Κύριο ἄρθρο: Ἡ γλώσσα φορέας πολιτισμοῦ

Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

Όλοι οι γλωσσολόγοι και άλλοι επιστήμονες, αλλά και όσοι ασχολούνται με τα θέματα της γλώσσας και τις παραδόσεις ενός λαού υποστηρίζουν ότι η γλώσσα είναι παράγων και φορέας πολιτισμού. Με την γλώσσα εκφράζονται τα νοήματα και οι σκέψεις των ανθρώπων, περιγράφονται και αναλύονται έννοιες και καταστάσεις, με την γλώσσα επικοινωνούν οι άνθρωποι μεταξύ τους, με την γλώσσα μεταφέρεται ένας ολόκληρος πολιτισμός στις επόμενες γενιές. Γι’ αυτό και δίδουμε μεγάλη σημασία στην γλώσσα, ως παράγοντα και φορέα πολιτισμού. Ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Γεώργιος Μπαμπινιώτης σε συνέντευξή του στο περιοδικό “Τόλμη” έλεγε ότι “τό μέλλον της γλώσσας ενός λαού είναι ίδιο με το μέλλον του ίδιου του λαού”.

Αυτά τα γράφω με αφορμή ένα βιβλίο που διάβασα τελευταία γραμμένο από τον Andrew Robinson με τίτλο “Ο άνθρωπος που αποκρυπτογράφησε την Γραμμική Β” και αναφέρεται στον Μάϊκλ Βέντρις που “έσπασε” τον κώδικα της Γραμμικής γραφής Β και απέδειξε ότι πρόκειται για ελληνική γραφή, παρά τις μέχρι τότε επικρατούσες επιστημονικές απόψεις.

Ο όρος “Γραμμική γραφή κλάσεως Β” δόθηκε από τον αρχαιολόγο Έβανς που ανακάλυψε το ανάκτορο του Μίνωα στην Κνωσσό, όπου βρήκε πολλές επιγραφές με γλώσσα που θεωρείται η αρχαιότερη γραφή της Ευρώπης. Πρόκειται για μια γραφή “μέ πρωτόγονους χαρακτήρες, χαραγμένους πάνω σε πήλινες πινακίδες, οι οποίες άρχισαν να έρχονται στο φως πολύ σύντομα αφότου άρχισε τις ανασκαφές”. Η Γραμμική γραφή κλάσεως Β χρονολογείται μεταξύ των ετών 1250 έως 1450 π.Χ.

Εκτός από την Γραμμική Β βρέθηκε και άλλη γραφή γραμμένη πάνω σε πινακίδες που χρονολογείται μεταξύ των ετών 1450-1750 π.Χ., την οποία ο Έβανς ονόμασε Γραμμική γραφή κλάσεως Α΄.

Πέρα από τις δύο αυτές γραφές βρέθηκε και μια άλλη τρίτη εικονογραφική γραφή “μέ τις τρισδιάστατες εικόνες” που ο Έβανς ονόμασε “ιερογλυφική” και εντάσσεται στα χρονικά πλαίσια 1750 –2000 π.Χ.

Η Γραμμική Β για την οποία γίνεται εδώ λόγος, γιατί αυτή η γραφή σήμερα διαβάζεται, ενώ οι άλλες (Γραμμική γραφή Α και ιερογλυφική) δεν διαβάζονται ακόμη, ονομάστηκε έτσι, γιατί τα σύμβολα “αποτελούνται από γραμμές χαραγμένες πάνω σε μια επιφάνεια”. Η γραφή αυτή ήταν συλλαβική, και κάθε σύμβολο εκφράζει μια συλλαβή.

Ο Έβανς πίστευε ότι η Γραμμική Β δεν ήταν ελληνική, γι’ αυτό και την ονόμασε “μινωϊκή”. Μάλιστα πίστευε τότε ότι ο μινωϊκός πολιτισμός ήταν αρχαιότερος από τον μυκηναϊκό πολιτισμό και γι’ αυτό η μινωϊκή γλώσσα είναι γλώσσα προελληνική.

Οι αρχαιολογικές ανασκαφές και αναλύσεις σε ευρεθέντα αντικείμενα που έγιναν από άλλους αρχαιολόγους κατέδειξαν ότι πινακίδες με την Γραμμική Β βρέθηκαν, εκτός από την Κρήτη, και στην αρχαία Πύλο της Πελοποννήσου –στό ανάκτορο του Νέστορα– καθώς επίσης και στις Μυκήνες. Αυτό δείχνει την ενότητα των πολιτισμών, αλλά βέβαια δεν μπορούσε κανείς να τις διαβάση. Γίνονταν πολλές απόπειρες από πολλούς επιστήμονες, όπως τον Μπέννετ, τον Μάιρς, την Κόμπερ και όλοι θεωρούσαν ότι η Γραμμική Β δεν ήταν ελληνική, αλλά κατά πάσαν πιθανότητα ετρουσκική.

Ύστερα από διεργασίες πολλών ερευνητών ο ευφυής Άγγλος αρχιτέκτονας Μάικλ Βέντρις, με δικές του προσωπικές εργασίες, αξιοποιώντας εν πολλοίς και τις προηγούμενες μελέτες ειδικών ερευνητών, το έτος 1952 κατόρθωσε να “σπάση” τον κώδικα της Γραμμικής Β και να την διαβάση. Μελέτησε την συχνότητα της εμφανίσεως των φωνηέντων, την συλλαβική ορθογραφία, τις κλητικές καταλήξεις κλπ. Και βεβαίως απέδειξε, αναιρώντας και τις δικές του προηγούμενες αντίθετες απόψεις, ότι η Γραμμική Β που εμφανίζεται στην Κνωσσό, την Πύλο και τις Μυκήνες, δηλαδή την Κρήτη και την Ηπειρωτική Ελλάδα, είναι ελληνική γραφή και κατ’ επέκταση παραπέμπει και εκφράζει έναν ενιαίο πολιτισμό. Πρόκειται για μια ελληνική γλώσσα που είναι χίλια χρόνια αρχαιότερη του Πλάτωνα. Και αυτό το διεπίστωσε συγκρίνοντας την αποκρυπτογραφημένη Γραμμική Β με λέξεις ομηρικές και παρατηρώντας την σχέση που υπάρχει μεταξύ αυτής της Γραμμικής Β με τις ομηρικές λέξεις τοπωνυμίων και εκφράσεων.

Παράλληλα με τις ανακαλύψεις του Βέντρις συνεχίζονταν οι ανασκαφές. Έτσι ο Αμερικανός αρχαιολόγος Μπλέγκεν έκανε ανασκαφές στο “ανάκτορο του Νέστορος” στην Πύλο και ο Άγγλος αρχαιολόγος Γουέις συνέχισε τις ανασκαφές στις Μυκήνες. Το αποτέλεσμα των ανασκαφών έφερε στην επιφάνεια τετρακόσιες νέες πινακίδες στην Πύλο και σαράντα στις Μυκήνες που ήταν γραμμένες με την Γραμμική Β.

Τελικά ο Βέντρις θα δηλώση σε εκπομπή στο BBC την 1 Ιουλίου 1952: “Για πολύ καιρό πίστευα κι εγώ ότι τα ετρουσκικά θα μπορούσαν να μας παράσχουν τις ενδείξεις που ψάχναμε, όμως κατά την διάρκεια των τελευταίων εβδομάδων κατέληξα στο συμπέρασμα ότι οι πινακίδες της Κνωσσού και της Πύλου πρέπει, τελικά, να είναι γραμμένες στην ελληνική –μιά δύσκολη και αρχαϊκή ελληνική, δεδομένου ότι είναι πεντακόσια χρόνια αρχαιότερη απο τον Όμηρο και γραμμένη με ένα μάλλον συντομογραφικό τρόπο, αλλά πάντως ελληνική”.

Ακόμη στην ίδια εκπομπή υποστήριξε την άποψη ότι στο εξής δεν πρέπει να λέγεται ότι η γλώσσα των πινακίδων που βρέθηκαν στην Κνωσσό και την Πύλο και χαρακτηρίζεται ως Γραμμική Β είναι “μινωϊκή” γραφή, αλλά να χαρακτηρίζεραι ως “μυκηναϊκή ελληνική” γραφή και επομένως αυτή η γραφή δεν ήταν γλώσσα των Μινωιτών του Έβανς, αλλά του πολιτισμού της Ηπειρωτικής Ελλάδος που είχε κέντρο τις Μυκήνες και στην πραγματικότητα πρόκειται για έναν πολιτισμό που προηγήθηκε του πολιτισμού των κλασσικών Ελλήνων.

Ο Βέντρις συνεργάσθηκε με τον εγκρατή φιλόλογο Τσάντγκουικ και οι δύο μαζί συνέγραψαν και κυκλοφόρησαν το σχετικό βιβλίο με τίτλο “Έγγραφα σε Μυκηναϊκά Ελληνικά”, το οποίο αποτελείται “από πέντε εισαγωγικά κεφάλαια για την ίδια την αποκρυπτογράφηση και για το τί αποκαλύφθηκε σχετικά με το μυκηναϊκό σύστημα γραφής, την γλώσσα, τα κύρια ονόματα και την κοινωνία, ακολουθούμενα από την λεπτομερή ερμηνεία τριακοσίων πινακίδων Γραμμικής Β , ομαδοποιημένων σε κεφάλαια "όπως ζώα και αγροτικά προϊόντα" και "υφάσματα, αγγεία και έπιπλα" και από ένα εκτεταμένο λεξιλόγιο μυκηναϊκών λέξεων”.

Ο Βέντρις απέκτησε μεγάλη δόξα από την ανακάλυψη αυτή, αλλά δυστυχώς σε ηλικία μόλις 34 ετών σκοτώθηκε σε αυτοκινητικό δυστύχημα τα μεσάνυκτα της 5ης Σεπτεμβρίου του έτους 1956. Επαινέθηκε από πολλούς εγκρατείς φιλολόγους, ακόμη και όσο ζούσε, που τον γνώρισαν ως έναν άνθρωπο με καλή διάθεση, που διακρινόταν για την τελειομανία του, την ιδιοφυΐα του, αλλά και για την μετριοφροσύνη και την σεμνότητά του.

Διάβασα με ενδιαφέρον το βιβλίο αυτό και είδα όλη την ιστορία πώς κατέληξε ο Βέντρις να “σπάση” τον κώδικα της Γραμμικής Β, τα στάδια τα οποία πέρασαν οι προ αυτού επιστήμονες, αλλά και ο ίδιος, καθώς και την αντιστοιχία των συμβόλων της Γραμμικής Β με την γλώσσα του Ομήρου, και γενικά με την μεταγενέστερη ελληνική γλώσσα. Και με όλα αυτά φαίνεται η κοινή ελληνική παράδοση και ο κοινός ελληνικός πολιτισμός. Και βέβαια η Γραμμική Β είναι η αρχαιότερη γραφή στην Ευρώπη.

Τα όσα ανέφερα προηγουμένως έχουν μεγάλη αξία για δύο βασικούς λόγους.

Ο ένας διότι δείχνουν την διαχρονική παρουσία της ελληνικής γλώσσης, τεσσάρων χιλιάδων ετών, με τις διάφορες γραφές της. Με τις ανακαλύψεις του Βέντρις παρατηρούμε ότι η γραπτή ελληνική γλώσσα ανάγεται –μέ τις έως τώρα ανακαλύψεις, μας περιμένουν όμως και άλλες εκπλήξεις– έως το 1500 π.Χ. και βεβαίως υπάρχει ακόμη και η παράδοση –πού δεν έχει ακόμη διαβαστή- που φθάνει έως το 2000 π.Χ. Είναι σημαντικό να σκεπτόμαστε ότι η Γραμμική Β της οποίας πινακίδες βρέθηκαν στην Κνωσσό της Κρήτης, και την ηπειρωτική Ελλάδα, ήτοι τις Μυκήνες και την Πύλο, μαζί με την Γραμμική γραφή Α΄ και την ιερογλυφική, δείχνουν την έντονη παρουσία του ελληνισμού σε όλες τις περιόδους του ιστορικού βίου.

Ο δεύτερος είναι ότι η γλώσσα δεν είναι απλώς μια μορφή επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων, αλλά κυρίως και προ παντός είναι φορέας πολιτισμού. Όπως με τις ανασκαφές βρίσκουμε τα στοιχεία του πολιτισμού του παρελθόντος, έτσι και με την γλώσσα, και μάλιστα πολύ περισσότερο με αυτήν, μπορούμε να δούμε τον πολιτισμό και τον τρόπο ζωής των κοινωνιών της εποχής εκείνης. Απώλεια μιας γλώσσας ή μιας γραφής της συνίσταται στην απώλεια ενός πολιτισμού.

Και αυτό, βέβαια, δείχνει το πώς πρέπει να σεβόμαστε την γλώσσα, να μη την υπονομεύουμε, αλλά και να την ενισχύουμε ποικιλοτρόπως. Και αυτό λέγεται για την σημερινή εποχή, στην οποία παρατηρείται μια λεξιπενία, καθώς το λεξιλόγιο των συγχρόνων Ελλήνων έχει πτωχύνει. Οι άνθρωποι έχουν περιορίσει την γλώσσα που μιλούν σε έναν μικρό αριθμό λέξεων και έτσι με διαφόρους τρόπους η γλώσσα υποβαθμίζεται, αφού μάλιστα τις περισσότερες φορές δέχεται και από ξένες γλωσσικές επιδράσεις.

Γι’ αυτό χρειάζεται να δώσουμε πολύ μεγάλη σημασία στην γλώσσα μας, ως φορέα και παράγοντα πολιτισμού και όχι μόνον δεν πρέπει να την υποβαθμίζουμε, αλλά να βρίσκουμε συνεχώς τρόπους να την αναβαθμίζουμε, ώστε να έχουμε την δυνατότητα να επικοινωνούμε με τον πολιτισμό που καλλιέργησαν οι πρόγονοί μας. Είναι σημαντικό το γεγονός να έχουμε εμείς οι Έλληνες, με την γλώσσα, μια τέτοια διαχρονική παρουσία στα γράμματα και τον πολιτισμό, αλλά να έχουμε και την δυνατότητα να μελετούμε κείμενα που γράφηκαν πάνω από τρεις χιλιάδες χρόνια και τώρα με την αποδικωποίηση της Γραμμικής Β να διαβάζουμε κείμενα τρισήμιση χιλιάδων ετών. Ελπίζουμε δε να “σπάση” και ο κώδικας και της Γραμμικής Α, αφού όπως λέγεται προχώρησαν οι έρευνες, και της ιερογλυφικής, ώστε να δούμε, ακόμη καλύτερα, την διαχρονική αξία της ελληνικής γλώσσης με τις πολλές διαλέκτους της, της ιστορικής ελληνικής συνέχειας και του πολιτισμού.

Η γλωσσική παιδεία, που είναι παράγοντας πολιτισμού, δεν συνίσταται απλώς στην μεταφορά της γλώσσας μας από την αρχαία στην δική μας σύγχρονη πραγματικότητα, αλλά κυρίως και προ παντός συνίσταται στην ανύψωσή της και την εύρεση του “πνεύματος” που μεταφέρει. Δεν είναι, δηλαδή, θέμα μετάφρασης, αλλά κυρίως θέμα μύησης στον πολιτισμό της και την διατήρηση της ιστορικής της συνέχειας. Άλλωστε αυτό έκανε το λεγόμενο κίνημα του “αττικισμού” του 1ου αιώνα π.Χ., όταν διαπίστωναν ότι φθειρόταν η ελληνική γλώσσα, με την κοινή ελληνιστική διάλεκτό της. Αυτό το βλέπουμε και στην ζωή και το έργο των αγίων Πατέρων μας, με την λατρεία και την δογματική έκφραση, αφού οι Πατέρες προσπαθούσαν να ανεβάζουν την έκφραση της γλώσσης και προσπαθούσαν να ανυψώσουν τους ανθρώπους στο ύψος της γλώσσας και του πολιτισμού, καθώς και στο ύψος της θεολογίας που μεταφέρει η ελληνική γλώσσα. Είναι χαρακτηριστική η έκφραση που συναντούμε σε ένα τροπάριο: “Τω βραχεί ρήματι και πολλή συνέσει θεοπνεύστως απεφθέγξαντο…”.

Όταν μελετούμε κείμενα των αρχαίων διαλέκτων της γλώσσας μας, μας δίδεται η δυνατότητα να αναβαπτίζουμε και την σύγχρονη διάλεκτο πού, εν πολλοίς, έχει ευτελισθή σε μεγάλο βαθμό. Με την διατήρηση δε αυτού του γλωσσικού πλούτου μπορούμε να κρατήσουμε και την γλώσσα της Εκκλησίας, των Πατέρων των Οικουμενικών Συνόδων, αφού εκείνοι αγωνίσθηκαν σκληρά για να εκφράσουν τις αποκαλυπτικές εμπειρίες τους με τους όρους της ελληνικής γλώσσης, οπότε και αυτή η έκφραση αποτελεί τώρα τμήμα της παραδόσεως μας.

Τελειώνω με την παρατήρηση του Πρύτανη του Πανεπιστημίου Αθηνών και ειδικού Γλωσσολόγου κ. Γεωργίου Μπαμπινιώτη ότι “η Γλώσσα είναι η έκφρασή μας, η πραγματικότητά μας, είναι η ιστορία μας, η ζωή μας με κάποιο τρόπο, είναι η νοοτροπία μας, είναι η ταυτότητά μας”. Και θα μπορούσα να προσθέσω ότι είναι η θεολογική και εκκλησιαστική μας ιστορία και ζωή.-

Ετικέτες: ΚΥΡΙΟ ΑΡΘΡΟ

  • Προβολές: 1315

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance