Παναγιώτη Μελικίδη: Αποστολική Σύνοδος

του Παναγιώτη Μελικίδη, Θεολόγου

Τον Ιούνιο η Εκκλησία μας γιορτάζει τη Σύναξη των Δώδεκα Αποστόλων και μας δίνει την ευκαιρία να αναφερθούμε αναλυτικότερα στην Πρώτη Σύνοδο της Εκκλησίας (49μ. Χ), κατά την οποία συνήλθε το σώμα των Αποστόλων, για να λάβη κάποιες σημαντικές αποφάσεις, που σχετίζονται με το ζήτημα του τρόπου της Ιεραποστολής και της εισδοχής αυτών που δέχονταν το ευαγγελικό μήνυμα της σωτηρίας στους κόλπους της Εκκλησίας.

Την εποχή στην οποία αναφερόμαστε, δεν είχε λυθή το ζήτημα του τρόπου της εισόδου των εθνικών στο εκκλησιαστικό σώμα. Οι Ιουδαιοχριστιανοί των Ιεροσολύμων θεωρούσαν υποχρεωτική την τήρηση του μωσαϊκού νόμου και για τους εξ εθνών Χριστιανούς. Μάλιστα οι σχέσεις Ιουδαιοχριστιανών και των εξ εθνών Χριστιανών ήταν ιδιαίτερα τεταμένες στην Αντιόχεια και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό, ώστε οι αντίστοιχες κοινότητες να μην τελούν από κοινού την Ευχαριστιακή Σύναξη. Οι πρώτοι διακήρυσσαν στους δεύτερους ότι “εάν μη περιτμηθήτε τω έθει του Μωϋσέως, ου δύνασθε σωθήναι” (Πραξ. 16, 1), αγνοώντας ότι ο μωσαϊκός νόμος είναι βέβαια θεοδίδακτος, αλλά προετοιμάζει την εποχή της Χάριτος, που ήλθε με την ενσάρκωση του Δευτέρου Προσώπου της Αγίας Τριάδος. Ο Απόστολος Πέτρος με τον Απόστολο Βαρνάβα αντέκρουσαν την θέση των Ιουδαιοχριστιανών, αλλά η κατάσταση μεταξύ των δύο κοινοτήτων δεν άλλαξε. Έτσι αποφασίστηκε να σταλούν στα Ιεροσόλυμα ο Παύλος, ο Βαρνάβας και ο Τίτος, ώστε να διευθετηθή οριστικά το ζήτημα.

Μετά την άφιξή τους στην αγία πόλη έγινε σαφές ότι το ζήτημα έπρεπε να αντιμετωπισθή με υπευθυνότητα, γι΄ αυτό συγκλήθηκε η Αποστολική Σύνοδος, στην οποία συμμετείχαν όλοι οι Απόστολοι και οι Πρεσβύτεροι των Ιεροσολύμων. Αν μελετήσουμε προσεκτικά τις Πράξεις και την προς Γαλάτας Επιστολή, θα παρατηρήσουμε ότι ο Παύλος και ο Βαρνάβας έπεισαν τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη να ενστερνισθούν τις θέσεις τους. Μάλιστα ο Απόστολος Πέτρος ανέφερε στη Σύνοδο ότι και στους εξ εθνών Χριστιανούς δόθηκε από το Θεό “τό Πνεύμα το Άγιον, καθώς και ημίν” (Πράξ. 15, 8) και ότι δεν θα έπρεπε “επιθείναι ζυγόν επί τον τράχηλον των μαθητών, όν ούτε οι Πατέρες ημών ούτε ημείς ισχύσαμε βαστάσαι”. (Πράξ. 15, 10).

Τα δύο επιχειρήματα του Αποστόλου Πέτρου είναι σημαντικά. Με το πρώτο αποδεικνύει ότι η παροχή της Θείας Χάριτος δεν προϋποθέτει την πιστή τήρηση του μωσαϊκού νόμου και με το δεύτερο καταδεικνύει ότι η πλήρης τήρηση του μωσαϊκού νόμου ήταν ανέφικτη ακόμη και για τους Ιουδαίους.

Ο Ιάκωβος ακολουθεί την μέση οδό: από τη μια δεν θεωρεί αναγκαία για τους εξ εθνών Χριστιανούς την περιτομή, από την άλλη όμως θεωρεί ότι πρέπει να απέχουν “τών αλιγησμάτων των ειδώλων και της πορνείας, του πνικτού και του αίματος”. (Πράξ. 15, 20). Η θεόπνευστη απόφαση της Συνόδου συνδυάζει αμφότερες τις θέσεις: “έδοξεν γαρ τω πνεύματι των αγίω και ημίν μηδέν πλέον επιτίθεσθαι υμίν βάρος πλην τούτων το επάναγκες, απέχεσθαι ειδωλοθύτων και αίματος και πνικτών και της πορνείας” (Πράξ. 15, 28-29).

Ολοκληρωμένη η απόφαση της Συνόδου διασώζεται, όπως είδαμε, στο βιβλίο των Πράξεων. Όμως στην προς Γαλάτας Επιστολή ο Απόστολος Παύλος αναφέρει ότι ο μόνος όρος που τέθηκε στη Σύνοδο για τους εξ εθνών Χριστιανούς είναι η υποχρέωσή τους να μεριμνούν για τους φτωχούς. (Γαλ. 2, 10). Πώς εξηγείται το γεγονός ότι ο κορυφαίος των Αποστόλων δεν αναφέρει την απόφαση στην ολότητά της; Απλούστατα στη ροή του γραπτού λόγου ο Παύλος αναφέρεται περιστασιακά στη Σύνοδο και περιορίζεται στην ουσία μόνο της απόφασης, που απαλλάσσει τους εξ εθνών Χριστιανούς από την περιτομή, ώστε να αντιμετωπίση τους Ιουδαιοχριστιανούς, οι οποίοι ήταν προσκολλημένοι στο γράμμα του μωσαϊκού νόμου. Πάντως η απόφαση της Αποστολικής Συνόδου, κατά την οποία η συμβολή του Παύλου ήταν καίριας σημασίας, έθεσε τα θεμέλια και τις προϋποθέσεις των οικουμενικών προοπτικών του Χριστιανισμού.-

  • Προβολές: 948

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance