Ἀπὸ τὸ Ἁγιολόγιο τοῦ μηνὸς: Οσιοπαρθενομάρτυς Φεβρωνία, 25 Ιουνίου

Πρωτ. π. Γεωργίου Παπαβαρνάβα

Η αγία Φεβρωνία ήταν προικισμένη καί μέ σωματική ομορφιά. Ο ιερός Συναξαριστής αναφέρει χαρακτηριστικά ότι είχε εκθαμβωτική ομορφιά καί τό γεγονός αυτό στάθηκε η αφορμή τού μαρτυρίου της.

Η αγία Φεβρωνία έζησε τόν 3ο αιώνα μ. Χ., δηλαδή τήν περίοδο τών διωγμών εναντίον τής Εκκλησίας. Στήν ηλικία τών 17 ετών εγκαταβίωσε σέ Μοναστήρι στήν Μεσοποταμία, στό οποίο ήταν ηγουμένη η θεία της Μοναχή Βρυέννη. Ήταν προικισμένη μέ πολλά χαρίσματα τά οποία αξιοποίησε καί ξεχώριζε ανάμεσα στίς άλλες μοναχές γιά τόν ζήλο της πρός τήν πνευματική ζωή καί γιά τήν αγάπη της πρός τόν Θεό, καθώς καί πρός όλους ανεξαιρέτως τούς συνανθρώπους της. Η ψυχή της ήταν πανέμορφη καί λαμπερή, αλλά η αγία Φεβρωνία ήταν προικισμένη καί μέ σωματική ομορφιά. Ο ιερός Συναξαριστής αναφέρει χαρακτηριστικά ότι είχε εκθαμβωτική ομορφιά καί τό γεγονός αυτό στάθηκε η αφορμή τού μαρτυρίου της.

Ένα σώμα στρατιωτών, τό οποίο κατεδίωκε Χριστιανούς, πέρασε από τό Μοναστήρι στό οποίο βρισκόταν η αγία Φεβρωνία. Οι μοναχές μόλις αντελήφθησαν τήν παρουσία τών στρατιωτών κοντά στήν Μονή έφυγαν, αλλά η αγία Φεβρωνία, επειδή ήταν άρρωστη δέν μπόρεσε νά μετακινηθή. Μαζί της έμεινε η ηγουμένη καί μιά άλλη μοναχή. Οι στρατιώτες μόλις αντίκρυσαν τήν αγία Φεβρωνία έμειναν κατάπληκτοι από τήν ομορφιά της. Άφησαν στό Μοναστήρι τρείς άνδρες νά τήν φρουρούν καί οι υπόλοιποι γύρισαν καί ανέφεραν τό γεγονός στόν αρχηγό τους Σελήνο. Εκείνος διέταξε καί τήν έφεραν αμέσως μπροστά του καί προσπάθησε μέ κάθε τρόπο νά τήν πείση νά αλλαξοπιστήση. Θαμβωμένος από τήν ομορφιά της, τής έταξε πλούτο καί δόξα καί τής πρότεινε νά τής δώση ως σύζυγό της τόν ανηψιό του. Η αγία, όπως ήταν φυσικό, κατεφρόνησε τήν ψεύτικη ανθρώπινη δόξα, τήν οποία εξαφανίζει ο θάνατος καί τόν φθαρτό πλούτο, ο οποίος δέν συνοδεύει τόν άνθρωπο μετά τήν έξοδό του από τήν παρούσα πρόσκαιρη ζωή, επειδή ήταν κοινωνός τής δόξης τού Θεού καί κατείχε τόν αληθινό καί άφθαρτο πνευματικό πλούτο, πού μένει στόν αιώνα.

Η αγία Φεβρωνία μετά από σκληρά καί απάνθρωπα βασανιστήρια ετελειώθη μέ ξίφος καί παρέδωσε τήν πανέμορφη ψυχή της στά χέρια Εκείνου, τόν Οποίο αγάπησε περισσότερο από όλους καί όλα. Ο βίος καί η πολιτεία της μάς δίνουν τήν αφορμή νά τονίσουμε τά ακόλουθα:

Η σωματική ομορφιά είναι καί αυτή δώρο τού Θεού, όπως όλα τά άλλα δώρα Του πρός τούς ανθρώπους, τά οποία από μόνα τους ούτε ωφελούν ούτε ζημιώνουν τόν κάτοχό τους, αλλά αυτό εξαρτάται από τό πώς χρησιμοποιούνται. Δηλαδή, τά διάφορα χαρίσματα καί δώρα πού δίνει ο Θεός μπορούν νά ωφελήσουν αυτόν πού τά έλαβε, καθώς καί τούς άλλους, όταν δέν αυτονομούνται καί δέν χρησιμοποιούνται μέ ιδιοτέλεια καί γιά τήν ικανοποίηση τών ανθρωπίνων παθών, αλλά πρός δόξαν τού Δωρεοδότου. Επίσης, δέν πρέπει νά ξεχνά ο άνθρωπος πού δέχθηκε τό δώρο τού εξωτερικού κάλλους, ότι αυτό έρχεται καί παρέρχεται, ενώ αυτό πού μένει στόν αιώνα, καί επομένως έχει αληθινή αξία, είναι η εσωτερική ομορφιά, τό πνευματικό κάλλος, πού αποκτάται μετά από σκληρή προσπάθεια καί μεγάλο αγώνα. Τό νά δίνη κανείς στήν σωματική ομορφιά, καί γενικότερα στά εξωτερικά χαρίσματα, μεγαλύτερη σημασία από ό,τι πρέπει καί νά παραθεωρή ή νά υποτιμά τήν εσωτερική ομορφιά τής καρδιάς, καθώς καί άλλα χαρίσματα τά οποία είναι μέν σημαντικά, δέν γίνονται, όμως, αμέσως αντιληπτά, δείχνει, τό λιγότερο πού μπορεί νά πή κανείς, ρηχότητα καί επιπολαιότητα. Ο π. Παΐσιος ο Αγιορείτης έλεγε πώς, όταν συναντούμε κάποιον άνθρωπο δέν πρέπει νά παρασυρόμαστε από τήν αμφίεσή του καί τά εξωτερικά του γνωρίσματα, αλλά θά πρέπη νά βλέπουμε τήν καρδιά του. Δηλαδή, νά προσπαθούμε νά καταλάβουμε τί άνθρωπος είναι στήν πραγματικότητα καί όχι νά προσέχουμε τί έχει καί κατέχει, ήτοι κοσμικά αξιώματα καί υλικό πλούτο. Επίσης, νά ψάχνουμε προσεκτικά καί νά προσπαθούμε νά ανακαλύπτουμε τά μή φαινόμενα, επειδή τά φαινόμενα συνήθως απατούν. Άλλωστε, αυτό πού καταξιώνει αληθινά τόν άνθρωπο είναι ο εσωτερικός πλούτος τής καρδιάς. Είναι εκείνο, τό οποίο η Αγία Γραφή καί οι Πατέρες τής Εκκλησίας αποκαλούν κρυπτόν τής καρδίας άνθρωπον. Γι’ αυτό καί δέν πρέπει νά βιάζεται κανείς νά βγάζη γρήγορα συμπεράσματα γιά οποιονδήποτε άνθρωπο, αλλά θά πρέπη νά τόν αφήση νά τού αποκαλύπτεται.

Ο Μέγας Βασίλειος λέγει ότι «κάλλος αληθινόν καί ερασμιώτατον, τό οποίο μπορεί νά δή μόνον εκείνος ο οποίος έχει κεκαθαρμένον τόν νούν του, είναι τό περί τήν θείαν καί μακαρίαν φύσιν καί όταν βλέπη τίς ανταύγειες καί τίς χάρες του μεταλαμβάνει κάτι από αυτό, καί η όψις του γλυκαίνει καί λαμβάνει άλλο χρώμα σάν νά ανθίζη». Επομένως, αληθινό κάλλος είναι τό άκτιστο κάλλος τής Θείας φύσεως καί μετέχει αυτού τού κάλλους εκείνος ο οποίος καθάρισε τό οπτικό μέρος τής ψυχής του, δηλαδή τόν νού του, ο οποίος διά τής καθάρσεως γίνεται «νούς ορών» τόν Θεόν, καί καλλωπίζεται δι’ αυτού τού Θείου κάλλους όχι μόνον η ψυχή αλλά καί τό σώμα τού ανθρώπου αυτού καί γι’ αυτό η εξωτερική του όψη λάμπει καί ομορφαίνει. Στήν κατηγορία αυτή ανήκει πρώτα η Θεοτόκος, έπειτα οι Άγιοι, αλλά κατ’ αναλογίαν καί εκείνοι οι οποίοι είναι εντεταγμένοι στήν προοπτική τής καθάρσεως καί τού αγιασμού. Ο Προφητάναξ Δαβίδ ομιλώντας προφητικά γιά τό πρόσωπο τής Θεοτόκου, καί αναφερόμενος στό κάλλος της, τό οποίο ήταν εσωτερικό, αλλά αντανακλούσε καί στήν εξωτερική της όψη, τήν αποκαλεί καλλονήν Ιακώβ. «Τήν καλλονήν Ιακώβ ήν ηγάπησεν». Καί ο Προφήτης Ιεζεκιήλ ομιλών «αλληγορικώς ως εκ προσώπου τής Θεοτόκου» λέγει τό «περιέθηκα εμαυτή κάλλος μου».

Γιά τό πώς χρησιμοποιούμε τά δώρα πού λάβαμε από τόν Θεό, θά δώσουμε λόγο σέ Αυτόν πού μάς τά έδωσε. Όλα τά δώρα τού Θεού χορηγούνται γιά νά μάς βοηθήσουν νά αγιασθούμε καί νά σωθούμε καί γι’ αυτό πρέπει νά τά θέτουμε στήν διάθεσή Του, καθώς καί στήν διακονία τών συνανθρώπων μας, ιδιαίτερα δέ εκείνων τούς οποίους ο Χριστός ονομάζει ελάχιστους αδελφούς Του.

Ετικέτες: ΑΓΙΟΛΟΓΙΟ

  • Προβολές: 1274

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance