ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΣΙΟΥ

Θεολογικὸ Συνέδριο - Φάκελος Θρησκευτικὰ - «Θεολογία Γεγονότων»

Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

 

Κείμενο μεταφρασμένο στὰ Ἂγγλικὰ: Intervention and text in the Hierarchy of the Church of Greece (November 2016)

(Διαβᾶστε τὰ κείμενα σὲ μορφὴ pdf):  Παρέμβαση καί κείμενο στήν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (Νοέμβριος 2016)

 

Ἄκουσα μέ προσοχή τήν Εἰσήγηση τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Σερρῶν καί Νιγρίτης κ. Θεολόγου καί τόν εὐχαριστῶ γιά τόν κόπο στόν ὁποῖο ὑποβλήθηκε, γιά τήν ὁμολογία τήν ὁποία ἔδωσε στήν ἀρχή καί γιά τίς προτάσεις του.

Μέ τά ὅσα θά ὑποστηρίξω στήν συνέχεια θά κάνω μερικές προεκτάσεις. Ἔχω συγγράψει ἕνα κείμενο πού θά καταθέσω στά Πρακτικά, ἐνῶ ἀναγκαστικά θά τονισθοῦν μερικά σημεῖα περιληπτικά γιά τό κρίσιμο ἕκτο κείμενο μέ τίτλο «Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί ὁ λοιπός Χριστιανικός κόσμος».

1. Ἡ προετοιμασία γιά τήν Σύνοδο αὐτή δέν ἦταν ἐπαρκής. Τό κείμενο πού καταρτίσθηκε ἀπό τήν Ε΄  Προσυνοδική Πανορθόδοξη Διάσκεψη δέν ἦταν σέ γνώση τῆς Ἱεραρχίας. Τό λάβαμε μετά τήν ὑπογραφή ἀπό τούς Προκαθημένους, τόν Ἰανουάριο 2016. Ἔπρεπε νά γίνη συζήτηση στήν Ἱεραρχία, πρίν ὑπογραφῆ ἀπό τούς Προκαθημένους.

Ἐπίσης, οἱ ἀντιπρόσωποί μας στήν Ε΄ Προσυνοδική Πανορθόδοξη Διάσκεψη ἐνημέρωσαν τήν Διαρκῆ Ἱερά Σύνοδο ὅτι τό τελικό κείμενο μέ τίτλο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν Χριστιανικόν κόσμον», «ἐκφράζει ἀπόλυτα τήν πανορθόδοξη θέση στά συγκεκριμένα θέματα μέ τρόπο ἰσορροπημένο καί στό πλαίσιο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησιολογίας, ὅπως αὐτή διετυπώθη καί διεσώθη ἀπό τήν πατερική καί συνοδική παράδοση τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας».

Αὐτές, ὅμως, οἱ διαπιστώσεις δέν εἶναι ὀρθές, γιατί τό κείμενο, ὅπως διατυπώθηκε ἀπό πολλούς, ἦταν προβληματικό, γι’ αὐτό καί διορθώθηκε.

 

 

Παρατηρεῖ κανείς στό τελικό κείμενο ἀντιφαντικά σημεῖα. Κατά τήν γνώμη μου δέν εἶναι κείμενο θεολογικό, ἀλλά διπλωματικό. Ὅμως, ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας δέν στηρίζεται σέ διπλωματικά κείμενα, ὅπως φάνηκε στήν ἱστορία ἀπό τήν «Ἔκθεση» τοῦ Ἡρακλείου καί τόν «Τύπο» τοῦ Κώνσταντος.

 

 

2. Ἡ Σύνοδος ἡ ὁποία συνῆλθε στήν Κρήτη, ὅπως ἐπανειλημμένως ἔχω τονίσει, ἦταν Σύνοδος τῶν Προκαθημένων μέ τίς συνοδεῖες τους.

Παρακολουθώντας τήν ὅλη ἐργασία τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης παρατηρῶ ὅτι ὑπάρχουν καί θετικά σημεῖα, τά ὁποῖα ἀναφέρθησαν στήν εἰσήγηση καί τά ἔχω ἐπισημάνει σέ κείμενό μου τό ὁποῖο δημοσιεύθηκε. Εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νά τό τονίσουμε αὐτό. Τά πρῶτα πέντε κείμενα εἶναι γενικά καλά, ὑπάρχουν καί μερικές ἐλλείψεις, γι’ αὐτό χρειάσθηκε νά ἐκφράσω γραπτῶς τίς ἐπιφυλάξεις μου σέ δύο περιπτώσεις. Τά δύο ἀπό τά πέντε κείμενα τά ὑπέγραψα μέ ρητές ἐπιφυλάξεις, ὡς πρός τήν ἔννοια τοῦ προσώπου καί ὡς πρός τίς ἐκκλησιολογικές συνέπειες τῶν μικτῶν γάμων.

3. Τό κείμενο πού ἀπετέλεσε τήν βάση τῆς Συνόδου ἦταν τό ἕκτο, μέ τίτλο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν Χριστιανικόν κόσμον». Τό τελικό κείμενο ἔχει πολλά προβλήματα, παρά τίς μερικές γενικές καλές διατυπώσεις. Μάλιστα, ὅταν δημοσιευθοῦν τά Πρακτικά τῆς Συνόδου, ὅπου ἀποτυπώνονται οἱ αὐθεντικές ἀπόψεις αὐτῶν πού ἀποφάσισαν καί ὑπέγραψαν τά κείμενα, τότε θά φανῆ καθαρά ὅτι στήν Σύνοδο κυριαρχοῦσαν ἡ θεωρία τῶν κλάδων, ἡ βαπτισματική θεολογία καί κυρίως ἡ ἀρχή τῆς περιεκτικότητος, δηλαδή ἡ διολίσθηση ἀπό τήν ἀρχή τῆς ἀποκλειστικότητος στήν ἀρχή τῆς περιεκτικότητος.

Τό ἕκτο αὐτό κείμενο δέν ἦταν ὥριμο γιά ἀπόφαση καί ὑπογραφή, γι’ αὐτό καί προτείναμε διάφορες διορθώσεις, οἱ ὁποῖες ὅμως δέν πέρασαν καί τίς ὁποῖες ἐπεσήμανα σέ ἕνα κείμενό μου, τό ὁποῖο ἀπέστειλα σέ ὅλα τά μέλη τῆς Ἱεραρχίας. Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι διορθώθηκε τό κείμενο στίς τέσσερεις γλῶσσες καί μετά τήν λήξη τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου.

Πάντως, παρατηρεῖ κανείς στό τελικό κείμενο ἀντιφαντικά σημεῖα. Κατά τήν γνώμη μου δέν εἶναι κείμενο θεολογικό, ἀλλά διπλωματικό. Ὅμως, ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας δέν στηρίζεται σέ διπλωματικά κείμενα, ὅπως φάνηκε στήν ἱστορία ἀπό τήν «Ἔκθεση» τοῦ Ἡρακλείου καί τόν «Τύπο» τοῦ Κώνσταντος.

Ἔπειτα, κατά τήν διάρκεια τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου στήν Κρήτη ἐλέχθησαν διάφορα παραποιητικά τῆς ἀληθείας, ὅσον ἀφορᾶ τόν ἅγιο Μάρκο τόν Εὐγενικό, τήν Σύνοδο τοῦ 1484 καί τό Συνοδικό κείμενο τῶν Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς, τό 1848, σέ σχέση μέ τήν λέξη Ἐκκλησία στούς ἀποκομμένους Χριστιανούς ἀπό τήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία.

 

 

Ὁ Λούθηρος, ἀλλά κυρίως ὁ Καλβίνος καί ὁ Σβίγκλιος, γιά νά δηλώσουν τήν ταυτότητά τους, ὅταν ἀποσπάσθηκαν ἀπό τήν Ρώμη, ἀνέπτυξαν τήν θεωρία περί ἀοράτου καί ὁρατῆς Ἐκκλησίας. Σύμφωνα μέ αὐτή τήν ἄποψη ἡ ἑνότητα τῆς ἀοράτου Ἐκκλησίας εἶναι δεδομένη, ἐνῶ οἱ ἐπί γῆς ὁρατές Ἐκκλησίες εἶναι διεσπασμένες καί ἀγωνίζονται νά βροῦν τήν ἑνότητα.

 

 

4. Στήν 6η παράγραφο τοῦ ἕκτου κειμένου  ἔγινε ἀποδεκτή ἀπό τίς ἄλλες παροῦσες Ἐκκλησίες ἡ νέα πρόταση πού ὑπέβαλε ἡ Ἐκκλησία μας.

Συγκεκριμένα, ἡ ἀπόφαση τῆς Ἱεραρχίας ἦταν: «ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία γνωρίζει τήν ἱστορικήν ὕπαρξιν ἄλλων Χριστιανικῶν Ὁμολογιῶν καί Κοινοτήτων μή εὑρισκομένων ἐν κοινωνίᾳ μετ' αὐτῆς».
Μετά τήν ἀντίδραση ἀπό ἄλλες Ἐκκλησίες, ἡ Ἐκκλησία μας πρότεινε νέα πρόταση: «Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀποδέχεται τήν ἱστορικήν ὀνομασίαν τῶν μή εὑρισκομένων ἐν κοινωνίᾳ μετ’ αὐτῆς ἄλλων ἑτεροδόξων Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν».

Κατ’ ἀρχάς δέν εἴχαμε ἐξουσιοδότηση τῆς Ἱεραρχίας νά διαπραγματευθοῦμε τίς ἀποφάσεις της, ὅπως ἔλεγαν πολλοί ἀπό τούς Ἱεράρχες πού ἤμασταν παρόντες.

Ἔπειτα, δέν ἔγινε συζήτηση γιά νά ἀποδεχθοῦμε τήν ἀλλαγή, ἁπλῶς ἔγινε ψηφοφορία καί μάλιστα μέ σπουδή. Θά μποροῦσαν νά υἱοθετηθοῦν ἄλλες προτάσεις ὅπως «λοιπός Χριστιανικός κόσμος», «μή ὀρθόδοξοι», «οἱ ἐκτός αὐτῆς» κλπ.

Ἀκόμη, μέ τήν νέα πρόταση ἔγιναν μερικές ἀλλαγές, πού κατά τήν γνώμη μου εἶναι προβληματικές, ἤτοι:

Ἀντικαταστάθηκε ἡ φράση «Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία γνωρίζει» μέ τήν φράση « Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀποδέχεται».

Ἀντικαταστάθηκε ἡ φράση «τήν ἱστορικήν ὕπαρξιν» μέ τήν φράση «τήν ἱστορικήν ὀνομασίαν». Δέν ὑπάρχει ὀνομασία χωρίς ὕπαρξιν, γιατί διαφορετικά ἐκφράζεται ἕνας ἐκκλησιολογικός νομιναλισμός. Τότε, ἄς δεχθοῦμε καί τήν ὀνομασία Μακεδονία στό Κράτος τῶν Σκοπίων, ἐπειδή ἐπικράτησε πολλά χρόνια.

Ἀντικαταστάθηκε ἡ φράση «Χριστιανικῶν Κοινοτήτων καί Ὁμολογιῶν» μέ τήν φράση «ἑτεροδόξων Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν». Ἡ λέξη «ἑτερόδοξος» σέ σχέση μέ τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία σημαίνει αἱρετικός. Ἑπομένως, τό νά ἀποδίδη κανείς τό ἐπίθετο ἑτερόδοξος στήν Ἐκκλησία δηλώνει τήν ἀντιφατικότητα.

Εἶναι χαρακτηριστικός ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ: «Οὐδέποτε διά μεσότητος, ἄνθρωπε, τά ἐκκλησιαστικά διωρθώθῃ. Μέσον ἀληθείας καί ψεύδους οὐδέν ἐστίν».

Ἐπίσης, πρέπει νά σημειωθῆ ὅτι ὁ ὅρος Ἐκκλησία δέν εἶναι περιγραφικός οὔτε εἰκόνα, ἀλλά δηλώνει τό πραγματικό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, σύμφωνα μέ τήν διδασκαλία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου «καὶ αὐτόν ἔδωκε κεφαλὴν ὑπὲρ πάντα τῇ ἐκκλησίᾳ, ἥτις ἐστὶ τό σῶμα αὐτοῦ, τό πλήρωμα τοῦ τὰ πάντα ἐν πᾶσι πληρουμένου» (Ἐφ. α΄,  22-23). Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία ταυτίζεται μέ τό Θεανθρώπινο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί ἐπειδή μία εἶναι ἡ Κεφαλή, ὁ Χριστός, καί ἕνα τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, γι' αὐτό «ἓν σῶμα καὶ ἓν Πνεῦμα, καθὼς καὶ ἐκλήθητε ἐν μιᾷ ἐλπίδι τῆς κλήσεως ὑμῶν· εἷς Κύριος, μία πίστις, ἓν βάπτισμα εἷς Θεός καὶ πατὴρ πάντων, ὁ ἐπὶ πάντων, καὶ διὰ πάντων, καὶ ἐν πᾶσιν ἡμῖν» (Ἐφ. δ΄,  4-6).

Ἔτσι, αὐτή ἡ νέα πρόταση ἐπ’ οὐδενί λόγῳ στοιχεῖ «στό πνεῦμα τῆς Ἱεραρχίας», ὅπως γράφηκε στό Δελτίο Τύπου τῆς ἡμέρας ἐκείνης (25-6-2016), ἀλλά εἶναι μιά διπλωματική πρόταση.

 

 

 

Στήν Σύνοδο κυριαρχοῦσαν ἡ θεωρία τῶν κλάδων, ἡ βαπτισματική θεολογία καί κυρίως ἡ ἀρχή τῆς περιεκτικότητος, δηλαδή ἡ διολίσθηση ἀπό τήν ἀρχή τῆς ἀποκλειστικότητος στήν ἀρχή τῆς περιεκτικότητος.

 

 

 

5. Τό σημαντικότερο ὅμως τῆς ὑποθέσεως εἶναι ὅτι ἡ νέα πρόταση, ἐνῶ φαίνεται ἐκ πρώτης ὄψεως ὅτι εἶναι ἀκίνδυνη, ἐν τούτοις εἶναι ἀντορθόδοξη. Γιά νά ὑποστηρίξω αὐτήν τήν ἄποψη θά ὑπογραμμίσω δύο θεολογικά σχόλια.

Τό πρῶτο σχόλιο εἶναι ὅτι ἡ ἄποψη ὅτι μπορεῖ νά χαρακτηρισθῆ μιά Ἐκκλησία ὡς ἑτερόδοξη-αἱρετική καταδικάσθηκε ἀπό τίς Συνόδους τοῦ 17ου αἰῶνος, μέ ἀφορμή τήν «Λουκάρειο Ὁμολογία», ἡ ὁποία φέρεται ὅτι γράφηκε ἤ υἱοθετήθηκε ἀπό τόν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Κύριλλο Λούκαρη. Πρόκειται γιά τήν φράση ὅτι «ἀληθές καί βέβαιον ἐστιν ἐν τῇ ὁδῷ δύνασθαι ἁμαρτάνειν τήν Ἐκκλησίαν, καί ἀντί τῆς ἀληθείας τό ψεῦδος ἐκλέγεσθαι». Οἱ ἀποφάσεις τῶν Συνόδων τοῦ 17ου αἰῶνος ἀποφάνθηκαν ὅτι ἡ Ἐκκλησία δέν μπορεῖ νά πλανᾶται.

Ἔτσι, ἤ ὑπάρχει Ἐκκλησία χωρίς αἱρετικές διδασκαλίες ἤ ὑπάρχει αἱρετική ὁμάδα πού δέν μπορεῖ νά ἀποκληθῆ Ἐκκλησία.

Τό δεύτερο θεολογικό σχόλιο εἶναι ὅτι ἡ νέα αὐτή πρόταση ἐκφράζει τήν προτεσταντική ἄποψη περί ἀοράτου καί ὁρατῆς Ἐκκλησίας, πού εἶναι μία «νεστοριανική ἐκκλησιολογία».

Στό τελικό κείμενο γράφεται: «Κατά τήν ὀντολογικήν φύσιν τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ἑνότης αὐτῆς εἶναι ἀδύνατον νά διαταραχθῆ». Ἐδῶ ὑπονοεῖται ἡ ἀόρατη Ἐκκλησία πού εἶναι ἑνωμένη, αὐτό σημαίνει τό ὀντολογικό. Στήν συνέχεια, ἡ φράση πού εἰσάγεται μέ τό «παρά ταῦτα» καί συνεχίζει «ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀποδέχεται τήν ἱστορικήν ὀνομασίαν τῶν μή εὑρισκομένων ἐν κοινωνίᾳ μετ’ αὐτῆς ἄλλων ἑτεροδόξων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν» ὑπονοεῖ τήν ὁρατή Ἐκκλησία πού εἶναι διεσπασμένη.

Ὁ Λούθηρος, ἀλλά κυρίως ὁ Καλβίνος καί ὁ Σβίγκλιος, γιά νά δηλώσουν τήν ταυτότητά τους, ὅταν ἀποσπάσθηκαν ἀπό τήν Ρώμη, ἀνέπτυξαν τήν θεωρία περί ἀοράτου καί ὁρατῆς Ἐκκλησίας. Σύμφωνα μέ αὐτή τήν ἄποψη ἡ ἑνότητα τῆς ἀοράτου Ἐκκλησίας εἶναι δεδομένη, ἐνῶ οἱ ἐπί γῆς ὁρατές Ἐκκλησίες εἶναι διεσπασμένες καί ἀγωνίζονται νά βροῦν τήν ἑνότητα.

Ὁ Λόσσκυ, σχολιάζοντας αὐτή τήν θεωρία, ἰσχυρίζεται ὅτι ἡ ἄποψη αὐτή εἶναι ἕνας «νεστοριανισμός ἐκκλησιολογικός» ὅταν χωρίζεται ἡ Ἐκκλησία στήν ἀόρατη καί ὁρατή, ὅπως δῆθεν χωρίζεται ἡ θεία μέ τήν ἀνθρώπινη φύση στόν Χριστό. Ἀπό τήν θεωρία αὐτή ξεκινοῦν ἄλλες θεωρίες, ὅπως ἡ θεωρία τῶν κλάδων, ἡ βαπτισματική θεολογία καί ἡ ἀρχή τῆς περιεκτικότητας.

6. Πρόταση

Κατόπιν ὅλων αὐτῶν νομίζω, ἐπειδή τό κείμενο ἔχει πολλές ἀντιφατικότητες, ἄν ἡ Ἱεραρχία δέν τό ἀπορρίψη, τότε τοὐλάχιστον πρέπει νά ἐπιφυλαχθῆ ὡς πρός τό περιεχόμενό του καί νά ἀποφασίση νά τύχη περαιτέρω ἐπεξεργασίας καί ἀναθεωρήσεως ἀπό μιά ἄλλη Σύνοδο, πού θά γίνη στό μέλλον.

Αὐτό τό στηρίζω στούς ἑξῆς λόγους:

α) Πολλοί κατάλαβαν ὅτι τό κείμενο αὐτό γράφηκε καί ἀποφασίσθηκε ἐν σπουδῇ καί δέν εἶναι ὁλοκληρωμένο, ἀφοῦ μάλιστα ὑπογραφόταν ἀπό τούς Ἀρχιερεῖς τήν Κυριακή τό πρωΐ, κατά τήν διάρκεια τῆς θείας Λειτουργίας.

β) Ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης ἐξέφρασε εὐχή τέτοιες Σύνοδοι νά ἐπαναλαμβάνονται τακτικά γιά ἐπίλυση διαφόρων θεμάτων. Ἄλλωστε ἔμειναν πολλές ἐκκρεμότητες, πού χρήζουν ἄμεσης ἀντιμετωπίσεως.

γ) Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἀντιόχειας θεώρησε αὐτήν τήν Σύνοδο ὡς Προσυνοδική, τό ὑποστήριξε καί ἡ Ἐκκλησία τῆς Σερβίας, ἀλλά πρόσφατα καί ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρουμανίας ἀποφάσισε ὅτι τά κείμενα πού ἀποφασίσθηκαν στήν Κρήτη μποροῦν νά διαφοροποιηθοῦν ἐν μέρει καί νά ἀναπτυχθοῦν ἀπό μιά μέλλουσα Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί νά τελειοποιηθοῦν, χωρίς τήν πίεση τοῦ χρόνου, καί μέ τήν πανορθόδοξη συναίνεση.

δ) Αὐτή εἶναι ἡ συνήθης πρακτική στό Ὀρθόδοξο συνοδικό σύστημα. Στίς Οἰκουμενικές Συνόδους γίνονταν πολλές Συνεδριάσεις, οἱ ὁποῖες κρατοῦσαν πολλά χρόνια. Ἐπίσης, ἔχουμε τήν Πενθέκτη Οἰκουμενική Σύνοδο πού συμπλήρωσε στό κανονικό δίκαιο τίς Ε΄   καί ΣΤ΄   Οἰκουμενικές Συνόδους, τήν Πρωτοδευτέρα Σύνοδο (861), καί ἀκόμη τίς ἡσυχαστικές Συνόδους ἐπί ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ (1341,1347,1351, 1368), πού θεωροῦνται ὡς μία Σύνοδο.

Μιά τέτοια πρόταση θά προλάβη σχίσματα πού μποροῦν νά δημιουργηθοῦν μέσα στήν Ἐκκλησία.

 

 

© 2015 Ἱερὰ Μητρόπολις Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου.