Πρωτοπρ. π. Ιωάννου Δένδια: «Θετικά και αρνητικά στοιχεία στις Ενορίες της Ορεινής Ναυπακτίας και του Αγίου Βλασίου»

του Πρωτοπρ. π. Ιωάννου Δένδια

Δημοσιεύουμε, όπως υποσχεθήκαμε στο προηγούμενο τεύχος, την εισήγηση του π. Ιωάννη στο Ι Ιερατικό Συνέδριο της Ιεράς Μητροπόλεώς μας (27-9-2005)

Σεβασμιώτατε, Σεβαστοί Πατέρες και Συμπρεσβύτεροι,

Το θέμα που μου δόθηκε να αναπτύξω είναι:

«Θετικά και αρνητικά στοιχεία των περιοχών της Ορεινής Ναυπακτίας και του Αγίου Βλασίου, που έχουν σχέση και αναφορά στην άσκηση του ποιμαντικού έργου».

Το θέμα είναι καίριο και πολύ καυτό και απασχολεί έντονα τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη μας, τους Ιερείς που ποιμαίνουν τις ενορίες, αλλά και τους Ιερείς που υπηρετούν σε άλλες ενορίες και κυρίως της πόλεως Ναυπάκτου, που προσπαθούν με θυσίες να προσφέρουν όσο μπορούν και ο,τι μπορούν στις ενορίες των περιοχών αυτών.

Σεβασμιώτατε και Σεβαστοί Πατέρες,

«Θετικά και αρνητικά στοιχεία στις Ενορίες της Ορεινής Ναυπακτίας και του Αγίου Βλασίου»Η Ιερά Μητρόπολις Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου έχει μια ιδιομορφία, που σπάνια συναντά κανείς σε άλλες Μητροπόλεις του ελλαδικού χώρου. Δηλαδή, ενώ σαν Μητρόπολη στα χαρτιά έχει μια έκταση χωρική αρκετά ικανοποιητική, θα μπορούσα να πω, στην πραγματικότητα είναι μία από τις πιο μικρές και φτωχές Μητροπόλεις, διότι οι βιώσιμες ενορίες είναι ελάχιστες. Τι συμβαίνει δηλαδή: οι ενορίες της Ορεινής Ναυπακτίας και του Αγίου Βλασίου, που αποτελούν και το μεγαλύτερο μέρος αριθμητικά των ενοριών της Ιεράς Μητροπόλεως, έχουν γίνει ενορίες γερόντων. Ένα, λοιπόν, μεγάλο πρόβλημα είναι ότι στα χωριά αυτά υπάρχουν οι εναπομείναντες υπερήλικες και αυτοί ελάχιστοι στα περισσότερα χωριά, διότι ο νέος κόσμος τα εγκατέλειψε για να επιβιώση, κι έτσι παρέμειναν μόνο οι γέροντες και οι γριούλες. Να όμως που και αυτοί έχουν ψυχή και μάλιστα τώρα που βλέπουν το θάνατο κοντά αισθάνονται όσο ποτέ άλλοτε την ανάγκη της παρουσίας της Εκκλησίας, της παρουσίας του Ιερέα, της παρουσίας του Επισκόπου. Όλοι τους εγκατέλειψαν, η πολιτεία, ακόμη και τα παιδιά τους, που δεν μπορούν να κάνουν διαφορετικά. Η Εκκλησία τι θα κάνη; Εδώ είναι το μεγάλο δίλημμα και το μεγάλο ερώτημα. Πως μπορείς να κλείσης τα αυτιά σου στην κραυγή των ανθρώπων αυτών, που είναι κραυγή εγκατάλειψης, αλλά συγχρόνως και κραυγή απόγνωσης;

Φυσικά δεν μπορείς να κλείσης ούτε τα αυτιά σου, ούτε τα μάτια σου, γιατί είσαι άνθρωπος που ο Θεός σου εμπιστεύθηκε τις ψυχές των ανθρώπων αυτών. Εδώ φθάνει που το ερώτημα γίνεται πλέον βασανιστικό, γίνεται ευθύνη απέναντι στο Θεό. Πως μπορείς όμως να ανταποκριθής στις πνευματικές ανάγκες των ανθρώπων αυτών; Πρέπει κάποτε να ακούνε την καμπάνα να χτυπά, να βλέπουν την πόρτα της Εκκλησίας να ανοίγη. Έχουν ανάγκη να λειτουργηθούν, να κοινωνήσουν, να εξομολογηθούν, έχουν ανάγκη να δουν τον παπά, τον Επίσκοπό τους. Έχουν τόσα να πουν, να ανοίξουν την καρδιά τους, να πουν τις αμαρτίες τους, τώρα, τώρα που νιώθουν τον θάνατο κοντά, θέλουν να νιώσουν πως κάποιος νοιάζεται γι’ αυτούς.

Τι να κάνη όμως αυτός ο Επίσκοπος; Που να βρη τους Ιερείς; Που να βρη αυτός ο ίδιος τον χρόνο με τόσες έγνοιες και με τόσες ευθύνες; Που να βρη το χρόνο για να πη μια καλημέρα στους ανθρώπους αυτούς κατά πυκνά η αραιά διαστήματα; Και το συναφές πρόβλημα είναι πως να πάη; Πως να σκαρφαλώση κυριολεκτικά στα κακοτράχαλα βουνά με βροχή, με χιόνι, με ζέστη αφόρητη, με δρόμους που σου κόβεται η αναπνοή όταν κοιτάξης δίπλα σου, στο γκρεμό, στο χάος; Χρειάζεται αυτοθυσία, χρειάζεται δυναμη Θεού, χρειάζεται χάρη Θεού!

Το πρόβλημα αυτό δε σταματάει έδώ, έχει και άλλη διάσταση. Ενώ το χειμώνα οι ενορίες αυτές είναι σχεδόν νεκρές πληθυσμιακά, κατά τους θερινούς μήνες γεμίζουν κόσμο και πολλές από αυτές γίνονται κοσμοπολίτικα κέντρα. Τον χειμώνα ένας Ιερεύς με όλες αυτές τις αντίξοες συνθήκες κυριολεκτικά με την ψυχή στα δόντια, αλλά με αγάπη πολλή προς το λειτούργημά του και με πίστη και δύναμη Θεού, εξυπηρετεί δύο και τρεις η και περισσότερες ενορίες εναλλάξ, την περίοδο όμως του καλοκαιριού οι περισσότερες από αυτές τις ενορίες χρειάζονται τον Ιερέα οπωσδήποτε. Διότι στην Εκκλησία δίνεται η ευκαιρία να επικοινωνήση με τους ανθρώπους αυτούς που είναι εργαζόμενοι, πολλά παιδιά, φοιτητές, μαθητές Γυμνασίου η Λυκείου, που ίσως ψάχνουν να βρουν κάτι στέρεο στη ζωή τους. Μην ξεχνάμε ότι τα παιδιά βρίσκονται στην κρίσιμη ηλικία της αναζήτησης, αλλά και της αμφισβήτησης. Η ζωή της πόλης και η κουλτούρα που κυριαρχεί στη ζωή των νέων σήμερα ίσως να μην τα βοήθησε να βρουν αυτό που ψάχνουν και αναζητούν. Δίνεται λοιπόν η ευκαιρία στην Εκκλησία να επικοινωνήση και να επιτύχη πολλά. Που να βρεθούν όμως τόσοι Ιερείς για να επανδρώσουν τις ενορίες αυτές για έναν, δύο και τρεις μήνες;

Πέραν αυτών που προανέφερα υπάρχει και κάτι άλλο που κάνει απαραίτητη την παρουσία του Ιερέα. Μέσα σ’ αυτούς τους εποχιακούς επισκέπτες μπορεί να είναι και άνθρωποι με διαφορετικές θρησκευτικές αντιλήψεις, αιρετικές, σχισματικές, παρεκκλησιαστικές, παραθρησκευτικές και τόσες άλλες που επιδιώκουν την διάδοσή τους. Ποιός λοιπόν θα αντιμετωπίση τα φαινόμενα αυτά;

«Θετικά και αρνητικά στοιχεία στις Ενορίες της Ορεινής Ναυπακτίας και του Αγίου Βλασίου»Άλλο αρνητικό στοιχείο είναι ο κατακερματισμός των ενοριών, δηλαδή οι ενορίες αυτές αποτελούνται από πολλούς συνοικισμούς, που ο καθένας συνοικισμός έχει τον δικό του Ιερό Ναό και το δικό του Κοιμητήριο. Μεταξύ των συνοικισμών αναπτύσσονται αντιπαραθέσεις, διότι απαιτούν πολλές φορές να εξυπηρετηθούν την ίδια μέρα και αυτές οι αντιπαραθέσεις οξύνονται κυρίως τις μεγάλες γιορτές και φέρνουν τον Ιερέα σε δύσκολη θέση και πολλές φορές και τον Επίσκοπο. Με τη σημερινή λειτουργία των ενοριών αυτών συμπερασματικά μπορώ να πω ότι μόνο με εφεδρεία ιερέων θα λύνονταν τα εποχιακά προβλήματα. Αυτό όμως είναι αδύνατον. Η μόνη λύση που μας απομένει είναι: Η βαθιά κατανόηση του προβλήματος, η ευθύνη μας απέναντι στο Θεό και τους ανθρώπους αυτούς και η αναγκαιότης των καιρών που οπωσδήποτε θα μας οδηγήση στην αγόγγυστη και αδιαμαρτύρητη προσφορά μας.

Η ανάθεση δύο, τριών η και περισσοτέρων ενοριών σε έναν Ιερέα φέρνει στην επιφάνεια την ύπαρξη και ενός άλλου αρνητικού στοιχείου: του καταλύματος του Ιερέως. Ο κάθε Ιερεύς, που εξυπηρετεί τις ενορίες αυτές, προβληματίζεται που θα μείνη το βράδυ. Η φιλοξενία δεν είναι ο,τι καλύτερο για τον Ιερέα. Να πάη το πρωΐ; ούτε αυτό είναι ανώδυνη λύση. Στα περισσότερα χωριά τρομάζεις να πας το καλοκαίρι, το χειμώνα μέσα στη νύχτα, μέσα στα χιόνια, με καταρρακτώδεις βροχές, με ογκόλιθους στους δρόμους, που ξεκολλάνε από τα πλαϊνά βράχια, που να πας;

Και όμως ο Ιερεύς των περιοχών αυτών πηγαίνει! Πηγαίνει όχι με τη δικιά του δύναμη, αλλά με τη δύναμη του Θεού, κάνει το σταυρό του και λεει: «βόηθα με να φτάσω». Και φτάνει αυτός ο άνθρωπος και αρχίζει τη Θεία Λειτουργία γεμάτος χαρά. Ούτε ίχνος κόπου, ούτε ίχνος ταλαιπωρίας δεν φαίνεται στο πρόσωπό του. Το μόνο που βλέπεις είναι μια απέραντη χαρά, μια γαλήνη, ένα πρόσωπο που φεγγοβολά. Πως να ονομάση κανείς αυτόν τον παπά; Που να βρης τα λόγια γι’ αυτόν τον χαρισματούχο άνθρωπο, γι’ αυτόν τον χαρισματούχο Δεσπότη, που νικάει τα στοιχειά της φύσης και ταξιδεύει μέσα στ’ άγρια μεσάνυχτα, για να φτάση το χάραμα σε κάποιο χωριό της Ορεινής Ναυπακτίας η του Αγίου Βλασίου, για να λειτουργήση και να πη μια καλημέρα σε λίγα γεροντάκια και λίγες γριούλες! Πολλές φορές οι άνθρωποι δεν το βλέπουν, δεν το αναγνωρίζουν, δεν το εκτιμούν, δεν πειράζει όμως. Το βλέπει ο Θεός και το εκτιμά και αυτό έχει σημασία για μας.

Επιγραμματικά άλλα αρνητικά στοιχεία είναι: η έλλειψη συγκοινωνίας, το κλείσιμο των σχολείων, η κατάργηση των αστυνομικών τμημάτων και των τοπικών αρχόντων που έδιναν ζωή στα χωριά αυτά.

Στις περιοχές αυτές έζησαν και ζουν άνθρωποι ευσεβείς και αυτό φαίνεται από τα αναρίθμητα εκκλησάκια που υπάρχουν. Φυσικά αυτά δεν μπορούμε να τα πούμε αρνητικά στοιχεία, όμως υπάρχουν πολλές δυσκολίες στη λειτουργικότητα και τη συντήρησή τους. Πολλά εκκλησάκια βρίσκονται σε δύσβατα μέρη που δεν υπάρχει δρόμος, ο χώρος είναι ελάχιστος και οι κινήσεις του Ιερέως πρέπει να είναι προσεκτικές για να μην πάθη κάποια ζημιά κατά την ώρα της λειτουργίας. Παρά τις δυσκολίες όμως τα εκκλησάκια πρέπει να λειτουργούνται. Πως μπορείς να πης όχι σ’ αυτούς τους ανθρώπους με τέτοια πίστη και ευσέβεια; Πως μπορείς να πης όχι σ’ αυτόν που θέλει να κάμη τη θεία Λειτουργία εκεί, σ’ αυτό το εκκλησάκι και θέλει να εναποθέση την ελπίδα, τον πόνο της ψυχής του στον Άγιο; Τα εκκλησάκια αυτά είναι κομμάτια του εαυτού τους. Εκεί βιώνονται οι θρησκευτικές και εθνικές παραδόσεις, εκεί εκφράζονται έντονα θρησκευτικά βιώματα και συναισθήματα και πρέπει να υπάρχουν και να διατηρηθούν πάση θυσία. Με τι χρήματα όμως; Οι άνθρωποι είναι πτωχοί και ανήμποροι για να προσφέρουν κάτι. Τα υλικά και οι μαστόροι έρχονται από πολύ μακριά. Αν στέκονται όρθια αυτά τα εκκλησάκια μέχρι σήμερα αυτό οφείλεται στις φιλότιμες προσπάθειες των ευσεβών Ιερέων, που άλλοτε τους βλέπεις να κτίζουν, να σοβατίζουν, να σκεπάζουν και άλλοτε να κάνουν οποιαδήποτε δουλειά που χρειάζεται το εκκλησάκι η ο ενοριακός ναός. Κάθε Ιερεύς στις ενορίες αυτές είναι και καντηλανάφτης και νεωκόρος και ιεροψάλτης. Τα λόγια αυτά δεν είναι υπερβολικά. Το πρόβλημα αυτό είναι έντονο για το σήμερα και ανησυχητικό για το αύριο, γιατί σήμερα μπορεί κάποιο γεροντάκι κουτσά- στραβά να βοηθάη τον παπά να τελειώση τη Θεία Λειτουργία, αύριο τι θα γίνη;

Υπάρχουν, δυστυχώς, πάρα πολλά προβλήματα, τα οποία δεν είναι δυνατόν να αναφερθούν αυτή τη στιγμή για την οικονομία του χρόνου. Θα αναφέρω όμως ένα ακόμη που θεωρώ ότι είναι βασικό. Αυτό είναι η χωροταξική συνοχή της Ιεράς Μητροπόλεως. Όλοι μας ξέρουμε ότι η περιοχή του Αγίου Βλασίου αποτελεί ένα ξεκομμένο κομμάτι της Ιεράς Μητροπόλεως. Το πρόβλημα δεν είναι μόνον η χιλιομετρική απόσταση, αλλά και το ότι η μόνη πρόσβαση που υπάρχει είναι αναγκαστικά μέσω άλλης Μητροπόλεως, της Αιτωλοακαρνανίας. Εδώ σημειώνω το εξής: Άλλο πράγμα είναι να έχη χωροταξική συνοχή η Ιερά Μητρόπολις και άλλο πράγμα να είναι αναγκασμένος ο Μητροπολίτης να περάση μέσα από άλλη Μητρόπολη, που μπορεί κάποτε να γίνη η διάβαση αυτή προβληματική.

Θυμάμαι κάποτε Σεβασμιώτατε, κατεβαίνατε από κάποιο χωριό του Αγίου Βλασίου κάι επιστρέφατε στη Ναύπακτο με πολύ άσχημες καιρικές συνθήκες. Στη γέφυρα της Ποταμούλας σταματήσατε. Έπρεπε να βγάλετε τη σημαία του Μητροπολιτικού αυτοκινήτου και μάλιστα υπό βροχή. Εγώ που ακολουθούσα, γιατί πήγαινα στο Αγρίνιο, εκείνη τη στιγμή λυπήθηκα και είπα μέσα μου: «Δε φτάνει η ταλαιπωρία που είστε στους δρόμους από τις πέντε τη νύχτα μέχρι τις τέσσερις-πέντε το απόγευμα, πρέπει να είστε και συνεπής στους Κανόνες των ορίων των ιερών Μητροπόλεων και μάλιστα υπό βροχή».

Αξίζει νομίζω στο πρόβλημα αυτό να ειπωθή και κάτι άλλο. Αυτόν τον καιρό γίνονται ζυμώσεις για χωροταξικές αλλαγές στην Ιερά Μητρόπολη Αιτωλοακαρνανίας και ίδρυση νέας Μητροπόλεως στο Αγρίνιο. Με αφορμή τις ζυμώσεις αυτές ακούγονται φωνές από κατοίκους και από Δημάρχους, που ο καθένας θέλει την Μητρόπολη στη δική του πόλη. Οι λόγοι που επικαλούνται είναι η καλύτερη εξυπηρέτηση των κατοίκων. Το παράδοξο είναι ότι από την περιοχή του Αγίου Βλασίου, που είναι πιο κοντά το Αγρίνιο και το Μεσολόγγι καμιά φωνή επώνυμη η ανώνυμη δεν ακούστηκε για κάποια αλλαγή και ξέρετε γιατί; Γιατί αγαπούν και σέβονται τον Επίσκοπό τους και αυτό το δείχνουν σε κάθε σας επίσκεψη, Σεβασμιώτατε. Αλλά κι εσείς Σεβασμιώτατε, έχετε αιχμαλωτισθή από την αγάπη των κατοίκων της περιοχής αυτής. Η πολύωρη παραμονή σας κατά τις επισκέψεις σας, παρά την πίεση του χρόνου, οι συνεχείς αναφορές σας στην ονομασία της Ιεράς Μητροπόλεως Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου που τονίζετε όπου κι αν βρίσκεσθε, φανερώνουν το πόσο έχετε δεθή με την περιοχή του Αγίου Βλασίου.

Κλείνοντας αυτό το κεφάλαιο των αρνητικών στοιχείων και των προβλημάτων των περιοχών της Ορεινής Ναυπακτίας και του Αγίου Βλασίου, θέλω να τονίσω ότι οι Ιερείς των περιοχών αυτών έχουν μάθει με τη βαθειά πίστη στο Θεό να μετατρέπουν τις προσωπικές τους θυσίες και ταλαιπωρίες, που είναι και θυσίες των οικογενειών τους, σε πηγές χαράς και γαλήνης.

Σήμερα βρισκόμαστε εδώ όλοι μαζί οι Ιερείς με τον Επίσκοπό μας, ξεκινώντας τις μηνιαίες ιερατικές συνάξεις που γίνονται στη Μητρόπολή μας κάθε χρόνο. Η παρουσία μας είναι φυσικά αναγκαία και επωφελής για όλους μας, γιατί από τις συνάξεις αυτές παίρνουμε πολλά πράγματα για την σωστή άσκηση του ποιμαντικού μας έργου. Εκτός αυτού όμως μας δίνεται η ευκαιρία να γνωριστούμε καλύτερα, να συνδεθούμε περισσότερο μεταξύ μας και με τον Μητροπολίτη μας. Αυτό όμως είναι μία ακόμη θυσία των καταταλαιπωρημένων Ιερέων των ορεινών περιοχών, που ποτέ δεν το βλέπουν σαν επιβλητική υποχρέωση και ποτέ δεν το κάνουν σαν αγγαρεία, το βλέπετε Σεβασμιώτατε, αυτή τη στιγμή στο πρόσωπο όλων μας και αυτό είναι η απόδειξη και η επιβεβαίωση σε όλα αυτά που ανέφερα μέχρι τώρα.

Σεβασμιώτατε, Σεβαστοί Πατέρες

αρκετή μελαγχολία νομίζω ότι είχε η ομιλία μου ως εδώ, γιατί όλη αυτή η κατάσταση, όλα αυτά τα προβλήματα σε κάνουν θέλεις δε θέλεις να σκεφθής την επόμενη μέρα, το αύριο, το μέλλον των ενοριών αυτών, των ανθρώπων που βρίσκονται η που θα βρίσκονται εκεί. Το παρήγορο όμως είναι ότι οι ενορίες αυτές δεν έχουν μόνον αρνητικά στοιχεία έχουν και θετικά, που μπορεί να είναι λιγοστά, αλλά είναι συγκλονιστικά, ικανά να κάμουν εμάς τους Ιερείς και τον Μητροπολίτη μας να νιώθουμε ευλογία Θεού, που βρισκόμαστε κοντά στους ανθρώπους αυτούς και να τους διακονούμε.

Το πρώτο θετικό στοιχείο είναι η βαθειά θρησκευτικότητα, η ριζωμένη βαθειά πίστη στο Θεό που έχουν. Είναι συγκλονιστικό να βλέπης ανθρώπους σ’ αυτήν την ηλικία την προχωρημένη, πριν προφτάση να τελειώση ο ήχος της πρώτης καμπάνας αυτοί να ανάβουν το κεράκι τους στην εκκλησιά. Είναι συγκινητικό στα πανηγύρια που έρχονται από διπλανές ενορίες και γεμίζει ο ιερός ναός να βλέπης τόση ευλάβεια, τόση σιγή, τόση προσοχή, που νομίζεις ότι βρίσκεσαι σε άλλον κόσμο. Είναι συγκινητικό να βλέπης να σε περιμένουν μετά τη Θεία Λειτουργία έξω από τον ιερό Ναό για να σου φιλήσουν το χέρι, να σε χαιρετήσουν εγκάρδια. Είναι συγκινητικό να περνάς στο δρόμο, να μπαίνης στο καφενείο και όλοι τους να σηκώνονται για να φιλήσουν το χέρι του παπά και να τον υποδεχτούν. Στις ενορίες αυτές με έναν λόγο βλέπεις και ζης πράγματα που θυμίζουν παλιές καλές εποχές, που σήμερα, δυστυχώς, θεωρούνται ξεπερασμένα.

Δεύτερο στοιχείο είναι το ότι οι άνθρωποι που έφυγαν από τα χωριά τους είναι δεμένοι με τον τόπο τους και στις μεγάλες γιορτές και το καλοκαίρι επισκέπτονται τα χωριά τους για λίγες η πολλές μέρες κι έτσι δίνεται η ευκαιρία στον Ιερέα να επιτύχη πολλά πράγματα. Τρίτο στοιχείο είναι τα ήθη και έθιμα, οι εθνικοθρησκευτικές παραδόσεις που ζουν και βιώνονται μέχρι σήμερα στα χωριά αυτά.

Τελειώνοντας κλείνω με τούτα τα λόγια που δε θέλω να θεωρηθούν υπερβολή, Σεβασμιώτατε. Εμείς οι Ιερείς και ιδιαίτερα της Ορεινής Ναυπακτίας και του Αγίου Βλασίου, επιτρέψτε μου, για να μην πω τη φράση «είμαστε τυχεροί» λέω θεωρούμε ευλογία Θεού, που έχουμε έναν Δεσπότη που μας καταλαβαίνει, έναν Δεσπότη που είναι νύχτα και μέρα συνοδοιπόρος, που είναι συμμέτοχος αυτής της ταλαιπωρίας και της θυσίας. Διότι παρά τον φόρτο των εργασιών σας, παρά την κούρασή σας, δεν σας σταματάει ούτε κρύο, ούτε ζέστη, ούτε βροχές και καταιγίδες, ούτε χιόνια, ούτε κακοτράχαλοι δρόμοι, αλλά βρίσκετε δύναμη και περνάτε πολλές φορές τους δρόμους αυτούς για να βρεθήτε κοντά μας, κοντά στους ξεχασμένους αυτούς ανθρώπους.

Αλλά κι εσείς, Σεβασμιώτατε, θα θεωρήτε πιστεύω ευλογία Θεού, χάρη Θεού, που έχετε τέτοιους Ιερείς, που σας καταλαβαίνουν, σας σέβονται και σας αγαπούν, που σας ακούνε προ πάντων και όχι απλά αγόγγυστα, αλλά με χαρά, μπορώ να πω, νύχτα και μέρα με αυτές τις δύσκολες συνθήκες σκαρφαλώνουν κυριολεκτικά σε αυτά τα άγρια βουνά της Ορεινής Ναυπακτίας και δεν χτυπούν μόνο τις καμπάνες σ’ αυτές τις ενορίες, δεν λειτουργούν μόνο, αλλά γίνονται Άγγελοι φωτός, γίνονται φως και φωτίζουν και ζεσταίνουν τις καρδιές των ανθρώπων αυτών. Χωρίς Φιλόπτωχα Ταμεία, χωρίς δεκάρα στα ταμεία των εκκλησιών ξέρουν να βρίσκουν τρόπους και δρόμους για να ανοίξουν την πόρτα του ανήμπορου γέροντα, της βασανισμένης γριούλας και να σκορπίσουν χαρά. Οι άνθρωποι αυτοί που γνωρίζουν καλά τι θα πη να είσαι διάκονος του Χριστού, γίνονται πλέον δικοί τους άνθρωποι, έτσι μας θεωρούν, έτσι μας νιώθουν οι άνθρωποι αυτοί.

Σε όλους μας ας μας δίνουν κουράγιο και δύναμη τα λόγια του Χριστού: «χαρά γίνεται εν τω ουρανώ επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι». Έχει τόση μεγάλη αξία για τον Θεό ακόμη κι ένας άνθρωπος, ακόμη και μια ψυχή. Αξίζει, λοιπόν, αυτή η θυσία, αυτή η προσφορά, που δεν εξοφλείται με χρήματα, παρά μονάχα με το έλεος και τη χάρη του Θεού για τη δική μας Σωτηρία.–

  • Προβολές: 903

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance