Κύριο θέμα: Στὴν ἀκριτική Καστοριά - Ὁ Χρόνος στὴν ζωὴ μας

 

Άπόσπασμα ομιλίας τού Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

 

Ένα κεντρικό σημείο τής τελετής τής Βασιλόπιττας είναι η αναφορά στόν χρόνο, ακριβώς γιατί συνδέεται καί μέ τήν αρχή τού νέου πολιτικού έτους καί παρακαλούμε τόν Θεό νά ευλογήση τήν νέα χρονιά. Η ευχή αρχίζει μέ τήν φράση: «Κύριε ο Θεός ημών, ο καιρούς καί χρόνους εν τή ιδία εξουσία θέμενος καί τήν ζωήν ημών εις χείρας σου διακρατών, επάκουσον ημών δεομένων σου εν τή ευσήμω ημέρα ταύτη, επί τή εισόδω ημών εις τόν νέον ενιαυτόν τής χρηστότητός σου...» καί τελειώνει μέ τήν φράση: «ευλόγησον τάς εισόδους καί εξόδους ημών, πλήθυνον εν αγαθοίς τήν ζωήν ημών καί κατεύθυνον τά διαβήματα ημών πρός εργασίαν τών θείων σου εντολών, ότι ουκ επ' άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος». Εδώ λέγεται ότι ο Θεός είναι ο Κύριος τού χρόνου, κάτω από τήν εξουσία Του βρίσκεται ο χρόνος, Αυτός κρατά στά χέρια Του τήν ζωή μας καί Τόν παρακαλούμε νά ευλογήση καί τήν είσοδο καί τό έξοδο από τόν χρόνο αυτό.

Ένα μεγάλο ερώτημα τό οποίο απησχόλησε φιλοσόφους, θεολόγους καί επιστήμονες είναι τό θέμα τού χρόνου, τί τελικά είναι ο χρόνος. Καθένας έδινε διαφορετικές απαντήσεις. Γιά παράδειγμα, ο Αριστοτέλης έλεγε ότι ο χρόνος είναι αριθμός κινήσεων, δηλαδή οι κινήσεις τών αστέρων. Στήν περίπτωσή μας η κίνηση τής γής γύρω από τόν εαυτό της, δημιουργεί τήν ημέρα καί τήν νύκτα καί κατ' επέκταση τίς εβδομάδες, τούς μήνες καί τά έτη. Αυτή η θεωρία σήμερα από πλευράς επιστημονικής είναι ξεπερασμένη, αφού γίνεται λόγος γιά τόν χωρόχρονο ότι ο χώρος συνδέεται στενά μέ τόν χρόνο.

Είναι εκπληκτικό ότι ο Μέγας Βασίλειος, πού έζησε τόν 4ο αιώνα μ.Χ. δηλαδή πρίν 17 αιώνες, έδωσε έναν ορισμό περί τού χρόνου, ο οποίος είναι διαφορετικός από τού Αριστοτέλη, αλλά συντονίζεται μέ τήν σύγχρονη επιστημονική άποψη περί τού χρόνου. Γράφει ο Μ. Βασίλειος: «χρόνος δέ εστι τό συμπαρεκτεινόμενον τή συστάσει τού κόσμου διάστημα ώ πάσα παραμετρείται κίνησις, είτε αστέρων, είτε ζώων, είτε ουτινοσούν τών κινουμένων», δηλαδή ο χρόνος είναι τό διάστημα πού συμπαρεκτείνεται στούς αιώνες μαζί μέ τήν σύσταση τού κόσμου. Αυτό σημαίνει ότι ο Θεός, όταν δημιούργησε τόν κόσμο, συγχρόνως δημιούργησε καί τόν χρόνο, δηλαδή ο χρόνος συνδέεται πάρα πολύ στενά μέ τόν κόσμο καί δέν είναι απλώς ο αριθμός τών κινήσεων.

Η σύγχρονη επιστήμη έχει ασχοληθή μέ τό θέμα αυτό καί έχει υποστηρίξει ότι ο χρόνος βρίσκεται καί μέσα στόν άνθρωπο, αφού ο άνθρωπος είναι ένα πολυχρονικό όν καί υπάρχουν διάφορα είδη χρόνου μέσα στόν βιολογικό του οργανισμό.

Κατ' αρχάς μέσα στόν άνθρωπο υπάρχει τό λεγόμενο βιολογικό ρολόι καί μάλιστα έχουν ανακαλυφθή δώδεκα γονίδια –ρολόγια– τά οποία παίζουν ρόλο στήν ρύθμιση τού εσωτερικού αυτού ρολογιού. Στούς ανθρώπους δέν υπάρχει ένα βιολογικό ρολόι, αλλά επιμέρους χρονόμετρα, τά οποία είναι διάσπαρτα σέ διάφορα σημεία τού σώματος, ακόμη καί στό επίπεδο τών κυττάρων, τά οποία χρονόμετρα συντονίζονται από ένα κύριο ρολόι πού βρίσκεται στόν υποθάλαμο του εγκεφάλου.

Τό βιολογικό ρολόι είναι εκείνο πού καθορίζει τόν ρυθμό τού ύπνου καί τής εγρηγόρσεως, καθώς επίσης καί τήν θερμοκρασία τού σώματος. Μέσα στόν οργανισμό μας υπάρχουν πολλά χρονόμετρα, τά οποία έχουν τόν δικό τους ρυθμό. Γιά παράδειγμα άλλος είναι ο χρόνος τής λειτουργίας τής καρδιάς, άλλος ο χρόνος τής λειτουργίας τής αναπνοής, αλλος είναι ο χρόνος τών διαφόρων οργάνων τού σώματος καί όλα αυτά συντονίζονται από τό βιολογικό ρολόι. Επίσης, άλλος είναι ο χρόνος τής παιδικής ηλικίας, άλλος τής εφηβικής καί τής ώριμης ηλικίας. Επίσης υπάρχει καί ο χρόνος τού ψυχικού κόσμου τού ανθρώπου. Αυτό σημαίνει ότι όταν είμαστε χαρούμενοι ο χρόνος συστέλλεται, δηλαδή περνά πολύ σύντομα, καί όταν είμαστε λυπημένοι ο χρόνος διαστάλλεται, δηλαδή περνά πολύ αργά. Επίσης, άλλος είναι ο χρόνος τής προσμονής ενός γεγονότος, πού δέν περνάνε οι ώρες, καί άλλος ο χρόνος μιάς εμπειρίας πού πέρασε καί άφησε βαριά τήν πίεσή της στόν σωματικό μας οργανισμό. «Γιά όσους ανυπομονούν καί βιάζονται ο χρόνος είναι μακρύς. Γιά όσους αγωνιούν καί υποφέρουν ο χρόνος όχι μόνον είναι μακρύς, αλλά καί επώδυνος. Γιά όσους αγαπούν καί δημιουργούν ο χρόνος είναι ταχύς».

Επομένως, ο άνθρωπος είναι ένα πολυχρονικό όν καί επειδή προσπαθεί νά ρυθμίση καί νά συντονίση όλες αυτές τίς μορφές τού χρόνου καί πολλές φορές δέν τά καταφέρνει, αφού προσπαθεί νά επιτύχη πολλά πράγματα μέσα στά στενά όρια τού βιολογικού καί νυχθήμερου χρόνου, γι' αυτό καί βασανίζεται. Αισθάνεται τόν χρόνο σάν κάποιον βασανιστή πού τόν τυραννεί. Ο άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς έλεγε ότι ο άνθρωπος είναι ζευγμένος στόν διπλό ζυγό τού χώρου καί τού χρόνου.

Μελετώντας τό θέμα τού χρόνου μπορούμε νά κάνουμε λόγο καί γιά τήν ρύπανση τού χρόνου, όπως υπάρχει η ρύπανση τού χώρου. Έτσι ο σύγχρονος άνθρωπος δέν μολύνει μόνον τόν χώρο, αλλά καί τόν χρόνο. Ο Γάλλος κοινωνιολόγος Γρασσέ έγραψε: «θόρυβοι, εικόνες αλεπάλληλλες, βία ατελείωτη, αχαλίνωτος ερωτισμός, μέ τέτοια ταΐζεται κάθε μέρα ο άνθρωπος... μιά αφηνιασμένη προπαγάνδα κατάλληλη γιά πλύση εγκεφάλου αφαιρεί από τόν ταλαίπωρο Δυτικό άνθρωπο καί τό τελευταίο λεπτό περισυλλογής».

Ο μεγάλος λογοτέχνης καί αγιογράφος Φώτης Κόντογλου ήταν ένας άνθρωπος πού αξιοποίησε τόν χρόνο τής ζωής του καί άφησε ένα υπέροχο έργο. Ο λογοτέχνης Νίκος Καζαντζάκης έγραψε πολύ κολακευτικά γι’ αυτόν:
«Ψηλά στόν τρισχαριτωμένο ναό τής Περιβλέπτου, ανάμεσα από αβέβαιες επικίνδυνες σκαλωσιές, ανάερα κρεμασμένος σάν πολυέλαιος τής εκκλησιάς, μέ τήν άσπρη εργατική μπλούζα του, μέ τήν παλέτα καί τό πινέλο στά χέρια, στρογγυλοπρόσωπος κι εκστατικός, πρόβαλε καλοωσορίζοντάς με ο Κόντογλου. Ποτέ δέν είδα αυτόν τόν άνθρωπο, χωρίς νά σκιρτήσει η καρδιά μου. Στό δρόμο περνώντας, βλέπεις χιλιάδες ανθρώπους καί λές: νεκροταφείο κινούμενο είναι ο δρόμος. Όλοι τούτοι πέθαναν ή θά πεθάνουν. Σάν τά πρόβατα, σάν τίς όρνιθες, καταχτυπούν μιά στιγμή τίς σκόνες καί τά πεζοδρόμια κι ύστερα θά χαθούν, σάν νά μήν υπήρξαν ποτέ τους. Καί ξάφνου βλέπεις έναν καί τινάζεσαι χαρούμενος. Λές: τούτος δέν θά πεθάνει. Τούτος έχει ψυχή, πιάνει τήν ύλη καί τήν κάνει πνεύμα, τού δόθηκε μιά στάλα εφήμερη ζωή καί τήν κάνει αθανασία… τά μάτια του λάμπουν κι είναι τά χέρια του γεμάτα ανυπομονησία καί δύναμη. Κι όταν τόν παρασφίξει η πίκρα, αρχινάει καί ψέλνει ένα τροπάρι: «Τή υπερμάχω στρατηγώ τά νικητήρια…» ή «Σιγησάτω πάσα σάρξ βροτεία…». Κι η πίκρα ξορκίζεται κι η γής μετατοπίζεται κι ο Κόντογλου, μέ τά σγουρά μαλλιά του, μέ τά μεγάλα του μάτια μπαίνει ολάκερος στόν παράδεισο».

Αξίζει νά δούμε τί έγραψε ο Φώτης Κόντογλου γιά τόν χρόνο.

Στήν αρχή αναφέρεται στήν δύναμη τού χρόνου πού τήν αισθανόμαστε πάνω μας μέ τίς αρρώστιες καί τά γηρατειά.
«Η πιό φοβερή καί η πιό ανεξιχνίαστη δύναμη στόν κόσμο είναι ο Χρόνος, ο Καιρός. Καλά καλά τί είναι αυτή η δύναμη δέν τό ξέρει κανένας, κι όσοι θελήσανε νά τήν προσδιορίσουνε, μάταια πασκίσανε. Τό μυστήριο τού Χρόνου απόμεινε ακατανόητο, κι άς μάς φαίνεται τόσο φυσικός αυτός ο Χρόνος. Τόν ίδιον τόν Χρόνο δέ μπορούμε νά τόν καταλάβουμε τί είναι, αλλά τόν νοιώθουμε μοναχά από τήν ενέργεια πού κάνει, από τά σημάδια πού αφήνει απάνω στήν πλάση. Η μυστηριώδης πνοή του όλα τ’ αλλάζει».

Στήν συνέχεια, προσωποποιεί τόν χρόνο, αναφέρεται στήν διπλή του δράση, αφού ο χρόνος μάς προσφέρει τήν χαρά καί τήν πίκρα, μέ τό ένα χέρι μάς δίνει τό ποτήρι γεμάτο γλυκό κρασί καί μέ τό άλλο χέρι μάς δίνει τό ποτήρι γεμάτο φαρμάκι. Γράφει:
«Άν λείψει ο Χρόνος, θά λείψουνε όλα τά πάντα. Αυτός τά γεννά, κι αυτός πάλι τά λυώνει, τά κάνει θρύψαλα, τά εξαφανίζει. Γι’ αυτό οι αρχαίοι Έλληνες λέγανε στήν Μυθολογία τους πώς ο Κρόνος, δηλαδή ο Χρόνος, έτρωγε τά παιδιά του. Γέννηση, μεγάλωμα, φθορά καί θάνατος είναι τ’ ακατάπαυστα έργα του. Ενώ βρίσκεται γύρω μας, απάνω μας, μέσα μας, δέν τόν νοιώθουμε ολότελα, αυτόν τόν ακατανόητον άρχοντά μας, αυτόν πού είναι φίλος κ’ εχθρός μας, γιατί αυτός μάς φέρνει όλα τά καλά πού μάς χαροποιούνε κι όλα πού μάς πικραίνουνε. Μάς δίνει τήν γέννηση, τή γλυκειά λέξη τής ζωής, τή χαρά τής νιότης, τή δύναμη τής αντρείας, μάς δωρίζει παιδιά, εγγόνια, έργα λαμπρά πού μάς ξεγελούνε, κάθε λογής ευχαρίστηση κι ανάπαψη. Καί πάλι, ο ίδιος μάς δίνει τίς στενοχώριες, τίς θλίψεις, τούς πόνους, τίς αρρώστειες, τό απίστευτο άλλαγμα καί χάλασμα τού κορμιού μας καί τών έργων, πού κοπιάσαμε νά κάνουμε, καί στό τέλος μάς ποτίζει φαρμάκι από τό ίδιο ποτήρι πού μάς πότισε τό γλυκό κρασί τής χαράς, δίνοντάς μας τόν θάνατο, σ’ εμάς καί στούς δικούς μας.

Ώ! Ποιός θά πιάση αυτόν τόν κλέφτη, πού μέρα-νύχτα, χειμώνα-καλοκαίρι, τήν ώρα πού είμαστε ξυπνητοί, αδιάκοπα, χωρίς νά σταματήσει μήτε όσο ανοιγοκλείνει τό μάτι μας, τριγυρίζει παντού, ολόγυρά μας, μέσα μας, στό φώς καί στό σκοτάδι, μπαίνει σέ κάθε μέρος, στόν ουρανό πού γυρίζουνε τ’ άστρα καί στά καταχθόνια, σέ κάθε στεριά καί σέ θάλασσα, σέ κάθε τρύπα, σέ κάθε ζωντανό κι άψυχο, σέ κάθε αρμό τού βράχου, σέ κάθε καρδιά, κι όλα τά παλιώνει, τά τρίβει σάν τή μυλόπετρα, τά κάνει σκόνη καί πάλι από τήν άλλη μεριά ο ίδιος φτιάνει κάθε λογής κτίσμα καί πλάσμα, κάθε κορμί, κάθε τι πού υπάρχει σέ τούτον τόν κόσμο!

Όπως λοιπόν όλα τά πάντα, έτσι κ’ εμείς οι άνθρωποι είμαστε μπαίγνια στά χέρια αυτού τού ακαταμάχητου γίγαντα, πού είναι μαζί ευεργέτης μας καί τύραννός μας. Καί δεχόμαστε τό ποτήρι πού μάς κερνά μέ τό ‘να χέρι του καί πού ‘ναι γεμάτο γλυκό κρασί, καί πίνουμε, καί τ’ άλλο τό ποτήρι πού κρατά στ’ άλλο χέρι του καί πού έχει μέσα τό πικρό φαρμάκι. Τί είναι λοιπόν αυτό τό σκληρό παιχνίδι πού παίζει μ’ εμάς αυτό τό τέρας, πού δέν έχει μήτε μορφή, μήτε φωνή, μήτε τίποτα απ' ό,τι έχουνε όσα πλάσματα γεννά καί σκοτώνει, καί πού τό παίζει δίχως μήτε νά γελά, μήτε νά κλαίει, αδιάφορος κι ανέκφραστος, κρύος σάν φάντασμα, αυτός ο ίδιος πού ανάβει τή φλόγα τής ζωής;».

Δυστυχώς, αυτόν τόν κλέφτη, τόν ακαταμάχητο γίγαντα, αυτό τό τέρας πού παίζει μαζί μας, αυτήν τήν μυλόπετρα πού όλα τά αλέθει, τόν γιορτάζουμε κάθε πρωτοχρονιά. Γράφει ο Κόντογλου:
«Αλλοίμονο! Αυτή τήν άσπλαχνη μυλόπετρα πού τ’ αλέθει όλα στόν κόσμο, τή γιορτάζουμε κάθε πρωτοχρονιά, καί τή φχαριστούμε γιά όσα μάς έκανε πρίν, καί γιά όσα θά μάς κάνει ύστερα, γιά τά πολλά κακά πού θά πάθουμε απ' αυτή, κοντά στά λίγα καλά πού θά μάς φέρει καί πού θά μάς πάρει βιαστικά. Εμείς είμαστε σάν τούς δυστυχισμένους κατάδικους πού καλοπιάνουνε τόν δήμιό τους, σάν τούς μονομάχους τής Ρώμης πού χαιρετούσανε τόν Καίσαρα, πρίν νά σφάξει ο ένας τόν άλλον, κράζοντάς του: "Χαίρε ώ Καίσαρ, οι μελλοθάνατοι σέ χαιρετούνε"! Έτσι, κι εμείς χαιρετάμε τόν καινούργιο Χρόνο πού θά μάς πάει πιό κοντά στό στόμα του γιά νά μάς φάγει, καί χοροπηδάμε καί τραγουδάμε οι δύστυχοι, σάν τά σαλιγκάρια τού Αισώπου, τήν ώρα πού ψηνόντανε».

Βέβαια, ο Χριστός είναι ο Κύριος τού χρόνου καί Αυτός μάς απαλλάσσει από τήν κυριαρχία του. Γράφει ο Φώτης Κόντογλου.
«Μόνο μιά ελπίδα υπάρχει γι’ αυτόν, νά γλυτώσει από τή φθορά: ο Χριστός, ο λυτρωτής, ο καθαιρέτης τής φθοράς. Εκείνος πού πάτησε τόν θάνατο καί πού είπε: "ο πιστεύων εις εμέ κάν αποθάνη, ζήσεται. Εγώ ειμί ο άρτος ο ζών, ο εκ τού ουρανού καταβάς. Εάν τις φάγη εκ τούτου τού άρτου, ζήσεται εις τόν αιώνα"!».


* * *

Στήν Ιερά Μητρόπολη Καστορίας

Στήν ἀκριτική ΚαστοριάΤό ως άνω κείμενο αποτελεί απόσπασμα από τήν ομιλία τού Μητροπολίτου μας κ. Ιεροθέου στήν Καστοριά, τήν οποία επισκέφθηκε τήν Κυριακή 15 Ιανουαρίου ε.έ. προσκεκλημένος από τόν οικείο Ιεράρχη κ. Σεραφείμ, προκειμένου νά συμμετάσχη σέ εορταστικές εκδηλώσεις πού διοργάνωσε η Ιερά Μητρόπολη Καστορίας.

Κατ' αρχάς εορτάστηκε η μνήμη τού τοπικού αγίου Γερασίμου τού Παλλαδά, Μητροπολίτου Καστορίας καί μετέπειτα Πατριάρχου Αλεξανδρείας. Στό αρχιερατικό Συλλείτουργο στόν Ιερό Μητροπολιτικό Ναό Καστοριάς προεξήρχε ο Σεβασμιώτατος κ. Ιερόθεος, ο οποίος στό κήρυγμά του ανέλυσε τό χωρίο από τό αποστολικό ανάγνωσμα: «όταν ο Χριστός φανερωθή, η ζωή ημών, τότε καί υμείς σύν αυτώ φανερωθήσεσθε εν δόξη» (Κολ. γ', 4). Στό τέλος τής θείας Λειτουργίας ο κ. Ιερόθεος ανέγνωσε επισήμως τήν Πατριαρχική Πράξη Αγιοκατατάξεως τής νέας οσίας Σοφίας τής εν Κλεισούρα ασκησάσης. Πρόκειται γιά μιά τοπική αγία, πού έζησε τόν 20ό αιώνα μέ άκρα πτωχεία, κακοπάθεια καί ταπείνωση ως διά Χριστόν σαλή, κατετάγη πρόσφατα στό αγιολόγιο τής Ορθοδόξου Εκκλησίας μας καί θά εορτάζεται στίς 6 Μαΐου.

Μετά τήν απόλυση τής θείας Λειτουργίας έξω από τόν Ι. Ναό έγινε η επίσημη έναρξη τών εορτασμών τής συμπλήρωσης εκατό ετών από τούς Βαλκανικούς Πολέμους καί τήν απελευθέρωση τής Καστοριάς.

Τό απόγευμα τής ιδίας ημέρας πραγματοποιήθηκε η ετήσια σύναξη τών Φιλοπτώχων Ταμείων τής Ιεράς Μητροπόλεως, μέ τήν συμμετοχή χιλίων περίπου ατόμων, πού περιελάμβανε ευχαριστήρια ομιλία τού οικείου Μητροπολίτου, κοπή τής Βασιλόπιττας, τοπικούς παραδοσιακούς χορούς καί τραγούδια, βράβευση συνταξιούχουν Ιερέων καί ομιλία τού Σεβασμιωτάτου κ. Ιεροθέου μέ θέμα τό νόημα τής Βασιλόπιττας καί ο χρόνος, απόσπασμα τής οποίας δημοσιεύθηκε ανωτέρω.

Οι εκδηλώσεις ήταν προετοιμασμένες μέ πολλή αγάπη καί ευαισθησία από τόν Μητροπολίτη Καστοριάς κ. Σεραφείμ, ο οποίος είναι, μεταξύ άλλων, φιλακόλουθος, φιλάγιος καί φιλόξενος, καί από τούς συνεργάτες του.

Α.Κ.

Ετικέτες: ΚΥΡΙΟ ΘΕΜΑ

  • Προβολές: 1343

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance