Ναυπάκτου κ. Ιεροθέου: Ὁ θάνατος τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ πλησίον

Η εισήγηση τού Σεβασμιωτάτου στήν εκδήλωση γιά τήν «Ναυπακτιακή Πίττα 2012».

Θά ήθελα νά ευχαριστήσω θερμά τήν Ομοσπονδία Συλλόγων Ναυπακτίας (ΟΣΥΝ) καί τήν Εταιρεία Ναυπακτιακών Μελετών (ΕΝΑΜ) γιά τήν πρόσκλησή τους νά παραστώ στήν κοπή τής Ναυπακτιακής Βασιλόπιττας τού έτους 2012 καί νά ομιλήσω σέ αυτήν τήν σημαντική εκδήλωση πού συναντώνται όλα τά βασικά στελέχη πού συνδέονται μέ τήν πολιτιστική καί κοινωνική ζωή τής Ναυπακτίας. Θεωρώ δέ σημαντικό ότι στήν σημερινή εκδήλωση θά τιμηθή ουσιαστικά ο εθελοντισμός, οι Πολιτιστικοί Σύλλογοι πού ασχολούνται εθελοντικά μέ τόν άνθρωπο, πράγμα τό οποίο είναι απαραίτητο στίς σύγχρονες περιστάσεις, στίς οποίες καταρρέουν ιδεολογίες καί θεσμοί.

Λόγω αυτού τού γεγονότος θέλησα στήν σημερινή συνάντηση νά ασχοληθώ μέ ένα θέμα πού, κατά τήν γνώμη μου, είναι επίκαιρο καί έχει τόν τίτλο «ο θάνατος τού Θεού καί τού πλησίον».

1. Ο Θεός καί ο πλησίον

Κάθε κοινωνία στηρίζεται σέ μερικές αρχές, γιατί διαφορετικά δέν θά υπάρχη ισορροπία καί κοινωνική συνοχή. Μιά βασική αρχή πού επικρατούσε πάντοτε στήν παράδοσή μας ήταν ότι η κοινωνία γιά νά ισορροπή πρέπει νά στηρίζεται σέ δύο βασικά θεμέλια πού είναι ο Θεός καί ο άνθρωπος. Πρόκειται γιά τήν εντολή πού υπήρχε στήν Παλαιά Διαθήκη καί τήν επανέλαβε ο Χριστός: «αγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου εν όλη τή καρδία σου καί εν όλη τή ψυχή σου καί εν όλη τή διανοία σου... αγαπήσεις τόν πλησίον σου ως σεαυτόν» (Ματθ. κβ', 37-39). Πρόκειται γιά τήν κατακόρυφη καί τήν οριζόντια διάσταση κάθε ανθρώπου καί τής κοινωνίας.

Η κατακόρυφη διάσταση είναι η σχέση τού ανθρώπου μέ τόν Θεό. Από τήν αρχαία Ελλάδα ο Θεός ήταν η βάση τής κοινωνίας καί τού πολιτισμού. Είναι γνωστή η φράση: «από Θεού άρχεσθαι». Πράγματι δέν υπήρχε καμμία εκδήλωση πού δέν συνδεόταν μέ τήν επίκληση τών θεών. Ακόμη καί οι Ολυμπιακοί Αγώνες άρχιζαν μέ τήν θυσία στούς θεούς. Παράλληλη έκφραση είναι τό «αφ' Εστίας άρχου». Η Εστία ήταν μυθολογική θεότητα, η οποία ζήτησε νά λάβη τό προνόμιο από τόν Δία νά αποδίδωνται σέ αυτήν οι απαρχές τών θυσιών. Επίσης, σέ ένα από τά διασωθέντα αποσπάσματα «ελεγείων» τού καταγομένου από τήν Χίο Έλληνος ποιητού Ίωνος (5ος αι. π.Χ.) συναντάμε τόν στίχο: «εκ Διός αρχόμενοι πίνωμεν». Επίσης, ο Ξενοφών έχει γράψει τήν άποψη τού Σωκράτη, σύμφωνα μέ τήν οποία «πειράσθαι σύν τοίς θεοίς άρχεσθαι παντός έργου». Δηλαδή, θά πρέπει νά προσπαθούμε νά κάνουμε τήν αρχή κάθε έργου μέ τήν βοήθεια τού Θεού.

Η οριζόντια διάσταση είναι η σχέση τού ανθρώπου μέ τόν συνάνθρωπό του, αυτό πού ονομάζουμε πλησίον. Στήν Παλαιά Διαθήκη πλησίον λεγόταν αυτός πού είναι κοντά στόν άνθρωπο, δηλαδή τό πρόσωπο πού βλέπουμε, πού αισθανόμαστε πού μπορούμε νά αγγίξουμε. Η λέξη πλησίον δηλώνει αυτόν πού πλησιάζουμε ή μάς πλησιάζει, οπότε τό ρήμα συνδέεται καί μέ τό ουσιαστικό: πλησιάζω, πλησίον. Γιά τόν Εβραίο πλησίον ήταν ο ομοεθνής του, ο οποίος πίστευε στόν ίδιο Θεό. Γιά τόν Χριστιανισμό τά πράγματα έχουν αλλάξει, διότι πλησίον είναι ο κάθε άνθρωπος πού ζή στό πιό απομονωμένο μέρος τής γής, ανεξάρτητα από θρησκεία, εθνικότητα, φύλο, επάγγελμα κλπ.

Θά πρέπει νά υπενθυμίσω στό σημείο αυτό τήν παραβολή τού Καλού Σαμαρείτη. Κάποιος πλησίασε τόν Χριστό ζητώντας νά μάθη τί πρέπει νά κάνη γιά νά σωθή. Στήν απάντηση τού Χριστού ότι πρέπει νά αγαπήση τόν Θεό καί τόν πλησίον εκείνος ερώτησε: «καί τίς εστί μου πλησίον;» (Λουκ. ι', 29). Δηλαδή, ζητούσε νά μάθη ποιός είναι ο πλησίον στόν οποίο πρέπει νά δείξη αγάπη. Απαντώντας ο Χριστός σέ αυτήν τήν ερώτηση είπε τήν περίφημη παραβολή τού Καλού Σαμαρείτου, σύμφωνα μέ τήν οποία πέρασε ο Ιερεύς καί ο Λευίτης δίπλα από τόν τραυματισμένο άνθρωπο, χωρίς νά δείξουν αγάπη, πράγμα τό οποίο έκανε ο Σαμαρείτης πού δέν ήταν Ιουδαίος. Έτσι, εκείνη τήν στιγμή «πλησίον» γιά τόν τραυματισμένο άνθρωπο δέν ήταν ο ομοεθνής του καί ομόθρησκός του, αλλά ο αλλόθρησκος, ο οποίος έδειξε ιδιαίτερη αγάπη καί φροντίδα (Λουκ. ι', 30-37).

Άν προσέξουμε ιδιαιτέρως θά δούμε τήν αλλαγή τήν οποία έκανε ο Χριστός ως πρός τήν έννοια τού πλησίον. Η πρώτη αλλαγή είναι ότι επεξέτεινε τήν έννοια αυτή, οπότε πλησίον δέν είναι αυτός πού λατρεύει τόν ίδιο Θεό, ο ομόθρησκος καί ο ομοεθνής, όπως ερμηνευόταν στήν Παλαιά Διαθήκη, αλλά ο κάθε άνθρωπος, έστω καί άν είναι αλλοεθνής. Η δεύτερη ουσιαστική καί κύρια αλλαγή είναι ότι άλλαξε ουσιαστικά τό ερώτημα. Τό ερώτημα ήταν, όπως προαναφέρθηκε, «τίς εστί μου πλησίον», «ποιός είναι γιά μένα ο πλησίον;». Ο Χριστός δέν απάντησε στό ποιός είναι ο πλησίον του, αλλά ότι αυτός πρέπει νά γίνη πλησίον σέ κάθε άλλον: «τίς ούν τούτων τών τριών πλησίον δοκεί σοι γεγονέναι τού εμπεσόντος εις τούς ληστάς; ο δέ είπεν ο ποιήσας τό έλεος μετ αυτού. είπεν ούν αυτώ ο Ιησούς πορεύου καί σύ ποίει ομοίως» (Λουκ. ι', 36-37). Αυτό είναι πολύ σημαντικό, διότι δείχνει ότι δέν πρέπει νά αρκούμαστε στό ποιός είναι ο πλησίον μας, γιατί αυτό κρύβει μιά εγωϊστική νοοτροπία, αλλά στό ότι εμείς πρέπει νά κινηθούμε πρός τόν άλλο καί νά γίνουμε εμείς πλησίον τού άλλου καί νά τόν βοηθήσουμε στίς δυσκολίες πού αντιμετωπίζει.

Επομένως, ο Θεός καί ο πλησίον είναι η βάση κάθε κοινωνικής ζωής, καί η κατακόρυφη καί οριζόντια διάσταση δείχνει τήν ωριμότητα κάθε ανθρώπου.

2. Η σύγχρονη κοινωνία

Ενώ αυτή η βάση συνιστούσε τήν διαχρονική παράδοση τού Γένους μας καί γενικότερα τής ανθρώπινης κοινωνίας, σήμερα έχουν αλλάξει τά πράγματα καί γι' αυτό καί η κοινωνία μας είναι ανισόρροπη καί δημιουργούνται τεράστια προβλήματα. Δηλαδή, σήμερα βλέπουμε στήν κοινωνία νά επικρατή ο θάνατος καί τού Θεού καί τού πλησίον, οπότε καταργούνται ή διαταράσσονται οι σχέσεις μεταξύ τής οριζόντιας καί κατακόρυφης σχέσεως τού ανθρώπου πρός τόν Θεό καί τήν κοινωνία.

Παρατηρούμε στήν εποχή μας ότι επικρατεί ο θάνατος τού Θεού, η λεγομένη θεολογία τού θανάτου τού Θεού. Ο 19ος αιώνας, ήταν ο αιώνας τού θανάτου τού Θεού, διότι ο Νίτσε είχε διακηρύξει ότι ο Θεός είναι νεκρός. Είχε προηγηθή βέβαια ο 18ος αι. τού διαφωτισμού, κατά τόν οποίο γκρεμίστηκε τό κοσμοείδωλο τής μεταφυσικής. Βέβαια, πολλοί διαφωτιστές δέν ήταν άθεοι, αλλά δυϊστές, πίστευαν δηλαδή σέ έναν θεό, σέ μιά δύναμη αόρατη πού κυβερνά τόν κόσμο, αλλά δέν πίστευαν στόν προσωπικό Θεό. Φαίνεται ότι η μεταφυσική, ο σχολαστικισμός καί ο ηθικισμός, πού συνδέονται καί μέ τόν εθνικισμό πού κατέληξαν σέ διαμάχες καί θρησκευτικούς πολέμους, οδήγησαν στό σημείο νά γίνεται λόγος γιά τόν θάνατο τού Θεού. Γιά τόν δυτικό άνθρωπο δέν χρειαζόταν ένας θεός πού ήταν εκδικητικός, άσπλαχνος, φεουδάρχης κλπ., όπως εκφραζόταν στήν Δύση, γι' αυτό καί τόν αρνήθηκαν, αφού δέν τούς χρειαζόταν. Έτσι, δέν πέθανε ο Θεός, αλλά στήν πραγματικότητα πέθανε ο άνθρωπος γιά τόν Θεό.

Αυτό τό γεγονός επηρέασε πάρα πολύ τήν Δυτική Ευρώπη. Τόν τελευταίο καιρό συζήτησα μέ διαφόρους Ευρωπαίους γιά τά θέματα αυτά καί διεπίστωσα ότι στήν Ευρώπη υπάρχει ένα μεγάλο κύμα αθεΐας, απιστίας καί γενικά αδιαφορίας γιά τό εάν υπάρχη ή δέν υπάρχη Θεός. Άλλωστε, η ευρωπαϊκή ενότητα στηρίζεται πάνω στήν οικονομία, όπως τό ορίζουν καί διάφοροι όροι πού επικρατούν, ήτοι «Οικονομική Ένωση τής Ευρώπης», «Νομισματική Ένωση τής Ευρώπης», «Ευρωζώνη ή Ζώνη τού ευρώ» κλπ. Πρόκειται γιά μιά Ευρώπη πού δέν στηρίζεται στόν πολιτισμό, ο οποίος σαφώς έχει καί τό στοιχείο τό θρησκευτικό, αλλά μόνον στό χρήμα, γι' αυτό καί καταρρέει τό οικοδόμημα αυτό.

Σήμερα στήν Ευρώπη παρατηρείται αδιαφορία γιά θρησκευτικά ζητήματα. Καί όπως μού έλεγε κάποιος Γάλλος ορθόδοξος κληρικός η Ευρώπη είναι πεθαμένη ως πρός τόν Θεό. Αυτό φαίνεται από τήν κυκλοφορία διαφόρων χριστιανικών βιβλίων. Τά χριστιανικά βιβλία πού εκδίδονται από Προτεστάντες, Αγγλικανούς κλπ. αναφέρονται σέ ένα χριστιανικό ή καί θρησκευτικό συγκρητισμό, δηλαδή κάνουν λόγο γιά τά κοινά στοιχεία πού υπάρχουν σέ όλες τίς θρησκείες, γιά τήν ενότητα τής χριστιανικής σκέψης, χωρίς νά στηρίζονται στήν πίστη καί στίς διάφορες ομολογίες. Ακόμη καί τά ορθόδοξα βιβλία εκδίδονται στήν Αμερική καί μικρό ποσοστό αυτών έρχονται στήν Ευρώπη. Στό θέμα αυτό μπορώ νά καταθέσω καί μιά προσωπική μαρτυρία. Τά βιβλία μου τά οποία μεταφράσθηκαν στά αγγλικά κυκλοφορούν κυρίως στήν Αμερική καί ελάχιστος αριθμός κυκλοφορεί στήν Ευρώπη. Είναι καί αυτό μιά ένδειξη ότι ο Ευρωπαίος άνθρωπος δέν ενδιαφέρεται γιά τόν Θεό καί ό,τι έχει σχέση μέ τήν επικοινωνία μαζί Του.

Ο π. Ιουστίνος Πόποβιτς ο οποίος πρόσφατα ανακηρύχθηκε άγιος από τήν Σερβική Εκκλησία, μέ προφητική ενάργεια είχε αναγγείλει από τίς αρχές τού 20ου αιώνος ότι ο κρυφός πόθος πολλών από τά δημιουργήματα τού Ευρωπαϊκού πολιτισμού είναι «η απελευθέρωσις τού ανθρώπου από τόν Θεόν». Ερωτά: Η Ευρώπη αφού υιοθέτησε τήν αρχή τού Νίτσε ότι ο Θεός «απέθανε», τότε τί έμεινε στήν Ευρώπη από τήν έξοδο τού Θεού από τό σώμα της; Απαντά ο ίδιος: Έμεινε ένα «πτώμα», όπως πτώμα γίνεται τό σώμα τού ανθρώπου, όταν φεύγη η ψυχή. Ο Ντοστογιέφσκι είπε κάποτε: «Θέλω νά πάω εις τήν Ευρώπην καί γνωρίζω ότι μεταβαίνω εις νεκροταφείον».

Είναι χαρακτηριστικά όσα γράφονται στό βιβλίο τού Luigi Zoja «ο θάνατος τού πλησίον» γιά θέματα πού απασχολούν τήν σύγχρονη κοινωνία. Εάν ο 19ος αιώνας ήταν ο αιώνας τού θανάτου τού Θεού, ο 20ός καί 21ος αι. είναι ο αιώνας τού θανάτου τού πλησίον, αφού ο άνθρωπος απομακρύνθηκε από τόν συνάνθρωπό του, ζή σέ ένα φίλαυτο εγωκεντρικό περιβάλλον, ο ατομισμός είναι κυρίαρχο στοιχείο στήν ζωή μας, πράγμα τό οποίο δείχνει τήν αδιαφορία τήν οποία έχει ο άνθρωπος πρός τόν συνάνθρωπό του. Δέν είναι καθόλου τυχαίο, τό ότι κατά τόν 19ο καί 20ό αι. κυριαρχεί η ψυχανάλυση, αφού «η απομόνωση κερδίζει έδαφος», «τά πλέον ευαίσθητα άτομα σπαράσσονται από μιά αγωνία στήν οποία δίδεται τό όνομα νεύρωση. Μέσω τής ψυχανάλυσης θά αναδομήσουν τήν ανθρώπινη σχέση, όχι μέ κάποιον πλησίον, αλλά μέ έναν επαγγελματία. Η ανάγκη τους γιά εγγύτητα είναι τόσο βίαιη πού δημιουργεί ένα πλεόνασμα οικειότητος μέ εκείνον: αυτό καλείται μεταβίβαση καί μέ τήν σειρά της θεωρείται νευρωτική. Ο Φρόιντ υποδεικνύει τεχνικές γιά νά τήν συγκρατήση καί νά τήν εμπεριέξει. Θέτει τόν ασθενή στό ντιβάνι γιά νά απομακρύνει τό βλέμμα του».

Ο Αριστοτέλης έλεγε ότι ο άνθρωπος είναι κοινωνικό όν καί οι άνθρωποι αισθάνονται τήν ανάγκη νά έχουν κάποιον δίπλα τους. Σήμερα, όμως, οι άνθρωποι, κυρίως στίς μεγαλουπόλεις, δέν αισθάνονται δίπλα τους άλλους ανθρώπους, ζούν μόνοι τους, αισθάνονται μιά μοναξιά, αισθάνονται τόν πλησίον τους ως απειλή τής ύπαρξής τους. Μπορεί κανείς νά συναντά κάθε μέρα χιλιάδες ανθρώπους στόν δρόμο, στήν εργασία, αλλά είναι άγνωστα πρόσωπα σ' αυτούς. Έχει παρατηρηθή ότι στήν αρχαιότητα μόνο η Ρώμη ξεπερνούσε τό ένα εκατομμύριο κατοίκων καί τό 1820 μόνον τόν Λονδίνο. Στά 1900 οι πόλεις πού κατοικούνταν περισσότερο από ένα εκατομ. κατοίκους ήταν ένδεκα, τό 2000 ήταν σχεδόν 400 καί τό 2015 θά είναι 550. Αυτό δείχνει ένα μεγάλο πρόβλημα, ότι οι άνθρωποι ζούν μέσα σέ μεγαλουπόλεις. Στήν πολυκοσμία μέ τούς μετανάστες καί τούς ξένους ο άνθρωπος αισθάνεται εντελώς μόνος. Όταν ο άνθρωπος επιστρέφη στό σπίτι του μετά τήν καθημερινή εργασία, είναι «αποπροσανατολισμένος από τήν συνάντηση μέ άπειρα νέα πρόσωπα πού, αντίθετα πρός ό,τι αναζητά η παρόρμηση, δέν τού προσφέρουν γνώση, διότι λείπει είτε ο χρόνος, είτε η δυνατότητα γνώσεως». Αλλά καί «όταν ανοίγει τήν τηλεόραση, μπορεί νά συναντήσει σέ ελάχιστες στιγμές, χιλιάδες άλλα άτομα, αλλά συνάμα καί ελάχιστα υπαρκτά». Έτσι, έχει χαθή η έννοια τού ζωντανού πλησίον.

Επίσης παρατηρούμε ότι κατά ένα μεγάλο μέρος οι διπλανοί τού ανθρώπου έχουν αντικατασταθή από τίς μηχανές. Ο Τζώρτζ Όργουελ τό 1949 έκανε λόγο γιά τόν μεγάλο αδελφό. Πρόκειται γιά τήν παντοδύναμη εξουσία, η οποία εισχωρούσε στά σπίτια. Ο Ρέι Μπράντμπερι τό 1953 περιέγραψε μιά κοινωνία, στήν οποία τά βιβλία ήταν απαγορευμένα καί οι άνθρωποι ζούσαν περικυκλωμένοι από οθόνες τίς οποίες ονόμαζε «η οικογένειά μου». «Σέ αμφότερα τά διηγήματα, ο πολίτης δέν έβλεπε ότι η εξουσία εξαφάνιζε τούς γείτονες: γείτονας ήταν πλέον μόνο η οθόνη».

Επομένως, «στό προτεχνολογικό κόσμο, η γειτνίαση τών ανθρώπων ήταν ουσιαστική, τώρα δεσπόζει η απόσταση, η έμμεση σχέση καί η σχέση διά τών μέσων ενημέρωσης. Η εντολή (αγάπα τόν πλησίον σου) κενώνεται. Καί τούτο διότι δέν έχουμε πλέον κανένα νά αγαπήσουμε». Χάθηκε η επικοινωνία τού ανθρώπου μέ τόν συνάνθρωπό του καί στήν καλύτερη περίπτωση γίνεται έμμεση, οπότε επανεμφανίζεται μέ διαστρεβλωμένη μορφή, όπως φαίνεται σέ πολλές ψυχοπαθολογικές καταστάσεις.

Οπότε, ο σύγχρονος άνθρωπος έχει χάσει καί τήν αίσθηση τού Θεού καί τήν αίσθηση τού πλησίον, ο Θεός πέθανε γι' αυτόν, ο ουρανός κενώθηκε από τόν Θεό, αλλά πέθανε καί ο πλησίον γι' αυτόν, δηλαδή κενώθηκε καί η γή, καί τό κυριότερο καί ο ίδιος έπαυσε νά είναι πλησίον τού Θεού καί τού ανθρώπου. Στήν πραγματικότητα ο σύγχρονος άνθρωπος είναι ορφανός καί από Θεό καί από άνθρωπο. «Είτε από τήν κατακόρυφη οπτική, –πέθανε ο Ουράνιος Πατήρ του–, είτε από τήν οριζόντια –πέθανε εκείνος πού στεκόταν στό πλάι του. Συνεπώς, όπου καί νά ρίξει τό βλέμμα, νιώθει ορφανός».

Έτσι, μετά τόν θάνατο τού Θεού τού Νίτσε, ακολούθησε ο θάνατος τού πλησίον μέ τήν μετα-τεχνολογική καί μετα-θρησκευτική εποχή καί μετά τόν θάνατο τού πλησίον ακολουθεί καί η μετα-ανθρώπινη εποχή.

Μέσα σέ αυτά τά στοιχεία βλέπω τήν κρίση τής σημερινής εποχής. Δέν πρόκειται γιά κρίση απλώς οικονομική, αλλά γιά κρίση κοινωνική, ανθρωπιστική, πολιτιστική καί θεολογική. Η ορφάνια μαστίζει τούς ανθρώπους, ορφάνια από Θεό καί πλησίον. Καί όταν ο άνθρωπος θέλη νά στηριχθή πάνω σέ οικονομικά μεγέθη, καί τότε αισθάνεται τήν μοναξιά, αφού δέν ικανοποιούνται οι υπαρξιακές του αναζητήσεις.

Σέ αυτήν τήν δύσκολη εποχή έχουμε ανάγκη από τόν Θεό, αλλά καί από τόν πλησίον. Τό Θεό πρέπει νά τόν αισθανθούμε μέσα στήν καρδιά μας ως αγάπη καί μέσα στήν Εκκλησία ως Πατέρα, καί τόν συνάνθρώπό μας πρέπει νά τόν αισθανθούμε ως αδελφό μας. Εμείς πρέπει νά πορευόμαστε πρός τόν Θεό, καθώς επίσης νά κινούμαστε καί πρός τόν συνάνθρωπο, νά γινόμαστε πλησίον τού κάθε ανθρώπου πού υποφέρει καί πονά. Επομένως, υπάρχει μεγάλη ανάγκη τής ανιδιοτελούς αγάπης καί πρός τόν Θεό καί πρός τόν άνθρωπο. Γι' αυτό καί πρέπει νά τιμούμε κάθε εθελούσια προσφορά καί κάθε κενωτική-θυσιαστική αγάπη.

Μέ αυτήν τήν έννοια ως ποιμενάρχης τής Ιεράς Μητροπόλεως Ναυπάκτου καί Αγίου Βλασίου συγχαίρω τήν ΟΣΥΝ καί τήν ΕΝΑΜ, γιατί αποφάσισαν νά τιμήσουν τούς Πολιτιστικούς Συλλόγους καί τούς συγγραφείς πού προσφέρουν τόν χρόνο καί τά χαρίσματά τους γιά νά υπηρετήσουν τούς αδελφούς, καθώς επίσης συγχαίρω καί τούς τιμωμένους σήμερα Συλλόγους, οι οποίοι αποτελούν τά υγιή στοιχεία τής κοινωνίας μας. Χαίρομαι γιά τά πνευματικά μου παιδιά πού δραστηριοποιούνται στόν χώρο τής κοινωνίας καί εύχομαι τούτη τήν χρονιά νά βάλουμε ως θεμέλιο τής ζωής μας τόν βασικό αυτό κανόνα: «αγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου εν όλη τή καρδία σου καί εν όλη τή ψυχή σου καί εν όλη τή διανοία σου... αγαπήσεις τόν πλησίον σου ως σεαυτόν» (Ματθ. κβ', 37-39).

  • Προβολές: 986

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance