Κώστα Παπαδημητρίου: Ιω. Μ. Παναγιωτόπουλος καί Ορθοδοξία (Δ')

τού Κώστα Παπαδημητρίου, επ. Σχολικού Συμβούλου

(συνέχεια από τό προηγούμενο)

Τά εφτά κοιμισμένα παιδιά

Τό πιό σημαντικό ίσως κείμενο τού Ι.Μ.Π. είναι τά "Εφτά Κοιμισμένα Παιδιά". Στηρίζεται στό Συναξάρι τού Αυγούστου. Ο ίδιος ταξίδεψε στά μέρη εκείνα πού διαδραματίσθηκαν τά γεγονότα πού αναφέρει. Πλήν τών άλλων διδαγμάτων μέ αυτό τό κείμενο ρίχνεται άπλετο φώς τής πίστης τής χριστιανικής θρησκείας πώς ο θάνατος χάνει τήν τραγικότητά του καί είναι ένας βαθύτατος καί αιώνιος ύπνος. Ο θάνατος ονομάζεται ύπνος καί τό νεκροταφείο Κοιμητήριο. "Μή κλαίετε, ουκ απέθανε" είπεν ο Ιησούς στούς συγγενείς καί φίλους τού Ιαείρου πού έκλαιγαν καί εκόπτοντο γιά τήν μονάκριβη θυγατέρα του. Καί οι Ιουδαίοι πού δέν κατάλαβαν τήν σημασία τών λόγων τού Ιησού "κατεγέλων αυτόν, ειδότες ότι απέθανε" (Λουκ. η'52-53). Τό ίδιο συνέβη καί μέ τόν Λάζαρο. Ο Ιησούς ανήγγειλε στούς μαθητές Του: "Λάζαρος, ο φίλος ημών κεκοίμηται' αλλά πορεύομαι ίνα ξυπνήσω αυτόν". Οι μαθητές πού δέν κατάλαβαν τόν παραλληλισμό τού θανάτου μέ τόν ύπνο τού είπαν: "Κύριε, ει κεκοίμηται σωθήσεται" (θά ξυπνήση) καί ο Ιησούς είπεν αυτοίς παρρησία: "Λάζαρος απέθανεν". (Ιω. ια' 11-14).

Υπάρχουν στήν Ιστορία κάποιοι καιροί πού τό αίμα πληθαίνει καί ο στεναγμός τών ανθρώπων φουντώνει. Τέτοιος ήταν καί ο 3ος μ.Χ. αιώνας. Η Ρώμη είχε υποτάξει λαούς καί λαούς. Δύση καί Ανατολή, Βορράς καί Νότος βογγούν περίτρομοι. "Οι νύχτες τής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας φωτίζονται μέ πυρσούς ανθρώπινων σωμάτων καί οι θάλασσες τών στεναγμών σκέπαζαν τά πάντα. Έγινε μιά μεγάλη λαβωματιά στό κορμί τής πλάσης' όπου κι άν άγγιζες πονούσε". ("Τά Εφτά κοιμισμένα παιδιά" σελ. 14).

Αυτοκράτορας ο περιβόητος Δέκιος. Πολέμησε τούς Χριστιανούς μέ λύσσα. Κατάλαβε πώς αυτοί ήταν οι ποντικοί πού ροκάνιζαν τήν αυτοκρατορία του. Καί βάλθηκε νά τούς ξερριζώση. "Πώς όμως ν' αντισταθεί τό σπειράκι τού σιναπιού, πού ήταν οι Χριστιανοί. Καί νά' ταν ο θάνατος μόνο. Τό θάνατο κάποτε, τί νά γίνει, θά τόν πάρεις απόφαση. Μά πώς νά πάρεις απόφαση τόν ανεκδιήγητο παιδεμό; Τό ρετσίνι, τήν πίσσα, τή διχάλα, τή μέγγενη, τό σιδερένιο τροχό, τή φλογισμένη τσιμπίδα..." (ένθ. ανωτ. σελ. 61).

"Όλη η ζωή τών Χριστιανών, όση υπήρχε, γινόταν μιά προετοιμασία θανάτου. Ο Σταυρός, τό υπέρτατο σύμβολο, δυνάμωνε τό πνεύμα τής θυσίας, πλήθαινε τήν αντοχή. Ήταν η μεγάλη παρηγοριά καί η μεγάλη ελπίδα. Ένας σταυρωμένος Χριστός, αυτός ο Χριστός τού Γολγοθά ήταν ο μόνος πού είχε τό δικαίωμα νά μιλήσει. Καί οι Χριστιανοί άνθρωποι πραείς, πού έτρεμαν μή λάχει καί πατήσουν κανένα μερμήγκι, έβρισκαν μέσα τους τή δύναμη νά στέκουν ανάμεσα στίς φλόγες, χωρίς νά σαλεύουν, μέχρι νά γίνονται μιά κατάμαυρη κληματόβεργα. Η πίστη ήταν τό ασταμάτητο θαύμα. Μονάχα έτσι τό σπειράκι τού σιναπιού κατάφερνε νά ξεδοντιάζει τήν αυτοκρατορία. Πρόσταζε τό βουνό νά μετακινηθεί καί κείνο άλλαζε τόπο..."

Στό σημείο αυτό ο συγγραφέας ανασύρει από τό Συναξάρι τήν ζωή εφτά παιδιών, πού η αόρατη βουλή τού Θεού τά ένωσε στό μαρτύριο τής Εφέσου. Περιγράφει χωριστά τήν ζωή τού καθενός. Αρχίζει από τήν ιστορία τού Ιάμβλιχου. Γιός άρχοντα τής Εφέσου παράτησε τά πλούτη καί τήν αρχοντική ζωή του καί ακολούθησε τόν Αγάθιο, έναν θερμό Χριστιανό πού τόν φιλοξένησαν οι γονείς του ένα βράδυ στό αρχοντικό τους. Στό δρόμο τους προστέθηκαν στήν παρέα τους καί άλλοι έξι νέοι. Καί αργότερα καί οι γονείς τού Ιάμβλιχου, άν καί στήν αρχή τά έβαλαν μέ τόν Αγάθιο πού ξεσήκωσε τό παιδί τους καί έφυγε. Η αγάπη τού Χριστού είχε ενώσει αυτήν τήν συντροφιά πού γύριζε πόλεις καί χωριά τής Ασίας καί έδινε θάρρος στούς Χριστιανούς πού μέρα μέ τή μέρα πολλαπλασιάζονταν, πληθαίνοντας σάν τήν άμμο τής θάλασσας.

Αφορμή ζητούσε ο Δέκιος νά αυξήση τούς διωγμούς. "Άν συμμαζωχτούν οι Χριστιανοί καί οργανώσουν αντίσταση, θά ροκανίσουν τίς λεγεώνες μας" (ό.π.σελ.131), τού είπαν οι στρατηγοί του. Καί ξαμολύθηκαν τά λεφούσια τού στρατού καί στήν Έφεσο καί η άλλοτε χαρούμενη πολιτεία κατάντησε κοιλάδα θανάτου. Καί δέν ήταν μόνο οι Ρωμαίοι στρατιώτες καί ο ανθρώπινος όχλος τής πόλης πού είχε ολότελα αποκληρωθεί. Ήταν ένα τέρας ανήμερο πού παρακολουθούσε μέ καγχασμούς καί χλευασμούς τόν παιδεμό τόν ατελείωτο τών μαρτύρων. Η εξουσία, αποκτηνωμένη καί κείνη, τόν είχε ξαμολύσει στίς γειτονιές καί τόν είχε μεταμορφώσει σ' ένα αηδιαστικό λεφούσι καταδότες πού ντρόπιαζαν τό νόημα, όχι τού ανθρώπου, τού ζώου" (ό.π. σελ. 154).

Τά εφτά παιδιά μέ τήν μητέρα τού Ιάμβλιχου, τήν Ερμιόνη, ήταν κλεισμένα σέ μιά απόκρυφη σκοτεινή σπηλιά καί διαλογίζονταν τί νά κάνουν. Κάποιοι πρότειναν νά παραδοθούν στούς σφαγείς, έτσι ο θάνατος θά τούς έφερνε πιό κοντά στόν Θεό. Άλλοι πρότειναν νά φύγουν. Αργά τούς πήρε ο ύπνος. Πρός τά μεσάνυχτα ο Ιάμβλιχος ξύπνησε, είδε τούς άλλους νά κοιμούνται μακάρια καί άρχισε νά σιγοψιθυρίζη τόν Ψαλμό: "Ο Θεός ημών καταφυγή καί δύναμις, βοηθός εν θλίψεσιν ταίς ευρούσαις ημάς σφόδρα". Καί ύστερα από λίγο: "Διά τούτο ου φοβηθήσομαι εν τώ ταράττεσθαι τήν γήν καί μετατίθεσθαι όρη εν ταίς καρδίαις θαλασσών..." . "Εταράχθησαν έθνη, έκλιναν βασιλείαι' έδωκεν φωνήν αυτού, εσαλεύθη η γή. Κύριος τών δυνάμεων μεθ' ημών, αντιλήπτωρ ημών ο Θεός Ιακώβ".

Είχαν περάσει τέσσερις εβδομάδες αφότου κλείστηκαν σέ κείνη τήν ανήλιαγη σπηλιά. Καμιά επαφή μέ τόν έξω κόσμο. Σέ τέτοιες περιπτώσεις ο άνθρωπος στρέφει τή ματιά του πρός τά μέσα καί σκαλίζει τό λαγούμι τού εαυτού του. "Έτσι καί ο Ιάμβλιχος μέσα σέ κείνη τήν μοναξιά, ένιωθε ν' ανεβαίνει από τά σπλάχνα του η ορμή καί η δίψα τού αίνου, ν' αναθρώσκει τό πνεύμα τού Θεού, καθώς από λαγκαδιές. Καί τό πνεύμα τού Θεού είταν γεμάτο καλοσύνη καί πραότητα καί συγχώρεση. Είταν μιά φιλική παρουσία, προστατευτική καί χαμογελαστή -ο πρό αιώνων Θεός. Καί γέμιζε η καρδιά του ευδαιμονία. Δεινό, δεινότατο πράμα είναι η έγνια τούτης τής γής. Νά παλεύεις γιά τό ψωμί, γιά τήν αγάπη, γιά τήν εξουσία, γιά τήν υπεροχή ανάμεσα στούς άλλους ανθρώπους. Στό τέλος, αφανίζονται όλα τούτα. Μάταια είναι καί περαστικά. Καί δέν απομένει παρά η θλίψη, αυτός ο πόνος τής γής, ο πόνος τού όντος, η θερμή αγωνία πού διατρέχει τό άδειο διάστημα καθώς μιά σπαραχτική κραυγή από κυνηγημένο ζώο. Άλλο δέ σού μένει λοιπόν παρά νά γυμνώνεσαι. Νά λιγοστεύεις, ολοένα καί νά λιγοστεύεις τίς έγνιες, νά καθαρίζεις τήν καρδιά σου από τίς μάταιες πείνες, από τίς μάταιες δίψες. Καί ν' απλώνεις τά χέρια, τά χέρια τής ικεσίας, πρός τό Θεό. Καί νά τόν νιώθεις νά σού απλώνει καί κείνος τά χέρια. Κάθε άνθρωπος τούτης τής γής είναι κ' ένας άσωτος γιός. Κι ο Θεός είναι ο Πατέρας, πού δέν παιδεύει τόν άσωτο, τόν υποδέχεται μέ αγάπη" (ό.π. 158-159).

Περνούσαν οι μέρες οι νύχτες καί απόφαση καμιά. Καί ερχόταν ο θάνατος απ' τήν πείνα καί τή δίψα. Κάθησαν τότε όλοι κατάχαμα ξανά καί απάγγελναν ψαλμούς καί ό,τι σχετικό ήξερε ο καθένας. Τούς είχε τελειώσει η τροφή καί τό νερό.

Σέ μιά στιγμή τούς διακόπτει ο Κωνσταντίνος, ένας απ' αυτούς, λέγοντας: "Άλλο δέν μένει παρά νά προσπέσουμε στόν Κύριο νά μάς πάρει σιμά του. Νύσταξε πιά η ψυχή μας, τό κορμί μας απόκαμε". Όλοι συμφώνησαν, έπεσαν στά γόνατα, δόξασαν τό Θεό καί τού ζήτησαν ανάπαυση.

Καί ύστερα όλα σώπασαν. "Ο Κύριος εισάκουσε τήν δέηση τών παιδιών τής Εφέσου. Πρόσταξε τόν ύπνο νά τά σκεπάσει μέ τ' αλαφρό μαγνάδι του". Καί ήταν ένας ύπνος χωρίς όνειρα, χωρίς εφιάλτες. Ατελεύτητος. Οι μέρες, οι νύχτες, οι μήνες, τά χρόνια, έγιναν χρόνος άναρχος μέσα σέ κείνη τή σπηλιά. Οι άνθρωποι γεννιούνταν, πέθαιναν, πολιτείες χάνονταν, γίνονταν άλλες καί τά παιδιά εκεί στήν ανήλιαγη σπηλιά παραδομένα στόν τέλειο ύπνο. Πάει καί ο Δέκιος, εκείνο τό τρομαγμένο πλάσμα, τό αξιοθρήνητο θηρίο. Ο χρόνος τά είχε λησμονήσει τά παιδιά. Τά προσπερνούσε χωρίς νά τ' αγγίζει. Τριακόσια τριάντα εφτά χρόνια πέρασαν καί αυτά κοιμούνταν ακόμα.

Τέλος ένα πρωΐ, βαθιά χαράματα, ο Ιάμβλιχος ξύπνησε. Ανασηκώθηκε καί κοίταξε γύρω του προσπαθώντας νά θυμηθεί. Ξύπνησαν καί τ' άλλα παιδιά καί ο ίδιος βγήκε απ' τή σπηλιά νά βρεί κόσμο, νά πάρει κάτι νά φάνε. Όλα τά 'βρισκε αλλαγμένα. Καί οι άνθρωποι ήρεμοι κι ανάμεσά τους πλήθος Χριστιανών. Σέ κουβέντα μαζί τους είπε τό όνομά του, Ιάμβλιχος. Αμέσως όσοι τόν άκουσαν έπεσαν κάτω καί τόν προσκυνούσαν. Θαύμα! Θαύμα! φώναζαν. Άγιε Ιάμβλιχε, λύτρωσε τήν ψυχή μας!".

Από στόμα σέ στόμα τό νέο περπάτησε σ' όλη τήν πολιτεία. Κι άφησε ο κόσμος τά σπίτια του καί συμμαζώχτηκε στήν αγορά. Εκεί ήρθαν καί τά άλλα παιδιά. Καί γέμισε η νύχτα πυρσούς καί λυχνάρια καί οι φωνές διέσχιζαν τό σκοτάδι τής νύχτας. "Οι νεκροί ανασταίνονται! Ο κάτω κόσμος έρχεται στόν απάνω! Έφτασε η συντέλεια! Μετανοείτε! φώναζαν.

Τήν άλλη μέρα ο κόσμος συνέρρεε από παντού καί τά μεταφυσικά ερωτήματα πρός τά εφτά παιδιά έπεφταν βροχή: "Πώς είναι ο θάνατος;" "Τί είναι ο θάνατος;", "Σέ ποιούς τόπους βρεθήκατε; Μέ ποιούς ανθρώπους ανταμώσατε;", "Κοιτάξατε πρόσωπο μέ πρόσωπο τόν Παντοδύναμο, τόν Κύριο τού ουρανού καί τής γής;" (ό.π. σ. 217-218).

Τά εφτά παιδιά στό μεταξύ σκέφτονταν πώς αποτελούν μιά αντινομία, πώς είχαν σφηνωθεί σ' έναν άλλον καιρό, πού δέν είναι δικός τους. Τώρα αυτοκράτορας είναι ο Θεοδόσιος καί βασιλεύει στό Βυζάντιο. Ναί, αλλά καί τώρα η καρδιά τού ανθρώπου δέν άλλαξε. Παρέμεινε ο άνθρωπος όπως πρίν τό ίδιο άνανδρος, άτιμος, αιμοβόρος καί σκληρός.

"Άλλοτε, είπε ο Κωνσταντίνος η ζωή είχε γιά μάς κάποιο σύνορο. Είχε τό θάνατο. Τώρα βρισκόμαστε στό άδειο...η ζωή είχε κάποιο νόημα, τότε μπορούσαμε νά λέμε: Θά πεθάνουμε κάποτε! Σήμερα δέ μπορούμε πιά νά συλλογιστούμε τό θάνατο. Η ζωή χωρίς τό θάνατο μπορεί καί νά μήν έχει νόημα" (ό.π. σ.214).

Απογοητευμένος καί ο Ιάμβλιχος ένα βράδυ εξομολογείται:
"Η ψυχή μου έγινε μιά φλόγα καί πηγαίνει νά δρασκελίσει τούς καιρούς, πού έρχονται. Η ψυχή μου άλλο δέν συναπανταίνει παρά αίμα καί ιδρώτα καί θρήνο. Η ανθρώπινη δύναμη είναι άδικη καί σκληρή...οι καιροί είναι γεμάτοι σωτήρες. Όλοι θέλουν νά σώσουν τούς ανθρώπους. Κι αφανίζουν τόν άνθρωπο. Όλοι θέλουν ν' ασφαλίσουν ευτυχισμένη ζωή στούς ανθρώπους. Κι αφανίζουν τόν άνθρωπο. Τού τάζουν ψωμί καί νερό. Καί τού παίρνουν γι' αντάλλαγμα τήν ψυχή.

Άμα μπορείς νά σκοτώνεις ανθρώπους, δέν έχεις τή δύναμη νά σώσεις τόν άνθρωπο. Ο φονιάς δέν μπορεί νά γίνη σωτήρας. Βλέπω μιά πλάση γεμάτη φονιάδες...Βλέπω...τόν αδελφό νά σκοτώνει τόν αδελφό, τόν καταδότη νά παραμονεύει σέ κάθε γωνιά, τό σφετεριστή νά κάνει φτωχότερο τό φτωχό. Βλέπω λαούς νά ξεσπερμεύονται, φυλές ν' αφανίζονται, τά σπλάχνα τής γής νά συνταράζονται....Αδελφοί μου, ο Θεός ο παντοδύναμος βρίσκεται μέσα μας. Άς σκύψουμε μέσα μας, άς ανοίξουμε τά μάτια μας νά τόν δούμε. Είν' ένας Θεός γυμνός καί ταπεινός καί φτωχός, ένας Θεός ζητιάνος, πού μπορεί νά συχωρέσει τά πάντα εξόν από τούτο: νά ορίζει ο άνθρωπος τή μοίρα τού άλλου ανθρώπου, νά γίνεται ο άνθρωπος τό πεπρωμένο τού άλλου ανθρώπου. Αδελφοί μου, ακούστε τό λόγο μου: ο καθένας βρίσκει μόνος του τό Θεό, ο καθένας βρίσκει τόν εαυτό του μόνος του! ". Στό τέλος οι ψυχές τών εφτά παιδιών αρχίζουν πάλι νά νυστάζουν, αποσύρονται στή σπηλιά τους καί παραδίνονται στήν ανάπαυση τού αιώνιου ύπνου".

Αλησμόνητε Ι.Μ.Παναγιωτόπουλε, μέ τά πιό πολύτιμα στολίδια, τήν Ιστορία, τήν Ιερή Παράδοση καί τή σπάνια λογοτεχνία σου, έπλεξες αθάνατο στεφάνι στά Εφτά κοιμισμένα παιδιά τής Εφέσου. Εκείνα διάβηκαν πέρα από τό θάνατο καί συνάντησαν τήν ευτυχία. Μακάρι καί σύ μαζί τους νά βρίσκεσαι!–

  • Προβολές: 1023

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance