Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου: Τὸ Πάσχα ἡμῶν

Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

(Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα "Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία", 30 Απρ.-1 Μαΐου 2005)

Το Πάσχα είναι εορτή της ανοίξεως, αλλά εορτή και του Χριστιανού που ζη στον χώρο της Εκκλησίας. Η άνοιξη είναι το πανηγύρι της φύσεως, η οποία ξυπνά από τον λήθαργο του χειμώνος και προετοιμάζεται για την καρποφορία. Και το Χριστιανικό Πάσχα είναι η άνοιξη της ζωής, που ξυπνά από το έρεβος του θανάτου και προετοιμάζεται για την υπέρβασή του. “Πάσχα, Κυρίου Πάσχα· εκ γαρ θανάτου προς ζωήν και εκ γης προς ουρανόν, Χριστός ο Θεός ημάς διεβίβασεν”.

Το αναστάσιμο ήθος

Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι Εκκλησία της Αναστάσεως, διότι δίνει προτεραιότητα στον θρίαμβο του Χριστού επί του θανάτου. Πρόκειται για Πάσχα, ως υπέρβαση του θανάτου, ως διάβαση του Λόγου στον ανθρώπινο νού και όχι ως διάχυση του νού στον ανθρώπινο λόγο και τις αισθήσεις.

Όταν εξετάση κανείς το “ήθος” της Ορθοδόξου Εκκλησίας, θα διαπιστώση ότι εκπέμπει στους ανθρώπους το “πνεύμα” και την ζωή που εξέρχεται από τον Τάφο. Η “ζωή εν τάφω” και “εκ τάφου η ζωή”. Πρόκειται για ένα ξέσπασμα και έναν οργασμό ζωής.

Και εδώ φαίνεται η διαφορά μεταξύ δυτικού Χριστιανισμού και Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Ο άγιος Φραγκίσκος, όπως τον βιογραφεί ο Καζαντζάκης, φθάνει στον ύψιστο βαθμό της πνευματικής ζωής να αισθανθή στο σώμα του τον “σταυρωμένο Θεό”. Έλεγε: “Σταυρός είναι, Φράτε Λεόνε, σταυρός είναι το κορμί του ανθρώπου· άνοιξε τα μπράτσα σου και θα δής· κι απάνω του είναι σταυρωμένος ο Θεός”. Και προσευχήθηκε: “Χριστέ μου, αγαπημένε μου, μια χάρη σου ζητώ· μια χάρη να μου κάμεις, πριν πεθάνω. Στο κορμί και στην ψυχή μου να νιώσω, όσο είναι μπορετό, τον πόνο Σου και τ' άγιά Σου Πάθη…”. Έφθασε δε στο σημείο να δη στο σώμα του τις πληγές του Σταυρού. Και ενώ αναζητούσε και άλλη μεγαλύτερη εμπειρία, άκουσε την θεία φωνή: “Μη ζητάς παραπέρα· εδώ σταματάει ο ανήφορος του ανθρώπου, στην Σταύρωση!”.

Αντίθετα, ένας ορθόδοξος άγιος, ο όσιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, είδε τον αναστάντα Χριστό και έζησε το Πάσχα μέσα στην ύπαρξή του και στην κτίση. Μετά την θέα του Αναστάντος Χριστού “έζησε σ' ένα πασχαλινό πανηγύρι. Όλα ήταν ωραία· ο κόσμος μεγαλειώδης, οι άνθρωποι ευχάριστοι, η φύση ανείπωτα όμορφη, το σώμα άλλαξε κι έγινε ανάλαφρο, προστέθηκαν δυνάμεις… Ξέχειλη από χαρά η ψυχή, σπλαχνιζόταν τους ανθρώπους και δεόταν για όλον τον κόσμο”.

Αυτή η διαφορά μεταξύ δυτικού και ανατολικού ανθρώπου φαίνεται στην διαφορά μεταξύ Σαρτρ και αγίου Σεραφείμ του Σάρωφ. Ο πρώτος (Σαρτρ) απογοητευμένος από τον δυτικό Χριστιανισμό, έλεγε: “Οι άλλοι η κόλασή μου”. Ο δεύτερος (άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ) απηύθυνε στον καθένα που συναντούσε τον χαιρετισμό: “Χριστός ανέστη, χαρά μου”. Ο κάθε άλλος δεν είναι “άλλος”, “ξένος”, “πλάνος”, αλλά αδελφός. Με την αναστάσιμη εμπειρία υπερβαίνεται ο θάνατος, εξουδετερώνεται η φιλαυτία, καταργείται ο Άδης. Διαφορετικά ο άνθρωπος κλείνεται στην ατομική του κόλαση. Έγραφε ο Ευδοκίμωφ: “Θα μπορούσαμε να παραστήσουμε τον Άδη σαν ένα κλουβί κατασκευασμένο από καθρέπτες· μέσα εκεί δεν μπορεί κανείς να ιδή παρά το δικό του πρόσωπο, που πολλαπλασιάζεται επ' άπειρον και κανένα άλλο βλέμμα δεν έρχεται να το κοιτάξη. Το να μη βλέπης, παρά τον εαυτό σου σημαίνει να χορταίνης από αυτόν μέχρι ναυτίας, μέχρι που να παθαίνης οντολογικό λόξυγγα”.

Τα θανατηφόρα προβλήματα

Γιορτάζοντας το “Πάσχα ημών”, ως “εορτή των εορτών”, ως “θανάτου νέκρωσιν, άλλης βιοτής της αιωνίου απαρχήν”, αισθανόμαστε μέσα μας και γύρω μας την οσμήν του πνευματικού θανάτου, την προ της Αναστάσεως του Χριστού βιοτή. Ζούμε την βιολογική ζωή ως επιβίωση και μάλιστα θανατηφόρα. Ψάλλουμε το “Χριστός Ανέστη”, πανηγυρίζουμε εξωτερικά, αλλά η πίκρα του Άδη κυριαρχεί μέσα μας, πολλές φορές και στην εκκλησιαστική ζωή. Φωνάζει θριαμβευτικά ο Ιερός Χρυσόστομος, επαναλαμβάνοντας τους λόγους του Προφήτου Ησαΐου: “Ο άδης επικράνθη” με την Ανάσταση του Χριστού. Αλλ' όμως ταυτόχρονα γευόμαστε την πίκρα του. Πικρόν το μνημόσυνο του θανάτου, πικρή η οδύνη της μοναξιάς, πικρές οι εμπαθείς συμπιέσεις στον “χώρο” του Χριστιανισμού, αλλά και της Εκκλησίας, που όμως εξακολουθεί να είναι η Εκκλησία της Αναστάσεως και να κηρύττη το μυστήριο της Αναστάσεως.

Τα ποικίλα πάθη μας κρατούν μακρυά από την υπαρξιακή πανήγυρη της ζωής. Οι ποικίλες πιέσεις δίνουν διαφορετική αίσθηση της Εκκλησιαστικής ζωής. Χριστιανοί διαιρεμένοι μέσα από πολιτικές σκοπιμότητες, Ορθόδοξοι με ανταγωνισμούς, που δεν θυμίζουν τίποτε από Χριστόν Αναστάντα.

Η σταύρωση της Ορθοδόξου Εκκλησίας συνεχίζεται. Οι πληγές του Σταυρού στην Εκκλησία των Ιεροσολύμων, από εσωτερικές αδυναμίες και έξωθεν επιρροές αμαυρώνουν το “ιερό φως” που προέρχεται από τον Τάφο του Χριστού. Οι πολιτικές σκοπιμότητες, οι εθνοφυλετισμοί συνδυασμένοι με τα ανθρώπινα πάθη δεν αφήνουν την χαρά της Αναστάσεως να λάμπη ως φως στους γύρω ανθρώπους.

Οι εξουσιαστικές δυνάμεις που παρατηρούνται σε όλες τις Χριστιανικές Ομολογίες φυγαδεύουν το “Χαίρετε”, το “ειρήνη ημίν”, το “θαρσείτε”, αφού κυριαρχούνται από άλλες αλλότριες εξουσίες, ξένες με το “πνεύμα” του Αναστάντος Χριστού. Δυστυχώς η πολιτική, ενδεδυμένη πολλές φορές με εκκλησιαστικά ενδύματα (άμφια), είναι τα καρφιά της σταυρωμένης Εκκλησίας, της νύμφης του Αναστάντος Χριστού. Και οι εγκοσμιοκρατικές πιέσεις γίνονται εν ονόματι του όρου “μητέρα Εκκλησία”.

Σύμφωνα με τις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων και τις μετέπειτα αποσχίσεις της Παπικής Εκκλησίας από την Ορθόδοξη αλήθεια, το Οικουμενικό Πατριαρχείο είναι Πρωτόθρονη - μητέρα Εκκλησία. Όμως μερικές Ορθόδοξες Εκκλησίες προσπαθούν να εξυψώσουν την Εκκλησία των Ιεροσολύμων στην θέση αυτή και την αποκαλούν μητέρα Εκκλησία, σε βάρος του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Και ο νέος Πάπας, ως Πρόεδρος της Επιτροπής διδασκαλίας για την πίστη, που είναι συνέχεια της Ιεράς Εξετάσεως, πριν μερικά χρόνια (τό 2000) είχε εκδώσει ένα κείμενο που ερμήνευε τον όρο “αδελφές Εκκλησίες”, τον οποίο είχαν χρησιμοποιήσει τόσο ο Πατριάρχης Αθηναγόρας, όσο και η Β΄ Βατικάνεια Σύνοδος. Και επεξηγούσε ότι “η αγία, καθολική και αποστολική παγκόσμια Εκκλησία (εννοεί την Ρωμαιοκαθολική) δεν είναι αδελφή, αλλά μητέρα όλων των συγκεκριμένων Εκκλησιών”. Γι' αυτό συνιστά: “Θα πρέπει κάποιος να αποφεύγει, ως αιτία παρεξηγήσεως και θεολογικής σύγχυσης, τη χρήση εκφράσεων όπως "οι δυο μας Εκκλησίες"…”. Παρατηρείται μια υπονόμευση του Οικουμενικού Πατριαρχείου και μια εγκοσμιοκρατική έκφραση της Εκκλησίας.

Το αληθινό Πάσχα της Εκκλησίας

Το “Πάσχα ημών”, ως νίκη στον θάνατο και ως βίωση της ζωής, βιώνεται και σήμερα παρά τις εγκοσμιοκρατικές εξουσίες και τάσεις. Βιώνεται από αυτούς που ζουν ταπεινά και υπαρξιακά μέσα στον χώρο της Εκκλησίας, μακρυά από εκκοσμικεύσεις, εθνοφυλετισμούς και πολιτικές σκοπιμότητες και φαίνεται καθαρά στα λείψανα των αγίων. Κανονικά θα έπρεπε τα σώματα των κεκοιμημένων αγίων, που είναι ένα σύνολο κυττάρων, μέσα στα οποία υπάρχουν και τα κύτταρα της γηράνσεως, να αποσυντεθούν. Όμως η δύναμη και η χαρά της Αναστάσεως δεν επιτρέπουν την διάλυση, πράγμα που αποδεικνύει ότι νικήθηκε ο θάνατος, και ο άγιος είναι κεκοιμημένος, που αναμένει το εσχατολογικό ξύπνημα.

Αυτό είναι “το Πάσχα ημών”, ως μυστήριο της Αναστάσεως, και όχι ο θρησκειοποιημένος Χριστιανισμός με τα πάθη της φιλοπρωτείας, της διαίρεσης, της ανταγωνιστικότητας. Το “Πάσχα ημών” δεν μπορεί να αντικατασταθή από την “θρησκεία ημών”, η οποία ζη κάτω από το κράτος του θανάτου. Ο Αναστάς Χριστός δεν είναι δυνατόν να αναπληρωθή από πολιτικές εκφράσεις και εκφάνσεις του Χριστιανισμού, και η δύναμη της Αναστάσεως δεν μπορεί να χωρέση σε “Χριστιανικά Κράτη”. Βιούται αποφατικά, ησυχαστικά, ερωτικά, ταπεινά.

 

  • Προβολές: 1439

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance