Διάλογος π. Σωφρονίου και Μπάλφουρ (Γ)

Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

(συνέχεια από το προηγούμενο)

στ) “Τριαδική συμμαχία”

Διάλογος π. Σωφρονίου και Μπάλφουρ (Γ)Έχουμε την δυνατότητα στο βιβλίο αυτό που μελετούμε να δούμε τον στενό σύνδεσμο μεταξύ αγίου Σιλουανού, Γέροντος Σωφρονίου και Μπάλφουρ, και αυτός ο πνευματικός σύνδεσμος ονομάζεται από τον Γέροντα “τριαδική συμμαχία”. Κυρίως έχουμε την ευκαιρία να δούμε την συνομιλία και τις απαντήσεις του αγίου Σιλουανού. Παρατηρεί κανείς έναν σύνδεσμο μεταξύ των τριών αυτών προσώπων που εκδηλώνεται με ανταλλαγή επιστολών, με προσωπική επικοινωνία και προσευχές.

Ο Μπάλφουρ πηγαίνει στο Όρος για άλλη εργασία και τον πρώτο μοναχό που συναντά είναι ο άγιος Σιλουανός που του υποδεικνύει τί πρέπει να κάνη. Ο άγιος Σιλουανός αναθέτει στον Γέροντα Σωφρόνιο τον Μπάλφουρ για να τον καθοδηγήση στην πνευματική του αναζήτηση. Ο Γέροντας Σωφρόνιος, αισθανόμενος την μεγάλη και υπεύθυνη διακονία, εξασκεί με φόβο και τρόμο αυτήν την αποστολή και ερωτά συνεχώς τον άγιο Σιλουανό για το πώς πρέπει να αντιμετωπίση τα προβλήματα που τίθενται, εκείνος απαντά και ο Γέροντας Σωφρόνιος υπακούει και διαβιβάζει την εντολή του Οσίου στον Μπάλφουρ. Ο Μπάλφουρ κατά καιρούς, ενώ εκτιμά τα δύο αυτά πρόσωπα, αδυνατεί να ακολουθήση την συμβουλή τους και αυτό του στοιχίζει πνευματικά, γιατί τα πνευματικά λάθη πληρώνονται πολύ ακριβά, και έτσι εκφράζεται ο λεγόμενος πνευματικός νόμος.

Στην αλληλογραφία αυτή μπορούμε να δούμε τον ήρεμο, διακριτικό και φωτισμένο τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει τα θέματα ο όσιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, την μεγάλη και αδιάκριτη υπακοή του Γέροντος Σωφρονίου στον άγιο Σιλουανό, αλλά και την ανυπακοή του Μπάλφουρ στον φωτισμένο και αποκαλυπτικό λόγο του αγίου Σιλουανού και κατ’ επέκταση και στον λόγο του Γέροντος Σωφρονίου. Αύτή ήταν μια από τις μεγάλες διαφορές μεταξύ του π. Σωφρονίου και του Μπάλφουρ έναντι του οσίου Σιλουανού και γενικά έναντι των θεμάτων της πνευματικής ζωής. Ο Γέροντας Σωφρόνιος ενεργούσε ησυχαστικά, ενώ ο Μπάλφουρ ορθολογιστικά-σχολαστικά. Η υπακοή του Γέροντος Σωφρονίου στον άγιο Σιλουανό ήταν πηγή ζωής και ασφαλής δρόμος πορείας και αυξήσεως της πνευματικής του πείρας που ήδη είχε, γι’ αυτό άλλωστε και μπορούσε να καθοδηγήση ορθόδοξα τους άλλους για την αξία της υπακοής στους πνευματικούς πατέρας, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο ο Πνευματικός πατέρας καθοδηγεί τα πνευματικά του παιδιά, ενώ η ανυπακοή οδήγησε τον Μπάλφουρ σε αρνητικές καταστάσεις.

Σε κάποια επιστολή διασώζεται –μοναδικό γεγονός μεγάλου ενδιαφέροντος– ο διάλογος του Γέροντος Σωφρονίου με τον άγιο Σιλουανό για θέμα που αφορούσε τον Μπάλφουρ. Στον αποκαλυπτικό αυτόν διάλογο θαυμάζουμε τον τρόπο με τον οποίο ενεργούσε ο άγιος Σιλουανός, το πώς δηλαδή, ανελάμβανε την πνευματική καθοδήγηση, ο τρόπος με τον οποίο την εξασκούσε, αλλά και το “πνεύμα” της εν Χριστώ ελευθερίας το οποίο τον διέκρινε. Πολύ σημαντικός ο λόγος του αγίου Σιλουανού: “Αλήθεια, είναι σαν μικρό παιδί. Εγώ σαν "νταντά" τον συγκρατούσα από τη συμφορά, για να μη σπάσει το κεφάλι του. Αλλά ας ζήσει στην Ελλάδα. Αυτό θα είναι ενδιαφέρον ακόμη και από πλευράς εμπειρίας... Συγκρίνει λοιπόν τις προσευχές με μαντείο; Τότε φθηνά μας εκτίμησε... Εμείς δεν σφετεριζόμαστε την ελευθερία του... έχασε την πίστη, και χωρίς πίστη δεν θα υπάρξει όφελος... Για ποιόν λόγο να ερίζουμε. Γράψτε του ότι εμείς δεν θα τον μεταπείσουμε... Είδα ότι, αν του φερθούμε αυστηρά, τότε θα αγανακτήσει”.

Από όλην αυτήν την αλληλογραφία φαίνεται έντονα και η λεπτότητα με την οποία πλησίαζε τον άγιο Σιλουανό ο Γέροντας Σωφρόνιος, καίτοι ο ίδιος είχε μεγάλη και εφάμιλλη πείρα με εκείνην του αγίου Σιλουανού. Η στάση του απέναντί του είναι στάση υποτακτικού προς Γέροντα, μαθητού προς δάσκαλο, γι’ αυτό ο Θεός τον διαφύλαξε και του αύξησε τα πνευματικά του χαρίσματα. Και διεπίστωσα ότι ο τρόπος με τον οποίο χειριζόταν ο άγιος Σιλουανός την περίπτωση του Μπάλφουρ ήταν ο ίδιος με τον τρόπο που εργαζόταν και ο Γέροντας Σωφρόνιος, ήτοι υποδείκνυε σε κάποιον τον δρόμο που έπρεπε να ακολουθήση, και στην συνέχεια άφηνε να εκδηλωθή η ελευθερία του υποτακτικού. Ένα “αεράκι ελευθερίας” πρέπει να ρέη μεταξύ Γέροντος και υποτακτικού, όπως έλεγε.

ζ) Η επιστροφή των ετεροδόξων στην Ορθοδοξία

Μπορεί κανείς διαβάζοντας τις επιστολές αυτές να παρατηρήση ότι δεν είναι εύκολη η επιστροφή των ετεροδόξων στην ορθόδοξη πίστη και στην Ορθόδοξη Εκκλησία, επειδή έχουν να παλέψουν με την ίδια τους την φύση που έχει ποτισθή από τον τρόπο με τον οποίον έζησαν από την γέννησή τους. Η αίρεση έχει αλλοιώσει την θεολογία, όλες τις δυνάμεις της ψυχής –τό λογιστικό, το επιθυμητικό και το θυμικό– όλον τον τρόπο σκέψεως και ζωής. Το δόγμα συνδέεται στενά με την πνευματική ζωή, οπότε όταν αλλοιώνεται το δόγμα, τότε αυτό έχει συνέπειες και στην πνευματική ζωή του ανθρώπου.

Και αυτό σημαίνει ότι ο ετερόδοξος, όταν έρχεται στην Ορθόδοξη Εκκλησία, πρέπει να περάση μέσα από ένα καμίνι μετανοίας αλλοιώσεως και αναγεννήσεως όλου του τρόπου σκέψεως και ζωής και αυτό θα πρέπει να γίνη κατά το διάστημα πολλών ετών. Η καλή διάθεση για την Ορθοδοξία που έχει κάποιος, προκειμένου να γίνη βίωμα καρδιακό, πρέπει να περάση μέσα από πολυχρόνια ασκητική και σταυρική ζωή, κάτω από την καθοδήγηση εμπείρου Πνευματικού πατρός. Διαφορετικά θα μείνη ο παλαιός εαυτός με αποτέλεσμα να επανέρχεται συχνά η απιστία και η διάθεση επιστροφής στην παλαιό τρόπο ζωής.

Αλλά και ο πνευματικός καθοδηγός πρέπει να σταυρωθή κατά την διάρκεια αυτής της πνευματικής καθοδηγήσεως. Πρόκειται για μια αναγέννηση που γίνεται με την Χάρη του Θεού. Και όπως είναι γνωστόν σε αυτήν την σταυρική πορεία ο Πνευματικός καθοδηγός δέχεται τις επιθέσεις του καθοδηγούμενου, που τον θεωρεί υπαίτιο για τις ταλαιπωρίες του. Στην αλληλογραφία αυτή που μελετούμε διασώζεται ένας λόγος του αγίου Σιλουανού: “Μερικοί ζητούν συμβουλή. Τους λές. Δεν θέλουν να υπακούσουν, τους είναι βαρύ αυτό. Έτσι αρχίζουν ακόμη και να σε εχθρεύονται”. Αν συμβαίνη αυτό με όλους τους καθοδηγούμενους που είναι ορθόδοξοι από την γέννησή τους, δηλαδή γεννήθηκαν σε ορθόδοξα περιβάλλοντα, πολύ περισσότερο αυτό συμβαίνει με τους προερχομένους από άλλους “κόσμους”, δηλαδή γεννήθηκαν και ανατράφηκαν σε δυτικά περιβάλλοντα με άλλες θεολογικές παραδόσεις και χρειάζονται υπεράνθρωπες προσπάθειες για να απαλλαγούν από τον κόσμο της πλάνης και της αιρέσεως που είχε γίνει φύση και τρόπος σκέψεως και ζωής.

Γι’ αυτό συνήθως ο Γέροντας Σωφρόνιος έλεγε για κάποιον που επιστρέφει στην Ορθοδοξία ότι χρειάζονται πάνω από είκοσι χρόνια, από τότε που βαπτίσθηκε Ορθόδοξος Χριστιανός, με καθοδήγηση εμπείρου Πνευματικού πατρός, για να είμαστε βέβαιοι ότι έμαθε να ζη ορθόδοξα και το ορθόδοξο δόγμα έγινε τρόπος ζωής του.

η) Ορθόδοξη Εκκλησία και άλλες παρατάξεις και ομολογίες

Στο βιβλίο αυτό που μελετάμε, παρά το ότι ο επιστολογράφος δεν ενδιαφέρεται τόσο με ιστορικά ζητήματα της Εκκλησίας, εν τούτοις, επειδή έπρεπε να καθοδηγήση τον συγκεκριμένο άνθρωπο, καταγράφονται πολλές πτυχές του ιστορικού βίου του Χριστιανισμού και της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Ο Γέροντας Σωφρόνιος σε διάφορες επιστολές του προς τον Μπάλφουρ του αναλύει την ζωή της Ορθοδόξου Εκκλησίας, που την κάνει να ξεχωρίζη από κάθε άλλη θρησκεία και Χριστιανική Ομολογία. Μέσα στην Εκκλησία μπορεί κανείς να ζήση το μυστήριο του Σταυρού και της Αναστάσεως του Χριστού. Η θέα του ακτίστου Φωτός, η αίσθηση της θείας Χάριτος κατά την θεία Λειτουργία και την άσκηση, η εσωτερική ειρήνη και πληροφορία, η ιερά ησυχία και η προσευχή κ.ά., όλα αυτά δείχνουν την αλήθεια της Ορθοδόξου Παραδόσεως, που υπάρχει πλούσια μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Γι’ αυτό και σε μια επιστολή του γράφει: “Τρία πράγματα δεν μπορώ να κατανοήσω: 1) πίστη χωρίς δόγμα 2) χριστιανισμό έξω από την Εκκλησία 3) χριστιανισμό χωρίς άσκηση”. Αλλού γράφει “ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία διακρίνεται από όλες τις άλλες εκκλησίες σε τρία επίπεδα, γιατί : α) μόνη αυτή αληθεύει πλήρως στην θεολογία της, β) μόνη αυτή γνωρίζει το μυστήριο της χάριτος, της αγίας ζωής, και διαφυλάσσει στην πληρότητα τη θεία χάρη, και γ) είναι η αρχαιότερη, η θεμελιώδης, η βασική, από την οποία αποσχίσθησαν κατά καιρούς μεγαλύτερα ή μικρότερα τμήματα”.

Μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία, παρά τα κατά καιρούς παρουσιαζόμενα προβλήματα, μπορεί κανείς να ζήση την μεγάλη Χάρη του Χριστού. Ο Γέροντας Σωφρόνιος στις επιστολές αυτές αναφέρεται σε προβλήματα του ιστορικού βίου της Εκκλησίας, στις εθνοφυλετικές διακρίσεις και διαφορές, σε αντικανονικές και άλλες εμπαθείς καταστάσεις, αλλά παρά ταύτα υποστηρίζει ότι μέσα στην Εκκλησία αυτή υπάρχει η θεία Χάρη. Γράφει σε ένα σημείο: “Κι εγώ χιλιάδες φορές έζησα και ζώ στενοχώριες, αλλά τις υπομένω, γιατί από την Εκκλησία δέχομαι και θετικά δώρα”. Τονίζει την υπακοή στις υποδείξεις του Επισκόπου του και μάλιστα του Επισκόπου που υπάγεται υπό την άμεση καθοδήγηση και εξάρτηση από το Πατριαρχείο της Μόσχας και όχι από άλλες εκκλησιαστικές παρατάξεις, διότι αυτή η διευθέτηση “είναι η καλύτερη καί, από κανονικής πλευράς, η ορθότερη”. Φαίνεται και σε αυτό το σημείο ο σεβασμός του προς τους κανονικούς θεσμούς της Εκκλησίας, παρά τα υφιστάμενα προβλήματα.

Για να καθοδηγήση τον συνομιλητή του υποδεικνύει τα λάθη της “Καθολικής Εκκλησίας”, αναλύει διάφορα φαινόμενα, όπως τα λεγόμενα στίγματα του σταυρού, τις δογματικές διαφορές, την οργάνωσή της που εκκοσμικεύθηκε από πλευράς θεσμών, την αλλοίωση στο δόγμα και την πνευματική ζωή, στην μετάνοια και την εξομολόγηση. Γράφει ότι “στον Ρωμαιοκαθολικισμό όμως (σε σύγκριση με την Ορθοδοξία) υπάρχουν πολλά βασικά σφάλματα, τόσο από δογματικής απόψεως, όσο και από πλευράς πνευματικής ζωής”. Δίνει μεγάλη σημασία στο ότι καταπατείται και περιφρονείται η νοερά εργασία και προσευχή των ορθοδόξων ασκητών και μάλιστα το λάθος του “Ρωμαιοκαθολικισμού” είναι ότι “μερικοί Πατέρες που διέπρεψαν περισσότερο στη νοερά αυτή εργασία εκλαμβάνονται (από αυτόν) ως ιδιαίτερα κακόβουλοι αιρετικοί, όπως για παράδειγμα ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς”. Παρά ταύτα δεν το θεωρεί καλό να κάνη αυτήν την αντιρρητική εργασία και γράφει ότι το τελειότερο είναι να προσευχόμαστε στον Θεό με καθαρό νού. Εδώ φαίνεται πώς λειτουργεί ένας ησυχαστής πατέρας.

Ως ορθόδοξος εμπειρικός θεολόγος δεν μπορεί να δεχθή τον περιορισμό της Ορθοδόξου Εκκλησίας και την θεωρία του οικουμενισμού, τον οποίο θεωρεί ως “μία από τις πιο επικίνδυνες αιρέσεις”. Η προσπάθεια μερικών να δημιουργήσουν μια “παγκόσμια και αποστολική εκκλησία” είναι μια πλανεμένη προσπάθεια. Το ίδιο πλανώνται και εκείνοι που προσπαθούν να ζήσουν “κάποιο είδος υψηλού μυστικισμού, που υπερβαίνει τα όρια της εκκλησιαστικής αντιλήψεως της χριστιανικής θρησκείας”. Συνιστά στον Μπάλφουρ: “Προσεύχομαι στον Θεό εσείς να μη πλανηθείτε με όλα αυτά, αλλά να πιστεύετε ακράδαντα με την καρδιά και τον νού ότι υπάρχει πάνω στη γη εκείνη η Μία, Μοναδική και Αληθινή Εκκλησία που ίδρυσε ο Κύριος. Η Εκκλησία αυτή διατηρεί αλώβητη και ακέραιη τη διδασκαλία του Χριστού (και όχι ξεχωριστά μέλη της), κατέχει το πλήρωμα της γνώσεως και της χάριτος και είναι αλάθητη”. Και στην συνέχεια προσφέρει την ομολογία του, που είναι έκφραση εμπειρίας και ζωής:

“Η διδασκαλία της Εκκλησίας, που έλαβε την τελική της μορφή από τις Οικουμενικές Συνόδους, δεν επιδέχεται καμμία αλλαγή. Όλη η μετέπειτα επιστημονική εργασία πρέπει απαραίτητα να συμφωνεί με ό,τι ήδη δόθηκε στη θεία αποκάλυψη και διατυπώθηκε στην διδαχή των Οικουμενικών Συνόδων της Εκκλησίας. Το ίδιο ισχύει και για τη χάρη. Το πλήρωμα της χάριτος μπορεί να κατέχει μόνο η μία και μοναδική Εκκλησία”.

θ) Κενωτική αγάπη μετά την “ρήξη” και την πτώση

Μέχρι την εγκατάσταση του Μπάλφουρ, με ανυπακοή, στην Αθήνα, δεν διασώζονται και δεν δημοσιεύονται επιστολές του που έστελνε στον Γέροντα Σωφρόνιο. Ωστόσο οι απόψεις του που περιείχοντο στις επιστολές του ευρίσκονται στις απαντήσεις του Γέροντος Σωφρονίου και έτσι μπορούμε να καταλάβουμε το “πνεύμα” του. Αλλά από την εγκατάστασή του στην Αθήνα και μετά τον αποσχηματισμό του δημοσιεύονται οι επιστολές του και μπορούμε να δούμε τον τρόπο της σκέψεώς του, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο του απαντούσε ο Γέροντας Σωφρόνιος. Έτσι από το τέταρτο μέρος του βιβλίου με τίτλο “η ρήξη” διάβασα εναλλάξ τις επιστολές του Μπάλφουρ και του Γέροντος Σωφρονίου και κατέληξα σε μερικές σημαντικές διαπιστώσεις - παρατηρήσεις.

Η πρώτη ότι ο Μπάλφουρ σε όλη του την ζωή, και μετά την ρήξη του με την Εκκλησία, διακατατεχόταν από την “μνήμη του θανάτου”, αναζητούσε την νοερά προσευχή και την εσωτερική γαλήνη, αλλά σαφώς εκινείτο σε ένα χαμηλό χριστιανικό επίπεδο. Πλησίαζε στα κράσπεδα της εσωτερικής πνευματικής ζωής, όπως οι Εβραίοι παρέμειναν στις υπώρειες του όρους Σινά. Όμως ο Γέροντας Σωφρόνιος βρισκόταν στο ύψος της θεοπτίας, είχε όραση του ακτίστου Φωτός, όπως ο Προφήτης Μωϋσής, μερικές φορές ζούσε την μείωση της θείας Χάριτος, και το ονόμαζε αυτό Θεοεγκατάλειψη, αλλά και τότε είχε εντός του την νοερά προσευχή. Επόμενο ήταν ο Μπάλφουρ να μη μπορή να καταλαβαίνη τον Γέροντα Σωφρόνιο και να μη εννοή το πνευματικό γεγονός της Θεοεγκατάλειψης που δεν είναι ανθρώπινη απελπισία και απόγνωση, αλλά ένα ιδιαίτερο στάδιο της πνευματικής ζωής.

Η δεύτερη διαπίστωση είναι ότι ο Μπάλφουρ όταν εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα, “αναπαύθηκε” με την συνάντηση με “ευγενείς” Κληρικούς και λαϊκούς, που ασχολούνταν με την δράση και την ιεραποστολή, διακρίνονταν από την πειθαρχία, ομοίαζαν με τα δυτικά τάγματα, όπως έλεγε, των Ιησουϊτών και των Τραππιστών και συνέκρινε αυτήν την ζωή με την μέση κατάσταση των μοναχών που συνάντησε στο Άγιον Όρος και την θεωρούσε ανώτερη. Ο Γέροντας Σωφρόνιος απαντά με ευγένεια, διάκριση, ταπείνωση και αυτομεμψία. Ελέγχει πολύ διακριτικά τον συνομιλητή του, χωρίς εκείνος να αντιληφθή επαρκώς αυτήν την ποιμαντική παιδαγώγηση του Γέροντος Σωφρονίου, λόγω διαφοράς επιπέδου πνευματικής ζωής.

Η τρίτη παρατήρηση είναι ότι ο Μπάλφουρ έζησε την τραγωδία του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και των συνεπειών του στην Αθήνα, όπως και όταν απομακρύνθηκε από αυτήν και εγκατέλειψε την ιερωσύνη και τον μοναχισμό. Όμως ο Γέροντας Σωφρόνιος έζησε την φρίκη του Πολέμου στα φρικτά Καρούλια, όταν ως “παράφρων, με αναίδεια και θρασύτητα” ικέτευε τον Θεό “να δώσει ειρήνη στον κόσμο”, έζησε τις στερήσεις του Πολέμου, αφού πάλευε “για ένα κομμάτι μαύρο ψωμί”, αλλά η ψυχή του βίωνε και την βαθειά ερήμωση, την εσωτερική ειρήνη και την γλυκύτητα του Φωτός, την Βασιλεία του Θεού.

Η τέταρτη παρατήρηση είναι ότι ο Μπάλφουρ μετά την πτώση του πέρασε “τρία χρόνια σε τέλεια αθεΐα”, χωρίς όμως να τον εγκαταλείψη η μνήμη του θανάτου και χωρίς να τον ικανοποιή η κοσμική ζωή. Αισθανόταν δε ότι έγινε δυσχερές φορτίο στον Γέροντα Σωφρόνιο γι’ αυτό και του έγραφε: “ήμουν για σένα σχεδόν αφόρητο φορτίο, κι εσύ τώρα ελευθερώθηκες από αυτό. Μη βασανίζεσαι μαζί μου”. Και στην τραγική αυτή φάση της ζωής του ο Γέροντας Σωφρόνιος του “επιτίθεται” με αγάπη και στοργή. Δεν τον ελέγχει με τον τρόπο που το έκανε προηγουμένως, αλλά τον παρηγορεί, και το σπουδαιότερο τον καλεί κοντά του για να ζήσουν μαζί. Του έγραφε: “...ίσως μας δοθεί και η δυνατότητα, έστω και για λίγο , να ζήσουμε μαζί. Πάντοτε το επιθυμούσα, τώρα ακόμη περισσότερο. Το αναφέρω, για να το έχεις κατά νούν, αν ποτέ αισθανθείς την κλήση γι’ αυτό”. Και άλλοτε του έγραφε: “Θα ήθελα να διατηρήσω με σένα κάθε δυνατή πνευματική σχέση κάτω από όλες τις περιστάσεις”. Αυτή η πνευματική ασκητική ησυχαστική αγάπη του Γέροντος Σωφρονίου κράτησε τον Μπάλφουρ στην Ορθόδοξη Εκκλησία και τον οδήγησε στην μετάνοια.

Η πέμπτη διαπίστωση είναι ότι ο Μπάλφουρ μετά την πτώση του αισθάνηκε την “ελευθερία” από τα “δεσμά” της ιερωσύνης και του μοναχισμού. Και ο Γέροντας Σωφρόνιος με απαράμιλλη ποιμαντική και πνευματική “μαεστρία” του ανέπτυσσε την δική του μέθοδο αποκτήσεως της ελευθερίας που συνίσταται στην απομάκρυνση από όλα και τον αυτοπεριορισμό του, την ασκητική ησυχαστική διάσταση της πνευματικής ζωής για να γράψη: “Δεσμεύω τον εαυτό μου τόσο πολύ, ώστε να μη αισθάνομαι τα δεσμά που επιβάλλει σε μένα η Εκκλησία και η κοινωνία”. Και περιγράφει πώς μέσα σε αυτό το εσωτερικό βάθος της Εκκλησίας αποκτά στενή σχέση με τους Αποστόλους και τους Πατέρας της Εκκλησίας που είναι “οικείοι” του και “συγγενείς” του. Γιατί “έξω από την Εκκλησία ο σύνδεσμος μαζί τους εξασθενεί”.

Και η έκτη παρατήρηση είναι ότι ο Μπάλφουρ ύστερα από το μακροχρόνιο αγώνα αναζητήσεως της Ορθοδοξίας αποδέχεται τον χαρακτηρισμό του Γέροντος Σωφρονίου και ομολογεί ότι είναι “αρχάριος”. Τότε ο Γέροντας σε μια πράξη ησυχαστικής αγάπης του κάνει λόγο, με αυτομεμψία, για την “εσωτερική πνευματική παράλυσή” του, για την Θεοεγκατάλειψη, για την μείωση της θείας Χάριτος και την “παράλογη έριδά μου (του) με τον Θεό”, που ακολουθεί την “νοερά θεωρία της θεότητος του Χριστού”. Πρόκειται για διαφορετικές καταστάσεις, αλλά ο Γέροντας ομιλεί κατ’ αυτόν τον τρόπο για να τον παρηγορήση, να τον κρατήση στην Ορθόδοξη Εκκλησία και βεβαίως το επέτυχε. Γι’ αυτό κατά τους δύσκολους αυτούς χρόνους δεν υπογράφει τις επιστολές “με αγάπη εν Χριστώ”, αλλα “με μεγάλη εν Χριστώ αγάπη”. Και στην τελευταία επιστολή που του απέστειλε ο Γέροντας Σωφρόνιος κάνει λόγο για το ότι βεβαιώθηκε ότι ο Θεός είναι αγάπη και “ότι με ακόρεστη δίψα ποθεί τον καθένα μας, ότι μας αναζητεί· ότι από την αγάπη Του για μας δεν αλλάζει, όσο και αν εμείς αλλάζουμε απέναντί Του· ότι προσπαθεί πάντοτε να μας κατακλύσει με τα αγαθά Του”. Και στην συνέχεια τον διαβεβαιώνει, μέσα από την ποιμαντική μέριμνα για την σωτηρία του, ότι προσεύχεται στον Θεό να του δώση την “χαρά της ανθρώπινης αγάπης” ώστε στο τέλος της ζωής του να φθάση “και σε εκείνη την έσχατη, δηλαδή την αιώνια Θεία αγάπη”. Και του γράφει: “Γι’ αυτό παρακαλώ τον Θεό να σε διαφυλάξει και να σού χαρίσει την πληρότητα και της ανθρώπινης και της Θείας ζωής”.

ι) Θαυματουργική επέμβαση και μετάνοια

Ένας τέτοιος Γέροντας που ζούσε με την νοερά ησυχία, με την κενωτική αγάπη προς όλους τους ανθρώπους και με την ένωσή του και κοινωνία με τον Θεό ήταν αδύνατον να μη δημιουργή αλλοιώσεις πνευματικές σε αυτούς με τους οποίους προσευχόταν, αν βέβαια και εκείνοι ανταποκρίνονταν σε αυτήν την πρόσκληση. Συνήθως προσευχόταν για όλη την ανθρωπότητα. Κάπου γράφει τον καταπληκτικό λόγο, που δείχνει ότι ήταν ικέτης για όλον τον κόσμο, ιερεύς της οικουμένης. “Η φροντίδα για όλους δυσχεραίνει την υπηρεσία σε ξεχωριστά πρόσωπα και μας εξαναγκάζει κάπως να απομακρυνθούμε από αυτά”.

Όμως κάποια φορά, όπως γράφει στον Μπάλφουρ, προσευχόταν για κάποια γνωστή τους γυναίκα που έπασχε από καρκίνο στο τελικό στάδιο και “ήταν καταδικασμένη από τους γιατρούς να πεθάνει”. Του ζητήθηκε να προσευχηθή και ο Γέροντας το έκανε “με χαρά στο πνεύμα μου (του), αλλά και με θλίψη στην καρδιά μου (του)”. Έμεινε στο κρεββάτι της στο Νοσοκομείο “περισσότερο από δυο ώρες”, προσευχήθηκαν μαζί, μίλησαν, συζήτησαν, την κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων. Η γυναίκα έγινε τελείως καλά από την ενέργεια του Θεού με την προσευχή του Γέροντα. Αυτό όμως δεν έγινε αφορμή να αλλάξη τόσο αυτή, όσο και ο σύζυγός της με την μετάνοια, αλλά συνεχίσθηκε η προηγούμενη κοσμική ζωή τους. Και όπως γράφει ο Γέροντας “το θαύμα δεν τελείται για να παραμείνουν οι ίδιοι όπως ήταν πριν από αυτό”. Και όταν αργότερα αρρώστησε πάλι, τότε, όπως γράφει ο Γέροντας, “μου ήταν πια απίστευτα βαρύ να παρακαλέσω εκ νέου τον Θεό, γιατί η πρώτη μου ελπίδα διαψεύστηκε· αυτοί δεν άλλαξαν, δεν ανακαινίσθηκαν”. Και αυτό του έδωσε την βεβαιότητα ότι η προσευχή για τους αρρώστους για την θεραπεία τους, με το θαύμα, “είναι δυνατή μόνο με την "υπόσχεση" της μετάνοιας, δηλαδή της ριζικής αλλαγής όλης της ζωής του, ώστε η δόξα του Θεού να βρει χώρο μέσα τους και όλη η μετέπειτα ζωή τους να συνεχισθεί πλέον στο επίπεδο της Θείας ζωής”.

Και αυτό δείχνει πώς ζή, συμπεριφέρεται, ποιμαίνει, προσεύχεται ένας ησυχαστής Πνευματικός πατέρας.

(συνεχίζεται στο επόμενο)

  • Προβολές: 1155

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance