Τό δεύτερο Κληρικολαϊκό Συνέδριο τής Ιεράς Μητροπόλεως: Τά αίτια τής οικονομικής κρίσης καί τά προβλήματα πού προκαλεί

Τό Σάββατο 11 Σεπτεμβρίου 2010, από τίς 9.00 π.μ. έως τήν 1 μ.μ., πραγματοποιήθηκε στό Πνευματικό Κέντρο τής Ιεράς Μητροπόλεως στήν Ναύπακτο, τό δεύτερο Κληρικολαϊκό Συνέδριο τής Ιεράς Μητροπόλεως Ναυπάκτου καί Αγίου Βλασίου.

Η έναρξη τού συνεδρίου έγινε μέ Αγιασμό πού τέλεσε ο Σεβ. Μητροπολίτης μας κ. Ιερόθεος.

Γενικό θέμα τού Κληρικολαϊκού Συνεδρίου ήταν: «Τά αίτια τής οικονομικής κρίσης καί τά προβλήματα πού προκαλεί», θέμα επίκαιρο, αφού είχε ως πυρήνα του τό πρόβλημα πού επηρεάζει στίς μέρες μας τήν καθημερινή ζωή όλων τών πολιτών τής χώρας μας.

Τό δεύτερο Κληρικολαϊκό Συνέδριο τής Ιεράς ΜητροπόλεωςΣτό Συνέδριο κλήθηκαν νά συμμετάσχουν όλοι οι Κληρικοί τής Ιεράς Μητροπόλεως, τά μέλη τών Εκκλησιαστικών Συμβουλίων, τά μέλη τών δεκαπενταμελών Δ.Σ. τών Συνδέσμων Αγάπης, οι Θεολόγοι καί οι διευθυντές τών Σχολείων τής περιοχής, οι πρόεδροι τού Εμπορικού Συλλόγου καί τού Εργατοϋπαλληλικού Κέντρου τής Ναυπάκτου, τού Συλλόγου τών Πολυτέκνων καί τού Συλλόγου τών Α.Μ.Ε.Α. «Αλκυόνη». Λόγω τής προεκλογικής περιόδου πού διανύουμε δέν κλήθηκαν πολιτικά πρόσωπα, χωρίς φυσικά νά είναι τό Συνέδριο κλειστό σέ όποιον ήθελε νά τό παρακολουθήση.

Μετά από μιά σύντομη εισαγωγή στό θέμα από τόν Σεβ. Μητροπολίτη μας κ. Ιερόθεο απηύθυναν χαιρετισμό στούς συνέδρους ο δήμαρχος Πυλήνης κ. Ιω. Μπουλές, ο οποίος δήλωσε «απρόσκλητος», αλλά είχε μεγάλο ενδιαφέρον γιά τό θέμα τού Συνεδρίου καί γιά τήν εισήγηση τού Μητροπολίτου, καί σχετικά μέ τό θέμα τόνισε ότι τήν κρίση τήν αισθάνονται οι μή έχοντες καί οι μή κατέχοντες καί ότι είναι θέμα τής Πολιτείας η δίκαιη κατανομή τού πλούτου, καθώς καί τών βαρών πού προκύπτουν από τήν οικονομική κρίση. Μετά δόθηκε ο λόγος στόν πρώην Νομάρχη καί μέλος τού Δ.Σ. τού τοπικού Ερυθρού Σταυρού κ. Γερ. Κουταβά, πού αναφέρθηκε γενικώς στήν σημαντική συμβολή τής Εκκλησίας στίς δύσκολες περιστάσεις τής ιστορικής μας πορείας καί τέλος, εκ μέρους τών παρόντων εκπαιδευτικών, χαιρέτισε τό Συνέδριο ο διευθυντής τού 3ου Γυμνασίου Ναυπάκτου κ. Πέτρος Πιτσιάκκας, ο οποίος εντόπισε τό πρόβλημα τής κρίσης στήν σημασία πού δίνουμε στό φαίνεσθαι καί όχι στό είναι. Είπε, επίσης, ότι πρέπει νά δοθή προτεραιότητα σέ πρακτικές αντιμετώπισης τής κρίσης καί όχι στά λόγια.

Τό γενικό θέμα καί οι επιμέρους εισηγήσεις πού ανακοινώθηκαν στό Συνέδριο κινήθηκαν μέσα στό πλαίσιο τής αποφάσεως τής Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, γιά τόν τρόπο συντάξεως καί επεξεργασίας δύο εισηγήσεων, πού αφορούν τήν κρίση, οι οποίες θά διαβασθούν στήν Ιεραρχία τού Οκτωβρίου 2010. Γιά τίς εισηγήσεις αυτές αποφασίσθηκε νά κληθούν γιά νά διατυπώσουν απόψεις, θέσεις καί προτάσεις Κληρικοί παντός βαθμού, θεολόγοι καί άλλα μέλη τής Εκκλησίας, είτε μεμονωμένα, είτε μέσα από συζητήσεις σέ Ιερατικά ή Κληρικολαϊκά Συνέδρια, ώστε όλο τό πλήρωμα τής Εκκλησίας νά συμμετάσχη στόν εμπλουτισμό καί τήν επεξεργασία τών εισηγήσεων αυτών.

Οι εισηγήσεις πού διαβάστηκαν στό Συνέδριο ήταν οι εξής: 1. «Η οικονομική κρίση από Εκκλησιαστικής πλευράς», μέ εισηγητή τόν Σεβ. Μητροπολίτη Ναυπάκτου καί Αγίου Βλασίου κ. Ιερόθεο, 2. «Τά “επτά Θανάσιμα Αμαρτήματα” πού σχετίζονται μέ τήν οικονομική κρίση», πού ήταν ανάγνωση από τόν π. Θωμά Βαμβίνη άρθρου τού οικονομολόγου, καθηγητή στό Πανεπιστημίου τού Yale, Στάθη Ν. Καλύβα, καί 3. «Οι Χριστιανοί μπροστά στήν οικονομική κρίση», πού ήταν ανάγνωση από τόν θεολόγο κ. Ιωάννη Σύψα άρθρου τού Μανώλη Δρεττάκη, καθηγητή τής ΑΣΟΕΕ καί πρώην Υπουργού.

Ακολούθησε συζήτηση στήν οποία διατυπώθηκαν απόψεις, κρίσεις καί προτάσεις γιά τά αίτια, αλλά καί τήν αντιμετώπιση τής κρίσης από κληρικούς καί λαϊκούς πού συμμετείχαν στό Συνέδριο.

Τά βασικά σημεία τών εισηγήσεων, μαζί μέ τίς προτάσεις πού κατατέθηκαν, περιελήθησαν στά πορίσματα τού Κληρικολαϊκού Συνεδρίου, τά οποία συνέταξε επιτροπή αποτελούμενη από τούς: Αρχιμ. Καλλίνικο Γεωργάτο, Αρχιμ. Πολύκαρπο Θεοφάνη καί Πρωτ. Θωμά Βαμβίνη. Τά πορίσματα κατατέθηκαν από τόν Σεβ. Μητροπολίτη μας στήν επιτροπή πού όρισε η Ιερά Σύνοδος γιά τήν επεξεργασία τών εισηγήσεων πού θά αναγνωσθούν στήν Ιεραρχία τού Οκτωβρίου.

Παραθέτουμε στήν συνέχεια τό βασικό τμήμα τών πορισμάτων τού Συνεδρίου. Παραλείπουμε μόνον τά προκαταρτικά πού αναφέρονται στήν σύγκληση, τήν σύνθεση καί τήν θεματολογία τού Συνεδρίου, τά οποία ήδη προηγουμένως αναφέραμε.

Πορίσματα Κληρικολαϊκού Συνεδρίου Ιεράς Μητροπόλεως Ναυπάκτου καί Αγίου Βασίου

...Τό ενδιαφέρον τών μελών τού Κληρικολαϊκού Συνεδρίου επικεντρώθηκε στό πώς ένας Κληρικός, καί γενικότερα ένας Ορθόδοξος Χριστιανός, αντιλαμβάνεται τήν οικονομική κρίση, πώς τήν εξηγεί καί πώς μπορεί νά βοηθήση στήν αντιμετώπιση τών συνεπειών της, αλλά καί στήν υπέρβασή της.

Στίς εισηγήσεις καί στίς συζητήσεις επισημάνθηκε ότι η κρίση δέν είναι μονοδιάστατα οικονομική. Είναι κρίση προτύπων. Είναι κρίση πολιτισμική. Πιό ειδικά είναι κρίση πολιτική, κοινωνική καί στό βάθος της πνευματική. Είναι συνέπεια τού δυτικού τρόπου ζωής, πού έχει θεμέλιο τίς απόψεις περί Θεού τής δυτικής μεταφυσικής.

Η πλειονότητα τών ανθρώπων εστιάζει τήν οικονομική κρίση σέ τρία βασικά αίτια: στούς πολιτικούς άρχοντες, πού δέν είδαν τόν κίνδυνο ή δέν είχαν τό θάρρος νά τόν αντιμετωπίσουν, επειδή φοβούνταν τό λεγόμενο πολιτικό κόστος στούς συνδικαλιστές, πού ο καθένας τους ενδιαφερόταν αποκλειστικά καί μόνον γιά τήν διατήρηση καί αύξηση τών κεκτημένων τής ομάδας πού εκπροσωπούσε, χωρίς νά εξετάζη τήν δυνατότητα νά είναι εσαεί κεκτημένα, αλλά καί τό γενικότερο καλό καί στούς διαμορφωτές τής κοινής γνώμης, πού χάριν τής ακροαματικότητας καί θεαματικότητας δέν βοηθούσαν στήν διόρθωση τών κοινωνικών πραγμάτων, προέβαλλαν έντονα καί σχολίαζαν θετικά τίς αντιδράσεις συντεχνιακών ομάδων καί διαμόρφωναν ανάλογα τήν κοινή γνώμη. Στό βάθος καί τών τριών αυτών παραγόντων κρύβεται τό πολιτικό σύστημα τό οποίο δέν μπόρεσε νά αντιδράση σωστά.

Αυτή η πολιτική αβελτηρία, πού οδήγησε τήν Ελλάδα στόν «μηχανισμό στήριξης», μεγιστοποίησε τό χάσμα ανάμεσα στά έσοδα τού Κράτους καί τά έξοδα. Υπάρχει προφανής αντίφαση ανάμεσα στά πενιχρά κρατικά έσοδα καί στά πολλά καί σέ μεγάλο ποσοστό αδικαιολόγητα έξοδα. Στήν βάση αυτής τής αντίφασης εντοπίζονται άλλες επιμέρους πολιτικο-οικονομικές αντιφάσεις, όπως η αντίφαση ανάμεσα στήν αληθινή καί τήν εικονική οικονομική πραγματικότητα, ανάμεσα στήν άντληση κρατικών πόρων καί στήν απαίτηση καί διεκδίκηση κρατικών παροχών, χωρίς ανάλογο παραγωγικό αποτέλεσμα, ανάμεσα στήν βουλιμική καταλάνωση καί τήν ελλειματική παραγωγικότητα, ανάμεσα στό τεράστιο Κράτος (σέ εύρος δικαιοδοσιών καί αριθμό υπαλλήλων) καί στόν αδύναμο καί ατελέσφορο κρατικό μηχανισμό, αλλά καί ανάμεσα στήν φτώχεια τού Κράτους καί στόν πλούτο πολλών κατοίκων του.

Από τά παραπάνω αποδεικνύεται ότι η κρίση, εκτός από πολιτική, είναι καί κοινωνική, διότι γι’ αυτήν ευθύνεται η ίδια η κοινωνία –τελικά ο λαός– ο οποίος επιλέγει, μέ βάση τά πρότυπα ζωής πού αποδέχεται καί καλλιεργεί, τόν τρόπο διαβίωσής του, καί μέ τόν τρόπο αυτό δημιουργεί τά χάσματα καί τίς αντιφάσεις πού προαναφέρθηκαν, αφού η κοινωνία τελευταία επιθυμούσε νά καταναλώνη όλο καί πιό πολύ δουλεύοντας καί παράγοντας όλο καί πιό λίγο.

Η κρίση όμως στό βάθος της είναι πνευματική καί θεολογική. Η πλειονότητα τών ανθρώπων ζούν σήμερα χωρίς θεολογικό νόημα στήν ζωή τους, οπότε κυριαρχούνται από τίς τάσεις τού καταναλωτισμού καί τού εγωκεντρισμού, τάσεις κυρίαρχες στήν Αμερική καί τήν Δυτική Ευρώπη, πού έχουν επηρεάσει βαθύτατα καί τήν ελληνική κοινωνία. Οι τάσεις αυτές ρυθμίζουν καί τίς διεθνείς αγορές, τίς αποφάσεις τών διεθνών τοκογλύφων, πού ταλαιπωρούν, τή συμπράξει ημών, τήν χώρα μας.

Από θεολογική σκοπιά ο πειρασμός τής κρίσης σχετίζεται μέ τούς πειρασμούς τού Χριστού, πού ήταν οι ίδιοι μέ εκείνους πού αντιμετώπισε καί ο Αδάμ στόν Παράδεισο. Σύμφωνα μέ τήν πατερική ερμηνεία οι πειρασμοί αυτοί σχετίζονται μέ τά πάθη τού τριμερούς τής ψυχής τού ανθρώπου. Ο πρώτος πειρασμός, τό νά μετατρέψη τούς λίθους σέ ψωμί, αναφέρεται στό πάθος τής φιληδονίας, ο δεύτερος, τό νά πέση από τό πτερύγιο τού Ναού, αναφέρεται στό πάθος τής φιλοδοξίας, καί ο τρίτος πειρασμός, τό νά αποκτήση μέ τήν προσκύνηση τού διαβόλου τίς βασιλείες καί τήν δόξα τού κόσμου, αναφέρεται στό πάθος τής φιλαργυρίας.

Εξετάζοντας τήν σύγχρονη οικονομική κρίση μέσα από τό παράδειγμα αυτό, φαίνεται ότι ο σύγχρονος άνθρωπος υπόκειται σ’ αυτούς τούς τρείς πειρασμούς καί υποχωρεί στίς προτάσεις τους.

Ο σύγχρονος άνθρωπος θέλει νά μετατρέπη τούς λίθους, τά αντικείμενα, τό φυσικό περιβάλλον, καθώς επίσης καί όλα τά δομικά στοιχεία τής ζωής του, ακόμη καί τά κύτταρα καί τά γονίδια, σέ χρυσό, σέ τροφή, σέ αγαθά γιά τήν σωματική του απόλαυση. Επίσης, ενδιαφέρεται κυρίως γιά όσα φαίνονται καί προκαλούν τήν προσοχή του, ενδιαφέρεται, δηλαδή, γιά τό φαίνεσθαι, επιθυμεί τήν κοινωνική προβολή, τήν ανάδειξή του στήν κοινωνία, μέ οποιοδήποτε τρόπο. Ακόμη, ενδιαφέρεται γιά τήν κατάκτηση τής ποικιλόμορφης εξουσίας, μέ οποιοδήποτε τρόπο, γιά νά κυβερνά τόν κόσμο καί τίς κοινωνικές ομάδες. Όλα αυτά διαπνέονται από τήν φιληδονία, τήν φιλοδοξία καί τήν φιλοκτημοσύνη.

Η προβληματική τών τριών πειρασμών στούς οποίους υπόκειται ο σύγχρονος άνθρωπος είναι η προβληματική τών κοινωνικών, ψυχολογικών καί ιδεολογικών συστημάτων πού κυριαρχούν στίς μέρες μας, όπως τού καπιταλισμού (προτεραιότητα στήν ύλη), τού φροϋδισμού (προτεραιότητα στήν ηδονή) καί τής ιδεοκρατίας (κυριαρχία τής αυτονομημένης λογικής).

Στό Κληρικολαϊκό Συνέδριο τής Ιεράς Μητροπόλεως Ναυπάκτου καί Αγίου Βλασίου τέθηκε τό ερώτημα: Η Εκκλησία, τό Σώμα τού Χριστού, ζώντας μέσα στίς συγκεκριμένες κοινωνικές, πολιτικές καί οικονομικές συνθήκες, ποιμαίνοντας «λογικά ποίμνια» μέσα σ’ αυτήν τήν ποικιλόμορφη κρίση, πώς μπορεί νά βοηθήση στό ξεπέρασμα τών προβλημάτων πού δημιουργεί η κρίση, πώς μπορεί νά βοηθήση τούς ανθρώπους πού ταλαιπωρούνται από αυτήν;

Η Εκκλησία ως σύνολο, αλλά καί οι μεμονωμένοι Χριστιανοί, μπορούν νά βοηθήσουν στήν αντιμετώπιση τής ποικιλόμορφης κρίσης μέ τούς ακόλουθους τρόπους:

Πρώτον, μέ τό νά επιτελή η Εκκλησία τό καθαυτό έργο της. Μέ τό νά διδάσκη, δηλαδή, καθαρό τόν λόγο τών Αποστόλων καί τών αγίων Πατέρων, μέ τό νά καθοδηγή σωστά τούς πιστούς στήν ευαγγελική άσκηση καί στήν μετοχή τους στό μυστήριο τής Εκκλησίας, πού όλα αυτά συνιστούν τρόπο ζωής πού καθαρίζει τούς ανθρώπους από τά πάθη τής φιληδονίας, τής φιλοκτημοσύνης καί τής κενοδοξίας. Αλλάζει, δηλαδή, τήν νοοτροπία τού κόσμου, ανατρέποντας τίς πολιτισμικές αιτίες τής κρίσης.

Ο λόγος τής Εκκλησίας πρέπει νά είναι σ’ αυτήν τήν συγκυρία ηχηρός καί πρός τούς εντός τού περιβόλου τής Εκκλησίας, αλλά καί πρός τούς έξω. Υπάρχουν πύρινοι λόγοι τών αγίων Πατέρων εναντίον τού πλούτου καί ιδιαίτερα εναντίον τών πλουσίων, όταν συσσωρεύουν πλούτο καταπιέζοντας τούς πτωχούς. Αυτή η «ανελεήμων φιλοκτημοσύνη» δέν συμβιβάζεται μέ τήν ιδιότητα τού Χριστιανού. Επίσης, υπάρχουν λόγοι τών αγίων Πατέρων εναντίον τών τοκιζόντων, αφού είναι τελείως ξένη πρός τήν χριστιανική αγάπη η τοκογλυφία, η οποία οδηγεί σέ αδιέξοδα καί απόγνωση υπερχρεωμένους πτωχούς ανθρώπους, αλλά καί ολόκληρα κράτη. Ο λόγος τής Εκκλησίας πρέπει νά είναι γι’ αυτές τίς εκτροπές ευαγγελικά καυστικός καί ταυτόχρονα προτρεπτικός γιά χρήση τού πλούτου σέ οικονομικές δραστηριότητες, χωρίς υπερκέρδη –ή καί μέ μηδενικό κέρδος– αλλά μέ προσφορά θέσεων εργασίας σέ πτωχούς καί αξιοποίηση τού περισσεύοντος πλούτου στήν οικονομική ανακούφιση τών φυσικώς αδυνάτων.

Σήμερα, επίσης, είναι επίκαιρο τό κήρυγμα τής λιτότητας, τής αυτοπροαίρετης καί όχι τής επιβαλλόμενης από τό Κράτος, πού γίνεται μέ τήν μείωση τών μισθών καί τήν περικοπή τών δώρων. Η χριστιανική ζωή άλλωστε είναι από τήν φύση της λιτή, γιατί στήν χρήση τών υλικών αγαθών στέκεται στό αναγκαίο καί απορρίπτει τό περιττό. Η χριστιανική λιτότητα είναι φυσική συνέπεια τής πορείας τού ανθρώπου πρός τόν Θεό, στήν οποία (πορεία) απαιτείται απελευθέρωση από τήν δούλωση στά αισθητά καί τίς αισθήσεις. Στήν συγκυρία πού βρισκόμαστε, αυτή η πορεία βοηθά τόν λαό νά μήν αισθάνεται έντονα τίς συνέπειες τής κρίσης. Τόν βοηθά, επίσης, νά καταλάβη καλά τήν επισήμανση τού αγίου Ιωάννου τού Χρυσοστόμου, ότι πλούσιος είναι αυτός πού δέν χρειάζεται πολλά.

Δεύτερον, η Εκκλησία μπορεί νά βοηθήση στήν αντιμετώπιση τής κρίσης μέ τήν αναθέρμαση τής ενοριακής ζωής, μέ τήν οργάνωση ει δυνατόν όλων τών Ενοριών κατά τά πρωτοχριστιανικά πρότυπα, τίς πρώτες αποστολικές κοινότητες, όταν ήταν «αυτοίς άπαντα κοινά» (Πραξ. 4, 32). Η οργάνωση τής Ενορίας ως «πνευματικής οικογένειας» καί ως «θεραπευτικής κοινότητας», πού θεραπεύει προσωπικές, πνευματικές, αλλά καί κοινωνικές ασθένειες, εκτός από τήν πνευματική βοήθεια πού προσφέρει στά μέλη της, μπορεί νά συντελέση στήν ελάττωση τής εξάρτησής τους από τό χρήμα, μέ τήν αλληλοβοήθεια σέ εργασίες, αλλά καί τήν ανταλλαγή διαφόρων αναγκαίων ειδών, ιδιαίτερα ειδών διατροφής, πού κατασκευάζονται στό σπίτι. Μέσα στό πλαίσιο τής Ενορίας μπορεί νά αναπτυχθή, μέ πνεύμα αγάπης, μιά μορφή αντιπραγματισμού, δηλαδή, ανταλλαγής υπηρεσιών καί προϊόντων μέ υπηρεσίες καί προϊόντα, πού μειώνει τήν ανάγκη τού χρήματος, τό οποίο είναι η «καύσιμη ύλη» τής κρίσης. Μέσα σ’ αυτό τό «πνεύμα» σημαντική βοήθεια μπορεί νά προσφερθή μέ τήν συνέχιση καί επαύξηση τού τεράστιου φιλανθρωπικού έργου τής Εκκλησίας, τό οποίο δυστυχώς δέν είναι γνωστό στούς πολλούς στό σύνολό του. Η Εκκλησία πρέπει νά αυξήση τό προνοιακό καί φιλανθρωπικό της έργο, νά προτρέπη τόν λαό γιά έργα φιλανθρωπίας, νά εντείνη τήν προσφορά τών καθημερινών συσιτίων καί νά συντονίση τά ενεργά μέλη τής κοινωνίας (άνδρες καί γυναίκες) γιά κατ' οίκον επισκέψεις καί βοήθεια σέ ανήμπορους ανθρώπους, καί τελικά νά αναπτύξη στό έπακρο τόν εθελοντισμό σέ έργα προσφοράς καί φιλανθρωπίας.

Τρίτον, η Εκκλησία μπορεί νά βοηθήση μέ τό νά δράση μέσω τής Ιεραποστολής σέ κράτη χαμηλού βιοτικού επιπέδου, πού υποφέρουν λόγω τής παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Γιά τόν σκοπό αυτό πρέπει νά ενισχύη μέ κάθε δυνατό τρόπο τό πνευματικό καί φιλανθρωπικό έργο τών Ιεραποστόλων.

Τέταρτον, εκτός από τίς πρωτοβουλίες τής Εκκλησίας ως συνόλου, οι μεμονωμένοι Χριστιανοί –κληρικοί καί λαϊκοί– μπορούν νά βοηθήσουν μέ τό προσωπικό τους παράδειγμα, δηλαδή μέ τόν τρόπο πού βιώνουν τήν πίστη τους καί συμπεριφέρονται πρός τά έξω. Αυτό πού ζητά η κοινωνία σήμερα είναι ζωντανά παραδείγματα κατανικήσεως καί υπερβάσεως τών τριών πειρασμών (φιληδονίας, φιλαργυρίας, κενοδοξίας) πού βρίσκονται στήν βάση τής σύγχρονης παγκόσμιας οικονομικής κρίσης.

Ο πέμπτος τρόπος μέ τόν οποίο μπορεί νά βοηθήση η Εκκλησία στό ξεπέρασμα τής κρίσης είναι η καλλιέργεια τής ελπίδας, μέ τό νά δώση υπόσταση στήν ελπίδα τού λαού εμπνεύοντας πίστη στήν αγάπη τού Θεού, στήν παντοδύναμη πρόνοιά Του, πού βιώνεται μέσα στήν ζωή τής Εκκλησίας ως απτή πραγματικότητα. Η χριστιανική ζωή είναι ζωή ελπίδας. Η πίστη στήν αγάπη τού Θεού, μέσα στό μυστήριο τής Εκκλησίας, δυναμώνει τήν αγάπη γιά τούς ανθρώπους καί ισχυροποιεί τήν θέληση στό αγαθό, κάνοντάς την απρόσβλητη από τά πάθη πού δημιουργούν τίς κρίσεις.

Η ζωή μέσα στήν Εκκλησία –παρά τόν «όχλο» τών προβλημάτων καί τών οικονομικών καί άλλων κρίσεων– είναι ζωή ελπίδας, χαράς καί αναστάσεως.

  • Προβολές: 1303

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance