.

(Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ιεροθέου, “Ησυχία και Θεολογία”)

Τό ἔργο τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου παρομοιάζεται μέ τήν γυναίκα πού εἶχε δέκα δραχμές καί ἔχασε μία ἀπό αὐτές, ὁπότε ἄναψε λύχνο, σάρωσε-σκούπισε τό σπίτι καί ἀναζητοῦσε μέ ἐπιμέλεια νά βρῆ τήν χαμένη δραχμή. Καί ὅταν τήν βρῆκε, φώναξε τίς φίλες καί τίς γειτόνισσές της καί τούς εἶπε: «Συγχάρητέ μοι ὅτι εὗρον τήν δραχμήν ἥν ἀπώλεσα». Καί λέγοντας αὐτήν τήν παροιμία ὁ Χριστός διαβεβαιώνει τούς ἀκροατές ὅτι «χαρά γίνεται ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων τοῦ Θεοῦ ἐπί ἑνί ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι».

Μέ τήν δραχμή νοεῖται ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου καί γενικότερα ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος δημιουργήθηκε ἀπό τόν Θεό νά εἶναι κατ’ εἰκόνα Του. Ἡ δραχμή ἦταν νόμισμα ἀργυροῦν καί πάνω της εἶχε «χαρακτῆρας βασιλικούς», κατά τόν ἅγιο Κύριλλο Ἀλεξανδρείας. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι «ἡ βασιλική εἰκών», κατά τόν ἱερό Θεοφύλακτο καί «ὅτι κατ’ εἰκόνα γεγόναμεν τήν βασιλικήν, τοὐτέστι τήν τοῦ ἐπί πάντας Θεοῦ», κατά τόν ἅγιο Κύριλλο Ἀλεξανδρείας. Ὅταν, ὅμως, ὁ ἄνθρωπος ἀπομακρύνθηκε ἀπό τόν Θεό καί περιέπεσε στόν τόπο τῶν ἀκαθαρσιῶν, ὁ Χριστός, πού εἶναι τό πρωτότυπο τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου, ὁμοιάζει μέ τήν γυναίκα πού ἄναψε λύχνο γιά νά βρῆ τόν ἄνθρωπο.

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος γράφει ὅτι ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός ἄναψε λύχνο, δηλαδή ἄναψε «τήν ἑαυτοῦ σάρκα» καί σκούπισε τήν οἰκία, ἤτοι «τῆς ἁμαρτίας τόν κόσμον ἀποκαθαίρων» καί ἀναζήτησε τήν δραχμή, «τήν βασιλικήν εἰκόνα συγκεχωσμένην τοῖς πάθεσι».…

Ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ εἶναι φῶς πού ἔπεσε στόν κόσμο, κάθαρση τοῦ κόσμου καί εὕρεση τοῦ βασιλικοῦ νομίσματος. Σέ αὐτό συνετέλεσε ἡ Θεοτόκος Μαρία, γι’ αὐτό ὁ ἅγιος Μόδεστος Ἱεροσολύμων λέγει ὅτι «δι’ αὐτῆς εὕρηται ἡ βροτογενής δραχμή», δηλαδή ἡ χαμένη ἀνθρώπινη φύση βρέθηκε καί σώθηκε. Αὐτή ἔδωσε τήν σάρκα της στόν Χριστό, τήν ὁποία Ἐκεῖνος πυρπόλησε, τήν θέωσε καί δι’ αὐτῆς φώτισε ὅλο τόν κόσμο.

Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ἱεροθέου: Οἱ Θεομητορικές Ἑορτές

«Ἐν Ἀθήναις σήμερον τῇ 23ῃ Ἰανουαρίου 1984 ἐγώ ὁ ταπεινός Ἐπίσκοπος Ἐδέσσης Καλλίνικος, κατά κόσμον Δημήτριος Γεωργίου Ποῦλος, συντάσσω τήν παροῦσαν διαθήκην μου καί ὁρίζω τά ἑξῆς:

1. Ὅταν μέ καλέσῃ ὁ Κύριος ἐπιθυμῶ νά ταφῶ εἰς Ἔδεσσαν ὄπισθεν τοῦ ἱεροῦ Ναοῦ τοῦ Κοιμητηρίου, ἄν ὑπάρχῃ θέσις. Ἄν δέν ὑπάρχῃ θέσις, εἰς οἱονδήποτε ἄλλο μέρος τοῦ Κοιμητηρίου μή ἐμφανές. Φέρετρον νά χρησιμοποιηθῇ ἁπλοῦν καί ταπεινόν. Ἁπλοῦς καί ἀπέριττος νά εἶναι καί ὁ τάφος μου καί ἐπ᾿ αὐτοῦ νά γραφῇ τό ρητόν: «Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν». Νά ταφῶ μέ τό ἁπλοῦν ὑφαντόν κίτρινον ἐπιτραχήλιον καί ὠμοφόριον, κατασκευῆς τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Καλογραιῶν Καλαμῶν. Οὐδείς στέφανος νά κατατεθῇ. Λόγοι ἐπικήδειοι ἤ νά μή ἐκφωνηθοῦν διόλου ἤ νά εἶναι λίαν περιωρισμένοι.

2. Ἀκίνητον περιουσίαν δέν ἔχω. Χρήματα δέν ἔχω. Ἄν εὑρεθοῦν ὀλίγα χιλιόδραχμα νά κατατεθοῦν εἰς τό Γενικόν Φιλόπτωχον Ταμεῖον τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως.

3. Ἡ βιβλιοθήκη μου νά μείνῃ εἰς τήν Ἱεράν Μητρόπολιν….

4. Ἐκ τῶν ἀρχιερατικῶν μου στολῶν…....

Αἰτοῦμαι συγγνώμην παρά πάντων ὅσους τυχόν ἐπίκρανα καθ᾿ ὅλον τόν βίον μου καί συγχωρῶ καί ἐγώ ἀπό καρδίας πάντας τούς καθ᾿ οἱονδήποτε τρόπον λυπήσαντάς με. Ἐκφράζω τήν βαθυτάτην εὐγνωμοσύνην μου πρός τούς συνεργάτας μου καί τούς κατά σάρκα καί πνεῦμα ἀδελφούς μου διά πᾶν ὅ,τι προσέφερον εἰς τήν ταπεινότητά μου. Ἰδιαιτέρως εὐχαριστῶ τόν ἀδελφόν μου Κωνσταντῖνον μέ τόν τίμιον ἱδρῶτα τοῦ ὁποίου ἐσπούδασα. Κύριος ὁ Θεός δώῃ αὐτοῖς κατά τήν καρδίαν αὐτῶν..... Ἐπίσης ἐκφράζω τάς ὁλοψύχους εὐχαριστίας μου πρός τόν ἱερόν Κλῆρον καί τόν εὐσεβῆ λαόν τῆς ἀκριτικῆς Ἐπισκοπῆς μου. Πολλοί ἐκ τῶν Κληρικῶν ἤξιζον τιμητικῶν ὀφφικίων, ἀλλ᾿ ἀνέβαλον τήν ἀπονομήν τούτων δι᾿ εὐθετώτερον χρόνον. Ἐλπίζω νά προλάβω νά ἀποδώσω τήν ὀφειλομένην εἰς αὐτούς τιμήν. …

Τό ἔλεος τοῦ Κυρίου ἄς μέ συνοδεύῃ κατά τήν ἐκ τοῦ ματαίου τούτου κόσμου ἐκδημίαν μου».

(Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ἱεροθέου: Καλλίνικος Μητροπολίτης Ἐδέσσης)

Η θεολογική αρχή ότι τά παιδιά είναι δώρα Θεού καί πρέπει νά πραγματοποιήσουν τόν σκοπό τής δημιουργίας τους δίνει ένα άλλο περιεχόμενο στήν διαπαιδαγώγησή τους. Συνδέουμε τά παιδιά μέ τήν Εκκλησία, δηλαδή μέ τήν μυστηριακή καί λατρευτική ζωή τής Εκκλησίας καί μέ τούς Πνευματικούς Πατέρες, ώστε τά παιδιά νά εισέλθουν στόν δρόμο πού τά οδηγεί στήν ένωσή τους μέ τόν Θεό....

Καθώς τό παιδάκι είναι μικρό, όπως βλέπω τά χαριτωμένα αυτά παιδάκια εδώ μπροστά μου, νά τού λέη ιστορίες Αγίων. Υπάρχουν γονείς οι οποίοι λένε στά παιδιά τους μερικά παραμύθια. Εμείς δέν πρέπει νά λέμε παραμύθια, πρέπει νά διηγούμαστε τήν ζωή τού Αγίου τής ημέρας ή κάποιων Αγίων. Καί αυτά πού ακούνε τά παιδιά από τήν ζωή τών Αγίων μπαίνουν μέσα βαθιά στήν καρδιά τους καί δέν τά ξεχνούν ποτέ. Καί κυρίως αυτά πού ακούνε τά παιδιά στήν μικρή τρυφερή τους ηλικία, αυτά θά παίξουν πολύ μεγάλο ρόλο σ’ όλη τους τήν ζωή.

Επίσης, πρέπει νά μάθουν οι γονείς στά παιδιά τους, όσο είναι μικρά, νά προσεύχωνται μέ τήν ευχή: «Κύριε, Ιησού Χριστέ, ελέησόν με …». Λέω στά μικρά παιδιά, πρίν κοιμηθούν τό βράδυ, νά λένε 10-15 φορές τό «Κύριε, Ιησού Χριστέ, ελέησόν με …», καί μετά νά κοιμηθούν. Καί όταν ξυπνάνε από τόν ύπνο, πάλι νά λένε 10-15 φορές τήν προσευχή αυτή.

Είναι σίγουρο ότι, όταν μάθουμε τό παιδί από μικρό νά είναι στήν Εκκλησία, νά προσεύχεται καί νά ακούη τούς βίους τών Αγίων, θά είναι πάντα μέσα στήν Εκκλησία. Δηλαδή, μέσα στήν καρδιά του βάζουμε έναν μαγνήτη πού τραβάει τό παιδί συνέχεια μέσα στήν Εκκλησία. Καί, άν τό παιδί κάποια στιγμή θά κάνη μιά μεγάλη αμαρτία, πολύ γρήγορα θά μετανοήση.

(Ναυπάκτου Ιερόθεος: Λόγοι καί Διάλογοι).

… Η νεότητα, κυρίως η εφηβεία, είναι μια επαναστατημένη περίοδος στην ζωή των ανθρώπων. Όλοι έχουμε περάσει από αυτήν την ηλικία και γνωρίζουμε τις μεγάλες δυσκολίες. Ο ιερός Χρυσόστομος παρατηρεί: «η νεότητα είναι μια δύσκολη ηλικία, που είναι ασταθής, που εξαπατάται εύκολα, επιρρεπής στην πτώση και που απαιτεί πολύ δυνατά χαλινάρια». Αλλού γράφει: «Η νεότητα είναι άγριο πράγμα και γι’ αυτό έχει ανάγκη από πολλούς επιστάτας, δασκάλους, παιδαγωγούς, ακολούθους, φροντιστές. Να είσαι ευχαριστημένος, αν με τόσα μέσα κατορθώσεις να επιβληθείς σ’ αυτήν, γιατί η νεότητα μοιάζει με άλογο αδάμαστο και θηρίο ατίθασο».

Είναι άξιον παρατηρήσεως ότι χρειάζεται συνεργασία μεταξύ των φορέων της αγωγής και, κατά το δυνατόν, να υπάρχη ενιαία αντιμετώπιση των θεμάτων, γιατί αν δεν γίνεται αυτό, τότε δημιουργούνται πολλά ερωτηματικά στην ψυχή των παιδιών. Οι γονείς, οι δάσκαλοι, η κοινωνία, οι εξουσιάζοντες, οι προγραμματιστές της φιλοσοφίας, της παιδείας, η Εκκλησία με τους Ποιμένες πρέπει να ενδιαφέρονται και να συνεργάζονται από κοινού για την σωστή και ολοκληρωμένη αγωγή των παιδιών.

Δύο εικόνες χρησιμοποιεί ο ιερός Χρυσόστομος για να δείξη την αγριότητα της φύσεως στην νεανική ηλικία, όταν αναπτύσσονται όλες οι δυνάμεις ψυχικές και σωματικές.

Η πρώτη είναι η εικόνα του αλόγου που περιφέρεται δεξιά και αριστερά...

Η δεύτερη εικόνα είναι της άγριας θάλασσας. «Μέσα απ' αυτήν την (παιδική) ηλικία έρχεται η θάλασσα του εφήβου στην οποία πνέουν ισχυροί άνεμοι, όπως στο Αιγαίο γιατί μέσα μας αυξάνουν οι επιθυμίες. Αυτή η ηλικία είναι η πιο δύσκολη...».

Γι’ αυτό χρειάζονται έμπειροι παιδαγωγοί, έμπειροι κυβερνήτες της νεαρής αυτής ηλικίας.

(Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ιεροθέου, «Η ιατρική εν Πνεύματι επιστήμη»)

Δέν εἶναι δυνατόν στόν δικό μας χῶρο νά γίνεται συνεχῶς λόγος γιά τόν κίνδυνο τοῦ ἐθνικισμοῦ καί νά τονίζεται –καλῶς ἤ κακῶς- ἡ ἀποδέσμευση ἀπό τήν προβληματική τοῦ ἐθνικισμοῦ, ὅταν ὅλοι οἱ λαοί πού μᾶς περιβάλλουν εἶναι φανατικοί ἐθνικιστές. Δέν εἶναι παράδοξο τό φαινόμενο ἐμεῖς νά διακατεχόμαστε ἀπό διεθνιστικές ἰδέες, νά ἀναφερόμαστε ἀφηρημένα σέ κάποιο τρόπο ζωῆς, τήν στιγμή κατά τήν ὁποία κινδυνεύουμε νά ἀφανιστοῦμε καί ὡς ἔθνος, δηλαδή νά χάσουμε ὅλα ἐκεῖνα τά στοιχεῖα πού χαρακτηρίζουν τό ἔθνος, ἀπό τήν φανατική ἐθνικιστική ἐπιθετικότητα ἄλλων λαῶν πού μᾶς περιβάλλουν;[…]

Θα προσπαθήσω να ἀντιμετωπίσω τό πρόβλημα αὐτό μέσα ἀπό μερικές πλευρές πού δεν τονίζονται σήμερα ὅσο πρέπειι[…]

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ὑπερεθνική καί ἑπομένως ἀναίρεση τοῦ ἐθνικισμοῦ καί τοῦ φυλετισμοῦ. Καί ὅταν γίνεται λόγος γιά Ρωμηοσύνη πρέπει νά τίθεται μέσα σέ αὐτά τά πλαίσια, ἀφοῦ ξέρουμε καλά ὅτι κατά τήν διάρκεια τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας διαδραμάτισε σπουδαῖο ρόλο σέ αὐτήν. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ Ρωμηοσύνη δέν εἶναι ἰδεολογία οὔτε ἕνας ἰδιότυπος ἐθνικισμός, ἀφοῦ ἐπηρεαζομένη ἀπό τήν Ἐκκλησία εἶναι ὑπερεθνική. Ἡ παρατήρηση αὐτή μας ὁδηγεῖ σέ μία δεύτερη ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μπορεῖ νά ζῆ σέ ὅλα τά μήκη καί τά πλάτη τῆς γῆς, σέ ὁλόκληρη τήν οἰκουμένη, μπορεῖ νά προσλαμβάνη τόν ἄνθρωπο κάθε χώρας καί κάθε ἐποχῆς καί νά τόν ὁδηγῆ στήν θέωση. Ἑπομένως, ὅταν κάνω λόγο γιά τήν Ρωμηοσύνη, τήν ἐννοῶ ὡς ἕναν τρόπο ζωῆς, ὡς ἕνα μοντέλο καί πρότυπο πού μπορεῖ νά βιωθῆ παντοῦ. Αὐτά πρέπει νά τονίζωνται γιατί εἶναι ἐνδεχόμενο νά βλέπουμε τήν Ρωμηοσύνη μέσα ἀπό ἐθνικιστικά πλαίσια, ἐνῶ πολεμοῦμε καί ἀρνούμαστε τόν ἐθνικισμό.

Ναυπάκτου Ἱεροθέου: γέννημα καί θρέμμα Ρωμηοί

 

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι Σῶμα Χριστοῦ καί κοινωνία θεώσεως. Οἱ ἰδιότητες τῆς Ἐκκλησίας εἶναι: «μία, ἁγία, καθολική καί ἀποστολική» καί δέν εἶναι ἀνεξάρτητες μεταξύ τους, Ἡ μία προϋποθέτει τήν ἄλλη.

*

Ἄν ὑπάρχη ἕνα φλέγον θέμα καί μιά μεγάλη σύγχρονη ἀνάγκη αὐτή εἶναι ἡ ἀπόκτηση ἐκκλησιαστικοῦ φρονήματος. Τό φρόνημά μας πρέπει νά διαποτισθῆ ἀπό τό φρόνημα τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ σκέψη, ἡ ζωή, ἡ ἀναστροφή, ἡ ἐπιθυμία, ἡ βούλησή μας νά ἀλλοιωθοῦν ἀπό τήν καλή ἀλλοίωση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. [...].

*

Τό ἐκκλησιαστικό φρόνημα συνδέεται μέ τήν πνευματική ὁλοκλήρωση τοῦ ἀνθρώπου, πού συνίσταται στήν μέθεξη τῆς καθαρτικῆς, φωτιστικῆς καί θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ.

*

Ἄν ὑπάρχη σήμερα μιά μεγάλη αἵρεση, εἶναι ἡ λεγόμενη ἐκκλησιολογική αἵρεση. Καί αὐτή πρέπει νά ἀντιμετωπισθῆ ἀπό τούς Ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας. Σήμερα ὑπάρχει μεγάλη σύγχυση γιά τό τί εἶναι Ἐκκλησία καί ποιά εἶναι τά πραγματικά της μέλη. Μερικοί Συγχέουν ἤ ταυτίζουν τήν Ἐκκλησία μέ ἄλλες ἀνθρώπινες Παραδόσεις, νομίζουν ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι διεσπασμένη καί τεμαχισμένη καί, ἀκόμη, ἀγνοοῦν τόν ἐκκλησιαστικό τρόπο σωτηρίας. Ἔτσι ὑφίσταται σύγχυση γύρω ἀπό τό μεγάλο αὐτό θέμα.

*

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἕνα μυστήριο. Συνδεδεμένη μέ τόν Χριστό καί ἀποτελοῦσα τό Σῶμα Του, δέν εἶναι μιά ἀνθρώπινη ὀργάνωση ἀλλά ὁ Θεανθρώπινος Ὀργανισμός. Συγχρόνως ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι, ὅπως συνήθως λέγεται, τό μυστικό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά τό πραγματικό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ οἱ Χριστιανοί, πού εἶναι τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι τά πραγματικά μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ.

Ναυπάκτου Ἱερόθεος, Ἐκκλησιαστικό Φρόνημα, 1990 καί Ἡμερολόγιο Ἱερᾶς Μητροπόλεως 2017

Ο Θεοφιλέστατος συνεπίσκοπος Ρηγίνος και οι θεοφ. μαζί μ' αυτόν Επίσκοποι της επαρχίας της Κύπρου Ζήνων και Ευάγριος, ανάγγειλαν πράγμα νεωτεριστικό που έρχεται σε αντίθεση με τους εκκλησιαστικούς θεσμούς και τους Κανόνες των Αγίων Αποστόλων και που αφορά την ελευθερία όλων. Εξαιτίας αυτού, επειδή τα κοινά πάθη χρειάζονται μεγαλύτερη θεραπεία, γιατί προκαλούν και μεγαλύτερη βλάβη, και προπάντων αν χωρίς να υπάρχη παλιά συνήθεια, ώστε ο Επίσκοπος της Αντιόχειας να τελή τις χειροτονίες στην Κύπρο, σύμφωνα μ' αυτά, τα οποία δίδαξαν οι πολύ ευσεβείς άντρες,… οι Επίσκοποι των αγίων Εκκλησιών της Κύπρου, που προσήλθαν στην Αγία Σύνοδο, να έχουν το ανεπηρέαστο και αβίαστο σύμφωνα με τους Κανόνες των οσίων Πατέρων και την παλιά συνήθεια, τελώντας μόνοι τους τις χειροτονίες των ευσεβεστάτων Επισκόπων• το ίδιο να τηρηθή και στις άλλες διοικήσεις και σ' όλες γενικά τις επαρχίες, ώστε κανένας από τους θεοφιλεστάτους Επισκόπους να μην καταλαμβάνη άλλη επαρχία, η οποία δεν τέθηκε άνωθεν και εξαρχής υπό την εξουσία του ή τουλάχιστον υπό την εξουσία των προκατόχων του. Αλλά αν κάποιος κατέλαβε μία επαρχία και την έκανε δική του, να εξαναγκαστή να την δώση πίσω, για να μην παραβαίνονται οι Κανόνες των Πατέρων και για να μην εισβάλλη αλαζονεία κοσμικής εξουσίας με το πρόσχημα της ιερουργίας και για να μη μας ξεφύγη η ελευθερία, όταν για λίγο την χάσουμε, την οποία μας δώρισε με το ίδιο του το αίμα ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ο ελευθερωτής όλων των ανθρώπων. Αποφάσισε λοιπόν η αγία και Οικουμενική Σύνοδος να διαφυλάττονται για κάθε επαρχία ανόθευτα και απαραβίαστα τα δικαιώματα που της δόθηκαν εξαρχής και άνωθεν σύμφωνα με την συνήθεια που επικράτησε από παλιά... Κι αν κάποιος προσκομίση βασιλικό διάταγμα, που αντιτίθεται σ' όσα έχουν οριστεί τώρα, ολόκληρη η αγία και Οικουμενική Σύνοδος αποφάσισε να είναι τούτο άκυρο.

(η΄, Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου).

Εἶχε ὁ Γέροντας αἴσθηση τί εἶναι Ἐκκλησία, ὅτι δηλαδή ἡ Ἐκκλησία εἶναι κοινωνία ἁγίων, οἱ ὁποῖοι ἅγιοι ἔχουν σχέση μέ τόν Χριστό. Ὁ Γέροντας εἶδε ἄγγελο πού τοῦ ἔφερε τροφή, εἶδε τόν φύλακα ἄγγελό του νά τόν περιποιῆται, ὅταν εἶχε ἀνάγκη. Εἶδε ἁγίους ὅπως τούς Τρεῖς Ἱεράρχες, τήν ἁγία Αἰκατερίνη, τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Θεολόγο, τόν χορό τῶν ὁσίων Πατέρων, τόν ἅγιο Ἰσαάκ τόν Σύρο, τήν ἁγία Εὐφημία, τόν ἅγιο Παντελεήμονα, τόν ἅγιο Λουκιλλιανό, τόν ὅσιο Ἀρσένιο κ.ἄ. Ἐμφανίσθηκε ἕνας ἅγιος μέσα στό φῶς καί, ὅταν τόν ρώτησε ποιός εἶναι, τοῦ ἀπάντησε ὅτι εἶναι ὁ ἅγιος Βλάσιος ἀπό τά Σκλάβαινα. Κάποτε ἀξιώθηκε τῆς νυκτερινῆς ἐπισκέψεως τῆς Παναγίας, ἄλλη φορά εἶδε τήν Παναγία στά ἄσπρα καί ἐπανειλημμένως δέχθηκε τήν Θεομητορική Της στοργή, μίλησε μαζί Της καί ἔλαβε «τροφή ἀπό τά ἄχραντα χέρια της». Τήν Παναγία τήν εἶχε σάν μάννα, τήν Ἁγία Εὐφημία τήν φώναζε «ἁγία Εὐφημούλα μου». Κάποια φορά ἔζησε καί εἶδε αἰσθητά τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ πού τόν στήριξε καί τόν κράτησε δέκα ὁλόκληρα χρόνια. Ἀσκοῦσε τήν νοερά ἡσυχία καί τήν καρδιακή προσευχή.

Ὁ νοῦς του ἁρπαζόταν στήν θεωρία ὅταν προσευχόταν. Εἶδε τό «γλυκύτατο φῶς» πού, ὅπως ἀφηγεῖται, ἦταν «πιό δυνατό ἀπό τό φῶς τοῦ ἡλίου. Ὁ ἥλιος ἔχανε τήν λάμψη μπροστά του. Ἔβλεπα τόν ἥλιο καί μοῦ φαινόταν τό ἡλιακό φῶς ὠχρό, ὅπως εἶναι τό φῶς τῆς σελήνης κατά τήν πανσέληνο. Τό φῶς τό ἔβλεπα γιά πολύ. Μετά ὅταν τό φῶς ἔλειψε καί ἡ χάρις μειώθηκε, τότε δέν εὕρισκα καμμία παρηγοριά και χαρά».

 (Ναυπάκτου Ἱεροθέου: «Ἡσυχία καί θεολογία»)

…Η εκκλησιαστική παρέμβαση στην σημερινή κοινωνία είναι υπόθεση ζωής, κυρίως στα τέσσερα σημεία που υπογραμμίσαμε προηγουμένως, δηλαδή στην απόκτηση αληθινού ήθους, την ελευθερία από τα είδωλα, την απαλλαγή από τον ευδαιμονισμό και την εύρεση του Θεού μέσα στην Εκκλησία. Δεν πρέπει ο κόσμος να παρεμβαίνη μέσα στην Εκκλησία για να την εκκοσμικεύη, αλλά η Εκκλησία πρέπει να παρεμβαίνη στην κοινωνία για να την σώζη. Τελικά η Εκκλησία… είναι η μάνα όλων μας. Δεν είναι το “περιεχόμενον” του Έθνους, αλλά το “περιέχον” το Έθνος. Η Εκκλησία δεν ανήκει σε κανέναν αποκλειστικά, αλλά όλοι ανήκουμε σ΄ αυτήν, όλοι είμαστε παιδιά της. Η Εκκλησία δεν εισέρχεται μέσα στην διαίρεση της κοινωνίας για να συντηρή αυτή την διαίρεση, αλλά εισέρχεται αγαπητικά μέσα στις σύγχρονες κοινωνικές συνθήκες για να υπερβαίνη την διαίρεση και να οδηγή την κοινωνία στην εν Χριστώ ενότητα. Δηλαδή η Εκκλησία δεν κομματικοποιείται, αλλά ο κομματικοποιημένος άνθρωπος βρίσκει μέσα σ΄ αυτήν την ενότητά του και την οικογένειά του, δηλαδή την αληθινή ταυτότητά του, την μητρική στοργή. Κανείς δεν μπορεί να ιδιοποιήται την Εκκλησία, όπως επίσης κανείς δεν πρέπει να αισθάνεται ότι είναι σωτήρας της Εκκλησίας. Η Εκκλησία δεν έχει ανάγκη σωτήρων, αλλά όλοι εμείς έχουμε ανάγκη σωτηρίας παραμένοντας μέσα σ΄ αυτήν. Δεν έχει ανάγκη καθάρσεως, αφού είναι αγία, αλλά εμείς χρειαζόμαστε κάθαρση που γίνεται με την Χάρη του Χριστού, όταν βρισκόμαστε μέσα στην Εκκλησία. Άλλωστε η λέξη κάθαρση είχε από την αρχή θρησκευτική σημασία, και ιδίως από τους Πυθαγορείους απέκτησε έναν προσωπικό και ασκητικό χαρακτήρα, δηλαδή είναι κάθαρση προσωπική και εσωτερική.

(Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ιεροθέου, “Ανατολικά”)

Πρέπει να σημειώσουμε ότι σκοπός των χαρισμάτων δεν είναι να τεθούν σε μια ατομική σχέση και μέσα σε χρησιμοθηρικά πλαίσια. Ούτε δόθηκαν για να αυτονομηθούν από τον άνθρωπο. Σε τέτοια περίπτωση (όταν αυτονομούνται) γίνονται η μεγαλύτερη πληγή της ανθρωπότητος, η μεγαλύτερη κατάρα.

Τα χαρίσματα δίνονται από το Πανάγιο Πνεύμα προς οικοδομήν του Σώματος του Χριστού, εις δόξαν του Θεού Πατρός. Αυτό λέγει ο Απόστολος Παύλος: «αυτός έδωκε... προς καταρτισμόν των αγίων, εις έργον διακονίας εις οικοδομήν του Σώματος του Χριστού» (Εφεσ. α , 12). Και αυτά γράφονται στην προς Εφεσίους επιστολή, που θεωρείται ως η κατ’ εξοχήν εκκλησιολογική, και στην οποία μεταξύ άλλων λέγεται: «Και αυτόν (τον Χριστόν) έδωκε κεφαλήν υπέρ πάντα τη Εκκλησία» (Εφεσ. α , 22)

Έτσι όλα τα χαρίσματα προσφέρονται στους αδελφούς μας και στον Θεό. Αυτό σημαίνει ότι αναπτύσσονται στο εύκρατο κλίμα της αγάπης, της φιλανθρωπίας και φιλοθεΐας. Με αυτά πρέπει να διακονήται και να εξυπηρετήται η αδελφότητα και να δοξάζεται ο Θεός. Έτσι, εμείς οι Ορθόδοξοι νοιώθουμε την ζωή μας και την σχέση μας προς τον Θεό και τους αδελφούς ως ανταλλαγή δώρων. Δεχόμαστε τα χαρίσματα ως δώρα του Θεού και τον Ίδιο τον Θεό με την θεία Ευχαριστία ως Δώρο, και έπειτα προσφέρουμε τους εαυτούς μας ως δώρο στους αδελφούς μας και ως αντίδωρο στην αγάπη του Θεού. Με αυτόν τον τρόπο ωριμάζουμε πνευματικά, τα οντολογικά χαρίσματα γίνονται σωτηριολογικά, με αυτόν τον τρόπο καταλήγουμε «εις άνδρα τέλειον, εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού» (Εφεσ. α , 22).

(Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ιεροθέου, Όσοι Πιστοί)

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὑποστηρίζει ὀρθόδοξα ὅτι ἡ ἀλήθεια ταυτίζεται ἀπόλυτα μέ τήν Ἐκκλησία. Γράφει χαρακτηριστικά: «Οἱ τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας τῆς ἀληθείας εἰσί • καί οἱ μή τῆς ἀληθείας ὄντες, οὐδέ τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας εἰσί ». Ἀλήθεια εἶναι τόσο ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ ὅσο καί ἡ μέθεξη ἀπό τόν ἄνθρωπο τῆς θεοποιοῦ Χάριτος τοῦ Θεοῦ. Καί αὐτή ἡ ἀλήθεια ταυτίζεται καί συνδέεται μέ τήν Ἐκκλησία. Ὅποιος, λοιπόν, ἐκπίπτει ἀπό τήν πραγματική βίωση τῆς ἀλήθειας, ὅποιος διακόπτει τόν σύνδεσμό του μέ τήν ἀλήθεια, αὐτός ἐκπίπτει καί ἀπό τήν Ἐκκλησία.

Ἡ τοποθέτηση αὐτή φαίνεται σέ πολλά κείμενα τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Θά ἤθελα ἐδῶ νά μνημονεύσω ἕνα ὁμολογιακό κείμενο τοῦ Ἁγίου, στό ὁποῖο μεταξύ τῶν ἄλλων γράφονται καί τά ἑξῆς: «Στέργομεν πάσας τάς ἐκκλησιαστικάς παραδόσεις ἐγγράφους τε καί ἀγράφους καί πρό πάντων τήν μυστικωτάτην τε καί πανίερον τελετήν καί κοινωνίαν καί σύναξιν», δηλαδή τήν θεία Εὐχαριστία, διά τῆς ὁποίας ἀξιωνόμαστε τῆς κοινωνίας τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ. Καί στήν συνέχεια γράφει: «Πάντας τούς μή ὁμολογοῦντας καί πιστεύοντας ὡς τό πνεῦμα τό ἅγιον προεμήνυσε διά τῶν προφητῶν, ὡς ὁ Κύριος ἐθέσπισε διά σαρκός ἡμῖν ἐπιφανείς, ὡς οἱ ἀπόστολοι ἐκήρυξαν πεμφθέντες ὑπ’ αὐτοῦ, ὡς οἱ πατέρες ἡμῶν καί διάδοχοι αὐτῶν ἐδίδαξαν ἡμᾶς, ἀλλ’ αἱρέσεως ἰδίας ἤ ἄρξαντας ἤ τοῖς κακῶς ἄρξασιν εἰς τέλος ἐπηκολουθηκότας, ἀποβαλλόμεθα καί ἀναθέματι καθυποβάλλομεν».

Στό ἀποκαλυπτικό αὐτό κείμενο φαίνεται ὅτι ταυτίζεται ἡ ἀποκάλυψη πού δόθηκε διά τοῦ Χριστοῦ, διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, στούς Προφῆτες, τούς Ἀποστόλους καί τούς Πατέρες.

(Ναυπάκτου Ἱεροθέου: Ἐκκλησία καί Ἐκκλησιαστικό Φρόνημα)

Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἐσωτερική. Ἀπορρέει ἀπό τήν σύνδεσή της μέ τόν Χριστό, ἀπό τήν κοινή πίστη, ἡ ὁποία εἶναι κυρίως καί πρό παντός ζωή, ἀπό τήν κοινή λατρεία, καί ἀπό τόν κοινό τρόπο θεραπείας τοῦ ἀνθρώπου. Ὅπως οἱ ἐπιστήμονες ἑνός κλάδου σέ ὁλόκληρο τόν κόσμο χρησιμοποιοῦν τούς ἴδιους τρόπους καί τίς ἴδιες μεθόδους γιά νά διαπιστώσουν κάτι, τό ἴδιο γίνεται καί μέσα στήν Ἐκκλησία. Ὅλα τά μέλη χρησιμοποιοῦν τόν ἴδιο τρόπο θεραπείας. Καί, φυσικά, ἔτσι ἀποδεικνύονται τά πραγματικά μέλη τῆς Ἐκκλησίας.

Ἀκόμη, ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ μοναδικός χῶρος σωτηρίας. Μέσα στήν Ἐκκλησία ἔχουμε τήν βεβαιότητα ὅτι θά ἀποκτήσουμε κοινωνία καί ἑνότητα μέ τόν Χριστό καί θά γίνουμε πραγματικά μέλη Του. Καί κατ’ αὐτόν τόν τρόπο μποροῦμε νά φθάσουμε στήν θέωση. Βέβαια, καί ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία ὑπάρχει περίπτωση νά μετάσχη κανείς τῆς Χάριτος, ὅπως στήν Παλαιά Διαθήκη, ἀλλά μόνον μέσα στήν Ἐκκλησία μπορεῖ νά γίνη κανείς μέλος τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, νά φάγη τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ.

Ὅσοι ἀποσχίζονται ἀπό τήν Ἐκκλησία δέν διασποῦν τήν ἑνότητά της, ἀλλά οἱ ἴδιοι ἀποκόπτονται ἀπό αὐτήν καί χάνουν τήν δυνατότητα νά εἶναι ἑνωμένοι μέ τό Θεανθρώπινο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Γι᾽ αὐτό ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής θά πῆ: «Φυλάξωμεν δέ μᾶλλον τό μέγα καί πρῶτον τῆς σωτηρίας ἡμῶν φάρμακον • τήν καλήν λέγω τῆς πίστεως κληρονομίαν • ὁμολογοῦντες ψυχῇ τε καί στόματι μετά παρρησίας ὡς οἱ πατέρες ἡμᾶς ἐδίδαξαν »

Ναυπάκτου Ἱεροθέου: Ἐκκλησία καί ἐκκλησιαστικό φρόνημα

Τα ρήματα με τα οποία μας παραδίδεται από τους αγίους η Παράδοση είναι η Αγία Γραφή, τα έργα των αγίων Πατέρων, οι αποφάσεις των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων, τα Μυστήρια, η λατρεία της Εκκλησίας.

Έργα ακόμη της Παραδόσεως η εκφράσεις της είναι οι λειτουργικές τέχνες, η αγιογραφία, η βυζαντινή μουσική κλπ.

Γι’ αυτό εμείς οι Ορθόδοξοι σεβόμαστε αυτές τις εκφράσεις της Παραδόσεως, γιατί παραδόθηκαν από τους αγίους. Όμως δεν αυτονομούνται, δεν ξεχωρίζονται από την Εκκλησία, ούτε απολυτοποιούνται.

Όλες οι λειτουργικές τέχνες, τα ήθη της λαϊκής ευσεβείας, λαμβάνουν πραγματική αξία, όταν συνδέονται με την λειτουργική ατμόσφαιρα και κυρίως με την εσωτερική, ζωή της Εκκλησίας, που είναι η μετάνοια, η συντριβή, η κατάνυξη, η νήψη.

Η αναζήτηση παλαιών μορφών ζωής, όταν δεν συνδέεται με την εσωτερική ανακαίνιση είναι μια συντήρηση και όχι παράδοση. Είναι μια τυπική προσκόλληση και όχι δημιουργία. Είναι εξωτερικός τύπος και όχι ζωή.

Η Ορθόδοξη Παράδοση παραδίδεται με αίμα, με μαρτύριο και ακόμη εκφράζεται και μεταδίδεται με την αγάπη. Έξω από το αίμα και την αγάπη δεν υπάρχει Ορθόδοξη Παράδοση, αλλά ανθρώπινη αλύτρωτη παράδοση, εντάλματα ανθρώπων που δεν βοηθούν, ούτε σώζουν.

(Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ιεροθέου, Όσοι Πιστοί)

Οι κατά Χριστόν σαλοί ανήκαν σε μια κατηγορία ανθρώπων που αποφάσιζαν να ακολουθήσουν μια δύσκολη οδό. Ζώντες στις πόλεις, προσεποιούντο τον τρελλό. Έκαναν πράξεις που θα έκανε ένας τρελλός, αλλά όμως οι πράξεις αυτές είχαν ουσιαστικό περιεχόμενο. Οι κατά Χριστόν σαλοί είχαν σε ύψιστο βαθμό νοερά ενέργεια, είχαν ακόμη σώας τας φρένας, διάλεγαν όμως έναν σκληρό δρόμο και τρόπο ζωής.....

Η ζωή των κατά Χριστόν σαλών ήταν μια τελεία, ίσως και ακραία εφαρμογή της μωρίας κατά Χριστόν, που είναι η πεμπτουσία όλου του πνεύματος του Ευαγγελίου. Δεν μπορούν, βέβαια, όλοι να παριστάνουν τον κατά Χριστόν σαλό, όπως το είδαμε προηγουμένως, γιατί αυτό είναι ένα ιδιαιτερο χάρισμα και μια ιδιαίτερη ευλογία του Θεού, αλλά όλοι μπορούν να βιώσουν την κατά Χριστόν σαλότητα σε μετριότερη μορφή και ανάλογη προσαρμογή. Και αυτό γίνεται αντιληπτό από το ότι η ζωή που έχει η Εκκλησία, ζωή της αγάπης, της πίστεως, της εγκρατείας αποβλέπει και εμπνέεται από ένα άλλο πολίτευμα, που είναι σαφώς αντίθετο από τα ανθρώπινα πολιτεύματα. Όλη αυτή η ζωή που έχει η Εκκλησία δεν μπορεί να γίνη εύκολα αντιληπτή από τους ανθρώπους, που κέντρο τους έχουν την λογική και τις αισθήσεις. Η χριστιανική ζωή, χωρίς να καταργή την λογική και τις αισθήσεις, κινείται πέρα από αυτές.

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance