Βιβλιοπαρουσίαση: «Ο θάνατος της Αυτοκρατορίας»

Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

«Ο θάνατος της Αυτοκρατορίας»Την Δευτέρα 14 Απριλίου, στην Αίθουσα των Εκδόσεων «Αρμός» στην Αθήνα, ο Σεβ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ιερόθεος και ο συγγραφέας Παναγιώτης Σωτήρχος παρουσίασαν το βιβλίο του αειμνήστου Κώστα Σαρδελή με τίτλο «Ο θάνατος της Αυτοκρατορίας», που αναφέρεται στην Ρωμανία-Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Δημοσιεύουμε στην συνέχεια την ομιλία του Σεβασμιωτάτου.

*

Παρά τον μεγάλο φόρτο εργασίας, τελικά δέχθηκα να έλθω εδώ σήμερα και να παρουσιάσω εν ολίγοις το βιβλίο του αειμνήστου Κώστα Σαρδελή με τίτλο «Ο θάνατος της Αυτοκρατορίας» και υπότιτλο «Η τραγωδία της σκλαβωμένης Ρωμηοσύνης».

Η υπερπροσπάθεια την οποία έκανα για να έλθω κοντά σας προκλήθηκε από τρεις παράγοντες: τον συγγραφέα, που τον γνώριζα και εκτιμούσα τον χαρακτήρα του και την παράδοση που τον ενέπνεε, το θέμα που είναι πάρα πολύ ενδιαφέρον και με αγγίζει προσωπικά, αλλά και τις εκδόσεις «Αρμός» για την προσφορά τους στην Εκκλησία, την παράδοσή της, τα γράμματα και την κοινωνία.

Τα όσα θα παρουσιάσω είναι πενιχρά σε σχέση με το θέμα που αναλύεται στο βιβλίο, που παρουσιάζεται σήμερα.

1. Ο συγγραφεύς του βιβλίου

Νομίζω ότι στην αρχή πρέπει να λεχθούν μερικά για τον αείμνηστο Κώστα Σαρδελή.

Πριν πολλά χρόνια τον είδα για πρώτη φορά σε ένα ντοκυμαντέρ να μιλά για τον άγιο Κοσμά τον Αιτωλό και μου έκανε μεγάλη εντύπωση ο τρόπος με τον οποίο εκφραζόταν. Στην συνέχεια διάβασα μερικά κείμενά του που διακρίνονται για την ρωμαίϊκη παράδοση και την μαχητικότητα. Τέλος τον γνώρισα και προσωπικά και μάλιστα ήμασταν εισηγητές σε ένα Ρουμελιώτικο Συνέδριο.

«Ο θάνατος της Αυτοκρατορίας»Ο Κώστας Σαρδελής ήταν γνήσιος Ρουμελιώτης και ως προς την παράδοση, την οποία μετέφερε στα βιβλία του, και ως προς την ευαισθησία που τον διέκρινε, αλλά και ως προς την ντομπροσύνη και μαχητικότητά του. Απόφοιτος της Παντείου ασχολήθηκε με την δημοσιογραφία κάτω από την καθοδήγηση του Σπύρου Μελά. Καλλιέργησε την λογοτεχνία, ήταν μέλος λογοτεχνικών Σωματείων και βραβεύθηκε από την Ακαδημία Αθηνών στην πεζογραφία. Παράλληλα έλαβε δύο κρατικά βραβεία λογοτεχνίας και τιμητικό δίπλωμα μαζί με χρηματική χορηγία από το Υπουργείο Πολιτισμού.

Αυτά τα ιδιαίτερα γνωρίσματά του φαίνονται έκδηλα στα βιβλία του, τα οποία διακρίνονται από την ιστορική ενημέρωση, αλλά και από τον λογοτεχνικό τρόπο διατύπωσης των σκέψεών του. Είναι βιβλία για τον άγιο Κοσμά τον Αιτωλό, για τον Μάξιμο τον Γραικό –στην ουσία Βατοπαιδινό– για τον Κύριλλο και Μεθόδιο, τους Φωτιστές των Σλαύων, για τον Θεοφάνη τον Έλληνα στην Ρωσία, για την Ρωμηοσύνη και την παράδοσή της, για τον Κόντογλου κλπ.

Ο Κώστας Σαρδελής ήταν ένας μαχητής της δημοσιογραφίας, της λογοτεχνίας και της ρωμαίϊκης παράδοσης, η οποία διακρίνεται σαφέστατα από την δυτική και ανατολική παράδοση, γιατί έχουν διαφορετική θεολογία, ανθρωπολογία και κοινωνιολογία.

2. Το περιεχόμενο του βιβλίου

Θεωρώ ότι το βιβλίο το οποίο παρουσιάζουμε σήμερα, το οποίο κατά τον συγγραφέα «απευθύνεται στο ευρύτερο φιλομαθές αναγνωστικό κοινό», αποτελεί καρπό ώριμης συγγραφικής παραγωγής που διακρίνεται από τα γνωρίσματα που ανέφερα πιο πάνω. Πρόκειται για απαύγασμα της όλης ερευνητικής εργασίας του, αλλά ταυτόχρονα και της αγάπης του για το αντικείμενο με το οποίο ασχολείται. Αν αυτό το συμπέρασμά μου οφείλεται στην πρόσφατη ανάγνωση του νέου αυτού βιβλίου, ας το εκτιμήσετε εσείς. Πάντως πρόκειται για βιβλίο που περιέχει πλούσιο ιστορικό υλικό, το οποίο ο συγγραφέας του αξιολογεί κατάλληλα. Απαιτείται μελέτη από την οποία θα αποκομίση κανείς πολλά.

Το βιβλίο διαρθρώνεται σε δέκα κεφάλαια, μέσα στα οποία πάλλεται και σκιρτά κυριολεκτικά το «πνεύμα» του συγγραφέα και ζωντανεύεται όλη η παράδοση της Χριστιανικής Ρωμανίας. Ο όρος Ρωμανία χρησιμοποιείται ακόμη από τον 4ο αιώνα, όπως φαίνεται στα έργα του Μ. Αθανασίου. Στην επιστολή του «Προς τους απανταχού μοναχούς περί των γεγενημένων παρά των Αρειανών επί Κωνσταντίου» γράφει: «…και ουχ ότι αποστολικός εστι θρόνος ηδέσθησαν, ουδ' ότι η μητρόπολις η Ρώμη της Ρωμανίας εστίν ηυλαβήθησαν».

Το πρώτο κεφάλαιο αναφέρεται στον ρόλο των Φράγκων με την κατάκτηση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Σταυροφόρους την 12η Απριλίου 1204, που οδήγησε στην κατάκτηση της Ρωμανίας από τους Οθωμανούς. Οι Φράγκοι πέραν του ότι αποδυνάμωσαν την Χριστιανική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και άνοιξαν την πόρτα στους Οθωμανούς, συγχρόνως μόλυναν την Ανατολή με την κοινωνικο-οικονομική νόσο στην ιστορία της ανθρωπότητος που είναι ο φεουδαλισμός και η φεουδαρχία.

Το δεύτερο κεφάλαιο παρουσιάζει την πρώτη περίοδο μετά την Άλωση της Πόλης και της Αυτοκρατορίας στους Οθωμανούς. Γίνεται λόγος για τα λεγόμενα προνόμια, για την δύναμη των Εβραίων στους ισχυρούς του Κράτους, και στην διαχείριση των ιδιωτικών υποθέσεων των υπουργών του Σουλτάνου, στην δράση των λογίων στην Δύση και στην βοήθεια που προσέφεραν στο υπόδουλο Γένος οι λεγόμενοι ανθενωτικοί.

Το τρίτο κεφάλαιο αναπτύσσει την μεγάλη αξία του πολιτιστικού πλούτου της Ρωμηοσύνης, που αντιπαραβάλλεται στην βαρβαρότητα των δύο τυράννων, των Βενετών και Οθωμανών. Ο Ρωμηός με τον ανώτερο πολιτισμό του παρέμεινε αδούλωτος και ελεύθερος. Ο ιδιαίτερος αυτός πολιτισμός είναι μια αστείρευτη πηγή, που εμψυχώνει και στηρίζει το Γένος. Αυτό εκφραζόταν με την εικονογραφία, με την λαϊκή αρχιτεκτονική, την τέχνη, την ανατροφή, την νοοτροπία, τις εκδηλώσεις στην καθημερινή ζωή.

Το τέταρτο κεφάλαιο, που είναι πολύ σημαντικό, προσδιορίζει την μεγάλη προσφορά της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας κατά την διάρκεια της αιχμαλωσίας στους Οθωμανούς. Γίνεται αναφορά στο έργο της Εκκλησίας που κράτησε τον λαό στο «πνεύμα» της Ρωμηοσύνης. Επίσης γίνεται ευρύτατος λόγος για τους Νεομάρτυρες, τους Οικουμενικούς Πατριάρχες, Αρχιεπισκόπους, Μητροπολίτες, Επισκόπους, που μαρτύρησαν η ταλαιπωρήθηκαν ποικιλοτρόπως από τους Οθωμανούς. Το «Νέον Μαρτυρολόγιον» του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου «είναι το πιο αντιστασιακό βιβλίο της Τουρκοκρατίας». Ακόμη, είναι ανεκτίμητη η προσφορά των Φιλοκαλικών Πατέρων, των λεγομένων «κολλυβάδων». Η Εκκλησία αντιμετώπισε με σοφία και θυσιαστικό ήθος τους δύο μεγάλους κινδύνους για τον αφανισμό του Γένους, που ήταν οι εξισλαμισμοί και το Παιδομάζωμα.

Το πέμπτο κεφάλαιο παρουσιάζει την στάση της καθ' ημάς Ανατολής και του Οικουμενικού Πατριαρχείου έναντι της Γαλλικής Επανάστασης, επειδή αυτή η στάση έχει παρεξηγηθή. Έτσι, προσδιορίζεται η σχέση της Γαλλικής Επανάστασης με τον Διαφωτισμό και τις αθεϊστικές ιδέες που προκάλεσαν την Εκκλησία, καθώς επίσης η σχέση της Γαλλικής Επανάστασης με την νέα μορφή φεουδαρχίας, την αρχή των εθνοτήτων, τον εθνοφυλετισμό και τους μετέπειτα πολέμους. Αυτά έκαναν την Εκκλησία να προβληματισθή. Επίσης, στο κεφάλαιο αυτό εκτίθεται η διαφοροποίηση των σχεδίων της Ρωσικής πολιτικής έναντι της «πονεμένης Ρωμηοσύνης», το πως δηλαδή από τα σχέδια της Μεγάλης Αικατερίνης, που ονειρευόταν «την διάλυσιν του οθωμανικού Κράτους και την ανίδρυσιν της αρχαίας Γραικικής μοναρχίας, υπό τον όρον ίνα καταλάβη τον ανεγερθησόμενον θρόνον ο νεώτερος των εγγόνων της μέγας δουξ Κωνσταντίνος», η Ρωσική πολιτική πέρασε στον διαμελισμό των Βαλκανίων σε εθνικά κράτη, όπως το πρότεινε ο διπλωμάτης Σεργκέϊ Ιβάνοβιτς Τουργκένιεφ. Έτσι, το Οικουμενικό Πατριαρχείο προσπάθησε να προφυλαχθή και από την Δύση και από την Ρωσική Αυτοκρατορία, παράλληλα με τον αγώνα που έκανε για την διαφύλαξη του Γένους από τις πιέσεις των Οθωμανών κατακτητών.

Στο έκτο κεφάλαιο γίνεται αναφορά τους Φαναριώτες, που αποτελούσαν την αριστοκρατία του Γένους. Περιγράφεται ότι ξεκίνησαν από διερμηνείς δυτικών πρεσβειών, είχαν κέντρο το Πατριαρχείο, έγιναν διερμηνείς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ανέλαβαν την διοίκηση των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών ως Βοεβόδες. Ο συγγραφεύς εκθέτει αφ' ενός μεν τις κατηγορίες που εκτοξεύθηκαν εναντίον τους, αφ' ετέρου δε την υπεράσπιση του έργου τους και τελικά φαίνεται η σημαντική δράση τους, αφού οι Φαναριώτες παρά τα λάθη τους, εισέδυσαν στην οθωμανική εξουσία και αντικατέστησαν τους Εβραίους, τους αρνησιχρίστους, τους εξωμότες Λατίνους, σε αυτό το έργο, καλλιέργησαν τα γράμματα και την ιδέα της Ρωμηοσύνης, μερικοί από αυτούς, είκοσι (20) τον αριθμό, υπήρξαν θύματα της τουρκικής θηριωδίας. Η προσφορά τους ήταν σημαντική κατά την διάρκεια της δουλείας.

Το έβδομο κεφάλαιο αναλύει το γεγονός της παιδείας του Γένους κατά την διάρκεια της δουλείας. Γίνεται πλήρης αναφορά στα Σχολεία και τις Σχολές που λειτουργούσαν σε πολλά μέρη του υποδούλου Γένους, στους δασκάλους, τις εκδόσεις βιβλίων, τις βιβλιοθήκες και φυσικά πολύς λόγος γίνεται για το Κρυφό Σχολιό, ακόμη και για τα Ελληνικά Σχολεία του Εξωτερικού. Και όλη αυτή η προσφορά Παιδείας στο υπόδουλο Γένος έγινε με την βοήθεια, την άμεση και έμμεση συμπαράσταση της Εκκλησίας.

Το όγδοο κεφάλαιο παρουσιάζει την συμβολή των Κοινοτήτων στην σωτηρία του Γένους κατά την Τουρκοκρατία, αφού οι Κοινότητες λειτούργησαν μεταξύ του κατακτητή και των σκλάβων Ρωμηών. Πρόκειται για τους λεγομένους Γέροντες, Δημογέροντες, Άρχοντες, Προεστούς και Επιτρόπους. Εγράφησαν πολλά θετικά και αρνητικά γι' αυτό το θέμα. Παρά τα αναπόφευκτα λάθη, οι κοινότητες (χωριό, επαρχία, νομός) έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην διατήρηση της αυτοσυνειδησίας του Γένους, διότι λειτουργούσαν, όπως λέγει ο Διονύσιος Ζακυνθηνός, ως «ένα οργανωμένο παρακράτος, που κάτω από την ξενική κατάκτηση διαμορφώνει ένα ζωντανό γραφτό η άγραφο λαϊκό δίκαιο, πλουραλιστικού χαρακτήρα, και βρίσκεται κάτω από ενιαία θρησκευτική ηγεσία, αυτή του Οικουμενικού Πατριάρχη». Πρέπει να υπογραμμισθούν ιδιαιτέρως αφ' ενός μεν η κοινωνική πολιτική και αλληλεγγύη της κοινότητας στα μέλη της, αφ' ετέρου δε τα αυστηρά μέτρα που έλαβαν ως Προεστοί σε αυτούς που δεν πειθαρχούσαν.

Το ένατο κεφάλαιο αναλύει την ένοπλη δύναμη του Γένους, δηλαδή τους Sradioti, όρος που προέρχεται από την λέξη στρατιώτης που συνηθιζόταν τα βυζαντινά χρόνια, και τους Κλεφταρματωλούς. Γίνεται μια διεξοδική ανάλυση για το ότι οι Sradioti μετά την Άλωση ήταν οι μισθοφόροι της Δημοκρατίας του Αγίου Μάρκου, ως σώματα στρατιωτικά, αποτελούνταν από Έλληνες και Αρβανίτες και πρωταγωνιστούσαν στους πολέμους μεταξύ Βενετίας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας• είναι αναβίωση των Ακριτών του Βυζαντίου και σε αυτούς οφείλονται όλες οι νίκες των Βενετών εναντίον των Οθωμανών. Συγκινητική είναι η δράση του Sradioti Κροκόδειλου Κλαδά. Οι Sradioti πολεμούσαν με σημαία που είχε τον δικέφαλο αετό. Επίσης, γίνεται μια ιστορική αναδρομή στην εμφάνιση και εξέλιξη των Κλεφτών και Αρματωλών, για το πως οι Γραικοί Κλέφτες γίνονταν Αρματωλοί για να αντιμετωπίσουν τους Αρβανίτες Κλέφτες, και πως οι Αρματωλοί του 18ου αιώνα απέκτησαν εθνική συνείδηση της αποστολής τους. Ο συγγραφεύς παραθέτει τον σημαντικό λόγο του Κολοκοτρώνη: «Ο βασιλεύς μας (Κωνσταντίνος Παλαιολόγος) εσκοτώθη, καμμία συνθήκη δεν έκαμε, η φρουρά του είχε παντοτεινό πόλεμο με τους Τούρκους και τα δύο φρούρια ήταν πάντοτε ανυπότακτα… Η φρουρά του βασιλέως μας είναι οι λεγόμενοι Κλέφται, τα φρούρια η Μάνη και το Σούλι και τα βουνά». Τα κλέφτικα τραγούδια δεν αναφέρονταν στους κλέφτες-ληστές, αλλά στους Αρματωλούς που προστάτευαν τον λαό από τους ληστές.

Το τελευταίο δέκατο κεφάλαιο αναφέρεται στον θάνατο της Αυτοκρατορίας και την τραγωδία της σκλαβωμένης Ρωμηοσύνης, που είναι και ο τίτλος και υπότιτλος του όλου βιβλίου. Πρόκειται για το τελικό συμπέρασμα του βιβλίου. Στα προηγούμενα κεφάλαια παρουσιάζεται το πως καθ' όλη την διάρκεια των δύο κατακτητών, των Φράγκων και των Οθωμανών, διαφυλάχθηκε το «πνεύμα» της Ρωμανίας, ακόμη και κατά την διάρκεια της Επαναστάσεως του 1821, δηλαδή η Εθναρχία «διεφύλαξε την ιδέα της Αυτοκρατορίας και την κρατούσε σε εγρήγορση στις συνειδήσεις των Ρωμηών». Σε αυτόν τον αγώνα βοηθούσαν οι ανθενωτικοί, στους οποίους «το Γένος οφείλει την ύπαρξή του και την διατήρηση της αυτοκρατορικής ιδέας», την οποία υπονόμευσαν οι Δυτικοί. Στο κεφάλαιο όμως αυτό φαίνεται καλύτερα πως με τις ιδέες του Διαφωτισμού καλλιεργήθηκε στην «καθ' ημάς Ανατολή» η ιδέα του Έθνους. Έτσι έχουμε «την πτώση της αυτοκρατορικής ιδέας σε εθνική ιδέα». Ο θάνατος της Αυτοκρατορίας δεν συνέβη το 1453, αλλά με την συγκρότηση του Νέου Ελληνικού Κράτους. Οπότε, η Επανάσταση ξεκίνησε ως οικουμενική, αλλά ανετράπη με «την ελλαδικοποίησή» της.

Το βιβλίο τελειώνει ως εξής:

«Και έγινε στο τέλος ένα κράτος "προκάτ", ένα κρατίδιο χωρίς θέμελα, στον αέρα, παιχνίδι στα χέρια των προστατών του και των δημιουργών του, θα έλεγα. Η ιδέα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας είχε πεθάνει μέσα στην φωτιά της Επανάστασης και η τραγωδία της Ρωμηοσύνης είχε συντελεστεί. Η Ρωμανία "πάρθεν"… Διέξοδος και παρηγοριά του λαού τώρα η "Μεγάλη Ιδέα". Αλλά αυτή αρχίζει να γράφη το πρώτο κεφάλαιο ενός καινούριου βιβλίου…».

Δεν ξέρω αν ο θάνατος του Κώστα Σαρδελή πρόλαβε την αρχή του νέου βιβλίου.

Πάντως, το βιβλίο αυτό είναι ένα πανόραμα της Ρωμηοσύνης κατά τους αγώνες της εναντίον των Φράγκων και των Οθωμανών, αλλά και την υποδούλωσή της η τον θάνατό της, όταν έγινε ανεξάρτητο Ελληνικό Κράτος. Είναι ένας συνδυασμός ιστορικής έρευνας, προσωπικής ευαισθησίας και λογοτεχνικού χαρίσματος. Γι' αυτό και διαβάζεται με ευκολία. Ο συγγραφεύς του συγκέντρωσε πολύ ιστορικό υλικό και βιβλιογραφία και το επεξεργάσθηκε μέσα στο πυρφόρο εργαστήρι της αγάπης του για την Ρωμανία. Έτσι, «Ο θάνατος της Αυτοκρατορίας» αποτελεί μια ανάσταση του «πνεύματος της Ρωμανίας» και ένα μνημόσυνο στον συγγραφέα του.

Στα δέκα αυτά κεφάλαια, εκτός από μερικές παραπομπές που παρεμβάλλονται στα κείμενα, υπάρχουν 697 παραπομπές-σημειώσεις που δείχνουν την ερευνητική εργασία του συγγραφέα. Όμως, το σημαντικότερο είναι ότι το βιβλίο μυρίζει μοσχοθυμίαμα, αγιοκέρι και θυμάρι της Ρωμηοσύνης.

3. Η επιβεβαίωση του συγγραφέως

Οι απόψεις του Κώστα Σαρδελή, νομίζω ότι επιβεβαιώνονται από τα πολλά έργα του γνωστού σε όλους μας π. Γεωργίου Μεταλληνού, που διακρίνεται από σοβαρή επιστημονική έρευνα σε αρχειακό υλικό και από την αγάπη του στην παράδοση της Ρωμηοσύνης. Επίσης, εκτός των άλλων επιβεβαιώνονται και από την ερευνητική και επιστημονική εργασία της αείμνηστης Καθηγήτριας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Έλλης Σκοπετέα, η οποία ερευνά τις αλλαγές που έγιναν στο νέο ελευθερωμένο Κράτος.

Πρόκειται για το βιβλίο «Το "Πρότυπο Βασίλειο" και η Μεγάλη Ιδέα». Η Έλλη Σκοπετέα ερεύνησε κείμενα της εποχής, μετά την συγκρότηση του Ελληνικού βασιλείου, που δημοσιεύθηκαν στον ημερήσιο, εβδομαδιαίο και περιοδικό Τύπο και κατέγραψε το κλίμα το οποίο επικρατούσε την εποχή εκείνη.

Από την μελέτη του σημαντικού αυτού βιβλίου της Σκοπετέα εξάγεται το συμπέρασμα ότι με την συγκρότηση του Ελληνικού Βασιλείου, μετά την επανάσταση, επιδιώχθηκαν τρεις επιλογές. Η μία ήταν η προσπάθεια να δημιουργηθή νέα εθνική συνείδηση στους ελεύθερους Έλληνες με την σύνδεσή της με την αρχαία Ελλάδα και τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους και αυτό σχετίζεται με τις αρχαιολογικές Εταιρείες που ιδρύθηκαν, τις σπουδές στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία, τις ανασκαφές σε χώρους της αρχαιότητος κλπ. Η δεύτερη επιλογή ήταν να αποδεσμευθή η Εκκλησία της Ελλάδος από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, και έτσι συγκροτήθηκε το Αυτοκέφαλο της Εκκλησίας της Ελλάδος. Και η τρίτη επιλογή ήταν να δοθή σαφέστατος προσανατολισμός του νέου Ελληνικού Κρατιδίου προς την Δύση. Αυτό φαίνεται στο κεφάλαιο που γίνεται λόγος για την διαμόρφωση των συνόρων και στο άλλο κεφάλαιο που γίνεται λόγος για την διάσταση μεταξύ αυτοχθόνων και ετεροχθόνων, μέσα και έξω Ελλήνων, Επτανησίων και Φαναριωτών, Ελλήνων και Ευρωπαίων, αρχαίων και νέων Ελλήνων.

Έτσι, στην ελεύθερη Ελλάδα, μετά την Επανάσταση του '21 υπήρχε μια διάσταση μεταξύ του λαού, που διεφύλασε ζωντανή την συνείδηση της Ρωμηοσύνης, και των λογίων μαζί με την εξουσία, που ανέπτυξαν μια νέα ελληνική συνείδηση. Μέσα στα πλαίσια αυτά λειτουργούσε «το Πρότυπο Βασίλειο» ως ένα δυτικό προτεκτοράτο, αλλά ταυτόχρονα και η Μεγάλη Ιδέα ως επαναφορά και επανασύνδεση των ελευθερωμένων Ελλήνων με την πρωτεύουσα της Ρωμανίας, την Κωνσταντινούπολη.

Όλα αυτά που περιγράφονται από τον Κώστα Σαρδελή στο βιβλίο «Ο θάνατος της Αυτοκρατορίας» φαίνονται ως συνέπεια στο νέο κρατικό μόρφωμα μετά το 1830, όπως παρουσιάζονται στο βιβλίο της Έλλης Σκοπετέα. Σαφέστατα δηλώνεται αυτή η εθνική σχιζοφρένεια στον λαό. Άλλωστε, από κείμενα άλλων Πανεπιστημιακών διδασκάλων φαίνεται η διαφορά μεταξύ των λογίων που εξέφραζαν την δυτική παράδοση, με τον διαφωτισμό, τον ρομαντισμό, την νεωτερικότητα, και των λογοτεχνών μας, όπως του Παπαδιαμάντη, του Κωστή Παλαμά κ.α., που κατά βάση εξέφραζαν την ρωμαίϊκη παράδοση του λαού.

Αυτό φαίνεται και στην διατριβή της κ. Ευθυμίας Μαυρομιχάλη, Λέκτορος της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών και Διευθύντριας της Εκπαιδευτικής Τηλεόρασης, όταν αναλύη την ανάπτυξη των τεχνών στο νέο ελληνικό Κράτος, με αναφορά στο έργο του γλύπτη Δημητρίου Φιλιππότη. Γράφει ότι στις απαρχές του νέου ελληνικού Κράτους κυριαρχεί το ιδεώδες του εξευγενισμού που ταυτίζεται με τον λεγόμενο εκσυγχρονισμό και εξευρωπαϊσμό, με την έννοια ότι ο ευρωπαϊκός πολιτισμός ήταν ελληνικός, δηλαδή επηρεασμένος από την ελληνική αρχαιότητα. Παράλληλα, όμως, στο νέο ελληνικό Κράτος αναπτύσσεται και η τάση της διεύρυνσης της εθνικής αυτοσυνειδησίας με την αποδοχή του πλούτου της βυζαντινής κληρονομιάς. Έτσι, ο ελλαδικός εξευρωπαϊσμός αφ' ενός μεν ήταν κακέκτυπο του ευρωπαϊκού πολιτισμού, μια «άκριτη και επιφανειακή μίμηση του ευρωπαϊκού προτύπου, που προκάλεσε αλλοιώσεις στο σώμα της ντόπιας παραδόσεως και του λαϊκού πολιτισμού», αφ' ετέρου δε «το ευρωπαϊκό πρόσωπο του νέου κράτους ήταν από την άποψη αυτή ένα προσωπείο, που κάλυπτε το κύριο σώμα του λαού, ενώ αυτός ήταν αποξενωμένος από την ατμόσφαιρα του εθνικού κέντρου των Αθηνών». Αυτό βλέπει κανείς και στην μελέτη της ίδιας ερευνήτριας με τίτλο «Οι καλλιτεχνικοί σύλλογοι και οι στόχοι τους».

Έτσι, στο νέο ελλαδικό Κράτος επικρατούσε μια πολιτιστική και εθνική σχιζοφρένεια, η οποία εκφραζόταν με πολλούς τρόπους στην πολιτική, την τέχνη και την κοινωνική ζωή. Μέσα σε αυτήν την προοπτική πρέπει να δούμε και την ανάπτυξη της Μεγάλης Ιδέας.

4. Η σύγχρονη Μεγάλη Ιδέα

Νομίζω σήμερα πρέπει να διατηρήσουμε την Μεγάλη Ιδέα με κάποια διαφορετική έκφραση.

Γνωρίζουμε ότι η Ρωμανία, όπως την ερμηνεύει και ο Κώστας Σαρδελής, ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης, ο π. Γεώργιος Μεταλληνός κ.α., έχει μια ιδιαίτερη παράδοση που σαφώς ονομάζεται ρωμαίϊκη παράδοση, η οποία διαφοροποιείται από αυτό που χαρακτηρίζουμε δυτική παράδοση. Πρόκειται για μία παράδοση που συνίσταται από μια στάση ζωής, ως προς τον Θεό, τον άνθρωπο, την κτίση, την κοινωνία, τον θάνατο, την ζωή μετά τον θάνατο.

Προσωπικά πιστεύω ότι το κέντρο αυτής της παραδόσεως είναι ο ορθόδοξος ησυχασμός. Αυτό τον καιρό έχω τελειώσει μια μεγάλη μελέτη μου στην οποία προσπαθώ να αποδείξω ότι το κέντρο της αρχαίας χριστιανικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, τόσο στην Δύση όσο και την Ανατολή, ήταν σχεδόν το ίδιο και στηριζόταν στην ορθόδοξη ησυχαστική παράδοση. Στην Δύση, πριν κατέβουν από τον βορρά διάφοροι Αρειανοί η κατά συνθήκη ορθόδοξοι βάρβαροι, υπήρχε μια μεγάλη ησυχαστική-νηπτική παράδοση, η οποία όμως με την παρέμβαση πολλών δυνάμεων χάθηκε και αντικαταστάθηκε από τον σχολαστικισμό και αργότερα από τον ηθικισμό. Όμως, αυτή η νηπτική παράδοση διατηρήθηκε στο ανατολικό τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και εκφράσθηκε στην θεολογία, τις εκκλησιαστικές τέχνες και την μοναχική και εκκλησιαστική ζωή μέχρι σήμερα, ενώ ο σχολαστικισμός και ηθικισμός δημιούργησε και δημιουργεί πολλά προβλήματα στην Δύση.

Οπότε σήμερα ως Μεγάλη Ιδέα πρέπει να έχουμε την διατήρηση αυτού του «πνεύματος» της Ορθοδόξου Παραδόσεως της Ρωμηοσύνης, που απαντά στα υπαρξιακά προβλήματα του ανθρώπου, που σχετίζονται με την ζωή και τον θάνατο. Έτσι, αν και μπορούμε να κάνουμε λόγο για θάνατο της Αυτοκρατορίας, και για τραγωδία της σκλαβωμένης Ρωμηοσύνης, ταυτόχρονα μπορούμε να ομιλούμε για την ζωντανή παράδοση της Ρωμανίας και την δόξα της ελεύθερης Ρωμηοσύνης, που διατηρείται μέχρι σήμερα στην παράδοση του λαού και μπορεί να κάνη ανοίγματα και γονιμοποιήσεις.

Σήμερα είμαστε προσανατολισμένοι στην Ευρώπη, στην οποία λειτουργεί ακόμη το πνευματικό DNA της αρχαίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Η Δύση δεν είναι ξένη με την Ρωμανία, αφού η όλη παράδοση της Χριστιανικής Εκκλησίας εμπότισε και την Δύση. Για παράδειγμα τα θεολογικά μηνύματα περί καθάρσεως της καρδίας, περί νοεράς προσευχής, περί οράσεως του Θεού κλπ., τα συναντούμε στην προς Ρωμαίους επιστολή του Αποστόλου Παύλου, αλλά και σε ορθοδόξους λατίνους συγγραφείς των πρώτων αιώνων, όπως για παράδειγμα τον άγιο Γρηγόριο τον Διάλογο, Πάπα Ρώμης. Πολλοί δε Ευρωπαίοι και γενικά Δυτικοί απογοητευμένοι από διάφορες ιδεολογίες αναζητούν εκείνη την ζωή που έχει σχέση με την θεολογία του προσώπου και του ησυχασμού.

Έτσι, εκείνο που χρειάζεται σήμερα, πέρα από κάθε εθνικιστικές διαιρέσεις και αναφορές, είναι πρώτον να διαφυλάξουμε το «πνεύμα» της Ρωμηοσύνης που είναι η ησυχαστική παράδοση, όλο αυτό που ονομάζουμε θεραπευτική αγωγή, που το συναντούμε σε συγχρόνους Πατέρας της Εκκλησίας, όπως τον π. Πορφύριο, τον π. Παΐσιο, τον Γέροντα Ιωσήφ, τον Γέροντα Σωφρόνιο κλπ., μαζί με τις εκκλησιαστικές τέχνες, και δεύτερον να μεταδώσουμε αυτό το «πνεύμα» στους Ευρωπαίους και τους δυτικούς γενικότερα, που το έχουν ανάγκη και το αναζητούν.

Επομένως, έστω και αν πέθανε η Χριστιανική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, εν τούτοις το ζωντανό «πνεύμα» της μπορεί να την αναστήση, ακόμη και μέσα στον δυτικό κόσμο.

Όταν τα λέγω αυτά, δεν είμαι αισιόδοξος η απαισιόδοξος, γιατί αυτοί οι όροι είναι ψυχολογικοί και επομένως ευμετάβολοι, αλλά πιστεύω στον Θεό και την Αποκάλυψη που μας έδωσε ο Χριστός και την οποία μπορούμε να βιώσουμε στην ζωή μας.

Αιωνία να είναι η μνήμη του Κώστα Σαρδελή, ο Θεός να αναπαύση την ψυχή του και ευχαριστούμε τον εκδοτικό Οίκο «Αρμός» και τον διευθυντή του Γιώργο Χατζηιακώβου για την έκδοση του σημαντικού αυτού βιβλίου, που θα αφήση άγρυπνους πολλούς αναγνώστες, όπως άφησε και εμένα άγρυπνο, για να σας το παρουσιάσω εν ολίγοις. Ευχαριστώ και εσάς που είχατε την υπομονή να με ακούσετε.–

Ετικέτες: Βιβλιοπαρουσίαση

  • Προβολές: 1042

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance