Ναυπάκτου Ἱερόθεος: Η ουσία του Χριστιανισμού

Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

Οι θρησκειολόγοι συγκαταλέγουν τον Χριστιανισμό μεταξύ των Θρησκειών και μάλιστα των μονοθεϊστικών θρησκειών. Μερικοί από αυτούς χρησιμοποιώντας τον όρο αυτό –θρησκεία– θεωρούν τον Χριστιανισμό ως θρησκεία εξ Αποκαλύψεως. Πολλοί, αντί να χρησιμοποιούν τους όρους Χριστιανισμό και Θρησκεία, προτείνουν τον όρο Εκκλησία και ισχυρίζονται ότι ο Χριστός δεν ίδρυσε μια Θρησκεία, ούτε συνέστησε ένα Χριστιανισμό, αφού, άλλωστε ο όρος αυτός είναι φορτισμένος ιδεολογικά, αλλά ίδρυσε Εκκλησία.

Μπορεί οι έννοιες Θρησκεία και Εκκλησία να ταυτίζωνται από αυτούς που μελετούν το θρησκευτικό φαινόμενο και το πως αυτό εκφράζεται, όμως όταν μελετηθούν καλύτερα θα διαπιστωθή ότι έχουν μεταξύ τους μεγάλες διαφορές.

Η λέξη Θρησκεία συναντάται τρεις φορές στην Καινή Διαθήκη. Η πρώτη αναφέρεται στην Ιουδαϊκή θρησκεία και μάλιστα αυτό το βλέπουμε στην απολογία του Αποστόλου Παύλου στον Βασιλέα Αγρίππα: «κατά την ακριβεστάτην αίρεσιν της ημετέρας θρησκείας έζησα ως Φαρισαίος» (Πρ. κστ’, 5). Η δεύτερη φορά αναφέρεται από τον Απόστολο Παύλο στην προς Κολασσαείς επιστολή του, «σε αιρετικούς αγγελικούς» που κατά πάσαν πιθανότητα εξέφραζαν τις γνωστικιστικές τάσεις της εποχής εκείνης για την θρησκεία των αγγέλων, γι’ αυτό προτρέπει ο Απόστολος: «μηδείς υμάς καταβραβευέτω θέλων εν ταπεινοφροσύνη και θρησκεία των αγγέλων» (Κολ. β, 18). Και η τρίτη φορά χρησιμοποιείται από τον Αδελφόθεο Ιάκωβο στην Καθολική του επιστολή, όταν γράφη: «Ει τις δοκεί θρήσκος είναι εν υμίν, μη χαλιναγωγών γλώσσαν αυτού αλλ’ απατών καρδίαν αυτού, τούτου μάταιος η θρησκεία· θρησκεία καθαρά και αμίαντος παρά τω Θεώ και πατρί αύτη εστίν, επισκέπτεσθαι ορφανούς και χήρας εν τη θλίψει αυτών, άσπιλον εαυτόν τηρείν από του κόσμου» (Ιακ. α’, 26-27).

Μόνον στο τελευταίο αυτό χωρίο μπορεί να θεωρήση κανείς ότι και ο Χριστιανισμός αποκαλείται θρησκεία, ενώ στα δύο πρώτα σαφώς η έννοια της θρησκείας έχει αρνητικό χαρακτήρα, σε σύγκριση με τον Χριστιανισμό-Εκκλησία.

Μελετώντας, όμως, κανείς προσεκτικά την Αγία Γραφή, κυρίως τα Ευαγγέλια και τις Επιστολές του Αποστόλου Παύλου, μπορεί να διαπιστώση ότι για την νέα ζωή που έφερε στον κόσμο ο Χριστός, που δεν είναι μια εγκοσμιοκρατική ερμηνεία του θρησκευτικού συναισθήματος, ούτε μια ανακάλυψη του ανθρώπου, αλλά αποκάλυψη του Θεού στην καρδιά του ανθρώπου, δια του μυστηρίου της Πεντηκοστής, χρησιμοποιούνται κυρίως οι έννοιες Ευαγγέλιο, Βασιλεία, Εκκλησία και Στρατεία και οπωσδήποτε και οι τέσσερες αυτές έννοιες διακρίνονται σαφώς από την έννοια της Θρησκείας. Η Θρησκεία κυρίως παρουσιάζει την άνοδο του ανθρώπου προς τον Θεό, αλλά το Ευαγγέλιο, η Βασιλεία, η Εκκλησία και η Στρατεία δείχνουν την έλευση του Θεού προς τον άνθρωπο και την προσπάθεια του ανθρώπου να αποκτήση κοινωνία μαζί Του, την οποία τελικά αποκτά εν Χάριτι.

Ευαγγέλιον

Μια καθοριστική έννοια που δηλώνει την νέα πίστη, την νέα ζωή που έφερε στον κόσμο ο Χριστός με την ενανθρώπησή Του, είναι η λέξη «ευαγγέλιον» και δηλώνει την καλή αγγελία, την καλή είδηση, η οποία διαφοροποιείται σαφώς από κάθε τι το προηγούμενο.

Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, ερμηνεύοντας το τι σημαίνει ευαγγέλιο, γράφει: «τούτό εστι το θείον Ευαγγέλιον, πρεσβεία Θεού και παράκλησις προς ανθρώπους δι’ Υιού σαρκωθέντος και της προς τον Πατέρα, καταλλαγής, μισθόν δωρουμένου τοις πειθομένοις αυτώ την αγέννητον θέωσιν». Ευαγγέλιο, δηλαδή, είναι η πρεσβεία και η παράκληση στους ανθρώπους που έγινε δια της ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού, ο Οποίος κατήλλαξε τους ανθρώπους με τον Πατέρα, και δώρησε σε αυτούς που υπακούουν σε Αυτόν την αγέννητη θέωση. Και αλλού γράφει: «το άγιον Ευαγγέλιον σαρκικής μεν εισηγείται ζωής άρνησιν, πνευματικής δε ομολογίαν». Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης γράφει: «και πολλήν είναι την θεολογίαν και ελαχίστην, και το Ευαγγέλιον πλατύ και μέγα και αύθις συντετμημένον». Δεν πρόκειται για μια διδασκαλία, αλλά για την αληθινή ζωή που συνδέεται με την θέωση.

Ο Ευαγγελιστής Μάρκος αρχίζει το ευαγγέλιό του με την φράση: «Αρχή του ευαγγελίου Ιησού Χριστού, Υιού του Θεού» (Μαρκ. α’, 1). Και κατά τον Ευαγγελιστή Ματθαίο ο Χριστός περιόδευσε όλη την Γαλιλαία «διδάσκων εν ταις συναγωγαίς αυτών και κηρύσσων το ευαγγέλιον της βασιλείας» (Ματθ. δ, 23). Μάλιστα ο Χριστός μετά την αναστασή Του έδωσε εντολή στους Μαθητάς Του να κηρύξουν «το ευαγγέλιον πάση τη κτίσει» (Μαρκ. ιστ, 15).

Ο Απόστολος Παύλος επανειλημμένως στις επιστολές του αναλύει τι είναι το ευαγγέλιον που αποτελεί τον πυρήνα της ζωής που αποκάλυψε και φανέρωσε ο Χριστός στον κόσμο και κυρίως αναλύει ότι το ευαγγέλιο δεν είναι μια διδασκαλία που γίνεται με τον λόγο και ο άνθρωπος την αντιλαμβάνεται με την ακοή, αλλά είναι το μυστήριο της σωτηρίας.

Κατ’ αρχάς τονίζει ότι ο ίδιος δέχθηκε το ευαγγέλιο δια της αποκαλύψεως του Ιησού Χριστού και σαφώς συνδέει το ευαγγέλιο με την όραση του Χριστού, και την κοινωνία μαζί Του, που είναι η αποκάλυψη. Γράφει στους Γαλάτας: «Γνωρίζω δε υμίν, αδελφοί, το ευαγγέλιον το ευαγγελισθέν υπ’ εμού ότι ουκ έστι κατά άνθρωπον· ουδέ γαρ παρά ανθρώπου παρέλαβον αυτό ούτε εδιδάχθην, αλλά δι’ αποκαλύψεως Ιησού Χριστού» (Γαλ. α’, 11). Το ευαγγέλιο είναι αποκάλυψη του Θεού και επομένως πρόκειται για «ευαγγέλιο της δόξης του μακαρίου Θεού, ο επιστεύθην εγώ» (Α Τιμ. α, 11). Ο Απόστολος Παύλος είναι διάκονος του ευαγγελίου του Ιησού Χριστού, όπως γράφει στις επιστολές του (βλ. Α, Τιμ. α, 12). Το ευαγγέλιο είναι η έκφραση της δόξης του Θεού, που σημαίνει ότι συνδέεται με την αποκάλυψη, είναι τα κτιστά ρήματα και νοήματα που αποκαλύπτουν στους ανθρώπους, όσο είναι δυνατόν, τα άκτιστα ρήματα. Ο Απόστολος Παύλος αισθάνεται ότι είναι «λειτουργός» Ιησού Χριστού, που ιερουργεί το ευαγγέλιο του Θεού. «Δια την χάριν την δοθείσαν μοι υπό του Θεού εις το είναί με λειτουργόν Ιησού Χριστού εις τα έθνη, ιερουργούντα το ευαγγέλιον του Θεού» (Ρωμ. ιε, 15-16).

Οι λέξεις «λειτουργός» και «ιερουργός» του ευαγγελίου δεν χρησιμοποιούνται από τον Απόστολο Παύλο συμβατικά και συμβολικά, αλλά πραγματικά, διότι δια του ευαγγελίου που είναι μια ιερουργία εξέρχεται δύναμη, η άκτιστη ενέργεια του Θεού που σώζει τον άνθρωπο εκείνον που πιστεύει στον Χριστό και τον λόγο Του. Γράφει ο Απόστολος Παύλος: «ου γαρ επαισχύνομαι το ευαγγέλιον του Χριστού· δύναμις γαρ Θεού εστίν εις σωτηρίαν παντί τω πιστεύοντι» (Ρωμ. α’, 16). Το ευαγγέλιο κηρύσσεται με την Χάρη του Θεού, αλλά και με την ενέργεια του Θεού γίνεται αποδεκτό από τον άνθρωπο που πιστεύει και παραμένει σε αυτό και σώζεται. «Γνωρίζω δε υμίν, αδελφοί, το ευαγγέλιον ο ευηγγελισάμην υμίν, ο και παρελάβετε, εν ω και εστήκατε, δι’ ου και σώζεσθε» (Α, Κορ. ιε, 1-2).

Η σχέση του Αποστόλου Παύλου με τους Χριστιανούς είναι πνευματική, αφού ο ίδιος αισθάνεται ότι είναι πνευματικός πατέρας που τους αναγέννησε εν Χριστώ, δια του ευαγγελίου, και οι Χριστιανοί είναι πνευματικά του παιδιά εν Χριστώ. Γράφει ο Απόστολος προς τους Κορινθίους: «Ουκ εντρέπων υμάς γράφω ταύτα, αλλ’ ως τέκνα μου αγαπητά νουθετώ. εάν γαρ μυρίους παιδαγωγούς έχητε εν Χριστώ, αλλ’ ου πολλούς πατέρας· εν γαρ Χριστώ Ιησού δια του ευαγγελίου εγώ υμάς εγέννησα» (Α, Κορ. δ, 14-15). Η αναγέννηση των Χριστιανών έγινε δια του ευαγγελίου που έχει την άναγεννητική εκείνη δύναμη –την άκτιστη ενέργεια του Θεού– που οδηγεί στην σωτηρία.

Αυτό το συναντούμε και σε άλλον λόγο του Αποστόλου Παύλου όταν ομιλή για την ακοή του λόγου του Θεού από τον διάκονο, τον αποστελλόμενο από τον Χριστό, που σώζει τον άνθρωπο. Γράφει προς τους Ρωμαίους: «πας γαρ ος αν επικαλέσηται το όνομα Κυρίου σωθήσεται. πως ουν επικαλέσονται εις ον ουκ επίστευσαν; πως δε πιστεύσουσιν ου ουκ ήκουσαν; πως δε ακούσουσι χωρίς κηρύσσοντος; πως δε κηρύξουσιν εάν μη αποσταλώσιν;» (Ρωμ. ι, 13-15). Εδώ σαφώς λέγεται ότι σώζεται εκείνος που επικαλείται το όνομα του Κυρίου στην καρδιά του, αφού «καρδία γαρ πιστεύεται εις δικαιοσύνην, στόματι δε ομολογείται εις σωτηρίαν» (Ρωμ. ι, 10). Αλλά για να γίνη αυτό πρέπει πρώτα οι άνθρωποι να πιστεύσουν στο κήρυγμα του ευαγγελίου που κηρύσσεται από τον αποστελλόμενο Προφήτη και Απόστολο. Εδώ βλέπουμε τα τέσσερα «πως» τα οποία διαγράφουν τις προϋποθέσεις της σωτηρίας. Με άλλα λόγια πρώτα πρέπει να αποσταλούν Προφήτες και Απόστολοι που θα κηρύξουν το ευαγγέλιον και στην συνέχεια όσοι πιστεύσουν θα δεχθούν την Χάρη του Θεού, η οποία θα ενεργήση στην καρδιά και αυτή η ενέργεια θα εκφρασθή με την καρδιακή προσευχή, οπότε ο άνθρωπος θα αποκτήση την υιοθεσία και θα σωθή (βλ. Ρωμ. η, 14-16).

Έτσι, το ευαγγέλιο δεν είναι μια θεωρητική ανθρώπινη διδασκαλία, αλλά μυστήριο σωτηρίας και αναγεννήσεως του ανθρώπου, η οποία σωτηρία ενεργοποιείται με την συνέργεια Θεού και ανθρώπου μέσα στην καρδιά του πιστεύοντος.

Βασιλεία

Το ευαγγέλιο συνδέεται στενά με την Βασιλεία, γι’ αυτό στην Καινή Διαθήκη γίνεται πολλές φορές λόγος για ευαγγέλιο της Βασιλείας και ότι ο Χριστός εκήρυττε το ευαγγέλιο της Βασιλείας (Ματθ. δ , 22). Και ακόμη ο Ίδιος προανήγγειλε: «κηρυχθήσεται το ευαγγέλιον της βασιλείας εν όλη τη οικουμένη εις μαρτύριον πάσι τοις έθνεσι» (Ματθ. κδ, 3-14).

Σε πολλά χωρία της Καινής Διαθήκης η νέα ζωή που έφερε στον κόσμο ο Χριστός λέγεται Βασιλεία και όχι απλώς θρησκεία. Ο Ιωάννης ο Πρόδρομος κήρυττε: «μετανοείτε· ήγγικεν γαρ η βασιλεία των Ουρανών» (Ματθ. β , 1-2). Εννοούσε ότι βασιλεύς είναι ο Χριστός, βασιλεία είναι η κοινωνία του ανθρώπου με τον Χριστό, και ο τρόπος της ενώσεως αυτής γίνεται με την μετάνοια του ανθρώπου. Με τον ίδιο τρόπο άρχισε και ο Χριστός το κήρυγμά Του, αφού προέτρεπε τους ακροατάς Του να μετανοήσουν, διότι πλησιάζει η Βασιλεία των ουρανών (Ματθ. δ, 17).

Υπάρχουν πολλά χωρία στην Καινή Διαθήκη που κάνουν λόγο για την Βασιλεία των ουρανών, για την Βασιλεία του Θεού, για τα μυστήρια της Βασιλείας του Θεού κλπ., τα οποία δεν είναι δυνατόν να παρατεθούν εδώ. Το γεγονός είναι ότι η ερμηνεία όλων αυτών των χωρίων είναι ότι Βασιλεύς είναι ο ίδιος ο Χριστός, η Βασιλεία Του είναι η άκτιστη δόξα Του, και η μετοχή του ανθρώπου στο Σώμα του Χριστού και η κοινωνία μαζί Του είναι μέθεξη της Βασιλείας Του. Οι παραβολές της Βασιλείας και των γάμων έχουν αυτό το νόημα. Εκείνοι που μετέχουν στην Βασιλεία του Θεού, μετέχουν στον δοξασμό του Θεού και λέγονται δοξαζόμενοι.

Ο Χριστός στην αρχιερατική του προσευχή ανέφερε στον Πατέρα Του ότι έδωσε στους ανθρώπους την δόξα που εκείνος του έδωσε, δηλαδή έδωσε την ενέργεια της θεότητός Του: «Και εγώ την δόξαν ην δέδωκάς μοι δέδωκα αυτοίς» (Ιω. ιζ , 22). Επίσης προσευχόμενος προς τον Πατέρα εκφράζει την επιθυμία Του οι Μαθητές να είναι μαζί Του και να βλέπουν την δόξα Του: «Πάτερ, ους δέδωκάς μοι, θέλω ίνα όπου ειμί εγώ κακείνοι ώσι μετ' εμού, ίνα θεωρώσι την δόξαν την εμήν ην έδωκάς μοι» (Ιω. ιζ, 24). Φαίνεται καθαρά ότι η μετοχή των ανθρώπων στην ενέργεια του Θεού, που είναι η δόξα της θεότητός Του, είναι ένωση του ανθρώπου με τον Θεό και λέγεται δοξασμός, καθώς επίσης το «ίνα πάντες εν ώσι» αναφέρεται στην ενότητα των δοξαζομένων-θεουμένων. Αυτή είναι η έννοια της αληθινής οικουμενικότητας, το να φθάσουν οι άνθρωποι στον δοξασμό και να είναι πραγματικά μέλη του Σώματος του Χριστού, οπότε θα είναι ενωμένοι και μεταξύ τους.

Αυτή η έννοια του δοξασμού ως θεώσεως, συναντώνται στην διδασκαλία του Αποστόλου Παύλου.

Στην προς Ρωμαίους επιστολή του, αναφερόμενος στον σκοπό των ανθρώπων να γίνουν «σύμμορφοι της εικόνος του υιού αυτού», ώστε ο Υιός του Θεού να είναι «πρωτότοκος εν πολλοίς αδελφοίς», σαφώς λέγει ότι η «δικαίωση» του ανθρώπου καταλήγει στον «δοξασμό» του, δηλαδή στην θέωση. «Ους προέγνω και προώρισε… ους δε προώρισε, τούτους και εκάλεσε, και ους εκάλεσε, τούτους και εδικαίωσεν, ους δε εδικαίωσε, τούτους και εδόξασε» (Ρωμ. η , 29-30). Δοξασμός είναι η όραση και η μέθεξη της δόξης του Θεού, που ταυτίζεται με την θέωση του ανθρώπου, και τότε ο άνθρωπος είναι αδελφός του Χριστού και ο Χριστός είναι «πρωτότοκος εν πολλοίς αδελφοίς».

Επίσης, ο Απόστολος Παύλος στην Α πρός Κορινθίους Επιστολή του, αναφερόμενος στα μέλη της Εκκλησίας που είναι μέλη του Σώματος του Χριστού, γράφει: «και είτε πάσχει εν μέλος, συμπάσχει πάντα τα μέλη, είτε δοξάζεται εν μέλος, συγχαίρει πάντα τα μέλη» (Α Κορ. ιβ , 26-27). Εδώ το «δοξάζεται», όπως έλεγε και ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης, δεν ερμηνεύεται ως «τιμάται», αλλά ως «θεούται», δηλαδή ως μετέχων ο άνθρωπος στην δόξα της θεότητος του Χριστού, στην άκτιστη ενέργεια του Θεού, στην όραση της Χάριτος Αυτού. Αυτή η μέθεξη της δόξης του Θεού είναι δοξασμός και μέθεξη της Βασιλείας του Θεού.

Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι σύμφωνα με τον Ευαγγελιστή Μάρκο και την ερμηνεία των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας, η Βασιλεία του Θεού είναι η όραση της δόξης του Θεού, την οποία είδαν οι Μαθητές εν Αγίω Πνεύματι στο όρος Θαβώρ, όταν μεταμορφώθηκε ο Χριστός μπροστά τους, και έλαμψε το πρόσωπό Του ως ο ήλιος και τα ιμάτιά Του έγιναν λευκά ως το φως. Ο Χριστός είπε στους Μαθητάς Του, λίγο προ του πάθους Του: «εισί τινες των ώδε εστηκότων, οίτινες ου μη γεύσωνται θανάτου έως αν ίδωσι την Βασιλείαν του Θεού εληλυθυίαν εν δυνάμει». Και αυτό πραγματοποιήθηκε μετά από λίγο, όταν ανέβασε τους τρεις Μαθητές επάνω στο όρος Θαβώρ και τους φανέρωσε την δόξα της θεότητός Του, αφού πρώτα αυτοί ενηλλάγησαν (Μαρκ. θ , 1 κ. εξ.).

Έτσι το αίτημα της προσευχής που δίδαξε ο Χριστός «ελθέτω η βασιλεία σου» (Ματθ. στ, 10), σημαίνει, κατά την ερμηνεία των Πατέρων της Εκκλησίας, την παράκληση να έλθη γρήγορα η Δευτέρα Παρουσία Του, αλλά και την αίτηση να έλθη η Χάρη του Θεού στην καρδιά, κατά τον λόγο του Χριστού «η βασιλεία του Θεού εντός υμών εστιν» (Λουκ. ιζ , 21).

Εκκλησία

Το Ευαγγέλιο και τα μυστήρια της Βασιλείας του Θεού συνδέονται με την μετοχή του ανθρώπου στην Εκκλησία. Εκκλησία είναι η συνέλευση όλων των πιστευόντων στον Χριστό, για την ιερουργία του ευαγγελίου, την τέλεση του μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας, την μύηση στα μυστήρια της Βασιλείας του Θεού.

Ο όρος Εκκλησία, που δηλώνει την κοινωνία του ανθρώπου με τον Χριστό, ανευρίσκεται σε πολλά χωρία της Καινής Διαθήκης, πράγμα το οποίο διαφοροποιεί την Εκκλησία από μια Θρησκεία, η οποία (Θρησκεία) λατρεύει έναν Θεό που κατασκευάζεται από τους ανθρώπους, ώστε να απαλλαγούν από τον φόβο του θανάτου, καθώς επίσης διαφοροποιεί την Εκκλησία από κάθε θρησκευτική ιδεολογία. Στον Χριστιανισμό δεν λατρεύουμε απλώς τον Θεό, δεν έχουμε ωραίες θρησκευτικές ιδέες και ηθικιστικές απόψεις, αλλά κοινωνούμε με τον αληθινό και ζώντα Θεό, συνδεόμαστε μαζί Του στενά και νικούμε εν Χριστώ Ιησού όχι μόνον τον φόβο του θανάτου, αλλά και τον ίδιο τον θάνατο.

Ο Απόστολος Παύλος, ύστερα από αποκάλυψη που έλαβε από τον Θεό, αποκάλεσε την Εκκλησία Σώμα Χριστού. Σε αυτό το ευλογημένο Σώμα ο Χριστός είναι κεφαλή και οι άγιοι τα πραγματικά μέλη Του. Κλασσικό χωρίο του είναι: «Και αυτόν έδωκε κεφαλήν υπέρ πάντα τη εκκλησία, ήτις εστι το σώμα αυτού, το πλήρωμα του τα πάντα εν πάσι πεπληρωμένου» (Εφ. α , 22).

Όπως η Εκκλησία είναι το Σώμα του Χριστού, έτσι και οι κατά τόπους Χριστιανικές Κοινότητες είναι εν σμικρογραφία η Εκκλησία, γι’ αυτό λέγονται και Εκκλησίες, στις οποίες αποστέλλει ο Απόστολος Παύλος τις επιστολές του. Πρόκειται για τις τοπικές Εκκλησίες, οι οποίες, παρά την τοπική έκφρασή τους, δεν συνιστούν την οντολογική διαίρεση της Εκκλησίας, αφού συμβαίνει εδώ ο,τι και με τον ευχαριστιακό άρτο, ο οποίος, σύμφωνα με την λειτουργική έκφραση, «μερίζεται και διαμερίζεται ο αμνός του Θεού, ο μεριζόμενος και μη διαιρούμενος, ο εσθιώμενος και μηδέποτε διαπανώμενος».

Στρατεία

Οι Χριστιανοί που ανήκουν στην Εκκλησία και είναι μέλη του Σώματος του Χριστού, ανήκουν σε μια πνευματική «στρατεία», σε ένα πνευματικό στράτευμα.

Η εικόνα του στρατεύματος συνδέεται με την ύπαρξη πνευματικών Πατέρων, που αναγεννούν τους Χριστιανούς με την Χάρη του Θεού, και αυτοί οι Πατέρες τίθενται σε μια ιεραρχική διαβάθμιση, ανάλογα με τα χαρίσματα και τις διακονίες τους για την οικοδομή των μελών της Εκκλησίας. Ακόμη η εικόνα της «στρατείας» συνδέεται με την μάχη των ανθρώπων εναντίον των εχθρικών δυνάμεων και με την διαρκή πορεία για την επίτευξη του στόχου, την κατάκτηση ενός σκοπού.

Όπως το επίγειο στράτευμα έτσι και η Εκκλησία έχει πνευματικούς ηγέτες, οι οποίοι έχουν διάφορα χαρίσματα για να διακονήσουν τα μέλη της Εκκλησίας. Ο Απόστολος Παύλος σαφώς διαγράφει τα εκκλησιαστικά αυτά χαρίσματα και τις πνευματικές αυτές διακονίες στην προς Α Κορινθίους επιστολή του: «Και ους μεν έθετο ο Θεός εν τη Εκκλησία πρώτον αποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους, έπειτα δυνάμεις, είτα χαρίσματα ιαμάτων, αντιλήψεις, κυβερνήσεις, γένη γλωσσών» (Α , Κορ. ιβ , 28). Το έργο δε αυτών των πνευματικών πατέρων είναι να οδηγούν τους Χριστιανούς στην πνευματική τελειότητα, που είναι η θέωση και ο δοξασμός. Γράφει ο ίδιος Απόστολος στην προς Εφεσίους επιστολή του: «Και αυτός έδωκε τους μεν αποστόλους, τους δε προφήτας, τους δε ευαγγελιστάς, τους δε ποιμένας και διδασκάλους, προς τον καταρτισμόν των αγίων εις έργον διακονίας, εις οικοδομήν του σώματος του Χριστού, μέχρι καταντήσωμεν οι πάντες εις την ενότητα της πίστεως και της επιγνώσεως του υιού του Θεού, εις άνδρα τέλειον, εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού» (Εφ, δ , 11-13). Το μέτρο αυτό της ηλικίας του πληρώματος του Χριστού είναι η θέωση.

Η πορεία των μελών της Εκκλησίας κατευθύνεται στο όρος Θαβώρ και το υπερώο της Πεντηκοστής, δηλαδή ο καθένας πρέπει να φθάση με την Χάρη του Θεού και τον δικό του αγώνα στην βίωση του μυστηρίου της Πεντηκοστής, την μέθεξη του δοξασμού.

Ο Χριστιανός, αλλά και ο Κληρικός παντός βαθμού, πρέπει να συμμετέχουν σε αυτό το στράτευμα ουσιαστικά, σε αυτήν την πνευματική στρατεία. «Ταύτην την παραγγελίαν παρατίθεμαί σοι, τέκνον Τιμόθεε, κατά τας προαγούσας επί σε προφητείας, ίνα στρατεύη εν αυτοίς την καλήν στρατείαν» (Α’ Τιμ. α , 18). Ο Χριστιανός πρέπει να αποδεικνύεται καθημερινώς καλός στρατιώτης Ιησού Χριστού. Κατά την παραγγελία του Αποστόλου Παύλου στον μαθητή του Τιμόθεο: «συ ουν κακοπάθησον ως καλός στρατιώτης Ιησού Χριστού. ουδείς στρατευόμενος εμπλέκεται ταις του βίου πραγματίαις, ίνα τω στρατολογήσαντι αρέση» (Β Τιμ. β , 3-4).

Βεβαίως, για να επιτευχθή αυτό θα πρέπη ο Χριστιανός να πολεμά εναντίον του εχθρού, εναντίον του διαβόλου. Γι’ αυτό ο Απόστολος Παύλος γράφει: «Εν σαρκί γαρ περιπατούντες ου κατά σάρκα στρατευόμεθα· τα γαρ όπλα της στρατείας ημών ου σαρκικά, αλλά δυνατά τω Θεώ προς καθαίρεσιν οχυρωμάτων» (Β Κορ. ι , 3-4). Η πάλη μας δεν είναι πάλη με κοσμικές εξουσίες, αλλά πάλη με πονηρά πνεύματα, γι α?τό προτρέπει ο Απόστολος Παύλος: «ενδύσασθε την πανοπλίαν του Θεού προς το δύνασθαι ημάς στήναι προς τας μεθοδείας του διαβόλου». Στην συνέχεια δε περιγράφει την πνευματική πανοπλία την οποία πρέπει να ενδυθή ο άνθρωπος για να αντιμετωπίση τις μεθοδείες του διαβόλου (Εφ. στ’, 10-18).

Στον βαθμό που αισθάνεται κανείς τον Χριστιανισμό ως «στρατεία» εναντίον του διαβόλου και συμμετέχει σε αυτήν, αφού «εις τούτο εφανερώθη ο υιός του Θεού ίνα λύση τα έργα του διαβόλου» (Α , Ιω. γ , 8), και πορεία προς την θέωση, μπορεί να τον αισθανθή ως Βασιλεία, και την Βασιλεία ως Εκκλησία και Σώμα Χριστού, και την Εκκλησία ως βίωση του μυστηρίου του ευαγγελίου της ειρήνης.

Με αυτά που με πολλή συντομία εξέθεσα προηγουμένως, φαίνεται καθαρά ότι ο Χριστιανισμός δεν μπορεί να συσχετισθή και να ταυτισθή με τις Θρησκείες που έχουν εμφανισθή στην ιστορία της ανθρωπότητος, οι οποίες προέρχονται εκ του κόσμου τούτου, είναι δημιουργήματα ανθρώπων, για να αντιμετωπισθή ο φόβος του θανάτου, αλλά είναι Ευαγγέλιον, Βασιλεία, Εκκλησία, Στρατεία, ένωση και κοινωνία του ανθρώπου με τον Χριστό, είναι αλήθεια εξ αποκαλύψεως που βιώνεται στα όρια της προσωπικής ζωής, ως υπέρβαση του φόβου και αυτού του ιδίου του θανάτου, σε συσχετισμό όμως με τον πόλεμο εναντίον του διαβόλου, που αντιμάχεται αυτό το πνευματικό στράτευμα.

Ο Χριστιανός είναι μέλος της Εκκλησίας, μέλος του Σώματος του Χριστού, και ως τέτοιο μέλος ζη την αναστάσιμη εμπειρία και βιώνει την Εκκλησία ως κοινωνία θεώσεως και όχι ως μια θρησκεία με την συνηθισμένη έννοια του όρου. Ο Χριστιανός βιώνει το ευαγγέλιο της σωτηρίας, μετέχει στα μυστήρια της Βασιλείας, είναι μέλος του Αναστημένου Σώματος του Χριστού και αγωνίζεται στην πνευματική στρατεία εναντίον των πονηρών πνευμάτων και των θεών των εθνών που συγκροτούν διάφορες θρησκείες.–

  • Προβολές: 935

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance