Κύριο ἄρθρο: Ἀρχιεπισκοπικὴ Ἐκλογολογία

Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

Πολλές κυριακάτικες Εφημερίδες, αλλά και καθημερινές, ασχολούνται με την λεγομένη εκλογή του Αρχιεπισκόπου, χρησιμοποιώντας πολύ σκληρούς τίτλους, που προκαλούν την προσοχή των αναγνωστών. Διαβάζοντας κανείς τα κείμενα αυτά βλέπει ότι αναμασώνται και αναπλάσσονται τα ίδια σενάρια, παρουσιάζονται δε κατά καιρούς και μερικά νέα ονόματα για να σπάζη η ρουτίνα.

Διαβάζω τα κείμενα αυτά και κατά κανόνα αισθάνομαι βαθειά θλίψη. Από καιρό ήθελα να γράψω κάτι, αλλά συνεχώς ανέβαλα, γιατί με κυρίευε αθυμία. Πέρα από αυτό είμαι ο ελάχιστος στον “οίκο του Πατρός μου” και δεν θα έπρεπε να κάνω υποδείξεις και να σχολιάζω αυτό το γεγονός. Με πολύ σεβασμό θα ήθελα στην συνέχεια να χαράξω μερικές γραμμές, υπογραμμίζοντας πέντε χαρακτηριστικά σημεία.

1. Πολλοί δημοσιογράφοι, και μάλιστα όσοι ασχολούνται με το λεγόμενο εκκλησιαστικό ρεπορτάζ, επαναφέρουν συχνά το θέμα της εκλογής Αρχιεπισκόπου. Φαίνεται ότι έχουν ταυτίσει την εκκλησιαστική ζωή μόνο με την εκλογή Αρχιερέων και μάλιστα Αρχιεπισκόπου. Και αυτό, βέβαια, πρέπει να ερμηνευθή μέσα από την τάση της φαινομενολογίας που επικρατεί στην σύγχρονη κοινωνία. Όταν η εκκλησιαστική δημοσιογραφία εντάσσεται μέσα στον νόμο της προσφοράς και της ζήτησης, τότε πράγματι δημιουργείται μεγάλος προβληματισμός.

Δεν νομίζω, όμως, ότι το πρόβλημα είναι μόνον των δημοσιογράφων, αλλά και όλων εκείνων που συντηρούν μια τέτοια νοοτροπία. Το τραγικό της υποθέσεως είναι ότι γίνεται τέτοια συζήτηση, ενώ είναι γνωστό ότι ακόμη ζη ο Αρχιεπίσκοπος, καθώς επίσης, το εκκλησιαστικό δίκαιο δεν προβλέπει όριο ηλικίας. Καί, βέβαια, μερικοί μπορεί να ισχυρίζονται ότι η κλονισθείσα υγεία του Αρχιεπισκόπου φουντώνει την εκλογολογία για τον θρόνο της Αρχιεπισκοπής. Όμως το θλιβερό είναι ότι ο λόγος για την διαδοχή του Αρχιεπισκόπου Αθηνών εμμέσως ή αμέσως ξεκίνησε πριν πολλά χρόνια. Τρομάζω στην σκέψη μήπως όλο αυτόν τον θόρυβο τον υποθάλπουν μερικοί Κληρικοί, και μήπως τους δημοσιογράφους υποκινούν μερικοί λεγόμενοι “εκκλησιαστικοί παράγοντες”.

2. Η νοοτροπία της αρχιεπισκοπικής εκλογολογίας έχει σαφώς επηρεασθή από την κομματικοποίηση και την ποδοσφαιροποίηση. Τουλάχιστον, αν η συζήτηση αυτή γινόταν μέσα σε σοβαρά πλαίσια, θα μπορούσε κανείς να την θεωρήση ως γόνιμη. Αλλά τις περισσότερες φορές εντάσσεται σε μια νοοτροπία που είναι ξένη προς την εκκλησιαστική ατμόσφαιρα. Γίνεται λόγος για “δελφίνους”, για “ομάδες” ιεραρχών, για “κτυπήματα κάτω από την μέση”, για “λοχαγούς” κ.λ.π. Επικρατεί, δηλαδή, η ίδια νοοτροπία που υπάρχει στους κομματικούς μηχανισμούς και τις ποδοσφαιρικές ομάδες. Όλη αυτή η νοοτροπία τραυματίζει τον ευαίσθητο χώρο της Εκκλησίας και δημιουργεί εσφαλμένες εντυπώσεις στον λαό, ο οποίος δεν μπορεί να διακρίνη την διαφορά μεταξύ των δυο αυτών μορφών της ζωής (Εκκλησίας - κομμάτων). Η πραγματικότητα είναι ότι οι Αρχιερείς είναι ελεύθεροι άνθρωποι, πού, όταν θα έλθη η κατάλληλη στιγμή, θα εκφρασθούν αναλόγως, και, μάλιστα, θα επιβραβεύσουν αυτούς που διαπνέονται από εκκλησιαστικό φρόνημα, και δεν συμμετέχουν σε τέτοιες παρασυναγωγές με σαφώς αντιεκκλησιαστικές σκοπιμότητες.

3. Στις διάφορες αναλύσεις που γίνονται για την εκλογή του Αρχιεπισκόπου δημιουργείται εσφαλμένα η εντύπωση ότι αυτό είναι το μοναδικό πρόβλημα που βασανίζει και απασχολεί την Εκκλησία. Δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι η παρουσία ενός ηγέτου είναι ένα σοβαρό ζήτημα για την Εκκλησία. Αλλά, όμως, η λύση αυτού του προβλήματος δεν είναι η πανάκεια όλων των άλλων προβλημάτων. Τρομάζω με την σκέψη ότι είναι ενδεχόμενο η Εκκλησία να μετατραπή σε Βατικανό, σε μια κοσμική οργάνωση, καθώς επίσης τρομάζω στην δυνατότητα να εξομοιωθή η διοίκηση της Εκκλησίας και η παρουσία του Αρχιεπισκόπου με την διοίκηση την οποία εξασκεί ο Πρωθυπουργός στην Κυβέρνηση. Πράγματι, ο Πρωθυπουργός είναι υπεύθυνος για τους υπουργούς που επιλέγει και τους απολύει, όταν διαπιστώση ότι είναι ανεπαρκείς. Αυτό δεν ισχύει με την εκκλησιαστική Διοίκηση, αφού κάθε Μητρόπολη, ενώ είναι ενωμένη με τις άλλες Μητροπόλεις, και κάθε Μητροπολίτης, ενώ είναι συνοδικό μέλος τόσο της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, όσο και της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, εν τούτοις έχει μια αυτονομία. Εκείνο που θέλω να υπογραμμίσω είναι ότι το διοικητικό σύστημα της Εκκλησίας συνδέεται με το αρχαίο ελληνικό σύστημα των πόλεων και όχι με το φεουδαλιστικό σύστημα της Δύσεως. Έτσι, ο πιο δραστήριος Αρχιεπίσκοπος δεν μπορεί να ενεργοποιήση έναν αδρανή Μητροπολίτη, καθώς επίσης, ένας δραστήριος Μητροπολίτης δεν ενοχλείται καθόλου στην διοίκηση της επαρχίας του, από την αδράνεια ενός Αρχιεπισκόπου. Βέβαια, δεν θέλω να υποστηρίξω ότι δεν πρέπει να ενδιαφερόμαστε για την καλύτερη επιλογή Αρχιεπισκόπου, από πλευράς εκκλησιαστικού φρονήματος και γνώσεως, γιατί θα ενδιαφερθή για τα γενικότερα θέματα της Εκκλησίας, αλλά κυρίως ότι δεν πρέπει να διακατεχόμαστε από εκκλησιαστικούς μεσσιανισμούς, οι οποίοι καταλήγουν σε ολοκληρωτισμούς.

4. Αυτήν την στιγμή την Εκκλησία της Ελλάδος την αποσχολούν πολλά προβλήματα, που έχουν να κάνουν αφ’ ενός μεν με την διατήρηση του εκκλησιαστικού φρονήματος και ήθους, τόσο των Κληρικών όλων των βαθμών, όσο και των λαϊκών, αφ’ ετέρου δε με την αντιμετώπιση των κοινωνικών προβλημάτων που αναφύονται καθημερινά. Στο θέμα αυτό έχω υπ’ όψη μου πολλές θέσεις, ήτοι ποιά είναι τα προβλήματα που απασχολούν την Εκκλησία σήμερα και πώς είναι δυνατόν να αντιμετωπισθούν, αλλά δεν θα ήθελα να αναφερθώ διεξοδικά σε αυτό το θέμα. Πάντως εκείνο που θέλω να υπογραμμίσω αυτήν την στιγμή είναι ότι το πρόβλημα της Ελλαδικής Εκκλησίας δεν είναι απλώς η κλονισμένη υγεία του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Σεραφείμ.

5. Θεωρώ πολύ σημαντικό τον τρόπο που πρέπει να ακολουθηθή, όταν προκύψη, κατά φυσικό και όχι τεχνικό τρόπο, θέμα εκλογής για τον Αρχιεπισκοπικό θρόνο. Νομίζω πρέπει να προετοιμασθούμε από τώρα, όχι τόσο για το ποιός θα έχει τα εκκλησιαστικά προσόντα για την άνοδο στον Αρχιεπισκοπικό θρόνο, όσο για το πώς θα πρέπει να επιτευχθή η εκλογή, όταν έλθη η στιγμή που θα προσδιορίση ο Θεός, γιατί όλα μέσα στην Εκκλησία πρέπει να γίνονται με εκκλησιαστικό φρόνημα. Εξηγούμαι καλύτερα.

Έχω πληροφορίες ότι μερικοί δημοσιογράφοι προετοιμάζονται να διοργανώσουν συζητήσεις στην Τηλεόραση και το Ραδιόφωνο για το θέμα αυτό, να κάνουν γκάλοπ και να δημοσιεύσουν στατιστικές για να επηρεάσουν την εκλογή, όπως ακριβώς γίνεται και σε προεκλογικές περιόδους για την ανάδειξη των πολιτικών αρχόντων. Με τρομάζει πολύ το γεγονός το να ευρεθούν σε αυτήν την διαμάχη και Κληρικοί, ιδιαιτέρως οι υποψήφιοι αλλά και άλλοι Αρχιερείς που υποστηρίζουν κάποιον υποψήφιο. Και, βέβαια, δεν έχουμε κανένα τρόπο να εμποδίσουμε τους δημοσιογράφους και τους ραδιοτηλεοπτικούς σταθμούς να κάνουν κάτι τέτοιο, αλλά επ’ ουδενί λόγω πρέπει να συμμετάσχουμε σε αυτό το παιχνίδι. Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι θα είναι η πρώτη φορά που η εκλογή του Αρχιεπισκόπου θα γίνη με την χρήση της παντοδύναμης τετάρτης, πέμπτης και έκτης εξουσίας, οπότε θα δοκιμασθή το εκκλησιαστικό φρόνημα των υποψηφίων και θα γίνη πρότυπο για άλλες εκλογές. Πιθανόν μια κατάχρηση κατά την περίοδο αυτήν να αποτελέση πρόκριμα για κοινωνικές αναστατώσεις, ακόμη και σε επισκοπικές εκλογές. Γι’ αυτό και πρέπει όλοι οι εκλέκτορες αρχιερείς, αλλά και εκείνοι που έχουν την φιλοδοξία να αναδειχθούν σε αυτόν τον υψηλό θώκο, να απόσχουν από τέτοιες διαδικασίες. Πρέπει να δεσμευθούμε όλοι μας ότι δεν θα κάνουμε καμμία δήλωση στα ραδιοτηλεοπτικά μέσα, δεν θα συμμετάσχουμε σε καμμία συζήτηση που θα έχη σχέση με αυτό το θέμα ή κάποιο παρόμοιο. Αυτό το θεωρώ πολύ σημαντικό.

Ακόμη πρέπει να στιγματήσω από τώρα την λασπολογία η οποία ενδεχομένως να εμφανισθή, δείγματα της οποίας λάβαμε ήδη από μερικές απομονωμένες ενέργειες. Θεωρώ ότι θα είναι μεγάλος τραυματισμός της εκκλησιαστικής ενότητος, όταν σε τέτοιες ενέργειες θα είναι φυσικοί ή ηθικοί αυτουργοί Κληρικοί όλων των βαθμίδων.

Συμπερασματικά, πιστεύω ότι ο τρόπος εκλογής του Αρχιεπισκόπου, όταν θα έλθη η ώρα, θα φανερώση την εκκλησιαστική υγεία ή ασθένεια των Αρχιερέων, καθώς επίσης και την εκκλησιαστική υγεία ή ασθένεια των υποψηφίων για τον Αρχιεπισκοπικό θρόνο. Πρέπει να μείνουμε σε υψηλό επίπεδο, για να δώσουμε μαθήματα εκκλησιαστικού φρονήματος και να γίνουμε παράδειγμα για την υπόλοιπη κοινωνία, όταν θα κληθή να κάνη τις δικές της πολιτικές επιλογές. Γιατί “εάν το άλας μωρανθή εν τίνι αλισθήσεται; εις ουδέν ισχύει έτι ει μη βληθήναι έξω και καταπατείσθαι υπό των ανθρώπων” (Ματθ. ε’, 13).

Δημοσιεύθηκε στο “ΒΗΜΑ”, την 22 Ιουνίου 1997

Ετικέτες: Κύριο Ἄρθρο