Εκπτώσεις εκκλησιαστικής ζωής

Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

(δημοσιεύθηκε στην "Ελευθεροτυπία", 14-4-2005)

Η συνέντευξη που έδωσε ο Βαβύλης στον δημοσιογράφο Μάκη Τριανταφυλλόπουλο αξιολογήθηκε από διάφορες πλευρές, ανάλογα με την οπτική γωνία του κάθε παρατηρητή. Σίγουρα ήταν μια δημοσιογραφική επιτυχία. Θεωρώ όμως ότι η επιτυχία, κατά την γνώμη μου, δεν βρίσκεται μόνον στο ότι πήρε την συγκεκριμένη συνέντευξη, αλλά κυρίως σε μερικά μηνύματα που εξέπεμψε η συνέντευξη.

Κατ’ αρχάς με προβλημάτισε έντονα η εμφάνιση του Βαβύλη ως μοναχού. Προκειμένου κανείς να λάβη την “ρασοευχή” –όχι απλώς ρασοφορία– πρέπει να δοκιμασθή για ένα χρονικό διάστημα σε μια Μονή, στην συνέχεια να ληφθή απόφαση του Ηγουμενοσυμβουλίου, η οποία θα εγκριθή από τον Μητροπολίτη της περιοχής. Στην συγκεκριμένη περίπτωση τα ερωτήματα είναι αμείλικτα: Πότε, που και πόσο χρόνο δοκιμάσθηκε ο Βαβύλης για να λάβη την “ρασοευχή”; Ποιός τον έκειρε με την ακολουθία αυτή, ενώ ήταν καταζητούμενος από την Ιντερπόλ; Ποιός Μητροπολίτης ενέκρινε την απόφαση για “ρασοευχή”; Με τίνος άδεια έφυγε από το μοναστήρι του; Γιατί απέβαλε τα ράσα και φορά δανεικά για τις ανάγκες της εκπομπής; Πώς συνδέει το τατουάζ με το κομποσχοίνι;

Επίσης, με αφορμή αυτήν την συνέντευξη, στην οποία ο Βαβύλης έκανε λόγο για “εθνική αποστολή” που ανέλαβε και μιλούσε για το ότι βοήθησε αποτελεσματικά για την εκλογή Πατριάρχη Ιεροσολύμων, με προβλημάτισαν έντονα δύο σημεία. Το ένα είναι τα “κριτήρια” που τίθενται για την εκλογή ενός Κληρικού σε υψηλές εκκλησιαστικές θέσεις, και το δεύτερο είναι οι “μηχανισμοί” που στήνονται για την επιτυχή έκβαση μιας τέτοιας εκλογής.

Τα “κριτήρια” που θέτουν μερικοί για την εκλογή ενός Κληρικού σε έναν “επίζηλο” εκκλησιαστικό θρόνο, είναι έξω από εκείνα που καθορίζονται από τις παραδόσεις της Εκκλησίας. Επειδή μερικές τέτοιες εκκλησιαστικές θέσεις θεωρούνται από μερικούς ως πολιτικές και εθνικές, γι’ αυτό και καθορίζεται, ώστε εκείνος που θα εκλεγή να έχη πολιτικά προσόντα, επικοινωνιακό στύλ, οικονομικές γνώσεις, δημόσιες σχέσεις, πολιτικές και διεθνείς διασυνδέσεις κλπ. Στην συνέχεια αυτός που εξελέγη αναλαμβάνει να εκπληρώση αυτήν την αποστολή.

Οι “μηχανισμοί” που στήνονται για την επιτυχία του σκοπού της εκλογής του επιλεγέντος προσώπου είναι όμοιοι με τους “μηχανισμούς” για την εκλογή πολιτικών προσώπων στα κόμματα και τις κυβερνήσεις. Χρησιμοποιούνται διάφοροι τρόποι προβολής του συγκεκριμένου υποψηφίου, ο οποίος παρουσιάζεται ως μεσσίας και σωτήρας, οργανώνονται μηχανορραφίες, κατασυκοφαντούνται οι άλλοι υποψήφιοι, εξασκούνται πιέσεις και εκβιασμοί στους εκλέκτορες, δίδονται και λαμβάνονται υποσχέσεις για χρήματα και κτήματα και μελλοντικές θέσεις κλπ. Οπότε δημιουργείται ένα απρεπές κλίμα που μολύνει την εκλογή και ισοπεδώνει την εκλογή ενός εκκλησιαστικού ηγέτη στην εκλογή ενός πολιτικού ηγέτη.

Αλλά και όσοι εξελέγησαν με τέτοια “κριτήρια” και τέτοιους “μηχανισμούς” αναλαμβάνουν τεράστιες υποχρεώσεις έναντι αυτών που τους βοήθησαν, οπότε οι ίδιοι αυτοφυλακίζονται σε ένα πλέγμα σχέσεων και συναλλαγών που δεν μπορούν να υπερβούν και να ικανοποιήσουν.

Βεβαίως το θέμα είναι βαθύτερο. Γιατί εκείνος που δέχεται να παίξη αυτό το επικίνδυνο παιχνίδι δουλείας και να εκλεγή με τις προϋποθέσεις αυτές έχει εισέλθει ανεπιγνώστως στον δρόμο της τραγωδίας. Δείχνει ότι στερείται ενός υπαρξιακού νοήματος ζωής και νομίζει ότι με την διεκδίκηση τέτοιων θέσεων θα το αποκτήση. Πρόκειται για ένα υπαρξιακό κενό, που δεν πληρώνεται με σισύφειες τεχνικές και γι’ αυτό κανένας ώριμος άνθρωπος δεν θα ήθελε να μπή σε τέτοιες αυτοταπεινωτικές και ευνουχιστικές διαδικασίες. Άλλωστε είναι γνωστόν ότι ο Ντοστογιέφσκυ στα έργα του έχει περιγράψει την τραγωδία των ανθρώπων εκείνων που έγιναν αιχμάλωτοι μιας ιδέας, γιατί αν δεν την πραγματοποιήσουν είναι δυστυχείς και εάν ακόμη την πραγματοποιήσουν θα διαπιστώσουν ότι δεν προέρχεται από εκεί η ευτυχία.

Και το ερώτημα είναι αδυσώπητο: αξίζει κανείς να καταλαμβάνη μια επίζηλη κατά το ανθρώπινο θέση, ενώ με τέτοιες διαδικασίες γίνεται έρμαιο διαφόρων ποικιλωνύμων συμφερόντων, τα οποία ούτως ή άλλως δεν μπορεί να ικανοποιήση, αλλά, κι αν μερικά από αυτά μπορέση να ικανοποιήση, θα μεταβληθή ο ίδιος σε μια τραγική συνειδησιακά ύπαρξη; Και τελικά, όπως πιστεύω, αυτοί οι ισχυροί “μηχανισμοί” που ανέλαβαν να επιβάλουν τον εκκλησιαστικό αυτόν ηγέτη, αυτοί οι ίδιοι θα λειτουργήσουν αρνητικά γι’ αυτόν όταν εκείνος αθετήση τις υποσχέσεις του.

Μέσα σε αυτήν την θανάσιμη σχέση αλληλοϋποχρεώσεων δημιουργούνται δύο καταστάσεις. Η πρώτη είναι η “οπαδοποίηση” αυτών που εργάσθηκαν για την επιβολή του υποψηφίου, η οποία εκφράζεται με αφοσιώσεις και εκδηλώνεται με χειροκροτήματα, με τατουάζ κλπ., και η δεύτερη που είναι η άλλη όψη του ιδίου νομίσματος, είναι το μίσος σε περίπτωση που δεν ικανοποιούνται οι επιθυμίες του οπαδού και αισθάνεται γι’ αυτό προδομένος. Κυριαρχεί και εδώ, όπως και στον έρωτα και το ποδόσφαιρο, το φαινόμενο που χαρακτηρίζεται ως “πόνος του χωρισμού και επιθετικότητα της σχέσης”. Πράγματι ο φανατισμός του οπαδού μετατρέπεται σε μίσος εχθρού, και η τρελλή αγάπη του εραστή μετατρέπεται σε άρρωστη ζήλια και σε θανατική οργή.

Όλες αυτές οι καταστάσεις είναι “φυσικές” σε πολιτικά, κομματικά και ανθρώπινα επίπεδα, αλλά είναι τραγωδία όταν εισέρχωνται και μέσα στον χώρο της Εκκλησίας και χρησιμοποιούνται στον τρόπο εκλογής των εκκλησιαστικών ηγετών. Και το χειρότερο είναι όταν αυτοί οι “μηχανισμοί” χρησιμοποιούνται από εθνικιστικά φρονήματα και εγκοσμιοκρατικούς σκοπούς.

Στην περίπτωση αυτή υπονομεύεται κάποια άλλη βασική αρχή της Ορθοδόξου Εκκλησίας που είναι η αρχή της οικουμενικότητας, η οποία είναι αντίθετη με την αίρεση του εθνοφυλετισμού. Τί νόημα έχει η διδασκαλία της Εκκλησίας περί της οικουμενικότητας-καθολικότητας, ότι δηλαδή στην Εκκλησία υπερβαίνονται οι διακρίσεις μεταξύ φυλής, έθνους και χρώματος, όταν οι εκκλησιαστικοί ηγέτες εγκλωβίζοωνται μέσα σε τέτοιες πτωτικές διαδικασίες και η προσπάθεια για την εκλογή ενός Κληρικού και μάλιστα Πατριάρχου βαπτίζεται ως “εθνική αποστολή”; Οι άλλοι υποψήφιοι είναι προδότες;

Είναι πτώση όταν εκκλησιαστικοί άνδρες αναμειγνύωνται σε τέτοιες εγκοσμιοκρατικές ενέργειες. Αυτό που περιγράψαμε πιο πάνω δεν έχει καμμιά σχέση με την Εκκλησία του Χριστού, με αυτό που έφερε με την ενανθρώπησή Του ο Χριστός στον κόσμο, με την διδασκαλία και το έργο των Αποστόλων και των Πατέρων της Εκκλησίας. Πρόκειται για μετατροπή της Εκκλησίας σε κομματικό σχηματισμό, σε εθνική οργάνωση, σε ανθρωποκεντρικό σωματείο, με θρησκευτικές ίντριγκες και θανατηφόρους φανατισμούς, που συνιστά έκπτωση από την εκκλησιαστική ζωή.

Βέβαια, εκείνο που απασχολεί τους ανθρώπους είναι το πώς γίνονται όλες αυτές οι εκκλησιαστικές εκλογές, όταν διατεινώμαστε ότι γίνονται με το Άγιον Πνεύμα, ενώ χρησιμοποιούνται ανθρωποκεντρικοί ενδοκοσμικοί μηχανισμοί, όταν αντί της δύναμης του πνεύματος χρησιμοποιείται το πνεύμα της δυνάμεως. Ισχύει στο σημείο αυτό ο λόγος του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, ότι το Άγιον Πνεύμα “ου πάντας χειροτονεί, αλλά δια πάντων ενεργεί”.

 

  • Προβολές: 862

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance