Γιάννη Βαρδακουλά: Τὸ μήνυμα ὰπὸ τὸ ἱστορικὸ ἔργο τοῦ Γιάννη Βλαχογιάννη

τού Γιάννη Βαρδακουλά

Με την ευκαιρία έκδοσης του βιβλίου του 2ου Δημοτικού Σχολείου Ναυπάκτου "ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΛΑΧΟΓΙΑΝΝΗΣ" δημοσιεύουμε αντί παρουσίασής του, τμήμα της εργασίας του κ. Γιάννη Βαρδακουλά που ανεφέρθη στα μηνύματα από το ιστορικό έργο του Βλαχογιάννη.

Κατ' ευθείαν απόγονος από πατέρα καπετάνιο της Ρούμελης, το Εικοσιένα και της εξοδίτισσας σουλιώτισσας Λάμπρω Γκιώναινας, από μάνα, με το πατρογονικό του σπίτι στο επαχτίτικο Κάστρο, στην οδό Σουλίου, στη Φορτέτσα, με τις ιστορίες και τα τραγούδια της λεβεντιάς και της θυσίας των Μεγάλων Χρόνων, χαϊδεύοντας με λαχτάρα τα ιστορικά βιβλία με τις ζωγραφιές των καπεταναίων, αγγίζοντας με χτυποκάρδι τα τιμημένα άρματα των Τζαβελλαίων και κρατώντας ως φυλαχτό το ημερολόγιο του σουλιώτη ήρωα Γιαννούσα Πανομάρα, που η γυναίκα του, η θειά Σανιά του χάρισε, σ' αυτό το περιβάλλον, σ' αυτό το κλίμα, μ' αυτή την αρετή γαλουχήθηκε ο Γιάννης Βλαχογιάννης που αργότερα αφηγήθηκε: "έτσι... από μικρός ζούσα μέσα στο Εικοσιένα και μοναδικός μου έρωτας ήταν πάντα η πατρίδα και η ιστορία της". Όλες αυτές οι αναμνήσεις, οι ενθυμήσεις και οι εικόνες, που ήταν η πρώτη, αλλά και η μεγάλη συγκίνηση του Βλαχογιάννη, έγιναν τα βιώματα που οριοθέτησαν την κατοπινή πνευματική του ενασχόληση και κέντρισαν την έφεσή του για την συλλογή κάθε κειμένου που έφερνε πίσω στη ζωντανή ιστορία του Εικοσιένα. Έτσι αρματωμένος ξεκίνησε και αρμέγοντας το βαθύ νόημα του Εικοσιένα, αγωνίστηκε με κόπο και θυσίες να διασώση και αξιοποιήση την αληθινή ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης, μέσα από την οποία έβλεπε ν' ανασταίνεται η αναγεννητική δύναμη του Ελληνισμού. Γι' αυτό και αναζήτησε στα ιστορικά γεγονότα την αλήθεια, την αλήθεια αποκαθαρμένη από την παραχάραξη και την πλαστογραφία, αυτήν την αλήθεια που γίνεται δάσκαλος και οδηγητής, έστω και αν πρόκηται "νά γκρεμίση ένα φανταχτερά χτισμένο αγέρινο παλάτι και να ρίξη είδωλα απ' το ψηλό σκαμνί τους", όπως ο ίδιος έγραψε στον πρόλογο της εργασίας του "Κλέφτες του Μωριά".

Το έργο του είναι πολυσχιδές και πολυσήμαντο, όπως έχει αποφανθεί ολόκληρος ο κριτικός κόσμος, που ασχολήθηκε επανειλημμένα με αυτό. Το ιστορικό του έργο περιλαμβάνεται στους επτά μεγάλους τόμους της Εταιρείας Ελληνικών Εκδόσεων και αποτελείται από ιστορικά ανέκδοτα και βιογραφίες αγωνιστών, αρχεία, απομνημονεύματα και μονογραφίες

* * *

Κάθε συγγραφέας έχει στο βάθος των γραπτών του κάποιο μήνυμα, που θέλει να μας μεταδώση? αυτό βέβαια ισχύει και για τον ιστορικό, που καθένα βλέπει τα ιστορικά γεγονότα, τα αξιολογεί και δίδει την ερμηνεία του από το δικό του παρατηρητήριο. Αυτό ισχύει και για τον Βλαχογιάννη, Αυτό το μήνυμά του θα προσπαθήσω να σάς υπενθυμήσω, από το ιστορικό του έργο, στον περιορισμένο χρόνο που μου έχει διατεθή.

Η χώρα μας ζούσε τον ανερχόμενο πυρετό της κυοφορούμενης κοινωνικοοικονομικής και πολιτικής μεταλλαγής, που πυρακτωμένη από τον εθνικό ξεπεσμό του 1897, οδήγησε στην Επανάσταση του 1909. Σ' αυτή την ατμόσφαιρα αναπτύσσονταν και αντιπαρατίθενταν δυνάμεις και ρεύματα, υπό την πίεση των οποίων έμελλε να εκκολαφθή η Ελλάδα του 20ού αιώνα, αγωνιζόμενη για την ανάπτυξή της: από το ένα μέρος με τους αγωνιστές του Εικοσιένα, άλλοτε επαίτες και άλλοτε στασιαστές και τον ευκολοπίστευτο και προδωμένο λαό, που διεκδικούσαν την δικαίωσή τους, κι από το άλλο το Παλάτι με την Αυλή και τους φεουδάρχες, που σε αγαστή συνεργασία πάσχιζαν για την συντήρηση των συμφερόντων τους υπό την σκέπη των ξένων προστατών, ενώ η Ελλάδα «ταλαίπωρη και ελεεινή φράγκα θεραπαινίς» αγωνιζόταν με την φωτισμένη ηγεσία αληθινών πνευματικών τέκνων της και πολιτικών να κρατήση το ήθος και την ιστορική της ταυτότητα από την ξενόφερτη απομίμηση και υπονόμευση.

Μέσα σ' αυτή την ατμόσφαιρα και υπό τις συνθήκες αυτές έφθασε στην πρωτεύουσα ο Βλαχογιάννης και σύντομα με την αδιάλλακτη γραφίδα, φέρνει το μήνυμα της εκρηκτικής, της αγωνιώσας πνευματικής ορμής.

Ασυμβίβαστος πολεμιστής, βράχος αμετακίνητος στις αρχές και τις αξίες, με τις οποίες αναστήθηκε στο επαχτίτικο Κάστρο, με βροντερό λόγο, γίνεται ο Βλαχογιάννης ο κήρυκας και οδηγητής στις νεώτερες γενιές του Ελληνισμού. Σ' αυτό το μετερίζι στάθηκε μέχρι το τέλος της ζωής του, έχοντας συνειδητοποιήσει, πώς «η μεγαλύτερη αξία της ζωής, η βαθύτερη δύναμη για να γίνη κανείς σωστός ανθρωπος και αληθινός άντρας, είναι να κερδίζη με το σπαθί τη λευτεριά του», γιατί, όπως έγραψε ο Γ. Αθάνας, «μέσα του αναπαυόταν ένας πάνοπλος σουλιώτης πολεμιστής, που ήταν έτοιμος να κάνη γιουρούσι με το γιαταγάνι του στο πρώτο σύνθημα, στην πρώτη παρόρμηση κι όχι ένας εκστατικός βοσκός της Γκιώνας, που με την φλογέρα του στο χέρι, αποχαυνώνεται, αγναντεύοντας από ψηλά τις κοντοραχούλες και τα κλεισορέματα. Και με το να είναι αυτό το ένστικτό του μπόρεσε ν' αφομοιώση τόσο ολοκληρωτικά το Εικοσιένα και να πολιτογραφηθή γραμματικός του και να στρατολογηθή ραψωδός του και να επιβιώση σαν ο πιο μεγάλος του θεματοφύλακας και αρχειοφύλακας». Η πατρίδα αντανακλά την ιστορία της, αυτήν όμως που έγραψαν οι Αρματωλοί και οι Κλέφτες, αποτυπώνει την ψυχή και τα οράματα του λαού. Με την ελευθερία ταυτισμένη με την ψυχή και τη δράση του λαού, τον πατριωτισμό βεβαιωμένο και σφραγισμένο με τον αγώνα και τη θυσία και την ιστορική συνείδηση έτσι καθαγιασμένη με την αρετή της ανδρείας και της αυτοθυσίας, αυτά για το Βλαχογιάννη ήταν τα όρια, στα οποία ενσαρκώνονται τα οράματα, οι πλαστουργές ιδέες του λαού, όπως τις διαμορφώνει η εθνική και πολιτιστική κληρονομιά, που γονιμοποιείται υπό την επίδραση της ιστορικής και κοινωνικής εξέλιξης.

Γι' αυτό, με την πίστη ότι εθνικό είναι μόνο το αληθινό, υπό την αγαθοποιό επίδραση του οποίου τίθεται σε κίνηση η δυναμική της ψυχής του λαού, αναζήτησε, «έψαξε κι έσκαψε και βρήκε και σύναξε... και ξαναζωντάνεψε την παράδοση, ερεύνησε επίμονα τη γνήσια πτυχή της ιστορίας της Ελληνικής Επανάστασης, αναζήτησε το γνήσιο κι αμόλευτο στοιχείο της κι έγραψε για τους Κλέφτες του Μοριά και τις μνημειώδεις πραγματείες του για τον Καραϊσκάκη κάι τον Μακρυγιάννη, των οποίων η λαϊκή καταγωγή και η απαράμιλλη δράση τους επιβεβαίωνε, πώς η λαϊκή ψυχή είναι πηγή και έμπνευσης και δημιουργίας. Έτσι, με την ιστοριοδιφική του έρευνα, αναζήτησε τη δημιουργική, την πλαστουργό ουσία της λαϊκής ψυχής, γιατί μόνο έτσι μπορεί να παραμένη άσβηστη η εθνική μνήμη και να είναι φάρος και οδηγητής στον αγώνα και την πορεία του Ελληνισμού. Γι' αυτό στην αναζήτηση και προσδοκία του, είδε τη λαϊκή ψυχή, την κοινωνία προπορευόμενη ως δυναμική που κινεί το πολιτικοκοινωνικό γίγνεσθαι και αυτή την κοινωνία οργανωμένη και ποτισμένη με τα ήθη, τα έθιμα και τις συνήθειες που η λαϊκή ψυχή διαμόρφωσε στα χρόνια της Εθνεγερσίας, θεωρούσε ως υπόδειγμα έναντι της κρατικής εξουσίας, που είχε οργανωθή από τους ανακτορικούς συμβούλους της Αυλής, με τον παραμερισμό, τη δοκιμασία και την προδοσία των αγωνιστών. Γι' αυτό και αναζήτησε τη δημιουργό ουσία της λαϊκής ψυχής ως την πηγή της αναγέννησης, που βαθαίνει και πλαταίνει την αυτογνωσία του λαού, στην οποία έπρεπε να στηριχθή η αναμόρφωση του πολιτικού βίου των Ελλήνων. Με την αναζήτηση και αξιοποίηση της ιστορικής αλήθειας, πίστευε ο Βλαχογιάννης, πώς μπορούσε να ξεπλυθή ηθικά ο Νεοελληνισμός στο κονταροχτύπημά του με την υποτέλεια της Αυλής και των «στρειδιών», που είχαν κολλήσει στο θρόνο της, για να διαφυλάξουν τα κεκτημένα και να συνεχίσουν τη νόσφηση της εξουσίας, και να συνεχίση την πορεία του προς την αναγέννηση και τη δημιουργία. Με την πίστη αυτή αναζήτησε ο Βλαχογιάννης τα πνευματικά και τα ηθικά στοιχεία στα γραφτά των αγωνιστών και το δημοτικό τραγούδι, κατά την αναζήτησή του αυτή συνειδητοποιούσε, πώς η λαϊκή ψυχή, η συλλογική αυτή ψυχή θα μπορούσε να είναι η μήτρα για την αναγέννηση της πατρίδας, αφού σ' αυτό κυοφορείταν η αυτογνωσία και γονιμοποιούνταν οι μεγάλες ιδέες και οι κατευθυντήριες αξίες του Ελληνισμού.

Ο Βλαχογιάννης έδωσε παραστατική την εικόνα της αντρειωσύνης, της ανάτασης, των καημών και της προδωμένης ελπίδας των αγωνιστών, γεύτηκε την πίκρα για τον κατατρεγμό τους, την απογοήτευσή τους για το διωγμό της γνήσιας γλώσσας του λαού και γεύτηκε ακόμη την πίκρα της αχαριστίας στους δύο γίγαντες, όπως τους αποκαλούσε, της πολιτικής ζωής το Χαρίλαο Τρικούπη και τον Ελευθέριο Βενιζέλο, που αγωνίστηκαν για την εθνική μας ολοκλήρωση και την αναγέννηση της πατρίδας.

Στο όρμωμα της φιλοπατρίας, με το καριοφίλι του αγώνα, και της αυτοθυσίας, στην αμόλευτη από παραποιήσεις και πλαστογραφίες ιστορία, που προϋποθέτει γνώση, αλλά απαιτεί και ευαισθησία και μνήμη, στη γλώσσα του λαού, που είναι όργανο δημιουργίας και στη θρησκευτική πίστη, με την υπομονή της στη δοκιμασία και την αναμονή της ανάστασης, είδε και πίστεψε τη λαϊκή ψυχή ως θεματοφύλακα της γνήσιας παράδοσης και πλαστουργό της αναγέννησης του νεώτερου Ελληνισμού. Αυτό το μήνυμα είναι η ιερή παρακαταθήκη του Βλαχογιάννη ως χρέος των νεώτερων γενιών.

  • Προβολές: 1332

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance