Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. Ιεροθέου: Ο «άληπτος λόγος και ενωτικός» (Α )

Στην Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας, που άρχισε στην Φερράρα την 9η Απριλίου 1438, για την «ένωση των Εκκλησιών» ο Αυτοκράτωρ Ιωάννης Η Παλαιολόγος στην σύναξη της ορθοδόξου αντιπροσωπείας, προκειμένου να τους πείση ότι πρέπει να αγωνισθούν για την ένωση, αναφέρθηκε σε έναν λόγο που φέρεται να του είπε ο Ιωσήφ Βρυέννιος για την ένωση των Εκκλησιών.

Σύμφωνα με όσα είπε ο αυτοκράτωρ, ο Ιωσήφ του είπε ότι, εάν ποτέ συνέλθη η Σύνοδος «έχω τινά λόγον ειπείν εκείσε, όστις αναμφιβόλως και αναντιρρήτως ενώσει ημάς• έστι δε άληπτος». Και πιο κάτω ο αυτοκράτωρ, αναφερόμενος σε αυτό το θέμα και στην συνάντηση που είχε με τον Ιωσήφ Βρυέννιο στο κελλί του, ενώ στο δοκάρι κρεμόταν «σφαιροειδές κάτοπτρον», δήλωσε ότι ο Ιωσήφ ο Βρυέννιος του είπε ότι όπως το κάτοπτρο αυτό είναι άληπτο, αφού δεν μπορεί κανείς να το πιάση με την αφή του και να το κρατήση «ούτως εστί και ο λόγος εκείνος άληπτος και ενωτικός».

Από τον λόγο αυτόν φέρεται ότι ο Ιωσήφ Βρυέννιος, κατά τον αυτοκράτορα, ήταν αισιόδοξος για την ένωση, γιατί ο ίδιος είχε το μυστικό της ενώσεως, που ήταν ένας λόγος άληπτος, δηλαδή απόκρυφος, ακατάλητπος, ακατανόητος από τους πολλούς, αλλά αυτός ο λόγος ήταν και ενωτικός. Και αν θα βρισκόταν ο ίδιος στην Σύνοδο, τότε, κατά την μαρτυρία του αυτοκράτορος, θα έλεγε τον λόγο αυτόν και έτσι ευελπιστούσε ότι θα πραγματοποιόταν η ένωση των Εκκλησιών.

Αυτή η μαρτυρία του αυτοκράτορος κίνησε το ενδιαφέρον πολλών επιστημόνων-ερευνητών για να διακριβώσουν ποιός τελικά ήταν αυτός ο άληπτος λόγος του Ιωσήφ Βρυεννίου, που θα έφερνε την πολυπόθητη ένωση, και γιατί τελικά δεν χρησιμοποιήθηκε στην Σύνοδο της Φερράρας-Φλωρεντίας, που συνεκλήθη λίγο μετά την κοίμηση του μεγάλου αυτού διδασκάλου, τον οποίο σέβονταν και ευλαβούνταν όλοι την εποχή εκείνη.

Ο Ιωσήφ Βρυέννιος ήταν μια εξέχουσα φυσιογνωμία της εποχής εκείνης και προκαλούσε τον σεβασμό όλων. Είναι αξιοπρόσεκτοι οι χαρακτηρισμοί που του προσδίδει ο ομολογητής της πίστεως, άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, ο οποίος χρημάτισε μαθητής του, σε στίχους που εγράφησαν στο τάφο του διδασκάλου του. Κατά τον άγιο Μάρκο Ευγενικό ο Ιωσήφ Βρυέννιος ήταν «πυρίπνους», «θεηγόρος βρύσις», «ο του Λόγου πρόμαχος ενθέοις λόγοις», «ο στερρότατος της αληθείας στύλος», ο «φανότατος ορθοδοξίας λύχνος», «ο λαμπρότατος των αγαθών εργάτης και τερπνότατος των καλών επαινέτης, ο δογματιστής ακριβής πλανωμένοις». Και καταλήγει: «Αλλ’ ω, Πάτερ μέγιστε, Πατέρων κλέος, μέμνησο και νυν των ποθεινών σου τέκνων, Θεώ παρεστηκώς, τη μεγάλη Τριάδι».

Μάλιστα δε εκπονήθηκε και μια διδακτορική διατριβή από τον Ion Chivu με τίτλο «Η ένωσις των Εκκλησιών κατά τον Ιωσήφ Βρυέννιον» στην οποία προσκομίζονται και αναλύονται πολλά ενδιαφέροντα σημεία για την όλη δράση του και για τις προσπάθειές του για την ένωση των Εκκλησιών.

1. Ο Ιωσήφ ο Βρυέννιος

Ο Ιωσήφ Βρυέννιος ήταν μοναχός που διέθετε μεγάλη μόρφωση και εξασκούσε επιρροή στα τελευταία χρόνια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και της Βασιλεύουσας, στην Κωνσταντινούπολη. Διάφοροι χαρακτηρισμοί που του αποδόθηκαν δείχνουν την μεγάλη αξία του.

Μια ανώνυμη μαρτυρία τον χαρακτηρίζει «πατέρα κοινόν εν πάσι της πίστεως», αφού τον συμβουλεύονταν ο Πατριάρχης Ιωσήφ και ο αυτοκράτορας Ιωάννης Η’ Παλαιολόγος. Ήταν «διδάσκαλος της Ιεράς των χριστιανών θεολογίας…. και διδάσκαλος των Επιστημών εκ Βασιλέως κεχειροτονημένος». Ήταν επίσημος ιεροκήρυξ του Πατριαρχείου. Διορίσθηκε «διδάσκαλος των διδασκάλων», δηλαδή πρύτανις της Πατριαρχικής Σχολής Κωνσταντινουπόλεως και ήταν γνώστης της ελληνικής και ιταλικής γλώσσης. Είναι δε γνωστόν ότι ο άγιος Μάρκος Εφέσου ο Ευγενικός και ο Γεννάδιος Σχολάριος, πρώτος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως μετά την Άλωση, και οι δύο ομολογητές της πίστεως, ήταν μαθητές του.

Διαβάζοντας κανείς τα έργα του, που εκδόθηκαν σε τρεις τόμους από τον εκδοτικό οίκο Βασιλείου Ρηγοπούλου, παρατηρεί την σοφία του, τις γνώσεις του, καθώς επίσης ότι η διδασκαλία του είναι επιτομή της διδασκαλίας των αγίων Πατέρων, περί των θεολογικών και ησυχαστικών θεμάτων.

Στην εισαγωγή της εκδόσεως των έργων του, που έγραψε ο Αρχιμ. Ειρηναίος Δεληδήμος, φαίνεται ότι ο Ιωσήφ Βρυέννιος γεννήθηκε περί το 1350 μ.Χ. και κοιμήθηκε περί το 1431, μόλις επτά χρόνια πριν συνέλθη η Σύνοδος στην Φερράρα για να συζητήση για την ένωση των Εκκλησιών.

Ο ίδιος γνώριζε επαρκώς τα θέματα της διαφοράς μεταξύ Ρωμαίων και Λατίνων, όπως φαίνεται στα κείμενά του, γιατί είχε συζητήσει με τους αντιπροσώπους των Λατίνων στην Κρήτη, αντιμετώπισε το πρόβλημα που ανέκυψε στην Κύπρο, με την υποταγή των Κυπρίων στον Πάπα και εξακολουθούσε να ασχολήται με τον τρόπο με τον οποίο θα επέλθη η ένωση, μέχρι το τέλος της ζωής του, στην Κωνσταντινούπολη όπου ζούσε. Ο ίδιος ο Ιωσήφ Βρυέννιος ήταν ομολογητής της πίστεως και αυτός είπε τον γνωστό λόγο: «ουκ αρνησόμεθά σε φίλη ορθοδοξία• ου ψευδόμεθά σε, πατροπαράδοτον σέβας• ουκ αφιστάμεθά σου, μήτερ ευσεβεία• εν σοι εγεννήθημεν, και σοι ζώμεν, και εν σοι κοιμηθησόμεθα• ει δε καλέσει καιρός, και μυριάκις υπέρ σου τεθνηξόμεθα».

Γνώριζε τις διαφορές μεταξύ Ρωμαίων και Λατίνων, Ορθοδόξων και Παπικών και είχε ακράδαντη πεποίθηση ότι η ένωση μπορεί να γίνη μόνον όταν στηριχθή στην ενότητα της πίστεως, στην διαφύλαξη της δογματικής αληθείας της Εκκλησίας. Δεν δεχόταν ένωση στον τύπο της ουνίας, γιατί σε μια τέτοια ένωση υπάρχει κίνδυνος «εις το παντελώς λατινίζειν αυτούς τε και άλλους μυρίους». Βεβαίως, όπως θα δούμε στην συνέχεια, ο Ιωσήφ Βρυέννιος χρησιμοποιούσε και την οικονομία προκειμένου να επιτευχθή η ένωση.

Ο Ιωσήφ Βρυέννιος συμμετείχε στις συζητήσεις που προηγήθηκαν της Συνόδου Φερράρας-Φλωρεντίας και υπεστήριξε την άποψη ότι η Σύνοδος για την ένωση των Εκκλησιών έπρεπε να γίνη στην Βασιλεύουσα. Την γνώμη αυτήν ασπάσθηκαν και ο Πατριάρχης και ο αυτοκράτωρ, αλλά στην συνεδρία ο αυτοκράτωρ υπεχώρησε ως προς τον τόπον της συγκροτήσεως της Συνόδου, αποδεχθείς τις απόψεις των Λατίνων.

Σε μυστική σύσκεψη που έγινε το 1430, στην οποία έλαβε μέρος και ο Ιωσήφ Βρυέννιος, λίγο πριν τον θάνατό του, επικράτησε η γνώμη του αυτοκράτορος. Ο Ιωσήφ αισθάνθηκε μεγάλη πικρία, προβλέποντας τα δεινά που θα προέλθουν από την Σύνοδο που θα γίνη σε «χώρο» του Πάπα, και είπε: «Εγώ γαρ αφ’ ούπερ ήκουσα, όσα εν τη παλατινή ακήκοα, και επί τούτοις εκπληκτικόν τι βοήσας, και την χείρα κατά το στόμα θέμενος, έκτοτε έγνων… ως ουδέν τι αγαθόν ενταύθα γενήσεται• αντέστην γαρ… προς εκείνο το βούλευμα καθώς ηδυνάμην• ως δε είδον προβαίνον και τελειούμενον, είπον προς εμαυτόν… ποιησάτωσαν ως βούλονται».

Από τα αποτελέσματα των αποφάσεων της Συνόδου Φερράρας-Φλωρεντίας φαίνεται ότι δικαιώθηκε ο Ιωσήφ Βρυέννιος, και αυτό δείχνει την σοφία του, αλλά και την διάκρισή του.

2. Ο «άληπτος και ενωτικός λόγος»

Όταν διαβάζη κανείς την διδασκαλία, αλλά και την δράση του Ιωσήφ Βρυεννίου, βλέπει ότι ο διδάσκαλος δεν ήταν εναντίον της ενώσεως, μάλιστα ετοιμάσθηκε ποικιλοτρόπως για τον διάλογο με σκοπό την ένωση, αλλά ήθελε η ένωση αυτή, όποτε κι αν γινόταν, να στηριζόταν σε ασφαλή και γερά θεμέλια, στην δογματική αλήθεια της Εκκλησίας και στον «πλούτο» της, που είναι «η πατροπαράδοτος κληρονομιά». Αισθανόταν ότι κάθε άλλη ένωση δεν θα ήταν ένωση, αλλά μια σαθρά συμφωνία.

Μάλιστα κατά την μαρτυρία του αυτοκράτορος που είδαμε πιο πάνω, ο Ιωσήφ Βρυέννιος υποστήριζε ότι, όταν θα γινόταν η Σύνοδος και θα ήταν παρών, θα είχε να προσφέρη τον «άληπτον και ενωτικόν λόγον», δηλαδή τον απόκρυφο, τον ακατάληπτο και ακατανόητο λόγο στους πολλούς, αλλά όμως και ενωτικό λόγο. Όπως είδαμε προηγουμένως ο Ιωσήφ είχε καταναλώσει όλες τις δυνάμεις του στον αγώνα αυτόν, γνώριζε πολύ καλά την ορθόδοξη θεολογία, αλλά και των Λατίνων και επομένως γνώριζε πως μπορούσε να χειρισθή τα θέματα, αν βέβαια θα συναντούσε ειλικρίνεια και από την άλλη πλευρά.

Ποιός ήταν αυτός «ο άληπτος και ενωτικός λόγος»;

Διάφοροι επιστήμονες προσπάθησαν να ανεύρουν αυτόν τον άληπτον και ενωτικόν λόγο του Ιωσήφ Βρυεννίου. Ο Ion Chivu στην διατριβή του ασχολείται και με το θέμα αυτό. Σε ένα κεφάλαιό της καταγράφει τις τρεις επικρατέστερες απόψεις των ερευνητών.

Κατά την πρώτη άποψη δεν υπήρχε κάποιος άληπτος λόγος του Ιωσήφ Βρυεννίου, ούτε ποτέ ο διδάσκαλος υπεστήριξε κάτι παρόμοιο, αλλά αυτό ήταν εφεύρεση του αυτοκράτορος Ιωάννη Η’. Με τον τρόπο αυτόν προσπαθούσε να πείση τους Ορθοδόξους στο να ψηφίσουν υπέρ της ενώσεως των Εκκλησιών, αφού ο ίδιος είχε συζητήσει τον θέμα με τον Ιωσήφ Βρυέννιο, που συμφωνούσε. Έπρεπε, λοιπόν, να επιδιώξουν και εκείνοι την ένωση, αφού είχαν απέραντο σεβασμό στον μεγάλο αυτόν διδάσκαλο.

Η άποψη αυτή δεν μπορεί να πείση, γιατί αν ο αυτοκράτωρ έπλασε έναν τέτοιον μύθο, τότε θα προκαλούσε τις διαμαρτυρίες των παρόντων, ιδίως του αγίου Μάρκου του Ευγενικού που ήταν μαθητής του Ιωσήφ Βρυεννίου και τον οποίον σεβόταν υπερβολικά. Από το γεγονός ότι όλοι εδέχθηκαν αυτήν την εξιστόρηση του αυτοκράτορος σημαίνει ότι ο Ιωσήφ Βρυέννιος είχε διατυπώσει τους ισχυρισμούς του για τον άληπτο λόγο της ενώσεως.

Κατά την δεύτερη άποψη ο Ιωσήφ Βρυέννιος κατείχε τον λόγο της ενώσεως, αλλά δεν τον διατύπωσε ποτέ, ούτε έγραψε για τον τρόπο αυτόν. Κατά συνέπεια, οι υποστηρικτές της απόψεως αυτής ισχυρίζονται ότι δεν υπάρχει άληπτος λόγος.

Όμως και αυτή η άποψη δεν μπορεί να ευσταθή, διότι ο Ιωσήφ Βρυέννιος σε όλη του την ζωή αγωνίσθηκε για την ένωση των Εκκλησιών με σταθερές βάσεις και ορθόδοξες προϋποθέσεις και θα ήταν αδύνατον να μη είχε διατυπώσει τον τρόπο με τον οποίο θα γινόταν αυτή η ένωση. Άλλωστε ο ίδιος είχε πη: «εγώ γαρ και προ του απελθείν με προνοήσομαι όπως έχητε ο λέγω».

Κατά την τρίτη άποψη ο λεγόμενος άληπτος και ενωτικός λόγος της ενώσεως του Ιωσήφ Βρυεννίου υπήρχε και μπορεί κανείς να τον βρη μέσα στα κείμενά του. Ο Ion Chivu υποστηρίζει την άποψη αυτή.

Πράγματι, στον «λόγον Συμβουλευτικόν περί της ενώσεως των Εκκλησιών», ο οποίος ελέχθη από τον μεγάλο διδάσκαλο στο Συνοδικό της του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας, το έτος 1419, καθώς αναμενόταν να έλθη στην Βασιλεύουσα από την Ρώμη «ο τοποτηρητής του Ρώμης και των Εκκλησιών μεσίτης», ο Ιωσήφ αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο πρέπει να γίνη η συνάντηση και τα όσα πρέπει να λεχθούν κατ’ αυτήν. Έπειτα, αναφέρεται στο θέμα της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος, παρουσιάζοντας την διδασκαλία των αγίων Πατέρων για τον Τριαδικό Θεό. Στην συνέχεια για εκείνους που συνηθίζουν να χρησιμοποιούν συλλογισμούς –«προς τους μέγα θαρρούντας επί τοις οικείοις συλλογισμοίς»– προφανώς αναφέρεται κυρίως στους Λατίνους, που αρέσκονταν σε τέτοιες συλλογιστικές αποδείξεις, με την σχολαστική θεολογία, παραθέτει ένα «τοιούτον θεώρημα» και μίαν «απόδειξιν» που συνέταξε «ο ιερός Ιερόθεος ο του εξ Αρείου Πάγου Διονυσίου διδάσκαλος». Προφανώς όμως δεν πρόκειται για τον Ιερόθεο, πρώτον Επίσκοπο Αθηνών, αλλά για τον ιερομόναχο Ιερόθεο τον Κωνσταντινουπολίτη, που έζησε το β μισό του ιγ αιώνα και αντέδρασε στην ψευδοσύνοδο της Λυών (1274). Η ταύτιση μεταξύ των δύο Ιεροθέων είναι λαθεμένη και ενδεχομένως οφείλεται στις πηγές που είχε ο Ιωσήφ, κυρίως στα τροπάρια της ακολουθίας του αγίου Ιεροθέου.

Το «θεώρημα» αυτό θεωρείται από τον Ιωσήφ Βρυέννιο «συγκεκροτημένον αυτό καθ’ αυτό, και αήττητον• δια τοι τούτο και των θεολογικών πάντων θεωρημάτων θεώρημα έγωγε τούτο καλώ». Δια του «θεωρήματος» αυτού παρουσιάζεται κατά τον καλύτερο τρόπο η αλληλοενοίκηση, η αλληλοσυσχέτιση και η αλληλεξάρτηση των Προσώπων της Αγίας Τριάδος, και έτσι απορρίπτεται το δόγμα των Λατίνων περί της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος και εκ του Υιού.

Ο Ιωσήφ Βρυέννιος θεωρεί ότι με την συλλογιστική αυτή απόδειξη –«θεώρημα»– αποδεικνύεται η ορθότητα του ορθοδόξου δόγματος περί της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος. Μάλιστα χρησιμοποιεί την εικόνα της σφαίρας η του κύκλου για να εξεικονίση την σχέση των υποστάσεων του Τριαδικού Θεού. Ο Ιωσήφ Βρυέννιος θεωρεί ότι η θεολογία της περιχωρήσεως, της αεικινησίας και της ισότητος η παραλληλισμού των σχέσεων των θείων υποστάσεων, που εκφράζεται με τα διαγράμματα των κύκλων, αποτελεί το «άληπτον» η τέλειον, το οποίο αναγνωρίζεται από όλους.

Ο ίδιος ο Ιωσήφ Βρυέννιος γράφει: «είπερ ευδοκήσει ο Θεός συστήναι σύνοδον, έχω τινα λόγον ειπείν εκείσε, όστις αναμφιβόλως και αναντιρρήτως ενώσει ημάς». Και ο Ion Chivu δια μακρών αναλύει αυτό το «θεώρημα», σύμφωνα με την ορθόδοξη θεολογία περί των θείων υποστάσεων, όπως το αναλύει στα έργα του ο Ιωσήφ Βρυέννιος.

Ο Θεός, όμως, δεν επέτρεψε για τους λόγους που Εκείνος γνωρίζει να ζήση ο Ιωσήφ Βρυέννιος μερικά ακόμη χρόνια η να γίνη νωρίτερα η Σύνοδος εκείνη και να ακουσθή ο λόγος του που θα μπορούσε να συντελέση στην ένωση των Εκκλησιών. Αυτό ανήκει στις βουλές του Θεού και δεν είμαστε εμείς εκείνοι που μπορούμε να στοχασθούμε πάνω σε αυτό, γιατί, δηλαδή, επέτρεψε ο Θεός να γίνη η Σύνοδος αυτή χωρίς την παρουσία του μεγάλου αυτού διδασκάλου.

Το ότι δεν χρησιμοποιήθηκε ο συλλογισμός αυτός, «ο άληπτος και ενωτικός λόγος» του Ιωσήφ Βρυεννίου πιθανώς οφείλεται, κατά τον Ion Chivu, στο ότι ήταν πράγματι ακατανόητος και ακατάληπτος για τους θεολόγους που παρευρέθηκαν στην Σύνοδο εκείνη, διότι με την μορφή που παρουσιάσθηκε το «θεώρημα» αυτό δεν ήταν επαρκώς ανεπτυγμένο, αλλά ήταν μια σύντομη περίληψη της ορθοδόξου θεολογίας περί του Τριαδικού Θεού.

(συνεχίζεται στο επόμενο τεύχος, με το κεφάλαιο «Η άποψη του Ιωσήφ Βρυεννίου για την ένωση».)