Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου: Η Ορθόδοξη νηπτική θεολογία της ΄Εκκλησίας ως μέθοδος θεραπείας (Δ)

Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

(συνέχεια από το προηγούμενο)

5. Η ορθόδοξη θεολογία σε σχέση με την υπαρξιακή ψυχολογία του Frankl και την σύγχρονη νευρολογία και ψυχιατρική

Αυτή η προοπτική που έχει η Εκκλησία μας, δεν είναι εντελώς αντίθετη και άσχετη με την σύγχρονη επιστήμη της ψυχοθεραπείας.

Όπως γνωρίζουμε από άλλες αναλύσεις, στον δυτικό Χριστιανισμό χάθηκε αυτή η νηπτική παράδοση της Εκκλησίας, και αναπτύχθηκαν άλλα είδη Χριστιανικής ζωής. Στους Παπικούς αναπτύχθηκε, με τον σχολαστικισμό, η υπερτροφική λογική που ετέθη στην βάση της Χριστιανικής αλλά και της εν γένει ζωής, και στους Προτεστάντες αναπτύχθηκε η ηθικιστική ζωή, που αφήνει ανεξέλεγκτο όλο τον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου. Ακριβώς για τον λόγο αυτόν, ευρισκόμενος ο δυτικός άνθρωπος μέσα στα στενά και απάνθρωπα πλαίσια του σχολαστικισμού και του πουριτανισμού, έφθασε στο σημείο να ανακαλύψη έναν άλλο τρόπο για να λύση τα ποικίλα προβλήματα και αυτός είναι η ψυχολογία, η ψυχανάλυση και η ψυχοθεραπεία. Επομένως, αυτή η ανακάλυψη είναι στην πραγματικότητα αναζήτηση της νηπτικής θεολογίας που έχει η Εκκλησία. Γι΄ αυτό και η προσφορά της Εκκλησίας μας στην αναζήτηση του δυτικού ανθρώπου είναι η προσφορά του θησαυρού που έχει και αυτός είναι η νηπτική - ησυχαστική παράδοση.

Μεταξύ των μεθόδων που ανακαλύφθηκαν στην Δύση για την θεραπεία των εσωτερικών καταστάσεων είναι και η λεγόμενη υπαρξιακή ψυχοθεραπεία, η οποία ονομάσθηκε από τον Frankl λογοθεραπεία, που αναφέρεται στην εύρεση νοήματος για την ζωή.

Ο Frankl στα κείμενά του κάνει λόγο, για το ότι η λογοθεραπεία είναι η εύρεση και αναζήτηση λόγου-νοήματος για την ζωή, για την διαφορά μεταξύ λογοθεραπείας και ψυχανάλυσης, για τις τρεις βασικές προϋποθέσεις της λογοθεραπείας “ελευθερία θέλησης, θέληση για νόημα, νόημα ζωής), για την τραγική τριάδα “πόνος, θάνατος και ενοχή), για τις νοογενείς και ψυχογενείς νευρώσεις, για το φαινόμενο της παράδοξης πρόθεσης, για την υπαρξιακή συνάντηση με τον λογοθεραπευτή κλπ. Αυτά είναι πολύ σημαντικά, γιατί προσεγγίζουν πολύ στην μέθοδο που έχει η Εκκλησία μας, χωρίς, βέβαια, να αγνοούμε τις ιδιαίτερες προϋποθέσεις μεταξύ των δύο.

Επίσης, πρέπει να λεχθή ότι, σήμερα στην Αμερική γίνεται αντιληπτό ότι τα προβλήματα που βασανίζουν τον άνθρωπο είναι σύνθετα και γι΄ αυτό πρέπει όλες οι επιστήμες να συνεργάζωνται μεταξύ τους, ακόμη και η επιστήμη πρέπει να χρησιμοποιήση και την γνώση που προέρχεται από τον θρησκευτικό χώρο, γιατί όλα τα προβλήματα του ανθρώπου είναι συνάρτηση των γονιδίων του και του περιβάλλοντος, καθώς επίσης και των ιδανικών που έχει θέσει στην ζωή του ο άνθρωπος.

Πριν λίγο καιρό διάβαζα στο Neurology, που είναι το επίσημο περιοδικό της Amerikan Society of Neurology, ένα άρθρο με τίτλο “Νευρολογία και ψυχιατρική, κλείνοντας τον μεγάλο διχασμό”, το οποίο συνέγραψαν τρεις αμερικανοί επιστήμονες, οι Price, Adams και Coyle.

Ενα από τα ενδιαφέροντα σημεία του είναι το ότι, ενώ πριν λίγο καιρό υπήρχε διάσταση απόψεων και μη συνεργασία μεταξύ ψυχιατρικής και νευρολογίας, ακόμη και στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, αφού “τό να καταφέρεις να καθίσουν στο ίδιο τραπέζι, τους νευρολόγους και ψυχιάτρους της εποχής, χωρίς την βοήθεια της αστυνομίας ήταν από μόνο του μεγάλο επίτευγμα” (σελ. 3-4), εν τούτοις σήμερα παρατηρείται ότι είναι ανάγκη να συνεργάζωνται μεταξύ τους, αφού σήμερα “τά θεμέλια της διάκρισης μεταξύ νευρολογίας και ψυχιατρικής σταδιακά εξαλείφονται. Ενας δεύτερος λόγος που συνηγορεί υπέρ της ενοποίησης νευρολογίας και ψυχιατρικής είναι η αναγνώριση ότι ψυχιατρικά συμπτώματα είναι συχνά και συνεισφέρουν σημαντικά στην νοσηρότητα των νευρολογικών ασθενειών καθώς και ότι πολλά χαρακτηριστικά των ψυχιατρικών παθήσεων μπορεί στην πραγματικότητα να έχουν νευρολογικό αίτιο” (σελ. 5).

Επίσης υπογραμμίζεται ότι, μέρα με την ημέρα με έρευνες και πειράματα αποδεικνύεται περίτρανα ότι “οι μοντέρνοι επιστήμονες έχουν επιβεβαιώσει ότι οι οργανισμοί είναι το αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης μεταξύ έκφρασης των γονιδίων και περιβάλλοντος”, ότι “η επιβίωση και πολλαπλασιασμός των νέων νευρώνων μπορεί να επηρεασθεί από την εμπειρία”, ότι “ο εγκέφαλος και το περιβάλλον έχουν ενεργό, σοβαρή επικοινωνία και επηρεάζουν το ένα το άλλο με αμφίδρομο τρόπο”, ότι “η σχιζοφρένεια, οι διαταραχές της διάθεσης, οι μανιοκαταθλιπτικές παθήσεις, παθήσεις πανικού, ο εθισμός και ο αυτισμός, τώρα αναγνωρίζονται ως ψυχιατρικές παθήσεις με υποκειμενικές βιολογικές αλλοιώσεις”, “ότι η έκφραση ενός γονιδίου είναι στενά συνδεδεμένη και μπορεί να αλλάξει με την επίδραση περιβαλλοντολογικών παραγόντων” κλπ. Μάλιστα οι αρθρογράφοι επιστήμονες αναφέρονται σε έρευνα, σύμφωνα με την οποία ο εγκέφαλος μιας ομάδας ανθρώπων, που έμαθαν να γράφουν και να διαβάζουν, έχει καλύτερη αντίδραση σε διάφορα γεγονότα. Όπως γράφουν “η μάθηση ανάγνωσης και γραφής κατά την παιδική ηλικία αλλάζει την λειτουργική νευροανατομία του εγκεφάλου, και ότι η απόκτηση μάθησης και άλλων επίκτητων ικανοτήτων μεταβάλλει την λειτουργία του εγκεφάλου και σε άλλες παρόμοιες εργασίες”. Οι επιστήμονες αυτοί αναφέρονται σ΄ ένα λόγο του Φρόϋντ, σύμφωνα με τον οποίο η φυσιολογία και η χημεία του μέλλοντος, θα δώσουν απαντήσεις σε τεθέντα ερωτήματα καί, όπως χαρακτηριστικά έλεγε, “μπορεί να είναι τέτοιας μορφής που θα αχρηστεύσουν τις τεχνητά φτιαγμένες υποθέσεις μας”. Ακριβώς για τον λόγο αυτόν, οι επιστήμονες αυτοί υποστηρίζουν ότι, είναι ανάγκη να συνεργάζωνται στενά η ψυχιατρική με την νευρολογία, καθώς επίσης “πρέπει να ενσωματώσουμε προοπτικές και από άλλους χώρους όπως κοινωνιολόγους, φιλοσόφους, ειδικούς θεμάτων δεοντολογίας και ηθικής, αντιπροσώπους θρησκειών, συμβουλευτικές ομάδες ασθενών, και ακόμη νομικούς”.

Επίσης παρατηρείται ότι, “εκτεταμένη συνεργασία μεταξύ νευρολογίας, ψυχιατρικής, νευροχειρουργικής, νευροφυσιολογίας, και άλλων επιστημών μπορεί να επικεντρωθεί 1) στο πώς βιολογικές λειτουργίες του εγκεφάλου δίνουν γένεση σε “ψυχικές” (mental) εκδηλώσεις, 2) στο πώς περιβαλλοντικοί παράγοντες τροποποιούν την βιολογική δομή του εγκεφάλου 3) στο πώς αυτές οι γνώσεις θα βοηθήσουν την “ψυχική( (mental) υγεία και στην ανάνηψη από βλάβες του εγκεφάλου” (σελ. 10). Έτσι “η ψυχιατρική θα συνεχίση τον μοναδικό κλινικό της ρόλο που περιλαμβάνει την διάγνωση και ταξινόμηση των “ψυχικών” (mental) παθήσεων, την μελέτη των σημαντικών σχέσεων μεταξύ του εγκεφάλου και των εμπειριών της ψυχοπαθολογίας και την εκτίμηση ειδικών φαρμακολογικών και ψυχολογικών παρεμβάσεων σε αυτές. Θα παραμείνη ο εκπρόσωπος της ιατρικής στην κοινωνία .... Η νευρολογία θα αυξήση την εμπλοκή της στην βασική και κλινική έρευνα σε διαταραχές συμπεριφοράς στις νευροψυχιατρικές παθήσεις...”.

Επομένως, είναι φανερό ότι χρειάζεται συνεργασία μεταξύ της νευρολογίας και ψυχιατρικής, αφού η νευρολογία θα εξετάζη τις επιπτώσεις του περιβάλλοντος και του ψυχισμού στον βιολογικό οργανισμό του ανθρώπου, και η ψυχιατρική θα εξετάζη τις επιπτώσεις της νευροβιολογίας στην ψυχολογική και κοινωνική συμπεριφορά του ανθρώπου. Αλλά και οι δύο αυτές επιστήμες πρέπει να δεχθούν τα πορίσματα των άλλων επιστημών, ακόμη και της θρησκείας, γιατί έχει υποστηριχθή ότι τα ιδανικά, η σχέση του ανθρώπου με τον Θεό και η επίδραση της σατανικής δυνάμεως, καθώς επίσης και της θείας ενεργείας, έχουν επιπτώσεις, θετικές ή αρνητικές, στην ψυχολογική, αλλά και βιολογική κατάσταση του ανθρώπου. Είναι γνωστόν από διάφορες μελέτες και έρευνες ότι, η πίστη του ανθρώπου στον Θεό έχει συνέπεια στον οργανισμό του, αλλά και έχει, ακόμη, διαπιστωθή ότι ο σατανάς ενεργεί δια του αρρωστημένου εγκεφάλου, όταν, βέβαια, συντρέχουν και άλλες πνευματικές προϋποθέσεις.

Αυτό πρέπει κυρίως να λεχθή για την Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία δεν είναι μια θρησκεία που ικανοποιεί τα συναισθήματα του ανθρώπου και του δίδει μια υπαρξιακή μεταφυσική “παρηγοριά”, σαν ένα είδος “ναρκωτικού”, αλλά τον φέρει σε συνάντηση “πρόσωπον προς πρόσωπον” με τον αληθινό Θεό, πράγμα το οποίο έχει σημαντικές ανθρωπολογικές και κοινωνικές επιπτώσεις. Η υπέρβαση του θανάτου, όπως φαίνεται στην ζωή των αγίων, αλλά και στην αφθαρσία των λειψάνων τους, δείχνει την αληθινότητα της θεραπείας και την μεγάλη προσφορά της Ορθοδόξου θεολογίας.

Βεβαίως δεν αρνείται κανείς την προσφορά της επιστήμης γενικά, αλλά και της νευρολογίας και ψυχιατρικής ειδικότερα στην ψυχολογική και σωματική υγεία του ανθρώπου. Ο άνθρωπος που βρίσκεται στην κατάσταση της πτώσεώς του μπορεί να βρη πολλούς τρόπους για να παρηγορήται, όπως εκείνος που είναι φυλακισμένος μπορεί να ξεπερνά την οδύνη της φυλακής του, χρησιμοποιώντας ποικίλες μεθόδους από την καθημερινή ζωή. Ενας Γέροντας έλεγε ότι οι άθεοι και όσοι ζουν εκτός της Εκκλησίας μπορούν να χρησιμοποιούν μερικούς ανθρώπινους και καθημερινούς τρόπους, προκειμένου να ξεκουρασθούν από την οδύνη που αισθάνονται. Και σε αυτό βοηθά η ψυχιατρική, η ψυχανάλυση, η ψυχολογία. Όμως το πρόβλημα δεν είναι μια ψυχολογική ανάπαυση και μια ανθρώπινη παρηγοριά, αλλά η υπέρβαση του θανάτου, η ένωση του ανθρώπου με τον Θεό. Αυτό επιτυγχάνεται μόνον με την ορθόδοξη θεολογία και την ορθόδοξη νηπτική παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Όλα τα ανθρώπινα μέσα και οι ψυχολογικοί τρόποι θεραπείας του ανθρώπου, καίτοι δημιουργούν μια αναψυχή, εν τούτοις κινούνται μέσα στην κτιστότητα, την φθαρτότητα και την θνητότητα, δηλαδή ευρίσκονται μέσα στην πεπτωκυία κατάσταση και δεν μπορούν να εξαγάγουν τον άνθρωπο από την περιοχή του θανάτου. Μόνον η μέθεξη της ακτίστου Χάριτος είναι εκείνη που δίνει άλλο νόημα και προοπτική στην θνητότητα και κτιστότητα του ανθρώπου, γιατί μόνον το άκτιστον μπορεί να βοηθήση τον κτιστό άνθρωπο να εξέλθη από τα όρια της κτιστότητός του.

Το συμπέρασμα αυτής της μικρής εισηγήσεως είναι ότι, εμείς οι Ορθόδοξοι έχουμε ένα μεγάλο θησαυρό και πλούτο, τον οποίο, δυστυχώς, εν πολλοίς αγνοούμε. Σήμερα με τις μελέτες που γίνονται, έρχεται στην επιφάνεια αυτός ο πλούτος. Όμως, παλαιότερα πολλοί θρησκευόμενοι κύκλοι στην Ελλάδα, αγνοούσαν αυτήν την ησυχαστική - νηπτική μέθοδο της Εκκλησίας, με αποτέλεσμα να ενθουσιάζωνται από τις δυτικές ανακαλύψεις που όπως είδαμε, ήταν αποτέλεσμα της άγνοιας της ορθοδόξου μεθόδου θεραπείας.

Είναι καιρός λοιπόν να μη αισθανόμαστε φτωχοί συγγενείς εν σχέσει με αυτά που γίνονται στον δυτικό χώρο, αλλά να εισδύσουμε στο βάθος του δικού μας πολιτισμού και της δικής μας παραδόσεως και να δούμε τα στοιχεία της. Άλλωστε αυτό είναι επιστημονικό γιατί ανταποκρίνεται στην λεγομένη διαπολιτιστική μέθοδο θεραπείας. Σε μας δεν ισχύει το λεγόμενο αγγλοσαξονικό πρότυπο, αλλά ένα άλλο πρότυπο που αναπτύσσεται από την όλη παράδοσή μας. Μπορούμε να προσλάβουμε μερικά στοιχεία από την δυτική παράδοση, αλλά αυτό το στοιχείο πρέπει να αφομοιωθούν ουσιαστικά μέσα στον δικό μας οργανισμό.

Γενικά, πρέπει να δώσουμε μεγαλύτερη προσοχή στην θεολογία του αγίου Γρηγορίου Νύσσης, του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, του Γέροντος Πορφυρίου και πολλών άλλων, διότι “παράγουν” αποδεδειγμένως θεραπευτικά αποτελέσματα.-

  • Προβολές: 1029

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance