Πρωτ. Γεωργίου Δ. Μεταλληνού: Ὁ Ἐπίσκοπος Ναυπάκτου Δαμασκηνὸς Στουδίτης συγγραφέας τοῦ «Θησαυροῦ»

Πρωτ. Γεωργίου Δ. Μεταλληνού Κοσμήτορος Θεολογικής Σχολής Πανεπ. Αθηνών.

Εκφράζω θερμότατες ευχαριστίες στην Ενορία του Αγίου Δημητρίου, τον αιδεσιμολογιώτατον εν Χριστώ συναδελφόν π. Θωμά Βαμβίνη και τον εποπτευόμενο από αυτόν «Σύνδεσμον Αγάπης» της Ενορίας για την τιμητική πρόσκληση να ομιλήσω ενώπιόν σας για τον σπουδαίο επίσκοπό σας, Δαμασκηνό Στουδίτη και το βιβλίο του «Θησαυρός», που τρέφει πνευματικά επί σειρά αιώνων το Γένος μας. Η έλευσή μου στην ωραία Ναύπακτο έχει την ευλογία του σεβαστού μου Μητροπολίτου σας κ. Ιεροθέου και τον εύχαριστώ ιδιαίτερα γι’ αυτό, ως και για την παρουσία του απόψε σ’ αυτή την Αίθουσα και τα καλά λόγια που είχε την καλωσύνη να πη για την ταπεινότητά μου. Είναι αμοιβαία αυτή η εκτίμηση και αγάπη. Από πολλών ετών ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου με τιμά με την φιλία του και του είμαι ευγνώμων γι’ αυτό. Είσθε ευλογημένοι που έχετε έναν Επίσκοπο πατερικό, παραδοσιακό, πανάξιο. Είναι εκ των θεολογικωτέρων, αν όχι ο θεολογικώτερος Ιεράρχης μας στην Ιερά Σύνοδο, άριστος επιστήμων και συγγραφέας, διακεκριμένος στον χώρο των γραμμάτων, που τα έργα του τιμώνται στην Ελλάδα και το Εξωτερικό. Ο Θεός να τον χαριτώνη, να του χαρίζη υγεία και δύναμη, ώστε επί πολλά έτη να ποιμαίνη θεοφιλώς το ποίμνιό του και να τιμά παγκοσμίως την Εκκλησία και την Θεολογία μας.

Η πρώτη μου γνωριμία με τον Δαμασκηνό Στουδίτη έγινε στα δώδεκα χρόνια μου. Μαθητής Δημοτικού ακόμη, βρήκα στη μικρή βιβλιοθήκη μιας αείμνηστης συγγενούς μας από την Θεσσαλονίκη το βιβλίο «Θησαυρός», παληωμένο από τον χρόνο και τη μακρά χρήση και άρχισα να το διαβάζω. Ήταν η πρώτη, ατελής οπωσδήποτε, προσέγγισή του, που άναψε μέσα μου την επιθυμία κάποτε να ασχοληθώ σοβαρά μαζί του. Και ο Θεός το επέτρεψε, ως ερευνητής πλέον των χρόνων της δουλείας, να μελετήσω συστηματικά το έργο και να αποτιμήσω την αξία του.

Ο «Θησαυρός» είναι σημαντικός μάρτυρας της ησυχαστικής μας παραδόσεως, όπως συνεχίσθηκε στα χρόνια της Οθωμανοκρατίας και Λατινοκρατίας, ο δε συντάκτης του άριστος εκφραστής της. Και ο συγγραφέας και το έργο του κινούνται μέσα στην πατερικότητα, την αυθεντική ορθόδοξη παράδοση, την παράδοση του ησυχασμού. Ο ησυχασμός, όπως βιώνεται στους αιώνες από τους Ορθοδόξους Αγίους, με κορυφαίον τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, είναι η νηπτική θεολόγηση. Συνιστά την πεμπτουσία της εκκλησιαστικής παραδόσεως, της Ορθοδοξίας, και θεμελιώνεται στην διάκριση κτιστού και Ακτίστου, την διάκριση ουσίας και ενεργείας στον Θεό και την δυνατότητα του ανθρώπου να φθάση στη θέωση και να γίνη θεός «κατά χάριν», μέσα από την πνευματική πορεία, που διασώζει η μοναστική μας παράδοση: κάθαρση, φωτισμός, θέωση. Όπως διαβάζουμε στο γνωστό από την «Ακολουθία της Θείας Μεταλήψεως» οκτασύλλαβο ποίημα του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου: «Και καθαίρεις, και λαμπρύνεις, και φωτός ποιείς μετόχους», είναι τα τρία στάδια της ορθοδόξου πνευματικής ζωής, που ανεπίγνωστα πολλές φορές ομολογούμε από τα παιδικά μας χρόνια. Η Ορθοδοξία μιλεί για άκτιστη θεία χάρη και ποτέ κτιστή (GRATIA CREATA), όπως ο Παπισμός, και οδηγεί τον άνθρωπο στην πορεία της θεώσεως, της σωτηρίας.

Αυτή την θεολογία εισήγαγε για πρώτη φορά στην Πανεπιστημιακή θεολογία ο αείμνηστος π. Ιωάννης Ρωμανίδης, ο μεγαλύτερος ορθόδοξος δογματολόγος του 20ου αιώνος, μαθητές του οποίου, πνευματικά, υπήρξαμε και ο Σεβασμιώτατος και εγώ, και καυχώμεθα γι’ αυτό εν Κυρίω. Ο αείμνηστος διδάσκαλος του Γένους μας στα νεώτερα χρόνια, ο π. Ιωάννης, έθρεψε μία σειρά θεολόγων με αυτή την παράδοση, συνεχίζοντας τους μεγάλους διδασκάλους της δουλείας, όπως ο Επίσκοπος Δαμασκηνός.

Ο ησυχασμός, ως διδασκαλία και ως πράξη, διέσωσε όλες τις δυνάμεις του Γένους από τον 14ο αιώνα κυρίως, όταν πολιτικά αποδυναμωνόταν συνεχώς και προχωρούσε η εδαφική συρρίκνωσή του. Επρόκειτο, μάλιστα, για μια ιστορική αντινομία: η πολιτική παρακμή έβαινε παράλληλα με κατακόρυφη πνευματική αύξηση και άνθιση. Οι αντοχές του Γένους ενισχύονταν από την πνευματική ακμή του. Έτσι μπόρεσε το Γένος να επιβιώση στη μακρά δουλεία. Κατά τον μεγάλο αγιολόγο FR. HALKIN από τον ελλαδικό χώρο αναπτύχθηκε μία «Διεθνής του Ησυχασμού», που αγκάλιασε και όλες τις άλλες ορθόδοξες χώρες, μεταδίδοντάς τους δύναμη και αντοχή. Η συνέχεια της Ησυχαστικής παραδόσεως στη δουλεία ( με τις μονές, τους γέροντες, την πνευματική ζωή, την λατρεία, την ευχή κ.τ.ο.) έσωσε την ιστορική συνέχεια του Γένους μας. Σημαντικός σταθμός αυτής της πορείας υπήρξαν οι νεοησυχαστές Κολλυβάδες Πατέρες του 18ου-19ου αιώνα. Σ’ αυτήν την παράδοση ανήκε και το μεγάλο τέκνο της Ναυπάκτου, ο αείμνηστος π. Θεόκλητος Διονυσιάτης.

Ας δούμε όμως το πρόσωπο του Επισκόπου Δαμασκηνού.

1. Ο Δαμασκηνός Στουδίτης, καταγόμενος από την Θεσσαλονίκη, γεννήθηκε εκεί τις αρχές του 16ου αιώνα. Στην Κωνσταντινούπολη εκάρη μοναχός στην ιστορική Μονή Στουδίου, όπου χειροθετήθηκε αργότερα υποδιάκονος και άλλαξε το κοσμικό όνομά του Διονύσιος σε Δαμασκηνός. Στην Πατριαρχική Ακαδημία είχε διδάσκαλο τον περίφημο Θεοφάνη Ελεαβούλκο Νοταρά (1543-1551). Αναδείχθηκε σε έναν από τους λογιωτέρους κληρικούς της εποχής του. Μαθητές του υπήρξαν και οι Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως Μητροφάνης (1565-1572) και Ιερεμίας Β` ο Τρανός (1572-1579). Ως πρεσβύτερος στάλθηκε ως Έξαρχος Πατριαρχικός στη Ρωσία και μετά την επιστροφή του εκλέχθηκε επίσκοπος Λιτής και Ρενδίνης και κατ’ άλλους Λιτζάς και Αγράφων. Το 1574 είχε ήδη καταστή Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Άρτης. Πρέπει να απεβίωσε το 1577 στη Ναύπακτο η στην Άρτα, την έδρα της Μητροπόλεως. Οι διασωθείσες επιστολές του προς διαφόρους φανερώνουν την παιδεία του, όπως και τα έργα του: Θρησκευτικό ποίημα στην Παναγία σε αρχαϊκή γλωσσική μορφή, με τον τίτλο: «Στίχοι ηρωοελεγείοι εις την Κοίμησιν της Υπερευλογημένης Θεοτόκου Μαρίας», «Φυσιολόγος», «Κατάλογος Πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως», «Χρονογράφος» κ.α. (Βλ. Τάκη Χριστόπουλου άρθρο στην Θ.Μ.Ε.τ.Δ`(1964) στ. 507-8. G.PODSKALSKY (μετάφρ. π. Γ.Δ.Μεταλληνού), Η Ελληνική Θεολογία επί Τουρκοκρατίας, 1453-1821, Αθήνα 2005, σ. 70-71 και 148), Ευαγγέλου Χρ. Δεληδήμου. (ΘΗΣΑΥΡΟΣ Δαμασκηνού του Υποδιακόνου και Στουδίτου του Θεσσαλονικέως, Θεσσαλονίκη Χ.Χρ. με εκτενή εισαγωγή για τα βιογραφικά και εργογραφικά του συγγραφέα)

Κατά τον Μ. Γεδεών ο Δαμασκηνός υπήρξεν «εκ των επισημοτέρων Ιεραρχών της κατά των κάτω χρόνων Ανατολικής Εκκλησίας», διακεκριμένη θεολογική μορφή της εποχής του. Το κύριο έργο του με το οποίο έγινε ευρύτερα γνωστός, ο «Θησαυρός», από την πρώτη έκδοσή του το 1561, εγνώρισε τη μεγαλύτερη διάδοση και επηρέασε περισσότερο από κάθε άλλο την πνευματική ανάπτυξη των υποδούλων, τα εκκλησιαστικά κριτήρια των οποίων ήσαν τόσο ευαίσθητα, ώστε να αναζητούν ησυχαστικής ταυτότητος έργα, όπως αυτό του Δαμασκηνού. Βέβαια, ακαδημαϊκή θεολόγοι και μάλιστα δυτικοί, όπως ο μεγάλος κατά τα άλλα συγγραφέας GERHARD PODSKALSKY, τον θεωρούν περισσότερο «ιεροκήρυκα παρά θεολόγο» (παρά επιστήμονα, εννοείται), μολονότι ο χαρακτηρισμός αυτός είναι για έναν ορθόδοξο ο τιμητικότερος, που θα μπορούσε να διατυπωθή.

Την ευρύτερη αποδοχή του έργου δείχνουν οι μεταφράσεις του στα ρωσικά (1656 και 1715) στα σερβικά (προ του 1580) και στα τουρκικά (καραμανλίδικη γραφή, το 1731), για τους τουρκόφωνους Ρωμηούς (Ορθοδόξους). Το βιβλίο αυτό, εξ άλλου, εθεμελίωσε την εκκλησιαστική λαϊκή φιλολογία των χρόνων της δουλείας. Ιδιαίτερα, μάλιστα, διεδόθη στη Βουλγαρία, επηρεάζοντας σε μεγάλο βαθμό την ανάπτυξη της βουλγαρικής φιλολογίας, ως τα τέλη του 19ου αιώνα (πρβλ. τις Συλλογές Λόγων “DAMASKINITE”, δηλαδή «Δαμασκηνάρια»). Την εξάπλωσή του διευκόλυνε και η γλωσσική μορφή του, που ήταν η δημοτική ελληνική της εποχής. Η Εθναρχία (Οικουμενικό Πατριαρχείο) είχε λάβει μία ιδιαίτερα σημαντική απόφαση: η λατρεία παραμένει στην καθιερωμένη γλωσσική μορφή, (ελληνικά), ενώ το κήρυγμα γίνεται σε απλούστερη γλωσσική μορφή (ρωμαίϊκα).

Το έργο πιστοποιεί την εμμονή του συντάκτη του στην πατερική παράδοση, ως συνέχεια άλλων θεολόγων, όπως ο Ζακύνθιος Παχώμιος Ρουσάνος (1558). Ο Δαμασκηνός δηλώνει ρητά ότι δεν έχει σκοπό να θεολογήση. Αυτό σημαίνει να «πρωτοτυπήση». Εν τούτοις κινείται με άνεση στον χώρο της πατερικής ερμηνευτικής, που δεν είναι παρά προσφορά θεολογίας. Η Ορθοδοξία του, ως πατερική, δεν μπορεί να δεχθή αμφισβήτηση. Η αυτοσυνειδησία του ταυτίζεται με εκείνη του Ρουσάνου: «Και λέγομεν.....όχι εδικά μας λόγια, αλλά της Γραφής μας και των Αγίων της Εκκλησίας μας». Αλλά, αυτή ακριβώς είναι η πατερικότητα: Όχι αναζήτηση εντυπωσιακής πρωτοτυπίας, αλλά εμμονής στα παραδεδομένα. Το σημαντικότερο, μάλιστα, είναι ότι στο έργο απουσιάζει το ηθικιστικό παραλήρημα του 19ου και 20ου αιώνος, αποτέλεσμα του κοραϊκού «ευσεβισμού». Η «πίστη» είναι το κυρίαρχο στο έργο στοιχείο.

Ο «Θησαυρός» έδωσε μεγάλη ώθηση στην ανάπτυξη του εκκλησιαστικού κηρύγματος. Ο άμβωνας στη δουλεία έχασε αρκετό μέρος από τη λαμπρότητά του, αλλά δεν εσίγησε. Συχνά την έλλειψη του προφορικού-ζωντανού κηρύγματος αναπλήρωσαν γραπτές «διδαχές» η και «κυριακοδρόμια», συντασσόμενα σποραδικά σε γλώσσα απλή, λαϊκή, και αναγινωσκόμενα από τον λαό, όταν τούτο ήταν δυνατό, αλλά κυρίως χρησιμοποιούμενα ως «εγχειρίδια» για την κατάρτιση και προετοιμασία των κληρικών. Σ’ αυτόν τον τομέα προηγήθηκε ο Αλέξιος Ραρτούρος, Χαρτοφύλαξ Κερκύρας, με το έργο του «Διδαχαί» (1530, Βενετία). Οι συχνές επανεκδόσεις (ορθότερα: ανατυπώσεις) ορισμένων από αυτά βεβαιώνουν την αναγνωσιμότητα και χρησιμότητά τους. Τέτοια δε ήσαν τα κηρυγματικά εκείνα βοηθήματα, που διέσωζαν πιστότερα την πατερική παράδοση και εκκλησιαστική θεολογία, όπως τα πράγματα αποδεικνύουν. Έτσι, αναβαπτιζόταν το λαϊκό φρόνημα στα νάματα της Ορθοδοξίας, η οποία βρισκόταν σε μόνιμη διαπάλη με την ποικιλώνυμη ετερόδοξη προπαγάνδα, που απειλούσε την ενότητα του Γένους και τη συνοχή του, αλλά και την ιστορική του συνέχεια. Ο καθηγητής της Ιονίου Ακαδημίας Χριστόφ. Φιλητάς (1789-1872) καταθέτει στο σημείο αυτό μια σημαντική μαρτυρία : «Οι λόγοι του ΘΗΣΑΥΡΟΥ ....εις την κατάληψιν των κοινών αρμοσμένοι, δεν εστάθησαν ολίγης ωφελείας πρόξενοι, στηρίξαντες εις την πίστιν πολλούς και πολλούς ενισχύσαντες εις τας θλίψεις και εις αυτό το μαρτύριον καθ’ όλην την μακράν των περασμένων χρόνων της αιχμαλωσίας περίοδον».

Θα ήθελα όμως τώρα να παρουσιάσω κάποια δείγματα από τα κηρύγματα του «Θησαυρού», που επιβεβαιώνουν τα παραπάνω.

Λόγος εις την Πεντηκοστήν

«Το Πνεύμα το άγιον ήτον εξ αρχής, και είνε και θέλει είσθαι, μήτε άρχισε μηδέ θέλει παύσει ποτέ αμή αείποτε με τον Πατέρα και Υιόν συμμετρείται και συνδοξάζεται, ως θεός οπού είνε, διότι δεν ήτον πρέπον να λείπη ο Υιός από τον Πατέρα, η το Πνεύμα από τον Υιόν καθώς ορίζει και ο Θεολόγος Γρηγόριος εις τον σημερινόν λόγον.

Ήτον δε και είνε μεταληπτόν και ου μεταληπτικόν ήγουν άλλοι μετέχουσι του Πνεύματος, ως λειψοί, αυτό δε από κανένα δεν μετέχει, ότι είνε τέλειον αγιάζει, και δεν αγιάζεται θεοποιει και δεν θεοποιείται Αείποτε το αυτό όμοιον είνε, τίποτε δεν άλλαξεν άλλους κάμνει υιούς Θεού, και αυτό είνε θεός, είνε και άναρχον, ότι αρχήν δεν έχει εινε αόρατον, ότι κανείς δεν δύναται να το ιδή εινε αχώρητον, ότι τόπος αισθητός δεν είνε να χωρέση, είνε αναλλοίωτον, ότι ποτέ δεν άλλαξεν απότι ήτον εινε άποιον, ότι ποιότητα δεν έχει εινε άποσον, ότι μάκρος η πλάτος, η βάθος δεν έχει εινε άνειδος, ότι είδος και ομοίωμα άλλο δεν έχει, είνε αφανές, ότι κανείς δεν ημπορεί να το πιάση εινε αυτοκίνητον, ότι μοναχόν του κινείται εινε αυτεξούσιον, ότι αυθέντην δεν έχει, είνε αυτοδύναμον, ότι έχει την ιδίαν του δύναμιν εινε παντοδύναμον, ότι όλα τα δύναται ως θεός οπού είνε εινε ζωή και δίδει ζωήν εινε φως και δίδει φως αυτάγαθον, ότι αυτό αφ’ εαυτού του έχει το αγαθόν ρίζα και αρχή είνε της αγαθότητος. Πνεύμα είνε ίσον, εξουσιαστικόν, αυθέντης, αποστέλλει, χαρίζει το καλόν, αγιάζει τους ναούς, τόπους ετοιμάζει εις κατοικίαν του, άλλους οδηγεί εις καλόν και αυτό δεν οδηγείται ενεργει ωσάν θέλει, μοιράζει όθεν βούλεται χαρίσματα. Πνεύμα είνε σοφίας, συνέσεως, γνώσεως, ευσεβείας, βουλής, ισχύος, και φόβου καί από αυτό γνωρίζει ο Πατήρ, και δοξάζεται ο Υιός καί μόνον εξ αυτών γινώσκεται μία δόξα, μία προσκύνησις, μία τελείωσις, μία λατρεία εις αγιασμός είνε της αγίας Τριάδος τί να λέγω τα περισσά; όσα έχει ο Πατήρ, όλα είνε του Υιού πλήν ότι ο μεν Πατήρ είνε αγέννητος, ο δε Υιός γεννητός οσα έχει ο Υιός, όλα είνε του Πνεύματος, πλην ότι ο μεν Υιός γεννάται εκ του Πατρός, το δε Πνεύμα εκπορεύεται αυτό ενεργεί εις τους Προφήτας αυτό πρώτα μεν και αρχή εις τους Αγγέλους ενέργα, ότι απ’ άλλοθεν δεν έχουσιν οι Άγγελοι τώρα την ακινησίαν εις το κακόν, πάρεξ του Πνεύματος ( Εις τους Αγγέλους, εις τους Προφήτας, εις τους Αποστόλους) ...»

Η εξάρτησή του από τα πατερικά κείμενα είναι έκδηλη. Αυτό εννοούσε, όταν έλεγε τι δεν θα θεολογήση.

Τη ΣΤ` Αύγούστου εις την Μεταμόρφωσιν.

«Της θεότητος είναι γνωρίσματα τα θαύματα: οι ιατρείαις των ασθενημένων, οι θεραπείαις των αρρώστων, η ανάστασις των νεκρών, οι ιατρείαις των δαιμονισμένων, αυτά πάλιν είναι σημάδια της Θεότητος. Αλλά και η σημερινή υπόθεσις της εορτής μας, ευλογημένοι Χριστιανοί, και αυτή γνώρισμα και σημείον της Θεότητός του είναι, ότι και το φως όπου εδειξε σήμερον ο Χριστός, ως Θεός το δείχνει, διότι το φως εκείνο δεν ήτο κτιστόν η επίγειον φως η ανθρώπινον, αλλά φως άυλον και άκτιστον ήτον, και δια τούτο ως Θεός μαρτυρείται παρά πάντων, δια το γνώρισμα αυτό της Θεότητος καί όχι μόνον από ανθρώπους αλλά και αυτός ο Πατήρ άνωθεν τον εμαρτύρησεν Υιόν Του ηγαπημένον καθώς τον εμαρτύρησε εις τον Ιορδάνην ποταμόν βαπτιζόμενον. Αλλά, ω Χριστιανοί θεόσωστοι, επειδή δεσποτική είναι η εορτή μας, επειδή και θεϊκής φύσεως είναι γνώρισμα η υπόθεσίς μας, αθροίσθητε και δεσποτικώς, και ως ο Θεός θέλει να εορτάσωμεν. Ας αφήσωμεν παν νόημα γεώδες και υλικόν. Προς το Θαβώρειον Όρος ας αναβούμεν δια να ιδούμεν και την Αγίαν Τριάδα καθαρώς, εκεί θέλομεν ιδεί Υιόν μεταμορφούμενον, Πατέρα προσμαρτυρούντα, και Πνεύμα ως νεφέλην επισκιάζουσαν» Εάν ουν καθαρισθώμεν, και ετοιμασθώμεν, θέλομεν φωτισθή εάν δε φωτισθώμεν θέλομεν ακούσει και την υπόθεσιν της εορτής μας καθώς είναι πρέπον και δίκαιον, και θέλομεν καταλάβει τα λεγόμενα καί εγώ μεν οπού διηγούμαι τα τοιαύτα λόγια, θέλω ανταμειφθή εκ Θεού, σεις δε όπου κοπιάζετε, θέλετε λάβη μισθόν εκ Θεού αιώνιον....

(Λύσις του Δ` και Ε`) Τέταρτον δε και πέμπτον είνε, διατί δεν επήρεν όλους τους μαθητάς, αμή άφησε τους εννέα, και επήρε μόνον τους τρεις; και λέγομεν εις αυτό, ότι αν έπαιρνεν όλους τους Μαθητάς, ανάγκη ήτον να πάρη και τον προδότην Ιούδαν καί πάλιν εάν έπαιρνε τους ένδεκα, και αυτόν να αφήση, ήθελεν έχει αφορμήν και λόγον, να λέγη ότι διατί δεν επήρε και εμένα εις την μεταμόρφωσίν του, δια τούτο τον επρόδωκα εμένα με έδωκε χάριν και έκαμνα θαύματα ωσάν και όλους τους Μαθητάς εμένα είχε πλέον εμπιστευμένον από τους άλλους Μαθητάς, εμένα ηγάπα περισσότερον από τους άλλους Μαθητάς διατί δεν επήρε και εμένα να ιδώ πως θέλει μεταμορφωθή; διατί δεν με αξίωσε να ιδώ και εγώ την λαμπρότητα του προσώπου του; αλλά και εγώ δια τούτο τον επρόδωκα, αλλά και εγώ δια τούτο τον παρέδωκα, εις άτιμον και κακόν θάνατον. Δια να μη έχη γουν τοσαύτην πρόφασιν ο Ιούδας, δια τούτο δεν τον επήρε και τον Ιούδαν καί λέγομεν εις αυτό, ότι δεν ήτον άξιος ο μιαρός Ιούδας να ιδή τοιαύτην λάμψιν Θεού, ότι η ψυχή του ήτον όλως διόλου πεπωρωμένη, και δεν έδύνετο να καταλάβη τοιούτον θαύμα. Εάν οι Απόστολοι οπού ήσαν άξιοι και καθαροί, και πάλιν δεν εδυνήθησαν να ιδούσι το φως εκείνο, πόσον μάλλον εκείνος ο κακός προδότης και φονεύς του Κυρίου ημών Ίησού Χριστού...»

Αλλά και ο θείος Ιωάννης ο Δαμασκηνός αυτούς τους λόγους του Αποστόλου μεταφράζει σήμερον εις ένα τροπάριον της έκτης ωδής και λέγει. Ο στύλος ο του πυρός, Χριστόν τον μεταμορφούμενον, ο δε νεφέλη σαφώς την χάριν του Πνεύματος, την επισκιάσασαν εν τω Θαβωρίω, προεδήλου εμφανέστατα. Εις αυτό ο μιαρώτατος και ασεβής Βαρλαάμ ο Καλαβρός, αναφέρεται στον 14ο αιώνα, πολλά εβλαστήμησε και έλεγεν, ότι το φως εκείνον ήτον ουσια του Θεού. Άλλαις φοραίς δε έλεγεν ότι ήτο κτιστόν. Και εις τας δύο εβλασφήμα ο θεοήλατος. Ότι αν ήτον το φως εκείνο ουσία του Θεού, πως το ήθελαν ιδεί οι Απόστολοι; ουσίαν Θεού δεν δύνανται να ιδούσιν μηδέ οι Άγγελοι και οφθαλμοί ανθρώπων πως την είδαν;και εάν εφαίνετο η ούσία του Θεού, ήθελεν είσθαι ο Θεός ορατός και φαινόμενος καί δια τούτο εβλασφήμα εις αυτό και ήταν αιρετικός ωσάν τους Μασαλιανούς, οπού έλεγαν και εκείνοι, ότι δύναται άνθρωπος να ιδή τον Θεόν κατά πως είνε πως δε έλεγεν άλλαις φοραίς ότι ήτο κτιστόν, εβλασφήμα ωσάν τους Αρειανούς οπού έλεγαν κτιστόν εις την Θεότητα διότι κτιστή ουσία έχει και κτιστήν ενέργειαν ορατόν σώμα έχει και ορατήν δύναμιν ο δε άκτιστος ουσία έχει και άκτιστον ενέργειαν ήγουν ο ήλιος όπου είναι κτιστός έχει και κτιστήν ενέργειαν. Το λοιπόν ως εν συντόμω λέγομεν, η νεφέλη εκείνη η φωτεινή, οπού εφάνη εις το Θαβώρ όρος, το Πνεύμα το άγιον ήτον».

Ο Θεός ευλόγησε την Ναύπακτο να έχη επίσκοπόν της τον μεγάλο αυτόν Ιεράρχη. Αιωνία του η μνήμη!

  • Προβολές: 974

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance