Διάλογος π. Σωφρονίου και Μπάλφουρ (Δ)

Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

(συνέχεια από το προηγούμενο)

Επίλογος

Διαβάζοντας το βιβλίο αυτό σημείωνα πολλές φράσεις με το μολύβι, ώστε σχεδόν υπογράμμισα όλο το βιβλίο, γιατί κάθε φράση του έχει μεγάλη αξία και σπουδαιότητα, τίποτε κανείς δεν μπορεί να αφήση απαρατήρητο και ασχολίαστο.

Διάλογος π. Σωφρονίου και Μπάλφουρ (Δ)Η γενική εντύπωση είναι ότι οι επιστολές αυτές εγράφησαν από έναν μεγάλο ασκητή-ησυχαστή, που έφθασε σε μεγάλες πνευματικές καταστάσεις και εμπειρίες και γι΄ αυτό αναδείχθηκε μεγάλος εμπειρικός θεολόγος και πνευματικός πατέρας. Και να σκεφθή κανείς ότι ο Γέροντας Σωφρόνιος τότε που έγραφε τις επιστολές αυτές διήνυε την τετάρτη δεκαετία της ζωής του, ήταν ιεροδιάκονος και έπειτα Ιερομόναχος, με μεγάλη πνευματική πείρα που απέκτησε σε όλη του την ζωή. Είναι ένα βιβλίο γεμάτο από ορθόδοξη θεολογία και ορθόδοξη εμπειρία. Βλέπουμε σε αυτό έναν μεγάλο πνευματικό πατέρα, έναν στάρετς να γράφη και να καθοδηγή. Έχει τις ίδιες εμπειρίες με τον Απόστολο Παύλο, τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο, τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά.

Μια από τις φράσεις που σημείωσα, από την ομολογία του ιδίου του Μπάλφουρ, όπως εκτίθεται στην εισαγωγή του βιβλίου, που μου έκανε εντύπωση και κατά κάποιον τρόπο αντανακλά και περιγράφει όλη αυτήν την σχέση μεταξύ του Γέροντος Σωφρονίου και του Μπάλφουρ, είναι η ομολογία του Μπάλφουρ πριν πεθάνει: “Εγώ, σαν ασύνετο γαϊδουράκι, σκέφθηκα να τρέξω πίσω από δύο ισχυρά άλογα, τον Γέροντα Σιλουανό και τον πατέρα Σωφρόνιο”. Θαυμάζει κανείς γι’ αυτήν την ομολογία. Και βεβαίως θαυμάζει και εκτιμά την αυτομεμψία και την ταπείνωση του Μπάλφουρ, που συνιστά το “πνεύμα” της μετανοίας του, το οποίο έζησε τα τελευταία του χρόνια, αλλά θαυμάζει και την μεγαλωσύνη του αγίου Σιλουανού και του Γέροντος Σωφρονίου.

Νομίζω, όμως, ότι η ομολογία αυτή θα μπορούσε να γραφή και διαφορετικά που ενδεχομένως απηχεί περισσότερο τον καιρό της αλληλογραφίας. “Εγώ ένα ισχυρό άλογο σκέφθηκα να ακουλουθώ δυο γαϊδουράκια”. Το γράφω αυτό από την άποψη ότι η πολυκύμαντη ζωή του Μπάλφουρ ενδεχομένως είχε σχέση με το ότι ενόμιζε ότι ήταν εξοπλισμένος με πολλές δυνάμεις, είχε διανοητικά χαρίσματα και γνώσεις της εγκεφαλικής και δυτικής θεολογίας, είχε και επεδίωκε κοινωνική προβολή, και δεν μπορούσε αυτός να ακολουθήση δύο ταπεινούς μοναχούς που ζούσαν στο Άγιον Όρος με το “πνεύμα” της ησυχαστικής παραδόσεως, καίτοι αγαπούσε την ησυχαστική ζωή. Άλλωστε, γι’ αυτό συνέκρινε τους “ευγενείς” και μορφωμένους ανθρώπους που συνάντησε στην Αθήνα με τους ασκητές του Αγίου Όρους και φυσικά προτιμούσε τους πρώτους. Έτσι ο υπερβολικός “πλούτος” της διανοίας, ήταν εκείνος που τον έκανε να μη ταπεινώνεται μπροστά στις σοφές, πεπειραμένες και φωτισμένες συμβουλές του αγίου Σιλουανού και του Γέροντος Σωφρονίου.

Ο Μπάλφουρ δεν ήταν τυχαίο πρόσωπο. Είχε εξαίρετα διανοητικά προσόντα, όπως φαίνεται και από τα γραπτά του, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο τον αντιμετώπιζε ο Γέροντας Σωφρόνιος. Ήταν ένας άνθρωπος “εγκεφαλικός και μάλιστα κάποτε υπερβολικά κριτικός”, κατά την παρατήρηση του Γέροντος Σωφρονίου. Γράφει κάπου ο Γέροντας στον Μπάλφουρ: “Είναι δύσκολο να καθοδηγήσει κάποιος ακόμα και ένα απλό, αδαή και ευκολόπιστο άνθρωπο. Πόσο ασύγκριτα βαρύτερο όμως είναι να επιχειρήσει να συμβουλεύσει άνθρωπο μορφωμένο και με υψηλή διανοητική ανάπτυξη”. Γι’ αυτό και κάποτε ο Γέροντας Σωφρόνιος χρειάσθηκε να του γράψη την άποψή του για σύγχρονα φιλοσοφικά και θεολογικά ρεύματα που κυκλοφορούσαν τότε στον Ευρωπαϊκό χώρο, για τον Γάλλο φιλόσοφο Αύγουστο Κόντ, για τον Σλάϊερμάχερ, για τον Λέοντα Τολστόϊ, για τους μυστικιστές, θεοσοφιστές, νεοπλατωνικούς, βουδιστές, κλπ. Ο Μπάλφουρ επίσης αναζητούσε υψηλές πνευματικές καταστάσεις, τον απασχολούσε το τί είναι η καρδιά και είχε επισκεφθή ακόμη και τον ερημίτη Θεοδόσιο στα Καρούλια για το θέμα αυτό, για ένα διάστημα είχε βασική επιδίωξη να ασχοληθή με την αληθινή προσευχή. Όμως έκανε το λάθος να σχολαστικοποιή τα θέματα αυτά της πνευματικής ζωής, να ονειροπολή και να στοχάζεται σε αυτά, ώστε ο Γέροντας Σωφρόνιος να του γράψη: “Φοβάμαι ότι όλα αυτά γίνονται περισσότερο με τις εικασίες του νού σας και όχι με τον φωτισμό της χάριτος”. Και επειδή ζούσε κατ’ αυτόν τον τρόπο του έγραφε, κατά κάποιον τρόπο ελεγκτικά: “δεν είναι απαραίτητο να σάς επισκεφθή η θεία χάρη, γιατί εσείς και χωρίς αυτή μαθαίνετε να κατανοείτε τον πνευματικό, θείο νόμο”.

Μετά, όμως, την πικρά πείρα που απέκτησε ο Μπάλφουρ με την πνευματική του πτώση, αλλά και την μετάνοια που έδειξε, έφθασε στο τέλος να αισθανθή διαφορετικά τα πράγματα αυτά ότι, δηλαδή, αυτός ήταν το ασύνετο γαϊδουράκι και οι δύο Γέροντες τα ισχυρά άλογα και έτσι απέβαλε τον “πλούτο” της διανοίας. Σε αυτό συνετέλεσε και ο Γέροντας Σωφρόνιος, ο οποίος μετά την πτώση και την αθεΐα του Μπάλφουρ, έκανε τα πάντα, με την προσευχή του και την αγάπη του, να τον επαναφέρη στην μετάνοια και τον δρόμο της Ορθοδόξου Παραδόσεως.

Τελικά στο βιβλίο αυτό φαίνεται ανάγλυφα η διαφορά μεταξύ ορθοδόξου ησυχίας και σχολαστικισμού. Η ορθόδοξη ησυχία είναι σταύρωση του παλαιού ανθρώπου και αποφατική οδός προς την καταφατική συνάντηση με τον Θεό, ενώ ο σχολαστικισμός είναι ασταύρωτη ζωή, αφού στηρίζεται στον στοχασμό και την ανθρώπινη λογική και μερικές φορές στην φαντασία και τις ονειροπολήσεις.

Με αυτήν την προοπτική βλέπει κανείς την αλληλογραφία μεταξύ του Γέροντος Σωφρονίου και του Μπάλφουρ ως έναν διάλογο, παρόμοιο με εκείνον που έγινε τον δέκατο τέταρτο (14ο) αιώνα μεταξύ του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και του Βαρλαάμ. Υπάρχουν πράγματι πολλές ομοιότητες. Και βλέπει κανείς πώς τα ορθόδοξα θέματα έρχονται στην επιφάνεια σε κάθε ιστορική στιγμή της εκκλησιαστικής ζωής, με διαφορετικές αποχρώσεις και εντάσεις.

Ο Γέροντας Σωφρόνιος πράγματι υπήρξε μια μεγάλη ασκητική ησυχαστική και θεολογική φυσιογνωμία, ένας μεγάλος Πατέρας της Εκκλησίας στην εποχή μας, με ορθόδοξη θεολογία και ορθόδοξο τρόπο βιώσεως της πραγματικής θεολογίας. Αλλά και ο Μπάλφουρ υπήρξε μια μεγάλη φυσιογνωμία, με διανοητικά χαρίσματα, με υψηλές αναζητήσεις, με διαρκή μνήμη του θανάτου, και αξιώθηκε να γνωρίση αγίους ανθρώπους, δεν μπόρεσε όμως να ακολουθήση τους δυο αυτούς πνευματικούς υψιπέτας αετούς στην τελική ανάβαση στον Σταυρό, αλλά τουλάχιστον έζησε με μεγάλη μετάνοια στο τέλος της ζωής του.

Αν ο όσιος Σιλουανός και ο Γέροντας Σωφρόνιος ήταν εσταυρωμένοι με τον Χριστό, ο Μπάλφουρ ήταν εσταυρωμένος με τον εκ δεξιών του Χριστού ληστή, που είπε το “μνήσθητί μου, Κύριε” και επιζητούσε την αγάπη του Θεού και γι’ αυτό ελπίζουμε ότι και αυτός επέτυχε την σωτηρία του. Έζησε πολλά, είχε μεταπτώσεις, έφθασε κάποτε στην αθεΐα, αλλά τελικά δεν έφυγε από την Ορθόδοξη Εκκλησία, έκανε υπακοή στον Γέροντα προς το τέλος της ζωής του, μετενόησε και η αληθινότητα της μετανοίας του φαίνεται από το ότι ενώ αισθανόταν ότι του απεδόθηκαν περισσότερα από όσα έκανε και γι’ αυτό συκοφαντήθηκε υπερβολικά, όμως από υπακοή στον Γέροντα Σωφρόνιο εσιώπησε και προτίμησε να βιώνη το αναπολόγητο.

Όπως φαίνεται από όλη την αλληλογραφία ο Μπάλφουρ αξιώθηκε της αγάπης του Γέροντα Σωφρονίου και πριν και μετά την πτώση του. Άλλωστε ο Γέροντας σε μια επιστολή του έγραφε:

“Σας υπόσχομαι ότι θα προσεύχομαι για σας ως τον τάφο και, αν ο Κύριος δώσει σε μένα τον άθλιο τέτοια χάρη, τότε και μετά τον θάνατό μου θα προσεύχομαι για σας, ως την πιο αγαπητή και συγγενή σε μένα ψυχή”.

Όλα αυτά δείχνουν την μεγάλη αξία της νοεράς ησυχίας, που ξέρει να καθοδηγή, να σταυρώνεται, να αγαπά, να προσφέρεται αληθινά, αλλά δείχνουν και την αξία της αληθινής μετανοίας που ξέρει να σταυρώνη και να σώζη τον άνθρωπο.

Το βιβλίο αυτό αξίζει να διαβασθή, γιατί θα ωφελήση πολύ και θα προσφέρη μια βαθειά αίσθηση της Ορθοδόξου Εκκλησίας, τόσο στο δόγμα, όσο και στην πνευματική ζωή.–

  • Προβολές: 1000

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance