• Αρχική
  • Ἱερὰ Μητρόπολη Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου - Ἐκκλησιαστική Παρέμβαση - χωρίο

…Δια της ενανθρωπήσεως φανερώνεται ότι η φύση μας πλάστηκε από τον Θεό αγαθή, γι’ αυτό, άλλωστε, ο Χριστός προσλαμβάνει ανθρώπινη φύση… Το σώμα είναι θετικό δημιούργημα του Θεού. Έχει μεγάλη αξία, αφού το προσέλαβε ο Χριστός και το θέωσε.

Το δεύτερο σημείο δείχνει το βάθος της πτώσεως του ανθρώπου, ώστε να χρειασθή η οικονομία του Χριστού και η άκρα ταπείνωσή Του. Φυσικά αυτό δείχνει και την μεγάλη αγάπη και φιλανθρωπία του Θεού προς το ανθρώπινο γένος, αφού δεν άφησε το πλάσμα Του να καταστραφή. Έτσι, με την ενανθρώπηση του Χριστού εκδιώκεται η απόγνωση και απελπισία.

(Ακόμη) δια της ενανθρωπήσεως αποκαλύφθηκε η Τριαδικότητα του Θεού. Ο Θεός δεν είναι μονάς, αλλά Τριας Προσώπων, Πατήρ, Υιός και Άγιον Πνεύμα. Και αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό για την προσωπική μας ζωή. Γιατί ο απρόσωπος και άγνωστος Θεός κάνει τον άνθρωπο απρόσωπο και άγνωστο. Γι’ αυτό το θέμα της Τριαδικότητος του Θεού είναι πολύ κρίσιμο για την ορθόδοξη θεολογία, είναι υπόθεση ζωής και θανάτου.

(Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ιεροθέου, Παρεμβάσεις στην Κοινωνία, τ. Β )

Στήν Αγία Γραφή επαινείται η εργασία τόσο η σωματική όσο καί η πνευματική. Ο Θεός μετά τήν δημιουργία τού ανθρώπου τόν έβαλε νά εργάζεται… Ο Ίδιος ο Θεός εργάζεται, δηλαδή διευθύνει τόν κόσμο πού δημιούργησε μέ τήν άκτιστη πρόνοιά Του.

Ο Απόστολος Παύλος, έχοντας ένα ιδιαίτερο επάγγελμα, τήν τέχνη τού σκηνοποιού, εργαζόταν γιά νά εξοικονομή τά πρός τό ζήν… Καί στούς Χριστιανούς τής Θεσσαλονίκης… συνιστά τήν εργασία…

Η σωματική, λοιπόν, εργασία είναι απαραίτητη, γι’ αυτό καί αυτοί ακόμη οι μοναχοί πού εξασκούνται στήν ησυχία καί τήν προσευχή έχουν καί τό κατάλληλο εργόχειρο, ώστε νά εξισορροπούν τά πράγματα καί νά μή δίνουν αφορμή στόν διάβολο νά τούς εμπαίζη. Η ακηδία, η αδιαφορία, παραλύει τόσο τό σώμα όσο καί τήν ψυχή καί είναι καταστρεπτική γιά τήν πνευματική ζωή. …

Βέβαια, η σωματική εργασία δέν απολυτοποιείται. Εμείς οι Χριστιανοί δέν ζούμε γιά νά εργαζόμαστε, αλλά εργαζόμαστε γιά νά συντηρηθούμε στήν ζωή καί νά υπερβαίνουμε τό χρόνο, ιδίως σέ περιπτώσεις πού δέν μπορούμε νά εξασκήσουμε πνευματική εργασία. Η εργασία είναι ένα εργόχειρο, είναι ένα μέρος τής ζωής μας. Τό λέμε αυτό γιατί πολλοί έχουν ως σκοπό τής ζωής τους νά εργάζωνται συνεχώς γιά νά αυξάνουν τά γεννήματα καί τούς καρπούς τους, πρός ικανοποίηση τού πάθους τής φιλαργυρίας. …

Η σωματική εργασία, τό βιοποριστικό επάγγελμα, πρέπει νά γίνεται γιά νά συντηρούμαστε στήν ζωή… Ικανοποιούμε μέ τήν εργασία τίς ανάγκες τόσο τίς ατομικές μας όσο καί τών ανθρώπων τών οποίων έχουμε αναλάβει τήν συντήρηση. Πέρα από αυτό, η εργασία πρέπει νά γίνεται γιά τήν ελεημοσύνη. … Κατά τήν διάρκεια τής εργασίας πρέπει νά εξασκήται η προσευχή. Μέ αυτόν τόν τρόπο εξαγιάζεται όλο τό έργο μας καί τό αναφέρουμε στόν Θεό.

(Μητροπολίτου Ναυπάκτου, «Η Ιατρική εν Πνεύματι επιστήμη»)

Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου είναι η αρχή όλων τω Δεσποτικών εορτών. Στο απολυτίκιο της εορτής ψάλλουμε: «Σήμερον της σωτηρίας ημών το κεφάλαιον και του απ’ αιώνος μυστηρίου η φανέρωσις...». Τό περιεχόμενο της εορτής αναφέρεται στο γεγονός κατά το οποίο ο αρχάγγελος Γαβριήλ –ο άγγελος εκείνος με τον οποίο συνδέονται όλα τα γεγονότα που έχουν σχέση με την ενανθρώπηση του Χριστού– επισκέφθηκε με εντολή του Θεού την Παναγία και την πληροφόρησε ότι έφθασε ο καιρός της σαρκώσεως του Λόγου του Θεού, και ότι αυτή θα γίνη η Μητέρα Του.

Η λέξη «ευαγγελισμός» αποτελείται από δύο επί μέρους λέξεις, ήτοι ευ και αγγελία, και δηλώνει την καλή είδηση, την καλή αγγελία. Πρόκειται για την πληροφορία που δόθηκε δια του αρχαγγέλου ότι ο Λόγος του Θεού θα ενανθρωπήση για την σωτηρία του ανθρώπου. Ουσιαστικά πρόκειται για την εκπλήρωση της υποσχέσεως του Θεού, που δόθηκε μετά την πτώση του Αδάμ και της Εύας, η οποία λέγεται πρωτευαγγέλιο. Γι’ αυτό, η πληροφορία της ενανθρωπήσεως του Λόγου του Θεού είναι η μεγαλύτερη είδηση μέσα στην ιστορία…

Η καλή αγγελία, το ευαγγέλιο, ο ευαγγελισμός είναι διόρθωση των γεγονότων που έγιναν στην αρχή της δημιουργίας του ανθρώπου, στον αισθητό Παράδεισο της Εδέμ. Εκεί από γυναίκα άρχισε η πτώση και τα αποτελέσματά της, εδώ από γυναίκα άρχισαν όλα τα αγαθά. Έτσι, η Παναγία είναι η νέα Εύα. Εκεί υπήρχε ο αισθητός Παράδεισος, εδώ η Εκκλησία. Εκεί ο Αδάμ, εδώ ο Χριστός. Εκεί η Εύα, εδώ η Μαρία. Εκεί ο όφις, εδώ ο Γαβριήλ. Εκεί ο ψιθυρισμός του δράκοντος-όφεως στην Εύα, εδώ ο χαιρετισμός του αγγέλου στην Μαρία (Ιωσήφ Βρυένιος). Με αυτόν τον τρόπο διορθώθηκε το σφάλμα του Αδάμ και της Εύας.

(Ν. Ι. Δεσποτικές εορτές)

Θά ἐπιμείνω στήν περίπτωση τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Πολεμοῦσε τούς Χριστιανούς καί ὁ Χριστός τοῦ εἶπε: «Σαούλ, Σαούλ, γιατί μέ διώκεις;» Ἐκεῖνος ἀπάντησε: «Ποιός εἶσαι ἐσύ πού σέ διώκω;» Ὁ Χριστός τοῦ εἶπε: «Ἑγώ εἶμαι ὁ Ἰησοῦς πού ἐσύ τόν καταδιώκεις».

Ἐδῶ κρύβεται ἕνα σοβαρό ἑρμηνευτικό καί θεολογικό γεγονός. Ὁ Σαούλ ἦταν καλός μελετητής τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί ἐκεῖ διάβαζε γιά τόν Ἄσαρκο Λόγο, τόν Γιαχβέ πού ἐμφανιζόταν στούς Προφῆτες μέσα στήν δόξα τοῦ Θεοῦ. Ἀντίθετα στίς ἡμέρες του ἐμφανίσθηκε κάποιος Ἰησοῦς, ὁ ὁποῖος ὀνόμαζε τόν ἑαυτό του ὅτι ἦταν Υἱός τοῦ Θεοῦ. Ὁ Σαούλ ὡς εὐσεβής Ἰουδαῖος δέν μποροῦσε νά τό ἀποδεχθῆ αὐτό, ἀφοῦ ὁ Γιαχβέ πού ἐμφανιζόταν στούς Προφήτας καί τούς δικαίους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἦταν ὁ Γιαχβέ. Ὁ Σαούλ δέν νόμιζε ὅτι διώκει τόν Γιαχβέ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ἀντίθετα θεωροῦσε ὅτι ἐν ὀνόματι τοῦ Γιαχβέ πολεμοῦσε μερικούς πού κήρυτταν τόν Ἰησοῦν ὡς τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ. Αὐτό δέν μποροῦσε νά τό ἀποδεχθῆ.

Ἔτσι ὁ Χριστός τοῦ ἀπεκάλυψε ὅτι Αὐτός εἶναι ὁ Γιαχβέ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης πού σαρκώθηκε, ἔγινε ἄνθρωπος καί ἐκεῖνος τόν διώκει. Αὐτό ἦταν μία μεγάλη ἀποκάλυψη. Μέ αὐτήν τήν ἀποκάλυψη ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἔφθασε στήν μεγάλη αὐτή ἐμπειρία, νά συνδέση καί νά ταυτίση τόν Ἄσαρκο Λόγο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης πού ἐμφανιζόταν στούς Προφῆτες μέ τόν σεσαρκωμένο Λόγο πού ἐμφανίστηκε στούς Μαθητές καί ὅτι προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση καί τήν ἔκανε σῶμα, καί ἡ Ἐκκλησία εἶναι Σῶμα Χριστοῦ.

Ναυπάκτου Ἱερόθεος: Τράπεζα Μονῆς Καρακάλλου 29-6/12-7-2018

Ὁλόκληρο τό ἐκκλησιαστικό ἔτος θεωρεῖται ὡς ἔτος σωτηρίας, ὡς σωτηριώδης χρόνος, γι’ αὐτό καί χαρακτηρίζεται ὡς σωτήριο ἔτος, καί χωρίζεται σέ Δεσποτικές ἑορτές, Θεομητορικές ἑορτές, ἀλλά καί σέ ἑορτές τῶν Ἁγίων, καί ὅλες αὐτές οἱ ἑορτές τό προσδιορίζουν. Μέ αὐτήν τήν ἔννοια καί ὁλόκληρη ἡ ζωή μας εἶναι περίοδος σωτηρίας, καί διά τῶν ἑορτῶν τῆς θείας Οἰκονομίας βιώνουμε τά γεγονότα τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ καί ὁλόκληρη ἡ ζωή μας προσδιορίζεται καί χρωματίζεται ἀπό αὐτήν. Ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ λέγεται θεία Οἰκονομία, γιατί δείχνει τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο ὁ Θεός οἰκονόμησε τήν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Πρόκειται γιά τήν ἱερή ἱστορία.

Ἡ ἑορτή τῆς Γεννήσεως τῆς Θεοτόκου εἶναι, κατά τόν ἅγιο Ἀνδρέα, Ἀρχιεπίσκοπο Κρήτης, ἀρχή, μέση καί τελευταία ὅλων τῶν ἑορτῶν, ὡς πρός τήν θεία Οἰκονομία. Εἶναι ἀρχή τῶν ἑορτῶν ὡς «ἀρχήν ἔχουσα, τήν τοῦ νόμου περαίωσιν• μεσότητα δέ, τήν πρός τά ἄκρα συνάφειαν• τέλος δέ, τήν τῆς ἀληθείας φανέρωσιν». Μέ τήν ἑορτή αὐτή περατώνεται ὁ νόμος πού ἔκανε λόγο γιά τόν Χριστό, ἀρχίζει ἡ ἀντίστροφη μέτρηση τῆς σωτηρίας, φανερώνεται ἡ ἀλήθεια πού εἶναι τέλος τοῦ νόμου, καί συνάπτεται ἡ Παλαιά μέ τήν Καινή Διαθήκη. (…)

Ἡ Ἐκκλησία μέ τό ἑορτολόγιο πού ἔχει καθορίσει θέλει νά δείξη στούς Χριστιανούς ὅτι δέν πρέπει νά βλέπουν τόν χρόνο τῆς ζωῆς τους μέσα ἀπό πολιτικά, ἱστορικά καί κοινωνικά γεγονότα, ἀλλά μέσα ἀπό τά γεγονότα τῆς σωτηρίας, ὅπως ἐκφράζονται στίς Δεσποτικές καί Θεομητορικές ἑορτές, ἀλλά καί στίς ἑορτές τῶν Ἁγίων. Ἔτσι, προσδιορίζουμε τίς περιόδους τοῦ ἔτους (φθινόπωρο, χειμώνα, ἄνοιξη, καλοκαίρι), καθώς καί τούς συγκεκριμένους μῆνες μέσα ἀπό τό θαυμάσιο ἑορτολόγιο τῆς Ἐκκλησίας, τό ὁποῖο κατήρτισαν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μέ θεῖο φωτισμό.

Ναυπάκτου Ἱεροθέου: Οἱ Θεομητορικές ἑορτές

Η άχραντος εικόναΟι τά πάντα καλώς διαταξάμενοι άγιοι πατέρες καθόρισαν νά συνδέεται η εορτή τής Ορθοδοξίας μέ τήν αναστήλωση τών ιερών εικόνων καί τήν ήττα τών εικονοκλαστών, γιατί η εικόνα στήν Ορθόδοξη Εκκλησία αποκαλύπτει τήν στενή σχέση μεταξύ κτιστής καί ακτίστου φύσεως, καί, μάλιστα, φανερώνει τήν αλήθεια ότι τό άκτιστο χαριτώνει καί μεταμορφώνει τό κτιστό.

Στήν όλη συζήτηση πού έγινε γιά τό θέμα αυτό κυρίαρχη θέση κατείχε τό πρόσωπο τού Χριστού, στό οποίο ενώθηκε η θεία μέ τήν ανθρώπινη φύση ατρέπτως, ασυγχύτως, αχωρίστως, αδιαιρέτως, αναλλοιώτως. Επειδή ο Χριστός μέ τήν ενανθρώπιση Του ανέλαβε τήν ανθρώπινη φύση καί τήν θέωσε, γι’ αυτό καί είναι δυνατόν νά αγιογραφούμε τό πρόσωπο τού Χριστού καί τά πρόσωπα τών αγίων. Αυτό φανερώνει περίτρανα ότι ο άνθωπος είναι η περίληψη όλης τής δημιουργίας, αλλά ο Χριστός είναι τό κέντρο καί η αναφορά όλου τού κόσμου.

...

Μεταξύ τών προβλημάτων πού αντιμετώπισαν οι Πατέρες τής Εκκλησίας, απαντώντας στό Ελληνισμό ήταν καί τό ανθρωπολογικό πρόβλημα. Είναι χαρακτηριστικό ότι όλος ο αγώνας τών εικονοφίλων περιστρεφόταν γύρω από τό πρόσωπο τού Χριστού καί τά πρόσωπα τών αγίων, καί επιχειρηματολογούσας γιά τό ότι μπορούμε νά τά αγιογραφούμε, ακριβώς γιατί υπάρχει θέωση τής ανθρώπινης φύσεως, στόν μέν Χριστό θέωση υποστατική, στούς δέ αγίους θέωση κατ’ ενέργεια, αφού ο Χριστός ποιεί τήν θέωση, ενώ ο άνθρωπος πάσχει τήν θέωση.

(Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ιεροθέου, Εικονοφιλικό καί εικονοκλαστικό πνεύμα)

Στήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου παρατηροῦμε ἕξι βασικά σημεῖα.

Τό πρῶτο εἶναι ἡ Θεαρχία, πού εἶναι ἡ ἀρχή τῆς θεώσεως.Τό δεύτερο σημεῖο εἶναι ὅτι ἀπό τήν μετοχή στίς δυνάμεις τοῦ Θεοῦ ἔχουμε τίς Θεωνυμίες, καί οἱ βασικότερες Θεωνυμίες εἶναι ὅτι ὁ Θεός εἶναι Ἀγαθός καί Καλός. Τό Ἀγαθός σημαίνει πρόοδος, φῶς πού ἔρχεται πρός ἐμᾶς, καί τό Καλός, σημαίνει ὅτι ἀνάπτει τόν πόθο γι᾽ Αὐτόν.Τό τρίτο σημεῖο εἶναι ἡ μετοχή στίς Θεωνυμίες, δηλαδή ἡ Ἱεραρχία, ἡ ὁποία σημαίνει ἀρχή τῆς ἱερότητος, μετοχή στίς Θεωνυμίες, εἶναι ἡ μέθεξη τῶν θεωνυμιῶν καί αὐτό εἶναι ἡ ἱερά τάξη, ἡ ἱερά ἐπιστήμη, ἡ ἱερά ἐνέργεια.

Ἔτσι ἔχουμε τήν οὐράνια ἱεραρχία, τήν ἐκκλησιαστική ἱεραρχία, καί τήν ἱεραρχία στόν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου.Τό τέταρτο εἶναι οἱ Τελετές, τά Μυστήρια πού τελοῦνται στήν Ἐκκλησία.Τό πέμπτο εἶναι ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ, πού ἔχει σκοπό νά ἀνάψη τήν δίψα καί τόν πόθο τοῦ ἀνθρώπου γιά νά ζῆ αὐτήν τήν ἑνότητα μέ τήν Θεαρχία.Καί τέλος, τό ἕκτο, εἶναι ὅτι ὁ ἐκτός τῆς Ἱεραρχίας κόσμος εἶναι ὁ κόσμος πού δέν μετέχει τῆς Θεοείδειας, τῆς φωτοχυσίας, τῆς δόξας. Εἶναι ὁ κόσμος πρίν τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ.

Αὐτή εἶναι ἡ βάση τῆς θεολογίας ὅλων τῶν Πατέρων, εἶναι ἡ βάση τῆς θεολογίας τοῦ ἁγίου Ἱεροθέου. Τήν ὀρθόδοξη ἑρμηνεία τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτη τήν ἔκανε ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής. Στήν συνέχεια, θεωρῶ, ὅτι αὐτήν τήν διδασκαλία ἔχει καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς.Ὁπότε, ἄν θέλη κανείς νά ἑρμηνεύση τόν ἅγιο Διονύσιο τόν Ἀρεοπαγίτη, τόν ἑρμηνεύει μέ βάση τά ἑρμηνευτικά σχόλια τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, τήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, τήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, καί βέβαια ὅλων τῶν νηπτικῶν Πατέρων, τῶν ὁποίων τά ἔργα περιλαμβάνονται στήν Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν, μπορῶ νά προσθέσω καί τήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἁγιορείτου.

Ναυπάκτου Ἱεροθέου: Θεαρχία καί Ἱεραρχία

Όταν ομιλούμε γιά γέννηση τού Χριστού, κάνουμε λόγο γιά δύο γεννήσεις. Η μία είναι η προαιώνια γέννηση τού Λόγου από τόν Πατέρα, κατά τήν θεία φύση, καί η άλλη είναι η εν χρόνω γέννηση από τήν Παναγία, κατά τήν ανθρώπινη φύση...

«Αυτό πού έχει σημασία είναι ότι αυτός ο Λόγος, πρό τής κατά σάρκα γεννήσεώς Του, είναι κατά πάντα όμοιος μέ τόν Θεό, δέν είναι εκ τού μηδενός. Γιατί ο Λόγος έχει δύο γεννήσεις. Η μία γέννηση πρό τών αιώνων καί η άλλη γέννηση εν χρόνω, πού είναι ως ανθρώπου γέννηση, η ενσάρκωση».

Αυτή η θεολογική αλήθεια είναι αποκαλυπτική καί κυρίως είναι εμπειρική, αφού η θεωθείσα σάρκα τού Χριστού γίνεται πηγή ζωής στά μέλη τής Εκκλησίας, κυρίως στούς αγίους.

«Δέν είναι μόνο η Παλαιά καί η Καινή Διαθήκη πού διδάσκουν καθαρά τό γεγονός ότι ο Λόγος, ο Κύριος τής Δόξης, ο οποίος είναι φύσει Θεός καί ομοούσιος μέ τόν Πατέρα, αληθινά σαρκώθηκε καί γεννήθηκε στήν κανονική δική Του καί ξεχωριστή ανθρωπότητα από τήν Παρθένο Μαρία –η οποία είναι κατά γράμμα καί ως γεγονός καί εν αληθεία Θεοτόκος ή Μητέρα τού Θεού–... Αυτή η αλήθεια αποκαλύπτεται καθαρά σ’ όλους εκείνους οι οποίοι έχουν φθάσει στήν θέωση, από τήν οποία μαθαίνουν εμπειρικά ότι ο Χριστός είναι ο Λόγος καί φύσει Θεός καί φύσει άνθρωπος καί φύσει η πηγή τής δόξας, μεταδίδοντας στήν ανθρώπινη φύση Του τήν ύπαρξη τής πηγής τής δόξας, διά τής οποίας η ίδια η σάρκα τού Λόγου γίνεται πηγή τής ζωής μας καί ζωοδότρια...».

(Εμπειρική Δογματική, Τόμος Β')

Ἡ θεολογία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ἰδίως τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν μπορεῖ νά θεωρηθῆ μιά δημιουργική ἐξέλιξη τοῦ ἑλληνισμοῦ, μιά ἔκφραση τοῦ ἐκχριστιανισμένου Ἑλληνισμοῦ, ἀφοῦ οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες προσέλαβαν ὅλα τά θετικά στοιχεῖα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τά ὁποῖα συνάντησαν καί τόν ἀνέβασαν σέ μεγάλο ὕψος. Ὅπως ὁ Ἑλληνισμός γονιμοποίησε τά στοιχεῖα τοῦ παρελθόντος, ἔτσι καί ὁ Χριστιανισμός γονιμοποίησε τά στοιχεῖα τοῦ Ἑλληνισμοῦ …

Θά ἤθελα νά ἀναφερθῶ σέ ἕνα χαρακτηριστικό παράδειγμα, δηλαδή τήν περίπτωση τοῦ Ἡρακλείτου ..

Ὁ λόγος τοῦ Ἡρακλείτου, πού εἶναι ὁ συμπαντικός νόμος τοῦ κόσμου, ὑπενθυμίζει τόν Λόγο - Χριστό, ὁ Ὁποῖος ὅμως εἶναι πρόσωπο καί διά τοῦ Ὁποίου δημιουργήθηκε ὁ κόσμος, ἀφοῦ «τῷ λόγῳ Κυρίου οἱ οὐρανοί ἐστερεώθησαν».

Τό γίγνεσθαι τοῦ Ἡρακλείτου ὑπενθυμίζει τήν διδασκαλία τῶν Πατέρων γιά τήν ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ σέ ὅλη τήν κτίση, ἀφοῦ κατά τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ «ὁ πατήρ μου ἕως ἄρτι ἐργάζεται, κἀγὼ ἐργάζομαι» (Ἰω. ε΄, 17) καί μέσα σέ ὅλη τήν κτίση ὑπάρχουν «οἱ λόγοι τῶν ὄντων», δηλαδή οἱ ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ. Παρά τό διαρκές γίγνεσθαι, ὑπάρχει ἑνότητα, ἀφοῦ οἱ λόγοι τῶν ὄντων δημιουργοῦν μιά ἰσορροπία. Καί γι' αὐτό πατήρ τῶν πάντων δέν εἶναι ὁ πόλεμος, ἀλλά ὁ Θεός τῆς εἰρήνης.

Τό ἀείζωον πῦρ τοῦ Ἡρακλείτου ὑπενθυμίζει τό πῦρ τῆς Πεντηκοστῆς, ἡ ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ ὁποία ἀποκαλύπτει τόν Λόγο – Χριστό καί ἐνεργεῖ τά χαρίσματα καί βεβαίως συγκροτεῖ ὅλον τόν θεσμόν τῆς Ἐκκλησίας, πού εἶναι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι τό χωρίο τοῦ Ἡρακλείτου «ἀλλ' ἦν ἀεί καί ἔστιν καί ἔσται πῦρ ἀείζωον» χρησιμοποιήθηκε ἀπό τόν Ἅγιο Γρηγόριο τό Θεολόγο καί τήν ὑμνογραφία τῆς Ἐκκλησίας, γιά νά δηλωθῆ τό Ἅγιον Πνεῦμα, τό ὁποῖο «ἦν μέν ἀεί, καί ἔστι καί ἔσται οὔτε ἀρξάμενον οὔτε παυσόμενον».

Ναυπάκτου Ἱεροθέου: Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες καί ἡ ταυτότητατοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὁμιλία στό Πανεπιστήμιο Πατρῶν

 

Οἱ Φράγκοι πού ἤθελαν νά διασπάσουν τήν Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία, μᾶς ἀποκάλεσαν ἀπό Ρωμαίους Γραικούς τόν 8ο αἰώνα καί ἀργότερα τόν 19ο αἰώνα διέσπασαν τά Βαλκάνια γιά τήν μή ἐπανασύσταση τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας (Βυζάντιο)…

Ἀπό ὅλες τίς ἱστορικές μαρτυρίες γνωρίζουμε ὅτι ἡ Κύπρος, ἡ Ἑλλάδα, ἡ Ἤπειρος, ἡ Θράκη, ὁλόκληρη ἡ Μακεδονία ἦταν Ἐπαρχίες (Θέματα) τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, ἀλλά εἶχαν Ὀρθόδοξη πίστη, ἀνῆκαν στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, εἶχαν Ἑλληνική παράδοση καί πολιτισμό καί οἱ κάτοικοί τους ἦταν δίγλωσσοι.

Οἱ Τοῦρκοι μέχρι τόν 19ο αἰώνα ὀνόμαζαν Ρούμελη ὁλόκληρη τήν Μακεδονία, τήν Ἤπειρο, ὅλες τίς ἐκτάσεις ἀπό τό Βελιγράδι ὡς τήν Πελοπόννησο, δηλαδή ὅλο τό Εὐρωπαϊκό μέρος τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας. Ἑπομένως, μέχρι τόν 19ο αἰώνα ἐπικράτησε ἡ Ρωμηοσύνη μέ τήν ἑνιαία πίστη, τήν Ἑλληνορθόδοξη παράδοση (μουσική, ἁγιογραφία κλπ.), παρά τίς γλωσσικές διαφορές.

Ἐπειδή ὑπηρέτησα στήν Ἱερά Μητρόπολη Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας καί διάβασα ὅλους τούς Κώδικες μέ τά Πρακτικά τῆς Δημογεροντίας τῶν Βοδενῶν, πού διασώζονται στό παλαιό Ἀρχεῖο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως, βρῆκα ὅτι στήν Μητρόπολη Βοδενῶν (Ἐδέσσης) μέ τήν Ὀρθόδοξη παράδοση καί τήν Ἑλληνική αὐτοσυνειδησία της ὑπαγόταν καί ἡ Γευγελῆ, καί μάλιστα ὁ τότε Μητροπολίτης, κατά τήν διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας, ἄφησε τήν ἕδρα του καί πῆγε νά ἑορτάση τό Πάσχα ἐκεῖ, προφανῶς γιατί ὑπῆρχε ἀνάγκη.

Ἐπίσης, διάβαζα γιά τήν ἡρωική δράση καί στάση τῶν Ἐπισκόπων, τῶν Δημογερόντων καί τῶν κατοίκων τῆς περιοχῆς νά ἀνήκουν στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί ἀντιδροῦσαν μέ ὅλες τίς δυνάμεις τους σέ ὅλες τίς ἐθνικιστικές προπαγάνδες.

Ἡ διάσπαση τῆς Ρωμηοσύνης τῶν Βαλκανίων σέ Κράτη καί τῆς Μακεδονίας ἔγινε τόν 19ο καί 20ό αἰώνα κάτω ἀπό τήν ἐπίδραση τοῦ δυτικοῦ διαφωτισμοῦ καί τῆς πολιτικῆς τῶν δυτικῶν δυνάμεων, τῆς Ρωσίας καί τῆς Σερβίας, καί ἀντέδρασε τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, μέ τήν Σύνοδο τοῦ 1872, πού ἀποφάσισε ἐναντίον τοῦ ἐθνοφυλετισμοῦ.

Ναυπάκτου Ἱεροθέου: «Μακεδονικό» ἤ «Σκοπιανό» ζήτημα;

Ἡ ἐξάπλωση τοῦ Χριστιανισμοῦ σέ ὅλη τήν τότε Οἰκουμένη, καθώς ἐπίσης καί ἡ ἀναγνώριση τοῦ Χριστιανισμοῦ ἀπό τήν ρωμαϊκή ἐξουσία, συνετέλεσε στό νά μεταβληθῆ ἡ διοικητική διάρθρωση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, χωρίς βέβαια νά χάση τόν μυστηριακό καί χαρισματικό της χαρακτήρα, προσλαμβάνοντας τήν διοικητική διάρθρωση τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας. Ἔτσι, «οἱ Ἐπίσκοποι, πού βρίσκονταν μέσα στίς ἴδιες πολιτικές ἐπαρχίες γιά νά ἀντιμετωπίσουν προβλήματα κοινοῦ ἐνδιαφέροντος, σχημάτιζαν εὐρύτερες ἐκκλησιαστικές ἑνότητες, τίς Μητροπόλεις. Ἐπικεφαλῆς στίς Μητροπόλεις ἦταν οἱ Ἐπίσκοποι πού βρίσκονταν στίς πρωτεύουσες τῶν Ἐπαρχιῶν καί ὀνομάστηκαν Μητροπολίτες. Γιά τόν ἴδιο λόγο καί οἱ Μητροπολίτες πού βρίσκονταν σέ ἑνιαῖες γεωγραφικές ἤ διοικητικές ἑνότητες σχημάτιζαν τά Πατριαρχεῖα ἤ τίς αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες μέ ἐπικεφαλῆς τούς Μητροπολίτες τῶν μεγαλυτέρων ἤ σημαντικοτέρων πόλεων πού ὀνομάστηκαν ἀντίστοιχα Πατριάρχες ἤ Ἀρχιεπίσκοποι».

Φαίνεται, λοιπόν, ἀπό αὐτήν τήν ἀνάλυση ὅτι στήν ἀρχική της μορφή ἡ Ἐκκλησία ἦταν συνδεδεμένη μέ τήν θεία Εὐχαριστία, πού ἦταν ἡ βάση της καί βέβαια ὑπῆρχε μιά χαρισματική διάρθρωση κατά τόν λόγο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «Καί οὕς μέν ἔθετο ὁ Θεός ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ πρῶτον ἀποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους, ἔπειτα δυνάμεις, εἶτα χαρίσματα ἰαμάτων, ἀντιλήψεις, κυβερνήσεις, γένη γλωσσῶν» (Α', Κορ. ιβ', 28).

Αὐτό σημαίνει ὅτι, προηγοῦνται οἱ Ἀπόστολοι, ἀκολουθοῦν οἱ Προφῆτες, οἱ διδάσκαλοι, ὕστερα οἱ χαρισματοῦχοι, οἱ κυβερνήσεις καί τά χαρίσματα γλωσσολαλιᾶς. Ὅμως μετά τήν ἀπομάκρυνση τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, οἱ Ἐπίσκοποι προηγήθηκαν τῶν Προφητῶν καί αὐτοί παρέμειναν εἰς τύπον καί τόπον τοῦ Χριστοῦ, διάδοχοι τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ἀκριβῶς γιατί αὐτοί τελοῦσαν τήν θεία Εὐχαριστία, πού ἦταν τό κέντρο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς.  Στήν συνέχεια ἀναπτύχθηκε τό Μητροπολιτικό σύστημα, πού εἶχε ὡς «Πρῶτον» τόν Ἐπίσκοπο τῆς ἕδρας τῆς πολιτικῆς διοικήσεως μιᾶς ἐπαρχίας, ὁ ὁποῖος ὀνομάστηκε Μητροπολίτης, καί ἀργότερα ἀναπτύχθηκε τό Πατριαρχικό σύστημα, ὅταν ὁ Μητροπολίτης μιᾶς μεγάλης πόλεως ὀνομάστηκε Πατριάρχης καί ἦταν ὁ «Πρῶτος» τῶν Μητροπολιτῶν τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης.

Ναυπάκτου Ἱεροθέου: «Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος»

Ἡ πραγματική περιουσία τῆς Ἐκκλησίας πού εἶναι ἀναλλοίωτη ἀπό τήν φθορά τοῦ χρόνου εἶναι ἡ θεολογία καί ἡ ἐκκλησιολογία της. Ἡ Ἐκκλησία βιώνει συμπυκνωμένα ἕναν θεολογικό καί πολιτισμικό πλοῦτο τοὐλάχιστον δύο χιλιάδων ἐτῶν. Ἄν δέ ὑπολογίση κανείς ὅτι ἔχει ἀξιοποιήσει καί πολιτισμικά ἀγαθά προγενέστερων ἐποχῶν, τότε καταλαβαίνει τήν ἀξία του. (…)

Τό διοικητικό σύστημα τῶν κατά τόπους Ἐκκλησιῶν καί τό συνοδικό σύστημα διοικήσεως σέ διάφορα ἐπίπεδα πού θυμίζει τό ἀρχαῖο ἑλληνικό σύστημα τῶν Πόλεων καί τῶν Ἀμφικτυονιῶν εἶναι ἕνας ἀστείρευτος πλοῦτος πού διατηρεῖται ἀκόμη ζωντανός καί μπορεῖ νά κρίνη θετικά τα διάφορα ἡγεμονικά, ἀνατολικά, φεουδαλιστικά συστήματα τά ὁποῖα συναντᾶμε στήν σύγχρονη κοινωνική καί πολιτική ζωή. Οἱ Ἐνορίες μέ ὅλο τό ἐθελοντικό προσωπικό πού διαθέτουν εἶναι ζωντανοί πυρῆνες ζωῆς πού ἔρχονται ἀπό τό βάθος τοῦ χρόνου καί συγκροτοῦν τίς πραγματικές κοινωνίες τῶν ἀνθρώπων.

Ὅλη ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἕνας διαχρονικός πλοῦτος.(…)

Μεγάλη ἐκκλησιαστική περιουσία εἶναι ἡ ἀγάπη τῶν ἀνθρώπων πού περιβάλλουν καί ἐμπιστεύονται τήν Ἐκκλησία. Στήν Ἐκκλησία ἀνοίγει κανείς τά «ἐσώψυχά» του, τίς ἐσωτερικές ἀποτυχίες καί πληγές του, τίς ἀνασφάλειες καί ἀβεβαιότητές του, τόν ὑπαρξιακό πόνο καί τήν ἐσωτερική ἀγωνία του.

Ἔτσι, ἡ Ἐκκλησία θεωρεῖ ὡς μεγάλο θησαυρό ὄχι τήν εὔνοια τῶν ἰσχυρῶν της γῆς, ἀλλά τόν πόνο τῶν ἀνθρώπων, τήν ἀνημπόρια τους. Οἱ πονεμένοι ἄνθρωποι εἶναι τά πιό ἀκριβά ἱερά σκεύη τῆς Ἐκκλησίας, καί ὅπου ὑπάρχουν Κληρικοί εὐαίσθητοι μποροῦν νά ἐργασθοῦν ἀποδοτικά στόν τομέα αὐτό καί θυσιάζουν τά πάντα.

(Μητροπολίτου Ἱεροθέου: «Ἐνιαύσιον 2009»)

...Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι τού ευαγγελικού αναγνώσματος προηγείται μιά ευχή μέ τήν οποία παρακαλείται ο Θεός νά αποκαλύψη τούς λόγους τού Ευαγγελίου στήν καρδιά μας.

Είναι γνωστόν ότι η κατανόηση τών Ευαγγελικών κειμένων δέν είναι θέμα διανοητικής επεξεργασίας, ούτε αποτέλεσμα εγκεφαλικών, φιλολογικών καί θεολογικών γνώσεων, αλλά ενέργεια τής θείας Χάριτος. Οι δύο μαθητές, πού πορεύονταν πρός Εμμαούς, αισθάνονταν τήν καρδιά τους νά καίγεται όταν τούς μιλούσε ο Χριστός καί, βεβαίως, γνώρισαν τόν Χριστό κατά τήν κλάση τού άρτου (βλ. Λουκ. κδ', 13-35). Σέ άλλο σημείο ο Ευαγγελιστής Λουκάς λέγει: «τότε διήνοιξεν αυτών τόν νούν τού συνιέναι τάς γραφάς» (Λουκ. κδ', 45). Στήν κατανόηση τών Γραφών πρωτεύοντα λόγο έχει η καρδιά, μέ όλη τήν βιβλικοπατερική της έννοια.

Στήν ευχή πρό τού Ευαγγελίου... γίνεται λόγος γιά καρδιά, πού είναι τό κέντρο τής πνευματικής ζωής τού ανθρώπου, δηλαδή εννοείται η «βαθεία καρδία», γίνεται λόγος ακόμη γιά τούς οφθαλμούς τής διανοίας, πού είναι ο νούς, καί οι οποίοι είναι κλειστοί καί πρέπει νά ανοίξουν καί γιά τό ακήρατο φώς τής θεογνωσίας πού πρέπει νά αποστείλη ο Θεός στήν καρδιά τού ανθρώπου.

Επίσης, μέ τήν ευχή αυτή προσευχόμαστε στόν Θεό νά θέση μέσα μας τόν φόβο «τών μακαρίων εντολών»... Δέν αρκεί μόνον η έλευση τού Θεού στήν καρδιά γιά τήν κατανόηση τών λόγων τών αποστολικών καί ευαγγελικών κειμένων, αλλά καί η έλευση τής δυνάμεως τού Θεού πού θά αυξήση τόν φόβο πρός τίς εντολές...

Απευθύνεται αυτή η δέηση πρός τόν Χριστό, γιατί Αυτός είναι «ο φωτισμός τών ψυχών καί τών σωμάτων ημών».

(Ναυπάκτου Ιερόθεος, Ησυχία καί Θεολογία)

Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ἤδη πρίν τριάντα (30) περίπου χρόνια, τό ἔτος 1975, ἔγραφε: «Ὡς εἶναι σήμερον ἡ τευτονοποιηθεῖσα Εὐρώπη οὐδέποτε θά ἑνωθῆ διότι κυριαρχεῖται ἀπό τό ρατσιστικόν, φυλετικόν, διασπαστικόν, εὐδαιμονιστικόν καί ἐκμεταλλευτικόν πνεῦμα τῶν Τευτόνων τό ὁποῖον ἀναζητεῖ τήν καθυπόταξιν καί ἐκμετάλλευσιν τῶν λαῶν ὑπό μικρῶν ἰδιοτελῶν ὁμάδων».

Ἔτσι, θεωροῦσε οὐτοπία τήν ἕνωση τῆς Εὐρώπης μέ τέτοιες προϋποθέσεις, ἀλλά θεωροῦσε λιγότερο οὐτοπιστικό νά ἐπιχειρηθῆ ἑνότητα τῆς Εὐρώπης μέ βάση τούς Ρωμαίους προγόνους τῶν σημερινῶν Εὐρωπαϊκῶν λαῶν, στούς ὁποίους ἐπικράτησε τό «ρωμαίϊκον φιλότιμον ὡς θεμέλιον μιᾶς ἀποτευτονοποιηθείσης δυτικῆς Ρωμαιοσύνης», ὁπότε «θά ἀμβλυνθῆ ὁ εὐδαιμονισμός, ὁ ἐγωκεντρισμός καί ἡ ἰδιοτέλεια τῶν σημερινῶν Εὐρωπαίων». Αὐτός εἶναι ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο ὑποστήριζε ὅτι ἡ Εὐρωπαϊκή Ἕνωση πρέπει νά γίνη μέ βάση τήν Ρωμηοσύνη πού ὑπῆρχε αἰῶνες στήν Δύση. Ἔγραφε: «Ἡ παλαιά Φραγκιά δέν ὑπάρχει πλέον. Ἡ ἐν τῇ Δύσει ἀπόγονοι τῶν Ρωμαίων ὄχι μόνον ἀνέτρεψαν τήν ταξική εὐγένειαν καί θεολογίαν τοῦ φεουδαλισμοῦ τῶν κατακτητῶν των, ἀλλά εἶναι ὥριμοι δι’ ἐπάνοδον εἰς τήν Ρωμαιοσύνην τῶν προγόνων των, τήν ὁποίαν οἱ ἐν Ἀνατολῇ Ρωμαῖοι διατηροῦν μέχρι σήμερον μέ τό πλῆθος τῶν πολιτιστικῶν των ἐκδηλώσεων, τό ὁποῖον ὑπῆρχε καί εἰς τήν δυτικήν Ρωμαιοσύνην».

Ἑπομένως, εἶναι οὐτοπία νά κάνη κανείς λόγο γιά πραγματική οἰκονομική καί πολιτική Ἕνωση σήμερα τῆς Εὐρώπης, ἀλλά λιγότερο οὐτοπιστικό εἶναι τό ὅραμα μήπως διά μέσου τῆς κοινῆς ἀρχαίας ρωμαίϊκης πολιτιστικῆς παράδοσης, πού ἀναζητεῖται ἀπό πολλούς Εὐρωπαίους, ἐπιτευχθῆ κάποια πολιτιστική ἑνότητα.

Πάντως, ἄν δέν τεθῆ ἡ Ἕνωση τῆς Εὐρώπης σέ πνευματική, πολιτιστική βάση θά καταρρεύση, ἀφοῦ τά οἰκονομικά ἀγαθά, πού στηρίζονται στό συμφέρον καί τήν εὐδαιμονία δέν μποροῦν νά τίθενται ὡς βάση ἑνώσεως.

(Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ἱεροθέου, «Θεολογία γεγονότων»)

Οι θεούμενοι έχουν προσωπική εμπειρία τού Θεού, βλέπουν τήν δόξα τού Θεού. Όμως, επειδή υπάρχει διαφορά μεταξύ κτιστού καί ακτίστου καί επειδή ο Θεός καί φανερούμενος παραμένει μυστήριο καί απερίγραπτος, γι' αυτό η ορθόδοξη θεολογία είναι αποφατική, όχι όμως αγνωστικιστική. Σέ αυτό διαφέρει η ορθόδοξη θεολογία από τίς επιστήμες.

«Στίς άλλες επιστήμες, αυτό πού περιγράφεται είναι περιγραπτό καί ό,τι μπορεί κανείς νά περιγράψη, είναι χρώματα, είναι σχήματα, είναι μαθηματικά σύμβολα κλπ. καί μπορείς νά μιλήσης γι’ αυτό τό πράγμα. Ξέρεις ότι υπάρχει εν κινήσει καί έχει όγκο, βάρος, ταχύτητα κλπ. Στήν θεολογία αυτό πού βλέπει κανείς στήν θέωση, εκτός από τήν ανθρώπινη φύση τού Χριστού, είναι απερίγραπτο. Δέν έχει καμμιά ομοιότητα μέ τίποτα τό κτιστό. Δέν υπάρχει καμμιά ομοιότητα ώστε νά μπορής μέ τό όμοιο νά περιγράψης τό όμοιο. Ούτε χρώμα έχει ούτε σχήμα έχει ούτε μέγεθος ούτε ύψος ούτε βάρος, τίποτα. Δέν έχει τίποτα τό κοινό μέ ο,τιδήποτε τό κτιστόν, όλα αυτά πού ξέρουμε μέ τήν εμπειρία μας, μέ τήν αφή, μέ τήν όσφρηση, μέ τά μάτια μας, μέ τήν λογική μας, μέ τά αυτιά μας, ο,τιδήποτε εμπειρία έχουμε είτε σωματική είτε λογική. Αυτό πού λέγεται Θεός είναι τελείως διαφορετικό. Καμμία ομοιότης.

Οι Πατέρες τό τονίζουν καί τό ξανατονίζουν. Καί από πού τό ξέρουν ότι δέν έχει καμμία ομοιότητα; Απ’ τήν εμπειρία. Η ίδια η εμπειρία τής θεώσεως τούς εδίδαξε ότι δέν έχει καμμία ομοιότητα. Ούτε σκότος είναι ούτε φώς είναι. Καί έχουμε όλα αυτά τά ωραία τής αποφατικής θεολογίας. Σ’ αυτό ακριβώς είναι η διαφορά μέ τίς θετικές επιστήμες. Οι θετικές επιστήμες ασχολούνται μέ περιγραπτά καί η θεολογία μέ κάτι τό απερίγραπτο».

(Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ιεροθέου: «Εμπειρική Δογματική, κατά τίς προφορικές παραδόσεις τού π. Ιωάννου Ρωμανίδη», τόμ. Α')

Κάθε Κυριακή λειτουργούσαμε στόν Ἱερό Ναό τῶν Ἁγίων Πάντων. Τελοῦσε τήν θεία Λειτουργία συγκεντρωμένος στό ἔπακρο. Εἶχε μιά μεγάλη ἔνταση ἐσωτερική, σάν νά τραβοῦσε ἡ καρδιά ὅλον του τόν νοῦ, ἀλλά αὐτή ἡ ἔνταση δέν φαινόταν στό πρόσωπό του, τό ὁποῖο ἦταν ἱλαρότατο καί δέν ἔδειχνε ἄγχος. Αὐτό ἦταν ἔνδειξη ὅτι ὁ νοῦς του ἦταν ξεχωρισμένος ἀπό τήν λογική καί λειτουργοῦσε μέσα στό θυσιαστήριο τῆς καρδιᾶς, ἐνῶ ἡ λογική τηροῦσε τό τυπικό τῆς θείας Λειτουργίας. Μιά φορά κατά τήν διάρκεια τῆς ἀκολουθίας τῶν Τυπικῶν, πρίν τήν Μικρά Εἴσοδο, εἶχε καθίσει στήν καρέκλα γιά νά ξεκουρασθῆ καί διέκρινα ὅτι βυθίσθηκε ὁ νοῦς του μέσα στήν καρδιά, χωρίς νά χάση τίς αἰσθήσεις του. Αὐτό φάνηκε ἀπό τό ὅτι ἀφ' ἑνός μέν ἡ κεφαλή δέν ἔκλινε πρός τά κάτω, ὅπως γίνεται σέ κάποιον πού χαλαρώνει πρός ὕπνο, ἀφ' ἑτέρου δέ, ὅταν ἦλθε ἡ κατάλληλη ὥρα, ἀμέσως σηκώθηκε γιά νά γίνη ἡ Μικρά Εἴσοδος, πού σημαίνει ὅτι παρακολουθοῦσε ἡ λογική ἐκεῖνα πού γίνονταν στόν Ἱερό Ναό, ἐνῶ ὁ νοῦς προσευχόταν νοερά. Φυσικά, δέν ἐκφραζόταν, οὔτε ἔλεγε κάτι σχετικά μέ τίς ἐμπειρίες του.

Στίς λειτουργικές κινήσεις του ἦταν μεγαλοπρεπής, κατανυκτικός καί συγκεντρωμένος πρός τόν «χῶρο» τῆς καρδιᾶς. Ὅταν εὐλογοῦσε τόν λαό, ἀντιλαμβανόταν κανείς ὅτι λάμβανε εὐλογία. Ἡ κίνηση τῆς εὐλογούσης χειρός ἦταν ἀργή καί ἡ προσοχή, διά τῶν ὀφθαλμῶν του, παρακολουθοῦσε τήν κίνησή της. Σ' αὐτό βοηθοῦσε καί ἡ βαθύτονη φωνή του καί ὁ ἀργός ρυθμός ἐκφωνήσεως τῶν ἀκροτελευτίων αἰτιολογιῶν κάθε εὐχῆς, καθώς ἐπίσης καί τῆς ἱερατικῆς εὐλογίας.

Εἶναι εὐνόητο ὅτι πολλοί αἰσθάνονταν βαθύτατη κατάνυξη ὅταν λειτουργοῦσε ὁ Γέροντας καί ὑπῆρχαν ἄνθρωποι πού μοῦ ἔλεγαν ὅτι ἔβλεπαν καί αἰσθάνονταν τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, πού τούς ὁδηγοῦσε σέ μετάνοια, πένθος καί προσευχή.

(Ναυπάκτου Ἱεροθέου, «Οἶδα ἄνθρωπον ἐν Χριστῷ...»)

…Η θεία εν τω Ναώ Λειτουργία, ιδιαιτέρως η θεία Κοινωνία του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, τροφοδοτεί την εσωτερική Λειτουργία (νοερά ενέργεια), η δε εσωτερική Λειτουργία (νοερά ενέργεια) κάνει τον άνθρωπο να εισέρχεται στο βάθος της θείας Ευχαριστίας και να εγγίζη το “πνεύμα” της. Και αυτό γίνεται, γιατί η νοερά προσευχή –η ετεροκινήτως ενεργουμένη νοερά ενέργεια– δεν εξάγει τον άνθρωπο από τον χώρο και τον χρόνο, δεν διασπά την αλληλουχία των σκέψεων και των πράξεων.

Αυτό συμβαίνει γιατί, όταν ξεχωρίζεται ο νούς από τον λογική, τότε μπορούν να λειτουργούν - ενεργούν συγχρόνως και τα δύο (λόγος και νούς), οπότε το ένα δεν λειτουργεί σε βάρος του άλλου, αλλά θα μπορούσε κανείς να υπογραμμίση ότι αλληλοσυμπληρώνονται. Συμβαίνει δε ένα παράδοξο, αλλά αληθινό γεγονός· όσο αναπτύσσεται η νοερά ενέργεια, τόσο και ισχυροποιείται η προσοχή της λογικής στα λεγόμενα και πραττόμενα, δηλαδή συγκεντρώνεται η προσοχή του ανθρώπου με όσα ασχολείται. Γι' αυτό η λεγομένη μετοχή στην θεία εν τω Ναώ Ευχαριστία από τους Χριστιανούς δεν συνδέεται απλώς με την σωματική παρουσία τους, ούτε με την λογική συμμετοχή, αλλά με την νοερά ενέργεια. Συμμετοχή στην θεία Ευχαριστία χωρίς την εσωτερική νοερά λειτουργία είναι μία απλή τυπική “παρακολούθηση”.

Μέσα στα πλαίσια αυτά ισχυριζόμαστε ότι η θεία Ευχαριστία έχει πολλά ησυχαστικά στοιχεία, τελείται μέσα στα ησυχαστικά πλαίσια της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

(“Ησυχία και Θεολογία”, Τα ησυχαστικά στοιχεία της θείας Ευχαριστίας, Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ιεροθέου)

Η ενανθρώπηση του Χριστού λέγεται ακόμη και κένωση. Είναι καταπληκτικός ο λόγος του Αποστόλου Παύλου: “ός εν μορφή Θεού υπάρχων ουχ αρπαγμόν ηγήσατο το είναι ίσα Θεώ, αλλ' εαυτόν εκένωσε μορφήν δούλου λαβών, εν ομοιώματι ανθρώπων γενόμενος, και σχήματι ευρεθείς ως άνθρωπος εταπείνωσεν εαυτόν γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού” (Φιλ. β΄, 6-8).

Η κένωση του Χριστού δεν συνίσταται στο ότι γεννήθηκε πτωχός, ότι έζησε σε μια πτωχική οικογένεια, ότι έζησε από μικρή ηλικία την προσφυγιά, τον διωγμό και την ταλαιπωρία, αντιμετώπισε το μίσος των ανθρώπων κλπ., αλλά κυρίως στο ότι προσέλαβε την ανθρώπινη φύση, και μάλιστα θνητή και παθητή. Το ότι ο άκτιστος Θεός προσέλαβε το κτιστό της ανθρωπίνης φύσεως, και το κτιστό ενώθηκε με το άκτιστο, αυτό είναι και λέγεται κένωση και πτωχεία του Χριστού.

Χωρίς την κένωση δεν θα μπορούσε να γίνη η πλήρωση – θέωση του ανθρώπου. Άλλωστε, η θεία κένωση δείχνει και το τί ακριβώς είναι η αγάπη. Η αγάπη είναι κένωση, θυσία, προσφορά, πρόσληψη του άλλου. Γι' αυτό όσο ο άνθρωπος ελλάμπεται και θεούται τόσο κενούται και το αντίστροφο.

(Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ιεροθέου, Δεσποτικές Εορτές)

Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι «εργαστήριο αναστάσεως» και θα μπορούσε να λεχθή ακόμη ότι είναι εργαστήριο ιερών λειψάνων.

Η Αποκάλυψη και φανέρωση του Θεού που προσφέρεται στους αγίους γίνεται δια της θεώσεως. Ο άνθρωπος λαμβάνει την Αποκάλυψη, αφού μετέχει της ακτίστου θεοποιού ενεργείας του Θεού. Οπότε η Αποκάλυψη συνδέεται στενώτατα με την θέωση του ανθρώπου. Ο ύψιστος βαθμός της θείας Αποκαλύψεως είναι η Πεντηκοστή. Όταν ο άνθρωπος φθάνη στην θέωση, θεώνεται ολοκληρωτικά, ψυχή τε και σώματι, γι’ αυτό και έχουμε την ύπαρξη των χαριτοβρύτων και αφθάρτων λειψάνων. Τα ιερά, άφθαρτα και θαυματουργούντα, λείψανα βεβαιώνουν την αλήθεια της Αποκαλύψεως και την εμπειρία της θεώσεως.

Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι, όταν επισκεφθή κανείς τα Μοναστήρια του Αγίου Όρους θα διαπιστώση ότι η μεγαλύτερη φιλοφρόνηση που θα του γίνη από τους μοναχούς είναι να του προσφέρουν να ασπασθή τα ιερά λείψανα. Και το πιο μικρό κελλί του Αγίου Όρους διαθέτει ιερά λείψανα. Και όταν κανείς το επισκεφθή οδηγείται πρώτα-πρώτα στον Ιερό Ναό για να τα ασπασθή, αφού αυτά αποτελούν την μεγαλύτερη περιουσία και ευλογία της καλύβης.

Η παρουσία της Χάριτος του Θεού στα ιερά λείψανα εκδηλώνεται ποικιλοτρόπως. Άλλοτε με το άφθαρτο, άλλοτε με την ευωδία, άλλοτε με την θαυματουργία κ.λ.π., και την αισθάνονται εκείνοι που διαθέτουν πίστη και καθαρές πνευματικές αισθήσεις.

Από το βιβλίο του Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου «Το Πρόσωπο στην Ορθόδοξη Παράδοση»

Οι άγιοι Πατέρες στήν διδασκαλία τους δέν είναι αφηρημένοι καί στοχαστικοί, αλλά πολύ πρακτικοί. Μέ μεγάλη ακρίβεια καθορίζουν τί ακριβώς είναι θεραπεία τής ψυχής καί σέ τί συνίσταται. η σωτηρία τού ανθρώπου. Γιατί πρέπει νά υπογραμμίσουμε ότι η θεραπεία τής ψυχής συνδέεται μέ τήν σωτηρία τού ανθρώπου. Οι άγιοι Πατέρες, βιώνοντας τήν σωτηρία, γνωρίζουν καλά αυτήν τήν κατάσταση γι' αυτό καί είναι συγκεκριμένοι....

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς υπήρξε, όπως ασφαλώς καί όλοι οι άγιοι Πατέρες τής Εκκλησίας, καθολικός ορθόδοξος θεολόγος... Αυτή η καθολικότητα τού αγίου φαίνεται στήν στάση τήν οποία τήρησε σέ αιρετικές τάσεις πού επικρατούσαν στήν εποχή του, οι οποίες διαστρέβλωναν τήν πνευματική ζωή.

Η πρώτη τάση εκφραζόταν από τούς Μασσαλιανούς... σύμφωνα μέ τήν οποία τά Μυστήρια τής Εκκλησίας... δέν έχουν τόσο μεγάλη σημασία γιά τήν σωτηρία τού ανθρώπου. Ισχυρίζονταν ότι εκείνο πού ενώνει τόν άνθρωπο μέ τόν Θεό είναι, κυρίως, η λεγομένη νοερά προσευχή....

Η δεύτερη τάση εκφραζόταν, κυρίως, από τόν δυτικό Χριστιανισμό,... καί τήν εξέφραζε στήν εποχή τού αγίου ο φιλόσοφος στοχαστής Βαρλαάμ... Αυτός τόνιζε πολύ τήν μυστηριακή ζωή τής Εκκλησίας σέ βάρος τής ησυχαστικής ζωής. Τόν λεγόμενο ησυχασμό, τά περί τής νοεράς προσευχής τά περιφρονούσε....

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς έκανε έναν παράλληλο αγώνα εναντίον τών δύο αυτών τάσεων... Υπογραμμίζει ότι γιά τήν θεραπεία τού ανθρώπου καί γιά τήν σωτηρία του χρειάζεται ο συνδυασμός μυστηριακής καί ησυχαστικής ζωής. Δέν νοείται μυστηριακή ζωή πού σώζει χωρίς τήν απαραίτητη προϋπόθεση, πού είναι η λεγομένη ησυχαστική ζωή. Καί δέν νοείται ησυχαστική ζωή έξω από τήν μυστηριακή ζωή τής Εκκλησίας... Έξω από αυτόν τόν συνδυασμό δέν είναι δυνατόν νά υπάρχη ορθόδοξη ζωή καί ορθόδοξη θεολογία.

(Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ιεροθέου: «Η Ιατρική εν Πνεύματι Επιστήμη»)

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance