Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου: Οι Τρεις Ιεράρχες και η ταυτότητα του Ελληνισμού (Α)

Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

Δημοσιεύουμε εν συνεχεία ένα τμήμα της πανηγυρικής ομιλίας του Σεβασμιωτάτου στο Πανεπιστήμιο Πατρών για την εορτή των Τριών Ιεραρχών. Η ομιλία θα ολοκληρωθή σε τρεις συνέχειες.

* * *

Η πορεία και η ανάπτυξη της ελληνικής σκέψης

Μελετώντας την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, αισθανόμαστε μία κατάπληξη για το πώς μπόρεσε να μελετήση το “είναι” και τον κόσμο μέσα από διαφορετικές προοπτικές, έχοντας όμως μια ενιαία υποδομή, το πώς αναπτύχθηκε και απετέλεσε ένα μεγάλο ρεύμα φιλοσοφίας, θρησκείας και πολιτικής.

Δύο κυρίως σημεία θα πρέπη να τονιστούν στην ενότητα αυτή.

Το πρώτο είναι ότι έχουμε μια διαρκή εξέλιξη του τρόπου με τον οποίο φιλοσοφούσαν και θρησκεύονταν οι αρχαίοι Έλληνες, μέσα όμως στα πλαίσια της ελληνικής συνείδησης. Παρατηρεί κανείς με πολύ μεγάλη έκπληξη το πώς το αρχαίο ελληνικό πνεύμα απέφευγε την στασιμότητα και διακρινόταν από μία δυναμική πορεία. Μπορεί κανείς να οριοθετήση, παρά το επικίνδυνο του πράγματος, μερικές φάσεις της αναπτύξεως του ελληνικού πνεύματος.

Στην αρχή παρατηρεί κανείς την επικράτηση μαγικών θρησκειών, λατρεύεται η φύση, η οποία συνιστά μια κατώτερη θρησκεία. Στην συνέχεια αναπτύσσεται ο ανθρωπομορφισμός, η λατρεία των θεών του Ολύμπου, όπως περιγράφεται στον Όμηρο και τον Ησίοδο. Αυτός ο ανθρωπομορφισμός στην πραγματικότητα ενσαρκώνει τους ανθρώπινους πόθους για την αθανασία, την υγεία, την καλοπέραση, την δύναμη. Ακολούθως εμφανίζονται οι Ίωνες φυσικοί, οι οποίοι στρέφονται στην φύση, αποβάλλοντας την θρησκευτική άποψη για την ερμηνεία του κόσμου. Η αρχική αιτία του κόσμου θεωρείται από τον Θαλή τον Μιλήσιο το νερό, από τον Αναξίμανδρο το άπειρο, από τον Αναξιμένη ο αέρας. Στην συνέχεια εμφανίζεται ο μυστικιστικός τρόπος ζωής, η οργιαστική φάση της θρησκείας, όπως εκφράζεται από τον Διόνυσο, τους Ορφικούς και τον Πυθαγόρα, οι οποίοι φέρουν τον θεό μέσα στον άνθρωπο και ενδιαφέρονται κυρίως για την αντιμετώπιση του πόνου. Η οντολογική ερμηνεία της φύσης, όπως εκφράζεται από τους Ελεάτες (Παρμενίδης) και τον Ηράκλειτο, ασχολείται με την σχέση και διαφορά μεταξύ “είναι” και “γίγνεσθαι”. Ακόμη, η εμφάνιση του ορθολογισμού, όπως εκφράζεται από τους Σοφιστές, με πρώτο τον Πρωταγόρα, οι οποίοι θεωρούνται πρόδρομοι των Διαφωτιστών του 18 αι. μ.Χ., εκλαμβάνουν την αλήθεια όχι ως αντικείμενο, αλλά υποκείμενο που συνδεέεται με την ανθρώπινη σκέψη. Ακολούθως η ιδεαλιστική, κλασσική μεταφυσική του Σωκράτη, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, πολέμησε τον ανθρωπομορφισμό του Θεού και έκανε τον Θεό ιδέα. Έπειτα η μετακλασσική περίοδος του Ελληνισμού που εκφράζεται από τον Στωϊκούς και Επικούριους φιλοσόφους, οι οποίοι ταύτισαν την φύση του ανθρώπου με τον λόγο, έκαναν λόγο για την νέκρωση του παθητικού μέρους της ψυχής και βεβαίως έδωσαν προτεραιότητα στην ευδαιμονία, όπως αυτοί την εννοούσαν. Τέλος, ο νεοπλατωνισμός με τον Πλωτίνο, τον Πορφύριο, τον Ιάμβλιχο και τον Πρόκλο, που ήταν η τελευταία αναλαμπή της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας και κυρίως της μεταφυσικής συνέδεσαν τον πλατωνισμό με την γνωστικισμό.

Επίσης εκείνο το οποίο μπορεί να σημειωθή είναι ότι υπάρχουν πολλοί μελετητές οι οποίοι συνδέουν την εξέλιξη αυτή μέσα από πολιτικές ερμηνείες. Για παράδειγμα στις ελληνικές πόλεις – κράτη άλλοτε κυριαρχεί η δημοκρατία, δηλαδή η επικράτηση δημοκρατικών αρχών με τους θεούς του Δήμου, και άλλοτε κυριαρχεί ο αριστοκρατικός ιδεαλισμός, όπως εκφράζεται από τον μυστικισμό και την μεταφυσική.

Το δεύτερο σημείο που εκφράζει την ενότητα, αλλά και όλη την εξέλιξη του ελληνικού πνεύματος, είναι η “σταδιακή εξέλιξη από την μυθική αντίληψη προς την ορθολογιστική σκέψη” και στην μεταφυσική φιλοσοφία δεν είναι ένα τυχαίο φαινόμενο, αλλά υπάρχουν πολλοί παράγοντες που το προσδιόρισαν. Στην συνέχεια θα παραθέσω μερικά από τα στοιχεία, τα οποία χρησιμοποιεί ο Κωνσταντίνος Βαμβακάς στο σημαντικό βιβλίο του με τίτλο “Οι Θεμελιωτές της δυτικής σκέψης”.

Ο Karl Jaspers έχει υποστηρίξει ότι στην πνευματική εξέλιξη που συντελείται μεταξύ του 800 και 200 π.Χ., περίπου στο 500 π.Χ. τοποθετείται αυτό που χαρακτήρισε “αξονική περίοδο της ιστορίας της ανθρωπότητας”.

Παρατηρείται ότι από τον 7ο αι. π.Χ. και εντεύθεν σε διαφόρους γεωγραφικούς χώρους, την Κίνα (Λάο-Τσέ, Κομφούκιος), την Ινδία (Μαχαβίρα, Βούδας), τον Ισραήλ (προφήτες Ιερεμίας, Ιεζεκιήλ), το Ιράν (Ζωροάστρης), την Ελλάδα (Προσωκρατικοί, Σωκράτης, Πλάτων, Αριστοτέλης) γίνονται διάφορες πολιτισμικές θεμελιακές μεταβολές.

Όμως οι αφετηρίες κάθε τόπου και πολιτισμού είναι διαφορετικές. Στην Κίνα κυριαρχεί η πρακτική φροντίδα για την καλή σχέση των ανθρώπων στην κοινωνία, στην Ινδία επικρατεί η θρησκευτική αγωνία του ανθρώπου για νόημα ζωής, στην Ελλάδα επικρατεί κυρίως η φιλοσοφία.

Γεγονός είναι ότι την περίοδο αυτή παρατηρείται και μία επικοινωνία των Ελλήνων με τους άλλους λαούς. Οι Έλληνες, λόγω της θαλάσσης, έρχονται σε επικοινωνία με πολλούς λαούς και πολιτισμούς, λαμβάνοντας από αυτούς ό,τι τους ήταν απαραίτητο για τον τρόπο ζωής τους. Συγχρόνως το εύκρατο κλίμα και ο τόπος διαμονής τους που συνέδεε στεριά και θάλασσα, τους έδινε την δυνατότητα να φιλοσοφούν για το “είναι”, τον “χρόνο”, την “φύση”, τον “άνθρωπο”, το νόημα της ζωής και του θανάτου. Έτσι, οι Έλληνες προσλάμβαναν ό,τι καλύτερο υπήρχε στους άλλους πολιτισμούς και το μετέτρεπαν σε φιλοσοφία, ασχολούμενοι με τον “θεό”, την “αρχή”, τον “λόγο”, την “δίκη”, το “άπειρο”, την “φύση”, τον “κόσμο”, το “είναι”.

Όπως σημειώνει ο Κωνσταντίνος Βαμβακάς, “τό ορθολογικό πνεύμα των Ελλήνων έθεσε αναμφισβήτητα τα θεμέλια της φιλοσοφίας και της επιστήμης, πράγμα που υπήρξε καθοριστικό για την εξέλιξη του ευρωπαϊκού πολιτισμού… Οι Έλληνες ίδρυσαν τον δυτικό πολιτισμό, οριοθετώντας τον όμως, συγχρόνως, έναντι των ανατολικών πολιτισμών”.

Όπως σημειώθηκε προηγουμένως, υπήρξαν πολλοί παράγοντες για την ανάπτυξη της φιλοσοφίας στην αρχαία Ελλάδα. Θα αναφέρω μερικούς από αυτούς.

Ένας παράγοντας ήταν η “περιβάλλουσα φύση”. Το εύκρατο κλίμα, η διαυγής ατμόσφαιρα και η ηλιοφάνεια, η “αδιάκοπη διείσδυση και συμβίωση στεριάς και θάλασσας”, όπως “ο αέναος ρόχθος και κυματισμός της επιφάνειας της θάλασσας, σε αντίθεση με τον σιωπηλό, αδιόρατο και ασάλευτο βυθό της” θα δημιουργήσουν την υποψία για την αντίθεση μεταξύ “φαίνεσθαι” και “είναι”, “γίγνεσθαι” και “είναι”. Επίσης, και η θάλασσα θα βοηθήση στην επικοινωνία με πολλούς πολιτισμούς.

Άλλος παράγοντας είναι οι κοινωνικές δομές. Από τον 8ο αιώνα π.Χ. και μετά δημιουργούνται οι πόλεις – κράτη. Το πολίτευμα των πόλεων αυτών - κρατών έχει διάφορες διακυμάνσεις, αρχίζει από το αριστοκρατικό, δημιουργούνται τα ολιγαρχικά ή τιμοκρατικά πολιτεύματα, αφού αναπτύσσεται η τάξη των βιοτεχνών, εμπόρων και πλοιοκτητών, προχωρεί στα τυραννικά καθεστώτα και θα φθάση στην εγκαθίδρυση της δημοκρατίας. Παρά ταύτα δημιουργείται σε όλες αυτές τις πόλεις – κράτη η κοινή ελληνική συνείδηση, καθώς επίσης, μετά την κατάρρευση του Μυκηναϊκού πολιτισμού με την Γραμμική Γραφή Β΄, δημιουργείται το νέο ελληνικό αλφάβητο. Οι Έλληνες χρησιμοποίησαν ως πρότυτο την φοινικική γραφή, αφού όμως προσέθεσαν τα φωνήεντα, που δεν είχε το φοινικικό αλφάβητο (αποτελείτο από σύμφωνα και ημίφωνα), δημιουργώντας έτσι ένα κομψό φωνητικό αλφάβητο.

Η θρησκεία, επίσης, υπήρξε ένας σπουδαίος παράγοντας για την ανάπτυξη του ελληνικού πνεύματος. Στην αρχή “οι θεοί των Ελλήνων είναι δυνάμεις και δευτερευόντως πρόσωπα. Γι' αυτό τα θεϊκά πρόσωπα, πολλές φορές, συγχέονται”. Στην συνέχεια εξασθενίζει η πίστη στους θεούς, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν δύο πνευματικοί δρόμοι: “τής ορθολογικής φιλοσοφίας των Ιώνων και του μυστικισμού της ορφικής διδασκαλίας, που θα ανταποκριθή και στις βαθύτερες θρησκευτικές ανάγκες των Ελλήνων”. Αυτή η μυστηριακή θρησκεία είναι εντελώς διαφορετική από “τό ελληνικό πνεύμα της ομηρικής εποχής” και οπωσδήποτε έχει επίδραση ανατολική.

Επίσης, η σχέση μεταξύ μύθου και επικής ποίησης, η πορεία από τον μύθο στον λόγο έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της φιλοσοφίας. Μέσα από αυτή την διάσταση οι Έλληνες έβλεπαν την ενότητα και την τάξη που υπάρχει στην φύση.

Όλες αυτές οι προϋποθέσεις υπήρχαν στο αρχαίο ελληνικό “πνεύμα”, οπότε η επικοινωνία τους με τους ανατολικούς λαούς βοήθησε στο να το αναπτύξουν ακόμη περισσότερο με εκείνα που συνάντησαν.

Για παράδειγμα, ο Θαλής ο Μιλήσιος παρέλαβε την αστρονομία από την Αίγυπτο και την Βαβυλωνία με τα ταξίδια τα οποία είχε κάνει, αλλά την ανήγαγε σε φιλοσοφία. Το ίδιο και ο Πυθαγόρας. Επίσης οι Έλληνες παρέλαβαν την αριθμητική και την γεωμετρία από την Αίγυπτο και την έκαναν φιλοσοφία. Ακόμη οι ορφικοί και οι πυθαγόρειοι παρέλαβαν στοιχεία απο τους ανατολικούς λαούς, αλλά προχώρησαν περισσότερο τις γνώσεις αυτές. Οι ανατολικοί λαοί ανέπτυξαν διάφορα μυθολογικά συστήματα και συγκέντρωσαν ένα μεγάλο υλικό που εξυπηρετούσε “ωφελιμιστικούς καθαρά σκοπούς”, ενώ οι Έλληνες τα ανήγαγαν σε άλλη σφαίρα, τα έκαναν φιλοσοφία. Το κίνητρό τους “δέν έχει σχέση με τα πρακτικά προβλήματα των ανατολικών λαών, αλλά είναι αναζήτηση της αλήθειας μέσω της ευρύτερης θεώρησης του κόσμου”.

Βέβαια, ο G. James ανέπτυξε την θεωρία περί “κλεμμένης κληρονομιάς”, δηλαδή πρόκειται για την λεγόμενη “αφροκεντρική θεωρία”, αλλά αυτή δεν έγινε αποδεκτή από την παγκόσμια επιστημονική κοινότητα για τα αυθαίρετα συμπεράσματά της και διότι αγνόησε το γεγονός ότι οι αρχαίοι Έλληνες προσέλαβαν μερικά στοιχεία από ξένους πολιτισμούς, αλλά τα επεξεργάσθηκαν ακόμη περισσότερο και το πρακτικό - ωφελιμιστικό επίπεδο το ανέβασαν στο οντολογικό, φιλοσοφικό, θεολογικό επίπεδο. “Η ουσία είναι –καί αυτό επιμένουν να μη κατανοούν οι αφροκεντριστές– ότι οι Έλληνες μετέτρεψαν τις πρακτικές γεωμετρικές, αριθμητικές, αστρονομικές γνώσεις των γειτονικών μεγάλων πολιτισμών σε γενικευμένα, συνεκτικά, φιλοσοφικά συστήματα”.

Οπότε, όταν παρατηρή κανείς τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, θα διαπιστώση ότι διαρκώς γονιμοποιεί και γονιμοποιείται, προσλαμβάνει και προσλαμβάνεται, γεννιέται μια φάση και έπειτα πεθαίνει για να αναγεννηθή κάποια άλλη, έχει μια διαρκή κίνηση και πορεία, διακρίνεται από μια εντελέχεια, έχει μια δυναμική κίνηση προς την ολοκλήρωση. Ξεκινά από την μαγική θρησκεία, προχωρεί στον ανθρωποκεντρισμό, εξελίσσεται στον ορθολογισμό, φθάνει στον μυστικισμό, αναπτύσσεται στην μεταφυσική.

Παράλληλα η νέα φάση που δημιουργείται δεν καταργεί τελείως την προηγούμενη, οπότε υπάρχουν πολλές παράλληλες παραδόσεις. Ο ελληνικός πολιτισμός έχει μέσα του μια δυναμικότητα, μια ακατάβλητη ελευθερία, μια κίνηση προς την ολοκλήρωση. Όλο αυτό το ρεύμα κινείται μαζί, παράλληλα, ενοποιημένα, σε μερικά σημεία απομονωμένα και με όλες αυτές τις μορφές του συναντιέται με τον Χριστιανισμό.

Οι πρώτοι Αποστολικοί Πατέρες, οι Απολογητές και οι μεγάλοι Πατέρες του 4ου αιώνος συναντούν όλο αυτό το ρεύμα, το διηρημένο σε πολλά τμήματα, αλλά εσωτερικά ενοποιημένο με τον νόμο των αντιθέσεων του Ηρακλείτου, και είναι φυσικό να επηρεασθούν από αυτό. Δεν πρόκειται μόνον για την κοινή ελληνιστική γλώσσα, την οποία οι Πατέρες συνάντησαν στην εποχή τους και την χρησιμοποίησαν, αλλά όλο αυτό το οντολογικό υποσυνείδητο που υπάρχει στον Ελληνισμό. Το θέμα αυτό θα το δούμε στην επόμενη ενότητα.

Εκείνο το οποίο πρέπει να σημειωθή ως προς την ενότητα αυτή είναι ότι η ταυτότητα του ελληνισμού χαρακτηρίζεται από μια διαρκή εξέλιξη, γονιμοποίηση και ωρίμανση. Κανείς δεν μπορεί να εντάξη τον Ελληνισμό σε μια χρονική φάση της εξελίξεώς του και κανείς δεν μπορεί να απολυτοποιήση μια μόνο φάση σε αυτήν την εξέλιξη.

(συνεχίζεται στο επόμενο: Οι Τρεις Ιεράρχες και η ταυτότητα του Ελληνισμού (Β))

  • Προβολές: 769

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance