Κύριο ἄρθρο: Κάθαρση και Εκκλησία

Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

Τον καιρό αυτό γίνεται συζήτηση στα ΜΜΕ για εκκλησιαστικά ζητήματα, κυρίως αυτό που ανέκυψε σχετικά με την διαπλοκή μεταξύ “Δικαιοσύνης και Εκκλησίας”. Η συζήτηση όμως αυτή γίνεται από δημοσιογραφικής πλευράς. Τουλάχιστον θα προτιμούσα τέτοια θέματα να αναπτύσσωνται από την εκκλησιολογική προοπτική, διότι τα εκκλησιολογικά θέματα δεν αντέχουν σε δημοσιογραφικές αναλύσεις. Δυστυχώς πολλοί από εμάς πέφτουμε στον πειρασμό να αντιμετωπίζουμε εκκλησιαστικά θέματα έξω από την ορθόδοξη εκκλησιολογία. Υπάρχει, δηλαδή, μια εμπλοκή μεταξύ εκκλησιολογίας και επικοινωνιολογίας, που είναι σοβαρό εκκλησιαστικό πρόβλημα, το οποίο απασχολεί την Εκκλησία. Μερικοί προσπάθησαν να φέρουν την εκκλησιαστική ζωή στην επιφάνεια της ενημέρωσης και αυτό είχε αρκετές αρνητικές επιπτώσεις.

Θα ήθελα, λοιπόν, να θίξω τρία σημεία, τα οποία έχουν σχέση με το θέμα που απασχολεί αυτές τις ημέρες την κοινωνία μας.

1. Η Εκκλησία

Είναι σημαντικό να δούμε τί είναι Εκκλησία. Στις συζητήσεις πολλοί συνδέουν την Εκκλησία με την Ιερά Σύνοδο, με τους Ιερείς και με συγκεκριμένα πρόσωπα. Όμως η Εκκλησία είναι Σώμα Χριστού και κοινωνία θεώσεως. Η Εκκλησία, κατά το Σύμβολο της Πίστεως, είναι Αγία, που σημαίνει ότι η αγιότητά της δεν εξαρτάται από τα μέλη της, αλλά από την κεφαλή της που είναι ο Χριστός. Αυτός είναι ο λόγος που στην Εκκλησία δεν υπάρχουν σωτήρες, ούτε μεσσίες, αφού παραμένουμε στην Εκκλησία για να σωθούμε και όχι για να την σώσουμε. Η Εκκλησία δεν έχει ανάγκη από Σωτήρες.

2. Η κάθαρση

Έπειτα πρέπει να δούμε τί είναι η κάθαρση. Πολλοί μιλούν για κάθαρση της Εκκλησίας, όμως η Εκκλησία δεν έχει ανάγκη καθάρσεως, αλλά τα μέλη της πρέπει να καθαρθούν, και αυτό είναι γεγονός που γίνεται με την ενέργεια του Θεού και την ελεύθερη αποδοχή της από τον κάθε άνθρωπο. Εάν διαβάση κανείς προσεκτικά την πατερική θεολογία θα διαπιστώση ότι η κάθαρση, η οποία λέγεται και “πρακτική φιλοσοφία” και είναι στην πραγματικότητα η υπέρβαση της ηδονής και της οδύνης, είναι ο πρώτος βαθμός της πνευματικής ζωής. Επίσης, η κάθαρση γίνεται με το μυστήριο της μετανοίας, το οποίο στην πραγματικότητα είναι μυστήριο θεραπείας του ανθρώπου. Και όταν δεν δέχεται κανείς την νηπτική διαδικασία της καθάρσεως, θα ακούση τον λαό να φωνάζη για κάθαρση. Όταν δε θα πρέπη η Εκκλησία να επιβάλλη κάποια ποινή, βάσει της διαδικασίας των ιερών Κανόνων, αυτή δεν εκλαμβάνεται ως τιμωρία, αλλ' ως θεραπεία του ανθρώπου και ως προσπάθεια διαφυλάξεως της ενότητος της Εκκλησίας.

Επομένως, η λεγομένη κάθαρση δεν αναφέρεται στην Εκκλησία, αλλά στα άρρωστα μέλη της και αποβλέπει στην θεραπεία τους. Και αυτό σημαίνει ότι αυτή η διαδικασία της καθάρσεως δεν είναι δυνατόν να ενταχθή μέσα στα πλαίσια και την προοπτική της αιρέσεως των καθαρών και του πουριτανισμού. Είναι δε γνωστόν ότι η αίρεση των Καθαρών ξεκίνησε από αρχαίες αιρετικές παραφυάδες, όπως τον Μανιχαϊσμό, πέρασε στον Μεσαίωνα με τους χαρακτηριζομένους “Καθαρούς”, και έφθασε μέχρι τις ημέρες μας με ποικίλες μορφές και εκφράσεις. Έτσι, άλλο η καθαρτική ενέργεια του Θεού και άλλο η αίρεση των Καθαρών.

3. Ο χωρισμός Εκκλησίας και Πολιτείας

Λέγονται πολλά για το θέμα του λεγομένου χωρισμού Εκκλησίας και Πολιτείας. Έχουν προηγηθή τελευταία δύο κρίσεις, ήτοι το θέμα των ταυτοτήτων και οι σχέσεις της Εκκλησίας της Ελλάδος με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, και τώρα αντιμετωπίζουμε την τρίτη κρίση, την λεγόμενη διαπλοκή μεταξύ Εκκλησίας και Δικαιοσύνης, ουσιαστικά εμπλοκή μεταξύ μερικών μελών της Εκκλησίας και μερικών μελών της Δικαιοσύνης. Οπότε και οι τρεις αυτές κρίσεις οδηγούν πολλούς στην σκέψη του χωρισμού μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας.

Έχω υποστηρίξει και άλλοτε ότι είναι λαθεμένη αυτή η έκφραση “χωρισμός Εκκλησίας και Πολιτείας”. Η ορθή έκφραση είναι “χωρισμός εκκλησιαστικής και πολιτικής διοίκησης”, η οποία βεβαίως, κατά βάσιν, υφίσταται.

Κατά το ισχύον Σύνταγμα υπάρχει διακριτότητα των ρόλων μεταξύ εκκλησιαστικής και πολιτικής Διοικήσεως, αφού κατά το άρθρο 3 του Συντάγματος η Εκκλησία είναι αυτοδιοίκητος οργανισμός, έχει Κεφαλή της τον Χριστό, είναι συνδεδεμένη με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και τις άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες και διοικείται βάσει των ιερών Κανόνων και των Πατριαρχικών κειμένων. Ο λεγόμενος χωρισμός Εκκλησίας και Πολιτείας, όπως παρουσιάζεται από πολλούς, είναι ένας “μύθος”.

Εκείνο που μπορεί να γίνη στις νέες συνθήκες που δημιουργούνται είναι τόσο ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας, όσο και η συγκρότηση των Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων να μην είναι νόμοι του Κράτους, αλλά να συγκροτούνται με εσωτερικό Κανονισμό της Εκκλησίας, βάσει των ιερών Κανόνων. Ίσως με έναν νόμο θα έπρεπε να ορισθή η νομική προσωπικότητα της Εκκλησίας της Ελλάδος, καθώς επίσης να καθορισθούν και μερικές βασικές - κεντρικές διατάξεις, που να δίδουν την δυνατότητα να ρυθμίζη η Εκκλησία τα του οίκου της. Και αυτό, κατά εγκρίτους νομικούς, μπορεί να γίνη χωρίς να χρειασθή αναθεώρηση του Συντάγματος, αφού το Σύνταγμα δεν προϋποθέτει να είναι ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας νόμος του Κράτους. Με αυτό το ξεκαθάρισμα δεν θα εμπλέκεται η Εκκλησία με την Δικαιοσύνη και δεν θα καταφεύγη κάθε Κληρικός στα Κοσμικά Δικαστήρια εναντίον αποφάσεων της Εκκλησίας για εκκλησιαστικά ζητήματα.

Όλα τα άλλα θέματα, που μερικοί εντοπίζουν στο θέμα σχέσεων Εκκλησίας- Πολιτείας, δεν εμπλέκονται στον λεγόμενο χωρισμό Εκκλησίας και Πολιτείας. Και αυτό γιατί το Κράτος είναι υποχρεωμένο και δεσμευμένο να μισθοδοτή τον Κλήρο, αφού αυτό ορίζεται από συμβάσεις που έγιναν όσον αφορά τον διακανονισμό της Εκκλησιαστικής περιουσίας. Επίσης το Κράτος είναι υποχρεωμένο να συγκαταλέγη μεταξύ των διδασκομένων μαθημάτων και το μάθημα των Θρησκευτικών στα Σχολεία, επειδή αφορά την πλειοψηφία του πληθυσμού. Μέσα στα πλαίσια αυτά κινούνται και όλα τα άλλα εμπίπτοντα ζητήματα.

Τελικά, πρέπει να υπογραμμισθή δεόντως ότι η λεγομένη κάθαρση δεν πρέπει να περιορίζεται μόνον στα “ηθικά παραπτώματα”, που είναι στην ουσία εκκλησιαστικά και θεολογικά παραπτώματα, ούτε και στις θεραπευτικές αποφάσεις των Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων, αλλά να επεκτείνεται και σε όλον τον τρόπο σκέψεως και ενεργειών, ιδιαιτέρως των Κληρικών. Δηλαδή, θα πρέπη να καθάρουμε τις σκέψεις μας ως προς το τί είναι Εκκλησία και να αποδεσμευθούμε από διάφορες βατικάνειες και προτεστάντικες επιδράσεις. Νομίζω, Κληρικοί και λαϊκοί, θα πρέπη να αποκτήσουμε σαφή γνώση του τρόπου βιώσεως του μυστηρίου της Εκκλησίας, ιδιαιτέρως θα πρέπη να αποκτήσουμε βαθυτάτη αίσθηση ότι η Εκκλησία ως Σώμα Χριστού και κοινωνία θεώσεως, είναι ένας πολύ ευαίσθητος Θεανθρώπινος Οργανισμός και όχι μια ανθρώπινη οργάνωση, και πρέπει να τον πλησιάζη κανείς με πολλή προσοχή και θεολογική γνώση. Γιατί κάθε άλλη προσέγγιση (νομική – πολιτική - ηθική - επικοινωνιακή) είναι στην πραγματικότητα ένας ιδιότυπος βιασμός της εκκλησιαστικής ζωής.–

Ετικέτες: Κύριο Ἄρθρο

  • Προβολές: 1338

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance