• Αρχική
  • Τεῦχος 178 - Μάϊος 2011
  • Δύο σημαντικὲς ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας - Ἀπορρίφθηκαν αἰτήσεις μελῶν τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Μεταμορφώσεως

Δύο σημαντικὲς ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας - Ἀπορρίφθηκαν αἰτήσεις μελῶν τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Μεταμορφώσεως

Πρόσφατα (Μάρτιος 2011) εκδόθηκαν δύο σημαντικές αποφάσεις τού Συμβουλίου τής Επικρατείας επί αντιστοίχων προσφυγών Ιερομονάχων τής Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως Σωτήρος Σκάλας Ναυπάκτου. Οι αποφάσεις αυτές σηματοδοτούν τό τέλος τής μακροχρόνιας δικαστικής προσπάθειας τών υπευθύνων τής Μονής νά ανατρέψουν μέ εξωεκκλησιαστικά μέσα αντίστοιχες αποφάσεις τών Συνοδικών Δικαστηρίων καί τής Ιεράς Συνόδου.

Συγκεκριμένα, ένδεκα χρόνια μετά τήν έναρξη τών εκκλησιαστικών ανακρίσεων σέ βάρος τού τότε ηγουμένου τής Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως τού Σωτήρος Σκάλας Ναυπάκτου, Ιερομόναχου Σπυρίδωνος Λογοθέτου, πέντε χρόνια μετά τήν τελεσίδικη απόφαση τού Δευτεροβαθμίου Συνοδικού Δικαστηρίου, τό οποίο τού επέβαλε τήν ποινή τής εκπτώσεως από τήν θέση τού ηγουμένου, καί πέντε χρόνια μετά τήν προσφυγή του, μαζί μέ άλλα οκτώ μέλη τής Αδελφότητος, στό Συμβούλιο τής Επικρατείας, εξεδόθησαν δύο οριστικές αποφάσεις τού Γ' Τμήματος (πενταμελής σύνθεση) πού απορρίπτουν τίς αιτήσεις τών ιερομονάχων, καί επιβεβαιώνουν αφ' ενός μέν τό δίκαιο τών ενεργειών τού Μητροπολίτου καί τής Εκκλησίας τής Ελλάδος, αφ' ετέρου δέ τήν λανθασμένη τακτική καί νοοτροπία πού εξέφρασαν οι υπεύθυνοι τής Ιεράς Μονής όλο αυτό τό διάστημα.

Τό σύντομο ιστορικό τής υπόθεσης έχει ως εξής:

Μετά από συκοφαντικές προκλήσεις, διατάχθηκαν (τό έτος 2000) εκκλησιαστικές ανακρίσεις κατά τού τότε ηγουμένου π. Σπυρίδωνος Λογοθέτη. Στό κατηγορητήριο περιλαμβάνονταν κατηγορίες, γιά αίρεση, απείθεια, ανυπακοή πρός τόν Επίσκοπο καί τήν Ιερά Σύνοδο καί καταφρόνηση αυτών, αλλοίωση τού ορθοδόξου μοναχισμού διά τής ιδρύσεως Σωματείων καί Εμπορικών Εταιρειών, απόκρυψη εσόδων καί εξόδων, σύγχυση τού ταμείου τής Ιεράς Μονής μέ τά ταμεία τών Σωματείων, άρνηση τού ελέγχου νομιμότητος, άρνηση τού υπό τής Ιεράς Συνόδου διαχειριστικού ελέγχου, εξύβριση καί συκοφαντική δυσφήμηση τού Μητροπολίτου, σκανδαλισμός τών πιστών, φατρία καί τυρεία σέ βάρος τού Μητροπολίτου του κ.ά.

Η διενέργεια τών ανακρίσεων ανεστάλη τόν Οκτώβριο τού 2002, όταν ο τότε ηγούμενος ζήτησε γραπτώς συγγνώμη γιά τίς συκοφαντίες του. Όταν όμως λίγους μήνες αργότερα, μέ δύο επιστολές του, τόν Μάρτιο καί τόν Μάϊο τού 2003, συκοφάντησε καί τόν τότε Αρχιεπίσκοπο Αθηνών καί Πάσης Ελλάδος, μακαριστό κυρό Χριστόδουλο, ότι τόν εκβίασε γιά νά ζητήση συγγνώμη, οι ανακρίσεις μέ έγγραφο τής Ιεράς Συνόδου συνεχίσθηκαν καί προστέθηκε η κατηγορία «ύβρει καί δεινή συκοφαντία τού Προέδρου τής Ιεράς Συνόδου τής Εκκλησίας τής Ελλάδος, Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών καί Πάσης Ελλάδος κ.κ. Χριστοδούλου».

Η υπόθεση από τό Επισκοπικό Δικαστήριο διαβιβάσθηκε στό Πρωτοβάθμιο Συνοδικό Δικαστήριο.

Τόσο τό Πρωτοβάθμιο όσο καί τό Δευτεροβάθμιο Συνοδικό Δικαστήριο κήρυξαν τόν κατηγορούμενο ένοχο γιά τό σύνολο τών κατηγοριών –εκτός από τήν πρώτη περί αιρέσεως, «ένεκεν θεολογικής ανεπαρκείας»– καί τού επιβλήθηκε η ποινή τής εκπτώσεως εκ τής θέσεως τού ηγουμένου.

Κατόπιν τούτου, ο πρώην ηγούμενος, μέ άλλα οκτώ μέλη τής υπ' αυτόν αδελφότητος προσέφυγε στό Συμβούλιο τής Επικρατείας, ζητώντας έκδοση προσωρινής διαταγής περί αναστολής, αναστολή καί ακύρωση καί τών δύο αποφάσεων, τού Πρωτοβαθμίου καί τού Δευτεροβαθμίου Συνοδικών Δικαστηρίων.

Όλες οι αιτήσεις περί αναστολής απορρίφθηκαν.

Ο Σεβ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου καί Αγίου Βλασίου κ. Ιερόθεος, άν καί είχε απορριφθή η αίτηση περί εκδόσεως προσωρινής διαταγής, ανέμενε καί τήν απόφαση περί αναστολής, καί τότε ζήτησε από τήν Αδελφότητα τής Μονής νά προβή σέ εκλογή νέου Ηγουμένου.

Η Αδελφότητα, μέ μιά ανυπόστατη καί αστήρικτη πράξη, κατά παράβαση τού Καταστατικού Χάρτη, επανεξέλεξε τόν εκπεσόντα Ιερομόναχο ως ηγούμενο τής Μονής (1-7-2007).

Αυτή η ενέργεια, είχε ως αποτέλεσμα τήν έκδοση αποφάσεως τής Ιεράς Συνόδου τής Εκκλησίας τής Ελλάδος (4-9-2007), μέ τήν οποία κηρύχθηκε άκυρη η απόφαση περί επανεκλογής καί επιβλήθηκε τό επιτίμιο τής ακοινωνησίας στόν πρώην ηγούμενο, στά τότε μέλη τού ηγουμενοσυμβουλίου καί τόν γραμματέα του.

Οι επιτιμηθέντες Ιερομόναχοι προσέφυγαν στό Σ.τ.Ε. καί εναντίον τής ποινής τής ακοινωνησίας.

Έτσι, φθάσαμε στήν εκδίκαση από τό Σ.τ.Ε. τών δύο αιτήσεων ακυρώσεως, δηλαδή α) τήν αίτηση κατά τών αποφάσεων τών Συνοδικών Δικαστηρίων πού κήρυξαν έκπτωτο τόν Ιερομόναχο Σπυρίδωνα Λογοθέτη καί β) τήν αίτηση κατά τής αποφάσεως τής Ιεράς Συνόδου περί επιβολής τού επιτιμίου τής ακοινωνησίας στά τέσσερα μέλη τής Ιεράς Μονής. Η εκδίκαση έγινε στίς 28 Ιανουαρίου 2010 καί οι αποφάσεις 685 καί 686/2011 εκδόθηκαν στίς 28 Μαρτίου 2011.

Τά κύρια σημεία τών αποφάσεων αυτών είναι τά εξής:

  • Διακηρύσσεται η ελευθερία τής Εκκλησίας νά κανονίζη τά τού οίκου της.
  • Επιβεβαιώνεται ο πνευματικός χαρακτήρας τού επιτιμίου τής ακοινωνησίας.
  • Επιβεβαιώνεται τό απαράδεκτο τής προσφυγής εναντίον πράξεων τής Εκκλησίας αμιγώς πνευματικού χαρακτήρος.
  • Επιβεβαιώνεται η συνταγματικότητα τού Κανονικού καί Εκκλησιαστικού Δικαίου.
  • Προστατεύεται η εσωτερική μυστηριακή σχέση τής Εκκλησίας μέ τά μέλη της καί δή τούς Κληρικούς
  • Τονίζεται δεόντως τό αυτοπροαίρετο τής επιλογής τών Κληρικών γιά τήν εσωτερική μυστηριακή σχέση τους μέ τήν Εκκλησία καί αποδίδεται σέ αυτούς η ευθύνη γιά τήν αποδοχή τών υποχρεώσεών τους έναντι τής Εκκλησίας καί τών ιερών Κανόνων της.
  • Επιβεβαιώνονται οι εκκλησιολογικές προϋποθέσεις κάθε θρησκευτικού λειτουργήματος, δηλαδή δέν μπορεί κάποιος νά τελή οποιοδήποτε εκκλησιαστικό λειτούργημα, εφ' όσον έχει διακοπή η πνευματική του σχέση μέ τήν Εκκλησία.
  • Τόσο ο Επίσκοπος όσο καί η Ιερά Σύνοδος θεωρούνται ως οι κατ' εξοχήν υπεύθυνοι γιά τήν διατήρηση τής πνευματικής σχέσεως ενός μέλους μέ τήν Εκκλησία του (αυτό σέ σχέση καί μέ τήν υπ' αριθμ. 687/2011 απόφαση τού Σ.τ.Ε. γιά παρόμοια περίπτωση).
  • Δίδεται ένα πρώτης τάξεως μάθημα εκκλησιολογίας σέ παρεκτραπέντας πρός μιά πολιτειοκρατική αντίληψη μοναχούς.
  • Αποδίδονται τά δέοντα στόν νομικισμό καί τήν καταφρόνηση τών αποφάσεων τής εκκλησιαστικής καί τής πολιτειακής Δικαιοσύνης.

Τά κυριώτερα αποσπάσματα από τίς δύο αυτές αποφάσεις δημοσιεύουμε ευθύς αμέσως, διότι τίς θεωρούμε πολύ σημαντικές τόσο γιά τήν επίλυση τού προβλήματος πού έχει δημιουργήσει η Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως στήν Μητρόπολή μας καί τήν Εκκλησία εν γένει, όσο καί γιά τίς σχέσεις Εκκλησίας-Πολιτείας.

* * *

Απόφαση Συμβουλίου τής Επικρατείας 685/2011

Περί τής ακοινωνησίας

Τό αντικείμενο τής αιτήσεως τών Ιερομονάχων τής Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως Σωτήρος Σκάλας Ναυπάκτου:

...

«2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση της από 4.9.2007 αποφάσεως της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλαδος, με την οποία επεβλήθη το επιτίμιο της ακοινωνησίας στους αιτούντες, ιερομονάχους που ασκούσαν στην Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως Σωτήρος Ναυπάκτου τα διοικητικά καθήκοντα α) ο πρώτος του ηγουμένου και προέδρου του ηγουμενοσυμβουλίου, β) ο δεύτερος και ο τρίτος των μελών τού ηγουμενοσυμβουλίου καί γ) ο τέταρτος του γραμματέα».

Τό σκεπτικό τού Δικαστηρίου πού απορρίπτει ως απαράδεκτη γενικά κάθε αίτηση πού αναφέρεται σέ πνευματικά θέματα, όπως είναι αυτό τής ακοινωνησίας:

«3. Επειδή, όπως έχει κριθεί, το επιτίμιο της ακοινωνησίας, που επιβάλλεται από την Εκκλησία στους λειτουργούς της, δεν προβλέπεται από πολιτειακό νόμο. Ανάγεται στην εσωτερική μυστηριακή σχέση κοινωνίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας με τους λειτουργούς της, στη σχέση δε αυτή οι τελευταίοι αυτοπροαιρέτως προσχωρούν δια της ιερωσύνης. Το επιτίμιο αυτό επιβάλλεται από την Εκκλησία ως πνευματικό οργανισμό και προβλέπεται από ιερούς κανόνες πνευματικής φύσεως. [Κανών 5 Α' Οικουμενικής Συνόδου, Κανών 8 Δ' Οικουμενικής Συνόδου, Κανόνες 2 καί 17 Συνόδου Αντιοχείας, Κανόνες 29 (37) και 79 (87) Συνόδου Καρθαγένης κ.α.]. Η επιβολή δε του επιτιμίου της ακοινωνησίας, ως πράξη πνευματικού περιεχομένου μη προβλεπομένη από πολιτειακό νόμο και συνεπαγομένη την στέρηση της μεταλήψεως της θείας κοινωνίας, την αδυναμία μεταδόσεως της θείας κοινωνίας στους πιστούς, καθώς και την απαγόρευση τελέσεως της θείας λειτουργίας και των άλλων ιεροπραξιών, δεν είναι εκτελεστή διοικητική πράξη όπως αυτή νοείται στο άρθρο 95 παρ. 1 α' του Συντάγματος και στο άρθρο 45 του π.δ 18/1989 (Α'8) και δεν υπόκειται στον ακυρωτικό έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ 2976-2991/1996 Ολομ., 616/2004 κ.α)».

Η κρίση τής συγκεκριμένης περίπτωσης καί η απόρριψη τής αιτήσεως τών Ιερομονάχων:

«4. Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία ασκεί κάθε εκκλησιαστική-διοικητική εξουσία κατά τους ιερούς κανόνες, τις ιερές παραδόσεις και τους νόμους κατά το διάστημα που μεσολαβεί μέχρι τη σύγκληση της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας (βλ. άρθρο 9 παρ. 2 του ν. 590/1977, Α' 146), επιληφθείσα αναφοράς του Μητροπολίτη της Ιεράς Μητροπόλεως Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου, στην περιφέρεια του οποίου, ως επιχωρίου επισκόπου, υπάγεται η Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ναυπάκτου, επέβαλε με την προσβαλλόμενη πράξη το επιτίμιο της ακοινωνησίας σε όλους [τους] αιτούντες, διότι μετά την έκπτωση του πρώτου αιτούντος, δυνάμει αποφάσεως Συνοδικού Δικαστηρίου, από το αξίωμα του ηγουμένου της εν λόγω Ιεράς Μονής "...όλως αντικανονικώς και προκλητικώς προέβησαν εις ... διαδικασίαν επανεκλογής αυτού κατά παράβασιν των κανόνων της Εκκλησίας....". Περαιτέρω, με την ίδια πράξη η Διαρκής Ιερά Σύνοδος "εντέλλεται τη Μοναστική Αδελφότητι...όπως προβή εις την εκλογήν νέου Ηγουμενοσυμβουλίου". Τέλος στο υπ' αριθμ. 3519/1921/6.9.2007 έγγραφό της, με το οποίο γνωστοποιήθηκε το περιεχόμενο της προσβαλλομένης πράξεως, η Διαρκής Ιερά Σύνοδος, απευθυνομένη στους αιτούντες, αναφέρει μεταξύ άλλων τα εξής: "Κατά την περίοδον ταύτην του επιτιμίου, στερείσθε της δυνατότητος ίνα τελήτε την Θείαν Λειτουργίαν και οιανδήποτε ιεροπραξίαν και τελετήν και μετέχητε του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας... Η εν τοις πράγμασι μετάνοια υμών θέλει αποκαταστήσει υμάς εις την Κοινωνίαν μετά του πληρώματος της καθ' όλου Ορθοδόξου Εκκλησίας". Με τα δεδομένα, όμως, αυτά η κρινόμενη αίτηση είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη, διότι στρέφεται κατά πράξεως πνευματικού περιεχομένου που δεν υπόκειται στον ακυρωτικό έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη.

Δια ταύτα

Απορρίπτει την αίτηση ...».

* * *

Απόφαση Συμβουλίου τής Επικρατείας 686/2011

περί εκπτώσεως εκ τής θέσεως τού Ηγουμένου

Τό αντικείμενο τής αιτήσεως τών Ιερομονάχων τής Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως Σωτήρος Σκάλας Ναυπάκτου:

«2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση α) της υπ' αριθμ. 26/2005 πράξεως του Πρωτοβαθμίου Συνοδικού Δικαστηρίου της Εκκλησίας της Ελλάδος για Πρεσβυτέρους, Διακόνους και Μοναχούς, με την οποία επεβλήθη στον πρώτο αιτούντα, Ιερομόναχο, η ποινή της εκπτώσεως από τη θέση του ηγουμένου της Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως Σωτήρος Ναυπάκτου λόγω πειθαρχικών παραπτωμάτων του και β) της υπ' αριθμ. 9/2006 πράξεως του Δευτεροβαθμίου Συνοδικού Δικαστηρίου της Εκκλησίας της Ελλάδος για Πρεσβυτέρους, Διακόνους και Μοναχούς, με την οποία απορρίφθηκε "έφεση" του πρώτου αιτούντος κατά της πρώτης προσβαλλομένης πράξεως και επικυρώθηκε η επιβληθείσα με την ως άνω πράξη πειθαρχική ποινή.

Τό σκεπτικό τού Δικαστηρίου όσον αφορά τό παραδεκτό τής αιτήσεως:

«3. Επειδή, τα "εκκλησιαστικά δικαστήρια" είναι πειθαρχικά όργανα της Εκκλησίας της Ελλάδος, τα οποία ιδρύθηκαν για τη διατήρηση της εκκλησιαστικής πειθαρχίας και την τιμωρία των κληρικών και μοναχών που υποπίπτουν σε παραπτώματα. Κατά την άσκηση της πειθαρχικής αρμοδιότητάς τους τα "εκκλησιαστικά δικαστήρια" επιβάλλουν ποινές, εκ των οποίων άλλες μεν έχουν πνευματική μόνο φύση, άλλες δε επηρεάζουν αμέσως την υπηρεσιακή σχέση του κληρικού ή του μοναχού καθώς και τα δικαιώματα που απορρέουν από αυτή τη σχέση. Στή δεύτερη περίπτωση οι πράξεις των "εκκλησιαστικών δικαστηρίων" υπόκεινται σε αίτηση ακυρώσεως ως εκτελεστές διοικητικές πράξεις (ΣτΕ 825/1988 Ολομ. κ.α.). Ειδικότερα, η πράξη "εκκλησιαστικού δικαστηρίου" με την οποία επιβάλλεται σε ιερομόναχο η ποινή της εκπτώσεως από κατεχόμενη θέση ηγουμένου Ιεράς Μονής, υπόκειται σε αίτηση ακυρώσεως ως πράξη που συνεπάγεται στέρηση αρμοδιότητας διοικήσεως νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, δεδομένου ότι σύμφωνα με τα άρθρα 1 παρ. 4 και 39 παρ. 4 και 5 του ν. 590/1977 (Α'146) κάθε Ιερά Μονή είναι, ως προς τις νομικές σχέσεις της, νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου που διοικείται από ηγουμενοσυμβούλιο, του οποίου προΐσταται ο ηγούμενος».

Η απόρριψη από τό Δικαστήριο τής συναιτήσεως τών άλλων μελών τής Αδελφότητος, πλήν τού πρ. Ηγουμένου:

«5. Επειδή, οι λοιποί, πλην του πρώτου, αιτούντες επικαλούνται προς θεμελίωση εννόμου συμφέροντος για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως την ιδιότητά τους ως μελών της Αδελφότητας της Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ναυπάκτου και την συνύπαρξή τους "στην ίδια ευχαριστιακή κοινότητα υπό την πνευματική καθοδήγηση" του πρώτου αιτούντος. Ο δεύτερος και ο τρίτος εξ αυτών επικαλούνται και την ιδιότητά τους ως μελών του ηγουμενοσυμβουλίου της Ιεράς Μονής. Με τις ιδιότητες, όμως, αυτές δεν θεμελιώνεται άμεσο και προσωπικό έννομο συμφέρον για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως. Συνεπώς, η αίτηση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη καθ' ο μέρος ασκείται από τους λοιπούς, πλήν του πρώτου, αιτούντες».

Η σύνδεση τής εκπτώσεως εκ τής θέσεως τού Ηγουμένου μέ τήν επιβολή από τήν Ιερά Σύνοδο τού επιτιμίου τής ακοινωνησίας:

«6. Επειδή, μετά την έκδοση της προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 9/2006 πράξεως του Δευτεροβαθμίου Συνοδικού Δικαστηρίου της Εκκλησίας της Ελλάδος για Πρεσβυτέρους, Διακόνους και Μοναχούς, με την οποία επικυρώθηκε, σύμφωνα με τα εκτεθέντα, η επιβληθείσα στον πρώτο αιτούντα πειθαρχική ποινή της εκπτώσεως από την θέση του ηγουμένου της Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ναυπάκτου, η Αδελφότητα της Ιεράς Μονής επανεξέλεξε τον πρώτο αιτούντα ως ηγούμενό της. Όπως, όμως, έγινε δεκτό με την από 4.9.2007 πράξη της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος η οποία ασκεί κάθε εκκλησιαστική-διοικητική εξουσία κατά τους ιερούς κανόνες, τις ιερές παραδόσεις και τους νόμους κατά το διάστημα που μεσολαβεί μέχρι τη σύγκληση της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας (βλ. άρθρο 9 παρ. 2 του ν. 590/1977), η ως άνω επανεκλογή του πρώτου αιτούντος στη θέση του ηγουμένου της Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ναυπάκτου έγινε "όλως αντικανονικώς και προκλητικώς... κατά παράβασιν των κανόνων της Εκκλησίας..." και για το λόγο αυτό επεβλήθη, με την ίδια πράξη της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, στον πρώτο αιτούντα και σε άλλα τρία μέλη της Αδελφότητας της Ιεράς Μονής, τα οποία συνέπραξαν για την επανεκλογή του, η πνευματική ποινή του επιτιμίου της ακοινωνησίας. Με την ίδια πράξη η Διαρκής Ιερά Σύνοδος "εντέλλεται τη Μοναστική Αδελφότητι... όπως προβή εις την εκλογήν νέου Ηγουμενοσυμβουλίου". Γνωστοποιώντας δε αυτή την πράξη της και απευθυνόμενη στον πρώτο αιτούντα και στα ως άνω τρία μέλη της Αδελφότητας η Διαρκής Ιερά Σύνοδος ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Κατά την περίοδον ταύτην του επιτιμίου, στερείσθε της δυνατότητος ίνα τελήτε την Θείαν Λειτουργίαν και οιανδήποτε ιεροπραξίαν και τελετήν και μετέχητε του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας... Η εν τοις πράγμασι μετάνοια υμών θέλει αποκαταστήσει υμάς εις την Κοινωνίαν μετά του πληρώματος της καθ' όλου Ορθοδόξου Εκκλησίας" (Βλ. το υπ' αριθμ. 3519/1921 /6.9.2007 έγγραφο της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου)».

Η διαπίστωση ότι α) η Εκκλησία δέν ήρε τήν ποινή τής ακοινωνησίας καί β) τό Σ.τ.Ε. απέρριψε αίτηση τών ακοινωνήτων γιά ακύρωση τής αποφάσεως τής Εκκλησίας:

«7. Επειδή, μέχρι το χρόνο της συζητήσεως της κρινομένης αιτήσεως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος δεν είχε άρει την πνευματική ποινή του επιτιμίου της ακοινωνησίας, την οποία επέβαλε με την από 4.9.2007 πράξη της. Εξ άλλου, η αίτηση ακυρώσεως, η οποία ασκήθηκε απο τον πρώτο αιτούντα και τα ως άνω τρία μέλη της Αδελφότητας κατά της πράξεως αυτής, ήδη απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με την υπ' αριθμ. 685/2011 απόφαση του Δικαστηρίου».

Τό βασικό σκεπτικό τού Δικαστηρίου:

«8. Επειδή, στο άρθρο 1 παρ. 4 του ν. 590/1977 ορίζεται ότι: "4. Κατά τάς νομικάς αυτών σχέσεις η Εκκλησία της Ελλάδος, αι Μητροπόλεις...αι Μοναί....είναι Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου...". Περαιτέρω, στο άρθρο 39 παρ. 1, 4 καί 5 του ίδιου νόμου ορίζονται τα εξής: "1. Η Ιερά Μονή είναι θρησκευτικόν καθίδρυμα δια την άσκησιν των εν αυτή εγκαταβιούντων ανδρών ή γυναικών, συμφώνως προς τας μοναχικάς επαγγελίας και τους περί μοναχικού βίου ιερούς κανόνας και παραδόσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας. 2....3....4. Τα της οργανώσεως και προαγωγής του πνευματικού βίου και τα της διοικήσεως της Μονής καθορίζονται υπό του Ηγουμενοσυμβουλίου συμφώνως προς τους ιερούς κανόνας, τας μοναχικάς παραδόσεις και τους νόμους του Κράτους.... 5. Ο Ηγούμενος και τα μέλη του Ηγουμενοσυμβουλίου.... εκλέγονται... υπό της μοναχικής αδελφότητος... Η Δ.Ι.Σ δύναται δι' ητιολογημένης αποφάσεως... να εγκρίνει την διενέργειαν νέας εκλογής προς ανάδειξιν Ηγουμένου".

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ο ηγούμενος Ιεράς Μονής της Εκκλησίας της Ελλάδος έχει καθήκον α) της οργανώσεως και προαγωγής του πνευματικού βίου θρησκευτικού καθιδρύματος κατά τους ιερούς κανόνες της Ορθοδόξου Εκκλησίας καί β) της διοικήσεως νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου κατά τους νόμους του Κράτους. Η κτήση και η διατήρηση της θέσεως του ηγουμένου, για την άσκηση του διττού αυτού καθήκοντος, προϋποθέτει την εκκλησιολογική ικανότητά του να ασκεί τα πνευματικά του καθήκοντα, η οποία όμως παύει να υφίσταται σε περίπτωση κατά την οποία αυτός καθίσταται ακοινώνητος λόγω επιβολής του επιτιμίου της ακοινωνησίας σε βάρος του, που έχει ως συνέπεια την αδυναμία του να τελεί θεία λειτουργία και κάθε άλλη ιεροπραξία και να μετέχει του μυστηρίου της θείας ευχαριστίας (πρβλ. ΣτΕ 2979/1966 Ολομ.). Εν προκειμένω, το άμεσο και προσωπικό έννομο συμφέρον του πρώτου αιτούντος για την ακύρωση της υπ' αριθμ. 9/2006 πράξεως του Δευτεροβαθμίου Συνοδικού Δικαστηρίου της Ελλάδος για Πρεσβυτέρους, Διακόνους και Μοναχούς (καί, συναφώς, για την ανάκτηση της θέσεως του ηγουμένου, από τήν οποία εξέπεσε δυνάμει αυτής της πράξεως), το οποίο ήταν πρόδηλο κατά το χρόνο της εκδόσεως της πράξεως αυτής και το χρόνο της ασκήσεως της αιτήσεως ακυρώσεως, δεν υφίσταται και κατά το χρόνο της συζητήσεως της υποθέσεως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, κατά τον οποίο ο ίδιος στερείται εκκλησιολογικής ικανότητας ασκήσεως πνευματικών καθηκόντων ηγουμένου Ιεράς Μονής λόγω διατηρήσεως, σύμφωνα με τα εκτεθέντα, του επιτιμίου της ακοινωνησίας που επεβλήθη σε βάρος του με την από 4.9.2007 πράξη της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου. Συνεπώς, δεδομένου ότι, όπως παγίως γίνεται δεκτό, προϋπόθεση του παραδεκτού της αιτήσεως ακυρώσεως είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος του εκάστοτε αιτούντος και κατά το χρόνο της συζητήσεως της υποθέσεως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, η κρινόμενη αίτηση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη και καθ' ο μέρος ασκείται από τον πρώτο αιτούντα. Αν και κατά τη γνώμη του Προέδρου του Τμήματος ... και της Συμβούλου ..., ο πρώτος αιτών παραδεκτώς ζητεί την ακύρωση της υπ' αριθμ. 9.2006 πράξεως του Δευτεροβαθμίου Συνοδικού Δικαστηρίου για Πρεσβυτέρους, Διακόνους και Μοναχούς, παρά τήν αδυναμία του να ασκεί κατά τον παρόντα χρόνο καθήκοντα ηγουμένου Ιεράς Μονής λόγω της ακοινωνησίας του σύμφωνα με τα εκτεθέντα, διότι πάντως έχει ηθικό έννομο συμφέρον να αμφισβητεί τη νομιμότητα της έκπτωσής του από τη θέση του ηγουμένου λόγω κατάγνωσης πειθαρχικών παραπτωμάτων σε βάρος του από το εκκλησιαστικό δικαστήριο»

(σχ. Η μειοψηφία τού Δικαστηρίου έθεσε θέμα ηθικού έννομου συμφέροντος τού αιτούντος, δηλαδή άν θά έπρεπε νά συζητηθή η αίτησή του επί τής ουσίας ή όχι, χωρίς αυτό νά σημαίνη ότι απαραιτήτως ήταν καί υπέρ τού δικαίου τού περιεχομένου τής αιτήσεως).

Η τελική κρίση τού Δικαστηρίου:

9. Επειδή, σύμφωνα με την γνώμη που επεκράτησε, η κρινόμενη αίτηση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη στο σύνολό της,

Διά ταύτα

Απορρίπτει την αίτηση».

Ετικέτες: ΜΟΝΗ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ - ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

  • Προβολές: 1307

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance