Θεολογικό Συνέδριο των Μεταπτυχιακών Φοιτητών: Θεία Πρόνοια-Συνέργεια-Πολιτισμός

Θεία Πρόνοια-Συνέργεια-Πολιτισμός

Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

Κήρυγμα κατά την θεία Λειτουργία στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό Αγίου Δημητρίου Ναυπάκτου, στην οποία συμμετείχαν οι Σύνεδροι του Β Θεολογικού Συνεδρίου των Μεταπτυχιακών Φοιτητών του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής Αθηνών.

Το ευαγγελικό ανάγνωσμα που ακούσαμε σήμερα είναι τμήμα της επί του Όρους Ομιλίας του Χριστού που αναφέρεται στην θεία Πρόνοια, ένα θέμα που είναι πολύ σημαντικό για την ορθόδοξη θεολογία και την ζωή μας και έχει σχέση με τον άνθρωπο, την κτίση και την όλη συμπεριφορά μας σε αυτήν. Με το σημερινό κήρυγμα θα κάνω μια μικρή αναφορά στο θέμα της Πρόνοιας του Θεού σε σχέση και με το Θεολογικό Συνέδριο των Μεταπτυχιακών Φοιτητών του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών που διεξάγεται αυτές τις ημέρες στην πόλη μας και επεξεργάζεται το θέμα «Εκκλησία και πολιτισμός».

Μιλώντας για την θεία Πρόνοια εννοούμε την αδιάλειπτη ενέργεια του Θεού, με την οποία ο Θεός διευθύνει όλο τον κόσμο. Κατά τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, Πρόνοια είναι η «εκ Θεού εις τα όντα γινομένη επιμέλεια». Ακόμη, Πρόνοια είναι η βούληση του Θεού με την οποία «πάντα τα όντα την πρόσφορον διεξαγωγήν λαμβάνει». Θέλησε ο Θεός να γίνουν τα πάντα και έγιναν. Θέλει ο Θεός να συνέχεται ο κόσμος και συνίσταται, και «πάντα, όσα θέλει, γίνεται».

Στο σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα ακούσαμε τον Χριστό να μας διδάσκη ότι ο Ουράνιος Πατέρας ενδιαφέρεται για τα κρίνα του αγρού, τα πετεινά του ουρανού και για τον άνθρωπο. Εάν ο Θεός ενδιαφέρεται για όλη την κτίση και την μικρότερη ύπαρξη ζωής, πολύ περισσότερο ενδιαφέρεται για τον άνθρωπο. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον πρέπει να έχουμε απόλυτη εμπιστοσύνη στην Πρόνοια του Θεού, να αποβάλλουμε την αγχώδη ζωή και την αγωνία, που δημιουργεί πολλά προβλήματα στην ζωή μας. Ο άνθρωπος πρέπει να αναζητά την Βασιλεία του Θεού και την δικαιοσύνη Του και όλα τα άλλα θα προστεθούν σε αυτόν.

Κατά την ορθόδοξη διδασκαλία δύο είναι τα βασικά δόγματα σχετικά με την κτίση. Το ένα είναι η εκ του μη όντος δημιουργία της κτίσεως και το άλλο είναι η άνευ κτιστών μέσων κυβέρνησή της.

Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής κάνει ευρύτατα λόγο για τους λόγους των όντων, που είναι οι άκτιστες ενέργειες του Θεού, και διδάσκει ότι μέσα στην κτίση υπάρχουν οι δημιουργικοί και κυβερνητικοί λόγοι του Θεού, οι λεγόμενοι πνευματικοί λόγοι που δίνουν ζωή, πνοή και τα πάντα. Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Νύσσης, «παν το γινόμενον λόγω γίνεται». Με την ορθόδοξη αυτή διδασκαλία απορρίπτεται τόσο ο δεϊσμός, που πρεσβεύει ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο και αφού τοποθέτησε τους φυσικούς νόμους τον εγκατέλειψε, όσο και ο πανθεϊσμόσ που ταυτίζει τον Θεό με τον κόσμο.

Έτσι υπάρχει η δημιουργική ενέργεια του Θεού, με την οποία δημιουργείται ο κόσμος, η προνοητική ενέργεια του Θεού, με την οποία συντηρείται όλος ο κόσμος, και η αγιαστική και σωστική ενέργεια του Θεού, με την οποία αγιάζεται και σώζεται ο κόσμος και ο άνθρωπος.

Μέσα στο πλαίσιο αυτό κινείται η θεία Πρόνοια σε συνδυασμό με την ελευθερία του ανθρώπου, την οποία ο Θεός δεν παραβιάζει. Ο Θεός φροντίζει για τον άνθρωπο, αλλά και ο άνθρωπος πρέπει να ανταποκρίνεται σε αυτήν την αγάπη. Τα πάντα στην φύση είναι έργο της θείας Προνοίας και όλα τα δημιουργήματα του ανθρώπου είναι έργο συνέργειας, ήτοι ενεργείας του Θεού και συνέργειας του ανθρώπου. Ο άνθρωπος συμμετέχει σε αυτήν την δημιουργική, προνοητική και σωστική ενέργεια του Θεού.

Στην θεολογική έννοια της συνέργειας υπάγεται και η σχέση μεταξύ του ανθρώπου και της κτίσεως, αλλά και μεταξύ της Εκκλησίας και του πολιτισμού, με το οποίο θέμα ασχολούμαστε στο Συνέδριό μας. Ο άνθρωπος στην Εκκλησία με την λογική και την ελευθερία που του δόθηκαν ως δώρα από τον Θεό, παράγει πολιτισμό και ανταποκρίνεται στην αγάπη του Θεού. Πρόκειται για τα υλικά και πνευματικά επιτεύγματα που γίνονται με τα χαρίσματα της λογικής και της ελευθερίας, αλλά και της αισθήσεως της ομορφιάς.

Όταν ο άνθρωπος αναγεννάται εν Χριστώ μέσα στην Εκκλησία και βιώνη την Βασιλεία του Θεού, τότε δημιουργεί και ανάλογο πολιτισμό, που εκφράζεται με τις εκκλησιαστικές τέχνες. Η Εκκλησία ζη στον κόσμο, εργάζεται στην ιστορία και με τον τρόπο αυτό παράγει πολιτισμό. Αυτό γίνεται κυρίως από τα μεταμορφωμένα μέλη της, που αξιοποιούν και την κτίση και τα χαρίσματα που έχουν λάβει από τον Θεό.

Για παράδειγμα, είμαστε αυτήν την ώρα σε έναν ορθόδοξο Ναό, όπου τελείται η θεία Ευχαριστία. Η εκκλησιαστική αρχιτεκτονική παρουσίασε εκπληκτικά έργα, Ιερούς Ναούς μέσα στους οποίους συναθροίζονται τα μέλη της Εκκλησίας για να δοξάζουν τον Θεό. Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης με την θεολογική εμπειρία που έχει δίνει κατάλληλες οδηγίες με μια επιστολή του για το πως θα κτισθή ένας Ναός. Η τέχνη της αγιογραφίας δείχνει το πως οι άγιοι θεώνονται και η κτίση αγιάζεται, δείχνει την Εκκλησία μέσα στην δόξα της. Η ιερά υμνογραφία, η εκκλησιαστική ποίηση μας παρουσιάζει το ύψος της θεώσεως του ανθρώπου που συνέλαβε και κατέγραψε περίφημα έργα, τα οποία ανυψώνουν τον νου μας στον Θεό. Η εκκλησιαστική βυζαντινή μουσική, που είναι η γλώσσα των αγγέλων, μεταδίδει την εμπειρία της Εκκλησίας και εκφράζει την ζωή των αγίων. Η διάρθρωση της θείας Λειτουργίας είναι προβολή του Παραδείσου στην γη, όπως την είδε και την περιέγραψε ο Ευαγγελιστής Ιωάννης στην Αποκάλυψή του. Όλα όσα χρησιμοποιούνται κατά την διάρκεια της θείας Ευχαριστίας, ήτοι το κερί, το θυμίαμα και όλα τα ιερά αντικείμενα εκφράζουν την συμβολική γλώσσα της Εκκλησίας που δείχνει την σχέση μεταξύ κτιστού και ακτίστου.

Επομένως, όταν κάνουμε λόγο για πολιτισμό εννοούμε όλα εκείνα τα έργα που εκφράζουν την σχέση του ανθρώπου με τον Θεό, τον συνάνθρωπο και την κτίση. Και βεβαίως υπάρχει διαφοροποίηση μεταξύ πολιτισμών ανάλογα με το πως πλησιάζει κανείς αυτές τις πραγματικότητες. Οπότε, οι πολιτισμοί δεν χωρίζονται απλώς σε ανώτερο και κατώτερο, ηθικότερο και λιγότερο ηθικό, αλλά σε πνευματικό και υλικό. Θα μπορούσαμε δε να προσθέσουμε ότι ο ελληνορθόδοξος πολιτισμός σχετίζεται με την αναγέννηση του ανθρώπου, διότι παράγεται από ανθρώπους οι οποίοι έχουν ήδη αναγεννηθή.

Ο πολιτισμός που καλλιεργήθηκε και βιώθηκε σε αυτόν τον τόπο που ζούμε βλέπει τον Θεό, τον συνάνθρωπο και την κτίση με διαφορετική προοπτική, απ' ο,τι άλλοι πολιτισμοί. Ο Θεός δεν είναι μία ιδέα, μια αφηρημένη μεταφυσική ύπαρξη, αλλά πρόσωπο που αγαπά και ενδιαφέρεται προσωπικά για τον άνθρωπο. Ο συνάνθρωπος δεν είναι απειλή για την ύπαρξή μας, αλλά είναι ο αδελφός μας, που δημιουργήθηκε από τον Θεό κατ' εικόνα και καθ' ομοίωση, όπως και εμείς, και δεν μπορούμε να αποκαλέσουμε τον Θεό Πατέρα, εάν δεν αισθανόμαστε ότι ανήκουμε σε μια οικογένεια που έχουμε και άλλους αδελφούς. Η κτίση δεν είναι τυχαίο έργο, αλλά είναι δημιούργημα του Θεού που την συντηρεί, και αυτή με την Χάρη του Θεού εξαγιάζεται.

Δυστυχώς, πολλοί άνθρωποι στην ζωή τους δεν βλέπουν τον πολιτισμό που αναπτύσσεται σε αυτόν τον τόπο μέσα από αυτήν την προοπτική, γι' αυτό και επιδιώκεται να δημιουργηθή ένας αυτόνομος πολιτισμός και ένας εκκλησιαστικός αποχρωματισμός. Αλλά πολιτισμός ο οποίος δεν είναι έκφραση ευχαριστιακής εμπειρίας, δεν νοηματοδοτεί τον ανθρώπινο βίο, δεν δίνει νόημα ζωής και ύπαρξης ιδιαιτέρως στον νέο άνθρωπο, στερείται ουσιαστικής αξίας. Και όταν ένας ορθόδοξος Χριστιανός αποδεσμεύεται από την πολιτιστική του ταυτότητα και αποσυνδέεται από την παράδοσή του, τότε παθαίνει ένα πολιτισμικό αλτσχάϊμερ, χάνει την επικοινωνία του με τις προηγούμενες γενιές και την ιστορία του τόπου του.

Πάντως, για να επανέλθω στο ευαγγελικό ανάγνωσμα από το οποίο ξεκίνησα, βλέπουμε σε αυτό τον Χριστό να ομιλή με πολλή αγάπη για την κτίση και τον άνθρωπο και να τονίζη την προσωπική σχέση του με την κτίση και τον άνθρωπο, οπότε θα πρέπει και εμείς να βλέπουμε μέσα από αυτήν την προοπτική και την κτίση και την κοινωνία και την ζωή μας. Είναι δώρα Θεού που προσφέρονται για την ζωή μας και την δόξα Του και όχι αντικείμενα εκμεταλλεύσεως και εμπαθείας.

Με την ευκαιρία αυτή θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμότατα τους Μεταπτυχιακούς Φοιτητές και τους Καθηγητές του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών που διοργάνωσαν το Θεολογικό αυτό Συνέδριο, τους Εισηγητάς και τους Συνέδρους που αυτές τις ημέρες γονιμοποίησαν την σκέψη μας με πολύ σημαντικές αναλύσεις, καθώς επίσης ευχαριστώ και τους τοπικούς παράγοντες, τον Γενικό Γραμματέα Περιφερείας Δυτικής Ελλάδος κ. Σπυρίδωνα Σπυρίδων, τον Νομάρχη Αιτωλοακαρνανίας κ. Ευθύμιο Σώκο και τον Δήμαρχο Ναυπάκτου κ. Αθανάσιο Παπαθανάση για την επιχορήγηση προκειμένου να γίνη αυτό το Συνέδριο. Επίσης ευχαριστώ τους Εφημερίους της πόλεώς μας και τους Συνδέσμους Αγάπης των τριών Ναών της πόλεως που επιτελούν τόσο σημαντικό έργο στον φιλανθρωπικό τομέα της Ιεράς Μητροπόλεως και ανέλαβαν να βοηθήσουν σημαντικά στην όλη λειτουργία του Συνεδρίου.

Και τελειώνοντας θα ήθελα να παρακαλέσω όλους να αισθανθούμε την αγάπη του Θεού, όπως εκφράζεται μέσα από την κτίση, την ιστορία και τις ευκαιρίες που μας προσφέρει για να αισθανθούμε την αναγεννητική δύναμή Του που βιώνεται μέσα στον χώρο της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας. Η θεία Πρόνοια διευθύνει την ζωή μας, αρκεί και η δική μας ζωή να κατευθύνεται από Αυτήν προς τον αγιασμό. Και μακάρι να βιώσουμε την προτροπή του Χριστού: «ζητείτε δε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού, και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν» (Ματθ. ς , 33).–

  • Προβολές: 1030

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance