Ναυπάκτου κ. Ιεροθέου: Εἰκονοφιλικὸ καὶ Εἰκονοκλαστικὸ Πνεῦμα

Την Κυριακή της Ορθοδοξίας (16-3-1997) τελέσθηκε πανηγυρική συνοδική θεία Λειτουργία στον Ἱερὸ Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών, στην οποία συλλειτούργησαν Αρχιερείς - μέλη της Δ. Ι. Συνόδου. Στην θ. Λειτουργία και στην λιτάνευση των ιερών εικόνων ήταν παρόντες ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ. Κωνσταντίνος Στεφανόπουλος, ο Υπουργός Παιδείας κ. Γεράσιμος Αρσένης, ο Δήμαρχος Αθηναίων κ. Δημήτριος Αβραμόπουλος, βουλευτές, στρατιωτικές και αστυνομικές αρχές και πλήθος κόσμου.

Να σημειώσουμε ότι το μεσημέρι της ίδιας ημέρας ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, επαναφέροντας παλαιό έθιμο που είχε ατονήσει επί 22 έτη, παρέθεσε στο Προεδρικό Μέγαρο γεύμα προς τιμήν των μελών της Δ. Ι. Συνόδου.

Ο λόγος που δημοσιεύουμε στις δύο μεσαίες σελίδες της “Παρέμβασης” εκφωνήθηκε από τον Σεβ. Ποιμενάρχη μας κ. Ιερόθεο, με εντολή της Αγίας και Ιεράς Συνόδου κατά την πανηγυρική Συνοδική θεία Λειτουργία.

***

Παρατηρούμε σήμερα ότι πολλοί άνθρωποι είναι εύκολοι να αποδεχθούν την Ορθοδοξία, ως το καλύτερο θεολογικό σύστημα, αλλά έχουν πρόβλημα με την Εκκλησία, δεν μπορούν να αποδεχθούν την ορισμένη κοινότητα, και να ενταχθούν μέσα στο οικογενειακό κλίμα της Εκκλησίας. Λένε, δηλαδή, ότι είναι καλή η Ορθοδοξία, όχι όμως η Εκκλησία. Αυτό είναι λάθος και θα μπορούσα να υποστηρίξω μετά βεβαιότητος ότι αυτό συνιστά έναν ιδιότυπο εκκλησιολογικό μονοφυσιτισμό και νεστοριανισμό.

Τελευταία, με διάφορες θεωρίες που αναπτύσσονται στον δυτικό κόσμο, μέσα σε Ινστιτούτα Στρατηγικών Μελετών, παρατηρείται μια προσπάθεια να περιχαρακωθή ο δυτικός - Ευρωπαϊκός Πολιτισμός, με την αποξένωση του λεγομένου Ορθοδόξου Πολιτισμού. Πιστεύω ότι αυτό γίνεται από ανασφάλεια, επειδή οι δυτικοί αισθάνονται πολύ καλά την δυναμικότητα της Ορθοδόξου Παραδόσεως.

***

Μακαριώτατε,

Εξοχώτατε Κύριε Πρόεδρε της Δημοκρατίας,

Σεβασμιώτατοι,

Αγαπητοί αδελφοί,

Η πανηγυρική Συνοδική θεία Λειτουργία κατά την σημερινή ημέρα, κατά την οποία συμμετέχει Κλήρος και λαός, με τον άρχοντα του τόπου, υπενθυμίζει το μεγαλείο και την δόξα της ορθοδόξου πίστεώς μας και την επικαιρότητα της ελληνορθοδόξου παραδόσεως.

Είναι σημαντικό ότι “οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι άγιοι Πατέρες” καθόρισαν να συνδέεται η εορτή της Ορθοδοξίας με την αναστήλωση των ιερών εικόνων και την ήττα των εικονοκλαστών, γιατί η εικόνα στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποκαλύπτει την στενή σχέση μεταξύ κτιστής και ακτίστου φύσεως, καί, μάλιστα, φανερώνει την αλήθεια ότι το άκτιστο χαριτώνει και μεταμορφώνει το κτιστό.

Στην όλη συζήτηση που έγινε για το θέμα αυτό κυρίαρχη θέση κατείχε το πρόσωπο του Χριστού, στο οποίο ενώθηκε η θεία με την ανθρώπινη φύση ατρέπτως, ασυγχύτως, αχωρίστως, αδιαιρέτως, αναλλοιώτως. Επειδή ο Χριστός με την ενανθρώπησή Του ανέλαβε την ανθρώπινη φύση και την θέωσε, γι’ αυτό και είναι δυνατόν να αγιογραφούμε το Πρόσωπο του Χριστού και τα πρόσωπα των αγίων. Αυτό φανερώνει περίτρανα ότι ο άνθρωπος είναι η περίληψη όλης της δημιουργίας, αλλά ο Χριστός είναι το κέντρο και η αναφορά όλου του κόσμου.

Με την ευκαιρία της σημερινής πανηγυρικής και εορταστικής σύναξης, έχοντας την εντολή της Αγίας και Ιεράς Συνόδου, θα ήθελα να υπογραμμίσω, μέσα στα στενά χρονικά πλαίσια της ομιλίας αυτής, μερικά κεντρικά σημεία, που δείχνουν την αξία και την δυναμικότητα της ελληνορθοδόξου παραδόσεως, στην σημερινή εποχή.

1. Τα αίτια της εικονομαχίας

Πρέπει στην αρχή να αναφερθούμε για λίγο στα αίτια τα οποία προκάλεσαν την εικονομαχική έριδα η οποία ταλαιπώρησε για 120 χρόνια περίπου, με διαλείμματα, την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, αυτήν την οποία οι δυτικοί ιστορικοί, από τα μέσα του 16ου αιώνα, μας έμαθαν να χαρακτηρίζουμε Βυζαντινή. Υπάρχουν πολλά αίτια, αλλά τα κυριότερα είναι τα εξής:

Πρώτον, ένας ιδιότυπος συντηρητισμός μερικών Χριστιανών, οι οποίοι δεν χρησιμοποιούσαν τις ιερές εικόνες από φόβο μήπως περιπέσουν στην ειδωλολατρεία. Και είναι μεν αλήθεια ότι στην αρχαία Εκκλησία δεν χρησιμοποιούσαν εικόνες, αλλά σχήματα, όμως όταν ανδρώθηκε η Εκκλησία και δεν υπήρχε περίπτωση να περιπέσουν οι Χριστιανοί στην ειδωλολατρεία, με την χρήση των ιερών εικόνων, τότε μπορούσαν να περάσουν τα θεολογικά μηνύματα μέσα από την απεικόνιση των αγιασμένων μορφών. Υπάρχει, πράγματι, διαφορά μεταξύ συντηρήσεως και παραδόσεως. Η συντήρηση επαναλαμβάνει μηχανικά τις μορφές του παρελθόντος, πράγμα το οποίο δημιουργεί τεράστια προβλήματα, ενώ η παράδοση μεταφέρει την ζωή του παρελθόντος μέσα στα νέα σχήματα και τις νέες μορφές.

Δεύτερον αίτιο ήταν η παρουσία πολλών αιρετικών απόψεων που υπήρχαν στην Ανατολή, μεταξύ των οποίων κυρία θέση κατείχε ο δοκητισμός και ο μονοφυσιτισμός. Ο μεν δοκητισμός επρέσβευε ότι ο Χριστός προσέλαβε την ανθρώπινη φύση κατά δόκησιν, ο δε μονοφυσιτισμός υποστήριζε ότι η ανθρώπινη φύση απορροφήθηκε από την θεία φύση. Και οι δυο αυτές αιρέσεις παραθεωρούσαν το κτιστό, προς χάρη του ακτίστου, υποτιμούσαν το ανθρώπινο σώμα. Αυτό είχε τρομερές ανθρωπολογικές συνέπειες και κατ’ επέκταση κοσμολογικές και σωτηριολογικές. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι αυτοκράτορες που υποστήριζαν τους εικονομάχους, προέρχονταν από την Ανατολή, όπου κυριαρχούσαν τέτοιες αιρετικές αποκλίσεις, όπως ο Λέων Γ' ο Ίσαυρος από την Συρία και ο Λέων Ε' από την Αρμενία.

Τρίτον αίτιο ήταν ο ορθολογισμός και το διάχυτο μεταρρυθμιστικό πνεύμα. Όταν μελετήση κανείς την όλη εικονοκλαστική κίνηση θα διαπιστώση ότι διακρινόταν από άγνοια των βασικών στοιχείων της Ορθοδόξου Παραδόσεως, δεν στηριζόταν καθόλου σε θεολογικά στηρίγματα και δεν είχε θεολογικά κριτήρια, αλλά επικρατούσε ένας στοχασμός, ένας ορθολογισμός, εν ονόματι μιας καθαράς θρησκείας. Πρόκειται για τον ίδιο πειρασμό που βλέπουμε αργότερα στην Δύση με την κίνηση των Προτεσταντών που στρέφονταν εναντίον και των ιερών εικόνων. Καί, βέβαια, δεν είμαστε εναντίον του ορθού λόγου, αλλά εναντίον του ορθολογισμού, όταν ο λόγος καθίσταται κριτής όλων των γνωστικών δυνάμεων, οπότε η γνώση περιορίζεται στην λειτουργία του λογικού και ενεργεί σε βάρος όλης της ύπαρξης.

Τέταρτον, υπήρχαν και πολιτικά αίτια τα οποία προκάλεσαν αυτήν την μεγάλη έκρηξη. Αυτό φαίνεται καθαρά στην περίπτωση του Λέοντος Γ' Ισαύρου, ο οποίος, και λόγω καταγωγής, με την κίνηση αυτή απέβλεπε, αφ’ ενός μεν στο να άρη ένα εμπόδιο για την προσέγγιση των Χριστιανών με τους Ιουδαίους και Μωαμεθανούς, αφ’ ετέρου δε να σπάση την επιρροή της Εκκλησίας πάνω στον λαό και να αποκτήση αυτός κύρος και μεγάλη επιρροή1. Και τα δυο αυτά κίνητρα του Λέοντος Γ’ Ισαύρου δείχνουν επιπολαιότητα και άγνοια της δυναμικότητος της Ορθοδόξου Παραδόσεως.

Μέσα στα πλαίσια αυτά πρέπει να δούμε και την θεωρία του μεγάλου Σέρβου Βυζαντινολόγου Γεωργίου OSTROGORSKY, την οποία ασπάζονται πολλοί νεώτεροι επιστήμονες (Διονύσιος Ζακυνθηνός, Κάλλιστος WARE, PHILIPPE WOLF), σύμφωνα με την οποία η εικομαχία στην πραγματικότητα ήταν σύγκρουση μεταξύ του ελληνικού και του ανατολικού κόσμου. Στην Ανατολή επικρατούσαν οι ανεικονικές αντιλήψεις, όπως τις καλλιεργούσαν οι Ιουδαίοι, οι Άραβες, οι αιρετικοί Παυλικιανοί και Μονοφυσίτες, και, βεβαίως, οι εικονομάχοι αυτοκράτορες, που προέρχονταν από την Ανατολή, και επεδίωκαν να τις εισαγάγουν στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Αντίθετα, οι Έλληνες Χριστιανοί της Ελλάδος και της Ιταλίας δεν είχαν προβλήματα με την απεικόνιση του Χριστού και των αγίων. Έτσι, λοιπόν, η νίκη των εικονοφίλων ήταν νίκη της Ορθοδοξίας εναντίον της αιρέσεως, αλλά και του ελληνισμού εναντίον της προσπάθειας των Ασιατών να εισβάλλουν στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία2.

2. Σύνδεση της Ορθοδοξίας με την Εκκλησία

Είναι ανάγκη, όμως, να σημειωθή ότι όταν ομιλούμε για Ορθοδοξία και για την νίκη και τον θρίαμβό της, και όταν κάνουμε λόγο για εορτή της Ορθοδοξίας δεν πρέπει να το εννοούμε ιδεολογικά. Η Ορθοδοξία δεν είναι ένα θεωρητικό σύστημα αληθειών, δεν είναι μια ιδεολογία, η οποία πρέπει να αντιπαρατεθή προς τις άλλες υπάρχουσες ιδεολογίες. Είναι γνωστόν ότι η ιδεολογία σχετίζεται με την λογικοκρατία, την ιδεοληψία, τον φανατισμό και τον ολοκληρωτισμό. Όλα αυτά δεν συνδέονται με την Ορθοδοξία, γιατί, όταν αναφερόμαστε σε αυτήν, δεν κάνουμε απλώς λόγο για Ορθοδοξία, αλλά για Ορθόδοξη Εκκλησία. Και αυτό έχει βαθειά σημασία, δεν είναι δηλαδή ένα σχήμα λόγου.

Σήμερα υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που αναφέρονται στην αξία της Ορθοδοξίας, αλλά αγνοούν τί είναι η Εκκλησία.

Η Ορθοδοξία είναι η ορθή δόξα, δηλαδή η αληθινή πίστη της Εκκλησίας. Και, φυσικά, όταν κάνουμε λόγο για Εκκλησία εννοούμε το Θεανθρώπινο Σώμα του Χριστού, την Εκκλησία των Προφητών, Αποστόλων, Πατέρων, Μαρτύρων, Οσίων, Οικουμενικών Συνόδων, μια κοινωνία και κοινότητα, στην οποία ανήκουν οι βεβαπτισμένοι και οι βεβαιόπιστοι. Δεν μπορούμε να απομονώνουμε την πίστη - αλήθεια από την Εκκλησία - κοινότητα. Μια τέτοια Ορθοδοξία είναι αναιμική, ανεδαφική καί, θα έλεγα, επικίνδυνη.

Παρατηρούμε σήμερα ότι πολλοί άνθρωποι είναι εύκολοι να αποδεχθούν την Ορθοδοξία, ως το καλύτερο θεολογικό σύστημα, αλλά έχουν πρόβλημα με την Εκκλησία, δεν μπορούν να αποδεχθούν την ορισμένη κοινότητα, και να ενταχθούν μέσα στο οικογενειακό κλίμα της Εκκλησίας. Λένε, δηλαδή, ότι είναι καλή η Ορθοδοξία, όχι όμως η Εκκλησία. Αυτό είναι λάθος και θα μπορούσα να υποστηρίξω μετά βεβαιότητος ότι αυτό συνιστά έναν ιδιότυπο εκκλησιολογικό μονοφυσιτισμό και νεστοριανισμό. Όπως, επίσης, δεν μπορούμε να δεχθούμε την λατρεία της Εκκλησίας αποκόπτοντάς την από την διοίκησή της και το όλο ιεραρχικό της πολίτευμα. Γιατί, αν η Ορθοδοξία είναι η αληθινή δόξα (πίστη) της Εκκλησίας, η θεία Ευχαριστία και γενικά η λατρεία είναι η αληθινή πράξη της Εκκλησίας.

Στην διδασκαλία των αγίων Πατέρων φαίνεται η αλήθεια ότι η Εκκλησία είναι πνευματικό θεραπευτήριο, νοσοκομείο, μέσα στο οποίο θεραπεύονται οι άνθρωποι. Και όταν ακόμη παρατηρούνται λάθη και σφάλματα μέσα στην Εκκλησία και τότε εκφράζεται η αποστολή και το έργο της, που είναι να θεραπεύη τους τραυματισμένους ανθρώπους. Η ερώτηση πολλών ανθρώπων “τί κάνει η Εκκλησία” σε διάφορα συγκεκριμένα προβλήματα δείχνει την αδυναμία να αντιληφθούν το έργο και τον σκοπό της. Η Εκκλησία δεν υπάρχει για να παρακολουθή τον κόσμο και να απαντά ορθολογιστικά σε διάφορα ζητήματα και προβλήματα, που αναφύονται, δεν υπάρχει για να εργάζεται απλώς κοινωνικά, αλλά για να θεραπεύη την προσωπικότητα του ανθρώπου. Όπως, επίσης, η προσπάθεια να βλέπουμε μερικά προβλήματα μέσα στον χώρο της Εκκλησίας και να τα γενικεύουμε, καταλήγοντας σε εσφαλμένα συμπεράσματα, φανερώνει αναζήτηση της τελειομανίας, η οποία είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα νεύρωσης, καθώς επίσης και ύπαρξης ενός πουριτανισμού.

Επομένως, το να βλέπουμε μόνο την αξία της Ορθοδοξίας και να μη δεχόμαστε τους κανονικούς κληρικούς της, και να μη συμμετέχουμε στην λατρεία της, ή ακόμη, το φοβερότερο, να γενικεύουμε μερικά μεμονωμένα περιστατικά, αυτό συνιστά υποκρισία.

3. Ορθόδοξη Εκκλησία και Ελληνισμός

Προηγουμένως έγινε μια μικρή αναφορά στο ότι η εικονομαχική έριδα ήταν μια σύγκρουση μεταξύ του ανεικονίστου στοιχείου του μουσουλμανισμού και ιουδαϊσμού, και του εξεικονισμένου τρόπου εκφράσεως του ελληνισμού και ότι επεκράτησε η δεύτερη παράδοση. Αυτό πρέπει να ενταχθή μέσα στα πλαίσια της συνάντησης μεταξύ ελληνισμού και Αποκαλύψεως. Η Αποκάλυψη χρησιμοποίησε τις κατηγορίες σκέψεως του ελληνισμού για να εκφρασθή, χωρίς όμως να αλλοιωθή. Έτσι, μπορούμε να πούμε ανενδοιάστως ότι ο ελληνισμός βαπτίσθηκε μέσα στην Αποκάλυψη, αφού προηγουμένως απέβαλε τα περιττά και άχρηστα στοιχεία. Οι Πατέρες της Εκκλησίας απάντησαν στα προβλήματα που έθεσαν οι αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι, οι οποίοι ησχολούντο με τα οντολογικά θέματα και όχι με τα χρησιμοθηρικά.

Μεταξύ των προβλημάτων που αντιμετώπισαν οι Πατέρες της Εκκλησίας, απαντώντας στον Ελληνισμό, ήταν και το ανθρωπολογικό πρόβλημα. Είναι χαρακτηριστικό ότι όλος ο αγώνας των εικονοφίλων περιστρεφόταν γύρω από το πρόσωπο του Χριστού και τα πρόσωπα των αγίων, και επιχειρηματολογούσαν για το ότι μπορούμε να τα αγιογραφούμε, ακριβώς επειδή υπάρχει θέωση της ανθρωπίνης φύσεως, στον μεν Χριστό θέωση υποστατική, στους δε αγίους θέωση κατ’ ενέργεια, αφού ο Χριστός ποιεί την θέωση, ενώ ο άνθρωπος πάσχει την θέωση. Από της απόψεως αυτής όλη η θεολογία που αναπτύχθηκε κατά τον 8ο και 9ο αιώνα στο Ανατολικό Τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, μπορεί κανείς να πή, ότι ήταν συνέχεια της θεολογικής σκέψεως του 4ου και 5ου αιώνος, όπως επίσης είχε σχέση με την θεολογία του 14ου αιώνος.

Συγκεκριμένα, τον 4ο και 5ο αιώνα καθορίστηκε τί είναι το κατ’ εικόνα και το καθ’ ομοίωση του ανθρώπου. Όπως το ανέλυσαν οι Καππαδόκες Πατέρες της Εκκλησίας, αλλά και ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, το κατ’ εικόνα είναι τα θεία χαρίσματα που ονομάζονται “όν” και “αεί όν” και έχουν γίνει κατά φύσιν ιδιότητες της ουσίας του ανθρώπου, και το καθ’ ομοίωση είναι η αγαθότητα και η σοφία, τα οποία δεν είναι φυσικά, δεν έχουν, δηλαδή, δοθή στην ουσία, αλλά στην γνωμική επιτηδειότητα του ανθρώπου, στην ενέργεια3. Έτσι, δεν φθάνει το να είναι κανείς κατ’ εικόνα Θεού πλασμένος, αλλά να οδηγήται στο καθ’ ομοίωση για να είναι πράγματι άνθρωπος, εκπληρώνοντας τον σκοπό για τον οποίο έχει δημιουργηθή από τον Θεό.

Τον 14ο αιώνα, εξ άλλου, αναλύθηκε περισσότερο τί είναι η θέωση του ανθρώπου και πώς οδηγείται κανείς προς αυτόν τον ύψιστο σκοπό, όπως εκφράσθηκε στην θεολογία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά περί του ακτίστου φωτός και στην απεικόνιση των αγίων, όπως φαίνεται τόσο στην Κρητική Σχολή του Θεοφάνους, όσο και στην Μακεδονική Σχολή του Πανσελήνου. Δηλαδή, με την ησυχαστική κίνηση, όπως εκφράζεται στον Ορθόδοξο μοναχισμό, η οποία βρίσκεται στον αντίποδα του σχολαστικισμού που παρατηρήθηκε εκείνη την εποχή στην Δύση, ο άνθρωπος ολοκληρώνεται πνευματικά, ανταποκρίνεται στον σκοπό της δημιουργίας του, από το κατ’ εικόνα φθάνει στο καθ’ ομοίωση, από φυσικός άνθρωπος γίνεται ιερή εικόνα, που μπορεί να αγιογραφηθή με φωτοστέφανο.

Επομένως, όλη η θεολογική παραγωγή του 8ου και 9ου αιώνος είναι πολύ σημαντική για τον Χριστιανισμό και την ανθρωπότητα, γιατί ο άνθρωπος των αρχαίων φιλοσόφων, που διακρινόταν για τα φυσικά και δαιμονικά στοιχεία, έγινε θεούμενος, αφού ενώθηκε με τον Θεάνθρωπο Χριστό, και μπορεί να περάση από τους νάρθηκες των Ναών, στον κυρίως Ναό και να φθάση ακόμη μέσα στο Ιερό Βήμα, στα Άγια των Αγίων. Έτσι, όχι μόνο ο ελληνισμός, αλλά ολόκληρος ο ανθρωπισμός απέκτησε νόημα και σκοπό. Στην πραγματικότητα, η όλη θεολογική διεργασία κατά την εποχή της εικονομαχίας δείχνει την απόρριψη από την Ορθόδοξη Εκκλησία της μεταφυσικής, πράγμα το οποίο έγινε πολύ αργότερα στην Δύση, αλλά εκεί με οδυνηρά και αρνητικά αποτελέσματα.

4. Ευρώπη και Ορθόδοξη Εκκλησία

Είναι σημαντικό να λεχθή ότι την εποχή αυτή κατά την οποία, στο ανατολικό τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, γινόταν σοβαρή θεολογική συζήτηση για την αναγκαιότητα της εικονογράφησης του Χριστού και των αγίων, με έντονες ανθρωπολογικές και κοσμολογικές προεκτάσεις, στην Δύση επικρατούσε ένας βαρβαρισμός. Την περίοδο αυτή, δηλαδή από τα μέσα μέχρι το τέλος του 8ου αιώνος, επιχειρήθηκε η θεολογική και πολιτιστική αλλοτρίωση του δυτικού τμήματος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Το 794 μ.Χ., επτά μόλις χρόνια μετά την Ζ' Οικουμενική Σύνοδο (787 μ.Χ.) στην Νίκαια, ο Καρλομάγνος, πατέρας της σύγχρονης Ευρώπης, συνεκάλεσε στην Φραγκφούρτη Σύνοδο, στην οποία απορρίφθηκε η τιμή των ιερών εικόνων ως μη χριστιανική, καθώς επίσης αποδοκιμάστηκε η Ζ' Οικουμενική Σύνοδος ως μη Οικουμενική καί, βέβαια, εισήχθη το FILIOQUE στο Σύμβολο της Πίστεως, με αντίδραση των Ορθοδόξων Παπών, οι οποίοι δεν δέχονταν όλες αυτές τις ανορθόδοξες και αντιρωμαίϊκες απόψεις4. Με τέτοιες ενέργειες όχι μόνο ανατράπηκαν οι αποφάσεις της Ζ' Οικουμενικής Συνόδου, αλλά έγινε αρχή για να φθάση η Δύση στην ουσιοκρατία σε βάρος του προσώπου, πράγμα το οποίο είχε οδυνηρές συνέπειες για όλο τον δυτικό πολιτισμό.

Πέρα από αυτό, ενώ στην Ανατολή γίνονταν σημαντικές θεολογικές συζητήσεις, που καταξίωναν το πρόσωπο του ανθρώπου, στην Δύση επικρατούσε μια βαρβαρότητα, όπως σημειώνουν όλοι οι ιστορικοί, αφού γίνεται λόγος για “σκοτεινούς χρόνους”. Ακριβώς αυτήν την περίοδο εξαφανίζεται η ελληνική Παιδεία και τα έργα των μεγάλων φιλοσόφων και ποιητών, ο Αριστοτέλης παραμένει άγνωστος μέχρι σχεδόν τον 13ο αιώνα και γενικά παρατηρείται μια οπισθοδρόμηση της Ευρώπης. Έτσι, οι κατακτητές του δυτικού τμήματος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας εξαφάνισαν τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό, και απομακρύνθηκαν από την Ορθόδοξη πίστη καί, βέβαια, οικειοποιήθηκαν την Ευρώπη5, αφού αναπτύχθηκε ένας ιδιαίτερος πολιτισμός, ο λεγόμενος δυτικός ή Ευρωπαϊκός πολιτισμός.

Τελευταία, με διάφορες θεωρίες που αναπτύσσονται στον δυτικό κόσμο, μέσα σε Ινστιτούτα Στρατηγικών Μελετών, παρατηρείται μια προσπάθεια να περιχαρακωθή ο δυτικός - Ευρωπαϊκός Πολιτισμός, με την αποξένωση του λεγομένου Ορθοδόξου Πολιτισμού. Πιστεύω ότι αυτό γίνεται από ανασφάλεια, επειδή οι δυτικοί αισθάνονται πολύ καλά την δυναμικότητα της Ορθοδόξου Παραδόσεως. Πράγματι, ο δυτικός πολιτισμός στηρίχθηκε σε σαθρά θεμέλια, περιστρέφεται γύρω από τον ορθολογισμό και αφήνει άλυτα τα υπαρξιακά προβλήματα του ανθρώπου. Αντίθετα, η Ορθόδοξη Παράδοση, γνήσιος κληρονόμος της ελληνικής παράδοσης, την οποία καθάρισε από εφθαρμένα στοιχεία και της έδωσε μεγαλύτερη αίγλη, δίνει νόημα ζωής στον άνθρωπο και προκαλεί, μέρα με την μέρα, την προσοχή και το ενδιαφέρον των δυτικών ανθρώπων. Μπορούμε να εξηγήσουμε την επιθετικότητα μερικών εναντίον της Ορθοδόξου Παραδόσεως, ασφαλώς επειδή αυτή μόνον είναι η ζύμη που μπορεί να μεταμορφώση το φύραμα, είναι ο τρόπος ζωής που επικρατούσε στην Ευρώπη μέχρι την εποχή που την κατέλαβαν οι Φράγκοι.

Μακαριώτατε,

Εξοχώτατε Κύριε Πρόεδρε της Δημοκρατίας,

Σεβασμιώτατοι,

αγαπητοί αδελφοί,

Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι μια παρωχημένη κατάσταση, δεν είναι μια θρησκεία που ενδιαφέρεται απλώς για τα θρησκευτικά συναισθήματα του ανθρώπου, ούτε μια απνευμάτιστη και κοινωνική οργάνωση, ούτε ακόμη ένας πολιτισμός με μια ανθρωποκεντρική υποδομή, αλλά Εκκλησία που είναι το Σώμα του Χριστού, η οποία έχει μεγάλο έργο να επιτελέση στην αρχόμενη (τρίτη) χιλιετία, όχι μόνο στην Ανατολή, αλλά και στην Δύση. Είναι γνωστό ότι η προηγούμενη (δεύτερη) χιλιετία άρχισε με την ολοκλήρωση της κατάκτησης, πολιτικά και θρησκευτικά, της Δύσεως από τους Φράγκους, που οδήγησε τους κατοίκους της Ευρώπης σε πολλές απογοητεύσεις και στην ανάπτυξη πολλών ανθρωποκεντρικών κινημάτων. Μετά την απογοήτευση οι δυτικοί άνθρωποι αναζητούν κάτι νέο που θα τους αναπαύση, που δεν είναι τίποτε άλλο από την ελληνορθόδοξη παράδοση.

Πρέπει, όμως, και εμείς να την γνωρίσουμε στο βάθος της και τότε θα εκπλαγούμε πραγματικά. Πρέπει να το αντιληφθούμε? Ορθοδοξία δεν είναι μερικοί εμπαθείς ρασοφόροι, ούτε μερικοί δημοσιογράφοι που “εκμεταλλεύονται” κάποια απομονωμένα περιστατικά, αλλά μια ολόκληρη ζωή. Πρέπει να γνωρίσουμε την Ορθόδοξη Εκκλησία, όπως εκφράζεται στην ζωή και τα έργα των αγίων, και με αυτό το μεγάλο όπλο να διαδραματήσουμε δυναμικό ρόλο στην σύγχρονη Ευρώπη, που δεν είναι ξένη, αλλά γνώριμη περιοχή σε μάς. Η Ορθοδοξία, όχι ως ιδεολογία και πολιτισμός, αλλά ως φωνή της Εκκλησίας, φωνή της εκκλησιαστικής κοινότητος (ενοριακής και μοναχικής), είναι η δόξα μας, η δύναμή μας και το μέλλον της ανθρωπότητος, που μπορεί να αντιμετωπίση κάθε εικονοκλαστική κίνηση, η οποία στρέφεται εναντίον του ανθρωπίνου προσώπου, που είναι κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού.

  • Προβολές: 1183

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance