Ἀρχιμανδρίτου Ζαχαρία: Μετάνοια και εξομολόγηση

του Αρχιμανδρίτου Ζαχαρία Ζάχαρου

Ομιλία του π. Ζαχαρία ενώπιον των Ιερέων της Ιεράς Μητροπόλεώς μας, κατά την Ιερατική Σύναξη, στις 18 Μαΐου ε.ε.

*

Σεβασμιώτατε, Σεβαστοί Πατέρες,

Το θέμα μου είναι: «Μετάνοια και Εξομολόγηση».

Ένα πολύ μεγάλο και βαθύ σε σημασία θέμα με πολλές πλευρές και διαστάσεις. Θα προσπαθήσω να θίξω κυρίως δύο σημεία:

α) Πρώτον πως με την μετάνοια και εξομολόγηση αποδεικνύεται ο Θεός αληθής και ο άνθρωπος ψεύστης και όμως αυτό δικαιώνει τον άνθρωπο.

β) Πως η ντροπή στην εξομολόγηση μετατρέπεται σε δύναμη, που νικά τα πάθη και εξαλείφει την αμαρτία.

Μετάνοια και Εξομολόγηση

Η εξομολόγηση είναι το μυστήριο της αμόλυντης Εκκλησίας, που έχει ως σκοπό να αποδείξη ότι ο Θεός είναι δίκαιος και αληθινός σε όλα που συνέλαβε αχρόνως η προαιώνια βουλή Του και προ παντός για την δημιουργία του ανθρώπου κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή Του.

Ο άνθρωπος είναι το τελειότερο κτίσμα της δημιουργίας του Θεού. Η δίψα να γνωρίσουμε συνεχώς και βαθύτερα το μεγαλείο της «προ καταβολής κόσμου κλήσεώς μας» δεν πρέπει να δίνη ανάπαυση στο νου και στην καρδιά μας «καθ’ εκάστην ημέραν άχρις ου το σήμερον καλείται, ίνα μη σκληρυνθώμεν απάτη της αμαρτίας».

Ο Θεός έκτισε καταρχάς τον άνθρωπο, στεφανώνοντάς τον με δόξα και τιμή. Χάρισε σε αυτόν την άρρητη θεωρία του Προσώπου Του, ώστε να γνωρίζη τον Δημιουργό Του, να Τον μιμείται και να αυξάνη σε αγάπη και ευγνωμοσύνη προς Αυτόν. Και ενώ ο Αδάμ και η Εύα ήσαν γυμνοί, έφεραν άφθαρτη πνευματική περιβολή «και ουκ ησχύνοντο» (Γεν. 2, 25).

Με την πτώση όμως στο αμάρτημα της αχαριστίας και της παρακοής, αν και ο άνθρωπος δεν έρπη στη γη όπως ο όφις, ωστόσο εφθάρη ο νους του και έγινε ανίκανος να κατοπτεύη τα «μη βλεπόμενα» και τα «αιώνια» (Β Κορ. 4, 18). Ντροπιάστηκε το κατ’ εικόνα πλάσμα, γιατί βυθίστηκε στην άβυσσο των «βλεπομένων» και των «προσκαίρων» (Β Κορ. 4, 18) και έγινε το μεγαλύτερο τραύμα της ορατής κτίσεως. Τότε οι πρωτόπλαστοι «έγνωσαν ότι γυμνοί ήσαν, και έρραψαν φύλλα συκής και εποίησαν εαυτοίς περιζώματα» (Γεν. 3, 7). δηλαδή φόρεσαν χιτώνα αισχύνης και «εκρύβησαν... από προσώπου Κυρίου του Θεού» (Γεν. 3, 80). Με άλλα λόγια ο άνθρωπος πλανήθηκε και έχασε την οδό του Θεού.

Τελικά, για να μη ματαιωθή η προαιώνια πρόθεση του Θεού για το λογικό ποίημα των χειρών Του, ο Κύριος, από άφατη ευσπλαγχνία και ανεξιχνίαστη σοφία, επινόησε τρόπο σωτηρίας. Ήλθε ταπεινά ως άνθρωπος και πήρε πάνω Του την δική μας αισχύνη και με την Ανάστασή Του μας ενέδυσε πάλι με το άγιο και άμωμο ιμάτιο της δόξης Του, που δεν έχει πλέον «σπίλον η ρυτίδα» (Εφεσ. 5, 27). Δεν άφησε σε μας ίχνος αισχύνης, γιατί όλοι «οι ονειδισμοί των ονειδιζόντων Αυτόν έπεσον επ’ Αυτόν», όπως λέγει η Γραφή (Ρωμ. 15, 3). Ο Χριστός, επιθυμώντας την θεραπεία και σωτηρία μας, δεν λογάριασε τον Εαυτό Του. «Αντί της προκειμένης αυτώ χαράς υπέμεινε σταυρόν, αισχύνης καταφρονήσας» (Εβρ. 12, 2). Με άλλα λόγια ο Χριστός υπομένοντας την αισχύνη του σταυρού, εξάλειψε την δική μας αισχύνη και μας έσωσε. Χάραξε την ταπεινή οδό Του πάνω στην γη, ώστε όποιος την ακολουθήσει να θεραπεύεται ολοτελώς. Ο Ίδιος βεβαίως ο Κύριος καλεί σε μετάνοια όλους τους αμαρτωλούς και τους «κακώς έχοντας» (Ματθ. 9,12). Αλλά η μετάνοια προς θεραπεία και σωτηρία συνδέεται αναπόσπαστα με την αισχύνη.

Ο Χριστός προσφέρεται στον κόσμο ως ο αληθινός ιατρός και θεραπευτής της ανθρώπινης φύσης και λέει: «ου χρείαν έχουσιν οι ισχύοντες ιατρού, αλλ’ οι κακώς έχοντες... ου γαρ ήλθον καλέσαι δικαίους, αλλά αμαρτωλούς εις μετάνοιαν» (Ματθ. 9, 12-13). Ο Κύριος καλεί τους κακώς έχοντας σε θεραπεία και τους αμαρτωλούς σε μετάνοια. Με άλλα λόγια, η θεραπεία συνδέεται στενά με την μετάνοια.

Το Ευαγγέλιο του Χριστού αρχίζει με τους λόγους: «Μετανοείτε• ήγγικε γαρ η βασιλεία των ουρανών». Οι λόγοι αυτοί είναι η συνέχιση του διαλόγου μεταξύ του Θεού και των ανθρώπων μέσα στον Παράδεισο, ο οποίος διακόπηκε εξαιτίας της παρακοής των Πρωτοπλάστων. Τα λόγια αυτά προσφέρονται εν όψει μιας νέας δημιουργίας, ενός νέου γένους, του οποίου γενάρχης είναι ο ίδιος ο Δημιουργός, ο Χριστός. Η μετάνοια, επομένως, είναι το μέσο με το οποίο εξαλείφεται η αμαρτία και τελικά πραγματοποιείται για τον άνθρωπο η πρωταρχική ρήση του Θεού: «ποιήσωμεν άνθρωπον κατ’ εικόνα ημετέραν και καθ’ ομοίωσιν» (Γεν. 1, 26)

Για να μπορέση να θεραπευθή η ψυχή από την αμαρτία με την μετάνοια, πρέπει πρώτα ο άνθρωπος να γνωρίση την αμαρτία του. Ο άνθρωπος μακριά από τον Θεό βρίσκεται στο σκοτάδι και είναι αδύνατο να δη την πτώση του. Όταν, όμως, με την πίστη δεχθή ρήμα Θεού, δέχεται συγχρόνως στην καρδιά του το θείο και επουράνιο πυρ της χάρης του Θεού. Ο άνθρωπος τότε φωτίζεται και αποκτά μια καινούρια θεωρία. Η θεωρία αυτή είναι διπλή. Η θεϊκή φλόγα από την μια μορφώνει μέσα στην καρδιά του πιστού την επουράνια εικόνα του Κτίστου της Λόγου, και από την άλλη αποκαλύπτει την άβυσσο του σκότους στο οποίο βρίσκεται ο άνθρωπος στην πτώση του. Η θεωρία αυτή είναι ένα θαυμαστό δώρο του ουρανού και δεν παύει συνεχώς να εμπνέη τον άνθρωπο σε μεγαλύτερη μετάνοια. Γεννά μέσα του τη δίψα να αποβάλη «πάσαν ρυπαρίαν και περισσείαν κακίας» (Ιακ.1,21) και να επιστρέψη στον οίκο του Πατρός με την μετάνοια.

Σύμφωνα με τον λόγο του Αποστόλου Παύλου: «παν φανερούμενον φως εστι» (Εφεσ. 5,13). Αντίθετα η αμαρτία είναι πλάνη και σκοτάδι. Επομένως, αμέσως μόλις ο πιστός διαγνώση την αμαρτία του, δεν την κρύβει, αλλά ομολογεί την πτώση του ενώπιον του Προσώπου του Θεού. Ο πιστός φέρνει την αμαρτία του μπροστά στο Φως και Αυτό την εξαλείφει. Σε αυτό έγκειται η δύναμη του μυστηρίου της Εξομολόγησης στην Εκκλησία.

«Εάν είπωμεν ότι αμαρτίαν ουκ έχομεν, εαυτούς πλανώμεν και η αλήθεια ουκ έστιν εν ημίν. Εάν ομολογώμεν τας αμαρτίας ημών πιστός εστι και δίκαιος ίνα αφή ημίν τας αμαρτίας και καθαρίση ημάς από πάσης αδικίας» (Α` Ιωαν. 1,8-9)

Με την μετάνοια και την εξομολόγησή μας ενώπιον του Θεού ομολογούμεν πρώτα μία μεγάλη και παγκόσια αλήθεια: την αλήθεια της πτώσης μας. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι, αν υπάρχη μία περίπτωση κατά την οποία ο άνθρωπος αποδεικνύεται αλάθητος μπροστά στα μάτια του Κυρίου, είναι όταν ομολογή την αμαρτωλότητά του. Τότε ο άνθρωπος αληθεύει κατ’ εξοχήν και γι’ αυτό ελκύει το Πνεύμα της Αληθείας, το οποίο τον φέρνει σε βαθειά συναίσθηση της πτωχείας του και επομένως τον οδηγεί σε μετάνοια. Το ίδιο Πνεύμα παρέχει συγχρόνως την θεραπεία και την δικαίωση.

Η εξομολόγηση πρέπει να γίνεται ελεύθερα. Η εκούσια εξαγόρευση της αμαρτίας φανερώνει ότι ο άνθρωπος δεν θέλει την αμαρτία και αυτό ετοιμάζει μέσα του τόπο για να δεχθή την χάρη του Αγίου Πνεύματος, η οποία τον καθαρίζει από κάθε ακαθαρσία. Όπως λέει ο Ψαλμός: «την αμαρτίαν μου εγνώρισα και την ανομίαν μου ουκ εκάλυψα• είπα εξαγορεύσω κατ’ εμού την ανομίαν μου τω Κυρίω• και συ αφήκας την ασέβειαν της καρδίας μου» (Ψαλμ. 31, 5). Ο άνθρωπος μαθαίνει με την εξομολόγηση και την μετάνοια να θέλη το σωστό. Μυείται, δηλαδή, στη γνώση του θελήματος του Θεού και επομένως βρίσκει την οδό της ζωής.

Όποιος μετανοεί αληθινά, κατά την εξομολόγηση αναλαμβάνει την ευθύνη των παραπτωμάτων του ολοκληρωτικά και δεν δικαιώνει τον εαυτό του, όπως έπραξε ο Αδάμ στον Παράδεισο ρίχνοντας την ευθύνη στον Θεό. Αυτή η στάση θεραπεύει τον άνθρωπο από την υπερηφάνεια και τον οδηγεί στην ταπείνωση, η οποία επισπά την ιαματική χάρη του Θεού, όπως λέει και η Γραφή: «ο Θεός υπερηφάνοις αντιτάσσεται ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν» (Παροιμ. 3, 34 και Α Πετρ. 5, 5).

Ο Θεός δεν κρίνει δύο φορές. Εάν εμείς ζούμε κάτω από την κρίση του λόγου του Θεού και κατακρίνουμε τον εαυτό μας στην εξομολόγηση, τότε διαφεύγουμε την τελική κρίση της εσχάτης ημέρας: «ο τον λόγον μου ακούων και πιστεύων τω πέμψαντί με έχει ζωήν αιώνιον και εις κρίσιν ουκ έρχεται, αλλά μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν» (Ιωαν. 5, 24). Οι Πατέρες μας λένε ότι ο άνθρωπος που αναλαμβάνει εκούσια την αυτομεμψία και την αυτοκατάκριση τρέχει προς τα Πάθη του Χριστού. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του λόγου είναι ο καλός ληστής, ο οποίος επετίμησε τον βλάσφημο ληστή και κατέκρινε τον εαυτό του λέγοντας: «ουδέ φοβή συ τον Θεόν, ότι εν τω αυτώ κρίματι ει; Και ημείς μεν δικαίως ?ξια γαρ ων επράξαμεν απολαμβάνομεν. Ούτος δε ουδέν άτοπον έπραξεν. Και έλεγε τω Ιησού• μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία Σου. Και είπεν αυτώ ο Ιησούς• αμήν λέγω σοι, σήμερον μετ’ εμού έση εν τω Παραδείσω» (Λουκ. 23, 40-43)

Με την αληθινή αυτοκατάκριση ο πιστός αφομοιώνεται στη χάρη του Σταυρού και της Αναστάσεως του Κυρίου. Ο προσωπικός του σταυρός γίνεται Σταυρός του Χριστού και έτσι λαμβάνει την χάρη της Αναστάσεως του Κυρίου. Ακριβώς αυτό συνέβη στην περίπτωση του καλού ληστή. Ο σταυρός του ληστή μετατράπηκε αυτοστιγμεί σε Σταυρό του Χριστού και αυθημερόν σώθηκε. Η αληθινή αυτομεμψία αποδίδει πάντοτε δόξα στον Θεό και όνειδος στον πεπτωκότα. «Γενέσθω αληθής ο Θεός, πας δε άνθρωπος ψεύστης» (Ρωμ. 5, 8). Η καρδιά, δηλαδή, του μετανοούντος πληρούται από ευγνωμοσύνη, διότι διακατέχεται από την επίγνωση ότι «έτι αμαρτωλών όντων ημών Χριστός υπέρ ημών απέθανεν» (Ρωμ. 5,8) και δωρεάν έσωσεν τους ασεβείς.

Ο μέγας Ιεράρχης Χρυσόστομος, αναφερόμενος στον ύμνο των Τριών Παίδων στην βαβυλώνιο κάμινο, λέει ότι ευχαριστήρια προσευχή είναι αυτή που συνοδεύεται από αυτομεμψία. Λέει χαρακτηριστικά: «Θέλεις να μάθης πως είναι η ευχαριστήριος προσευχή; Άκουε τι είπον οι τρεις παίδες: ημάρτομεν, ηνομήσαμεν δίκαιος ει Κύριε επί πάσιν οις εποίησας ημίν, ότι εν αληθινή κρίσει πάντα επήγαγες. Διότι ευχαριστήριος προσευχή προς τον Θεόν είναι να ομολογής προς Αυτόν τας αμαρτίας σου, πράγμα το οποίον αποδεικνύει ότι έκαμες χιλιάδες αμαρτήματα και ζητάς να σου τα συγχωρήση ο Θεός. Τότε μόνον προσφέρεις ευχαριστήριον προσευχήν». (Ε.Π.Ε. Ι. Χρυσ. τ. 9 σελ.101).

Με την μετάνοια και την εξομολόγηση αποβάλλουμε «το φρόνημα της σαρκός» και προσλαμβάνουμε το φρόνημα «ο και εν Χριστώ Ιησού». Το φρόνημα του Χριστού είναι άκρως ταπεινό και οδήγησε τον Ίδιο εκούσια μέχρι τα κατώτερα μέρη της γης, για να βρη και να σώση τους δεσμίους του Άδη. Η πορεία του Χριστού είναι αντίθετη από αυτήν του Αδάμ. Ο Αδάμ θέλησε να ανεβή μόνος του και να γίνη ίσος με τον Θεό και γι’ αυτό έπεσε σε βυθό απωλείας. Ο άνθρωπος που μετανοεί, όμως, πορεύεται προς τα κάτω, σύμφωνα με το παράδειγμα του δεύτερου Αδάμ, του Κυρίου. Όταν ο άνθρωπος φτάση στο μηδέν της ταπείνωσης, τότε γίνεται υλικό κατάλληλο προς αναδημιουργία, διότι είναι χαρακτηριστικό του Θεού να δημιουργή από το μηδέν «Εκολλήθη τω εδάφει η ψυχή μου• ζήσόν με κατά τον λόγον Σου» (Ψαλμ. 118, 25).

Πριν την μετάνοια ο άνθρωπος έχει στραμμένες όλες τις φυσικές του δυνάμεις στην γη «εξ ης ελήφθη». Ο νους του είναι διαιρεμένος και διάχυτος στην κτίση. Μέσα του φέρει ένα κενό και ο προορισμός του μένει ανεκπλήρωτος. Ο άνθρωπος φέρεται προς την άβυσσο του μηδενός. Η αληθινή μετάνοια και η ταπεινή εξομολόγηση συνοδεύονται πάντα με την συντριβή της καρδιάς. Αυτή η συντριβή φέρνει στην καρδιά βαθύ πόνο για την ασχήμια της πτώσης μας. Ο ευεργετικός αυτός πόνος, σαν ένα άροτρο, οργώνει την καρδιά και ξεριζώνει από αυτήν τα αγκάθια και τα ζιζάνια. Δηλαδή, την ελευθερώνει από τα πάθη της ατιμίας. Αυτός ο πόνος είναι θεραπευτικός, διότι ενοποιεί όλες τις φυσικές δυνάμεις της ψυχής μέσα στην καρδιά και στρέφει την αγαπητική της δύναμη προς μία άλλη άβυσσο, την άβυσσο του θείου ελέους. Τότε ο άνθρωπος είναι πεπληρωμένος, ζη «κατά φύσιν», μάλλον «κατά χάριν». Ο αναγεννημένος άνθρωπος έχει ψυχική υγεία και ανέρχεται στο επίπεδο της εντολής του Κυρίου, η οποία μας καλεί «να αγαπώμεν Αυτόν εν όλη τη καρδία ημών και εν όλη τη ψυχή ημών και εν όλη τη διανοία ημών» (πρβλ. Δευτ. 6, 5 και Ματθ. 22, 37 και Μαρκ. 12, 30 και Λουκ. 10, 27).

Πάνω στη γη δεν υπάρχει τέλος για την μετάνοια. Τα τέκνα του Θεού δεν παύουν μέσω του μυστηρίου της μετανοίας και της εξομολόγησης να αγνίζουν τους εαυτούς τους, διότι, «ο Θεός Φως εστι και σκοτία εν Αυτώ ουκ έστιν ουδεμία» (Α Ιω. 1, 5).

(συνεχίζεται στο επόμενο: Μετάνοια καὶ Ἐξομολόγηση (Β))

  • Προβολές: 1026

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance