• Αρχική
  • Τεῦχος 19 - Αὔγουστος 1997
  • Κύριο θέμα: Εισήγηση του Μητροπολίτου μας στο Γ’ Θεολογικό Συνέδριο Μεταπτυχιακών Φοιτητών- Ἀνατολὴ καὶ Δύση στὴν Θεία Λατρεία.

Κύριο θέμα: Εισήγηση του Μητροπολίτου μας στο Γ’ Θεολογικό Συνέδριο Μεταπτυχιακών Φοιτητών- Ἀνατολὴ καὶ Δύση στὴν Θεία Λατρεία.

Εισήγηση του Μητροπολίτου μας στο Γ’ Θεολογικό Συνέδριο Μεταπτυχιακών Φοιτητών- Ἀνατολὴ καὶ Δύση στὴν Θεία Λατρεία.Διοργανώθηκε με επιτυχία από 6 έως 10 Ιουλίου το Γ’ Θεολογικό Συνέδριο των Μεταπτυχιακών Φοιτητών στο Συνεδριακό Κέντρο της Ι. Μητροπόλεως Θηβών και Λεβαδείας, κοντά στην Ι. Μονή Ευαγγελιστρίας, υπό την αιγίδα του οικείου Ποιμενάρχου Σεβ. κ. Ιερωνύμου.

Το Συνέδριο, το οποίο ασχολήθηκε με το γενικό θέμα “Ανατολή και Δύση· η πορεία δύο κόσμων”, έδωσε πολλές ελπίδες για το μέλλον των Θεολογικών Σπουδών στην Ελλάδα, με το υψηλό του επίπεδο και κυρίως με τον ορθόδοξο και πατερικό προσανατολισμό των νέων Θεολόγων.

Από τα τριαντατρία (33) συνολικά θέματα που αναπτύχθηκαν σε ισάριθμες εισηγήσεις, θα αναφέρουμε μερικά, ενδεικτικά της παραπάνω διαπιστώσεως:

“Οι πιέσεις των Λατίνων στους Ορθοδόξους της Κέρκυρας κατά την διάρκεια της Ενετοκρατίας (1604-1745)”, “Η Ουνία στην Ανατολική Ευρώπη ως προσπάθεια καθυποτάξεως της Ανατολής στην Δύση”, “Ορθοδοξία και Δύση στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα”, “Ο τρόπος θεολογίας του αγ. Γρηγορίου Νύσσης και η κατανόησή του από την Δύση”, “Η ορθόδοξος πνευματικότης του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού και οι επιδράσεις του εις την Δύση”, “Ο άγ. Νικόδημος ο Αγιορείτης έναντι των πνευματικών ζυμώσεων της Δύσεως”, “Η έννοια του προσώπου στην δυτική διανόηση σε σύγκριση προς την υποστατική θεολογία της Ανατολικής Εκκλησίας”, “Κωνσταντίνου Οικονόμου του εξ Οικονόμων “περί των Ο’ ερμηνευτών””

Στο Συνέδριο προσκλήθηκε ο Σεβ. Μητροπολίτης μας κ. Ιερόθεος, για να εισηγηθή το θέμα: “Ανατολή και Δύση στην θεία Λατρεία”, κατά την συνεδρία της Τρίτης 8 Ιουλίου, με προεδρεύοντα τον Καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Πρωτ. π Γεώργιο Μεταλληνό.

Ο Σεβασμιώτατος, κατ’ αρχάς, διευκρίνησε τους όρους Ανατολή και Δύση, οι οποίοι ενώ είχαν εξ αρχής γεωγραφικό περιεχόμενο, με τον καιρό απέκτησαν ευρύτερη σημασία και αναφέρονται πλέον στην θεολογία, γνωσιολογία, την ανθρωπολογία, την εκκλησιολογία, την εσχατολογία, σε όλα τα επίπεδα του πολιτισμού, και στον τρόπο ζωής. Χαρακτηριστική ήταν, σύμφωνα με τον Σεβασμιώτατο, η σύγκρουση Ανατολής και Δύσεως στον διάλογο του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά με τον σχολαστικό Βαρλαάμ.

Απ’ τα πολλά σημεία, στα οποία φαίνεται η διαφορά του πνεύματος της Ορθοδόξου Ανατολής και της Δύσεως, όπως η ψαλμωδία, η αρχιτεκτονική των Ιερών Ναών, ο τρόπος τέλεσης των μυστηρίων, στα οποία φαίνεται η θεολογική διαφοροποίηση της Δύσεως από την Ανατολή, κ.λ.π., ο Σεβασμιώτατος επέλεξε να αναφερθή στα εξής πέντε σημεία, θεωρώντας τα ως περιέχοντα και τα υπόλοιπα:

1. Κατηχούμενοι και πιστοί

Αποσαφήνισε, με την βοήθεια κυρίως του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, τις έννοιες “κατήχηση”, “πίστη”, “κατηχούμενος”, “πιστός”, “άθεος”.

“Η κατήχηση, σε αντίθεση με την Δύση όπου συνδέθηκε με μια θεωρητική διδασκαλία γύρω από τα θέματα της πίστεως, στην Ανατολή είναι αγωγός για την μύηση των Χριστιανών στην εκκλησιαστική ζωή, ... που συνδέεται σαφώς με την κάθαρση της καρδιάς.

Η πίστη, που στην Δύση συνδέθηκε με την λεγομένη ηθική, η οποία χωρίστηκε από την ασκητική διδασκαλία και την αποκαλυπτική αλήθεια, στην Ανατολή είναι η υπαρξιακή σχέση του ανθρώπου με τον Χριστό... Η πίστη είναι όραση και νόηση καρδίας, όπως θα έλεγε και ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, είναι ένωση του ανθρώπου με τον Θεό, που γίνεται δια της οράσεως του ακτίστου φωτός.

Σύμφωνα με τον Συμεών τον Ν. Θεολόγο ... κατηχούμενος δεν είναι μόνο ο άπιστος, ο εκτός της Εκκλησίας άνθρωπος, δηλαδή ο αβάπτιστος, αλλά και εκείνος που δεν έφθασε στην έλλαμψη του νοός, και δεν είδε την δόξα του Θεού.

Επίσης, άθεος δεν είναι εκείνος που δεν πιστεύει στον Θεό, αλλά εκείνος που δεν έχει προσωπική γνώση του Θεού εξ Αποκαλύψεως, εκείνος που δεν έφθασε ακόμη στην θεωρία του ακτίστου φωτός καί, επομένως, έχει ψευδή γνώση για τον Θεό”.

2. Λογική και νοερά λατρεία

Κεντρική θέση στην ανάπτυξη του θέματος αυτού, από τον ομιλητή, κατέχει η πατερική διδασκαλία, που επανειλημμένα και τεκμηριωμένα έχει παρουσιάσει στα βιβλία του, ότι “ο άνθρωπος έχει δύο κέντρα λειτουργίας, ήτοι τον νού και τον λόγο, καί, επομένως, υπάρχουν δύο λειτουργίες - ενέργειες, ήτοι η νοερά και η λογική ενέργεια”.

Εισήγηση του Μητροπολίτου μας στο Γ’ Θεολογικό Συνέδριο Μεταπτυχιακών Φοιτητών- Ἀνατολὴ καὶ Δύση στὴν Θεία Λατρεία.“Και όπως υπάρχει νοερά και λογική ενέργεια, έτσι υπάρχει νοερά και λογική λατρεία. Οι δυο αυτές λατρείες μπορούν να λειτουργούν ταυτοχρόνως, όταν ο άνθρωπος καθαρίση, με την ενέργεια της θείας Χάριτος, τον νού από τις προσλήψεις και τις φαντασίες ή μπορεί να επικρατή μόνο η λογική λατρεία και να υπάρχη παντελής άγνοια της νοεράς λατρείας.

Αυτή η διάκριση φαίνεται στην διαφορά μεταξύ της Ανατολής και της Δύσεως. Στην Ορθόδοξη Παράδοση, όπως εκφράζεται στα πατερικά νηπτικά συγγράμματα, φαίνεται καθαρά ότι είναι δυνατόν να ξεχωρίση ο νούς από την λογική, οπότε ενεργούν ταυτόχρονα και τα δύο, δηλαδή ο Χριστιανός που έχει φωτισμένο νού, ευρισκόμενος στον ιερό Ναό, μπορεί να έχη αίσθηση της πραγματικότητος του χώρου του Ναού και των όσων γίνονται και λέγονται εκεί, αλλά ταυτόχρονα να αισθάνεται και την καρδιά του να προσεύχεται εσωτερικά...”.

Αντίθετα, στην Δύση δίνεται σημασία στη λογική λατρεία και το συναίσθημα, ενώ υπάρχει πλήρης άγνοια της νοεράς λατρείας.

Επίσης, αναφέρθηκε στις προϋποθέσεις και στον τρόπο απόκτησης της νοεράς λατρείας, η οποία είναι δώρο του Θεού στον άνθρωπο, είναι “η προσευχή του Αγίου Πνεύματος που γίνεται μέσα στην καρδιά”.

3. Έκφωνη, χαμηλόφωνη και μυστική ανάγνωση των ευχών

Ανέλυσε την διαφορά στους τρόπους ανάγνωσης των ευχών, σε σχέση με τις αλλαγές στον Ναό (ανύψωση τέμπλου κ.λπ.), και επεσήμανε την αιτία της χαμηλόφωνης και μυστικής ανάγνωσης, καθώς και των αλλαγών αυτών, στην σύγχυση μεταξύ των κατηχουμένων με τους πιστούς και στον περιορισμό της νοεράς λατρείας. Πρέπει, λοιπόν, να εξετάζουμε τους λόγους που οδήγησαν την Εκκλησία να λάβη αυτά τα μέτρα και να μην ζητάμε επιστροφή στις αρχαίες λατρευτικές συνήθειες (όπως κάνουν οι δυτικοί) δίχως να προσπαθούμε να αποκτήσουμε και τις προϋποθέσεις των αρχαίων Χριστιανών.

4. Απροϋπόθετη και εμπροϋπόθετη μέθεξη στην θεία Κοινωνία

Αναφέρθηκε, επίσης, στην σαφή διδασκαλία του Απ. Παύλου, περί ανάξιας και αδιάκριτης συμμετοχής στην θεία Κοινωνία, όπως αυτή παρουσιάζεται στην Α’ προς Κορινθίους επιστολή κεφ. ια’, 27-30. Η ανάξια προσέλευση, υπογράμμισε ο Σεβασμιώτατος, δεν συνδέεται με απλές ηθικολογικές πράξεις, αλλά με την μη υπάρχουσα δυνατότητα διάκρισης του Σώματος και του Αίματος του Κυρίου.

Η ίδια διδασκαλία επαναλαμβάνεται από τους Πατέρες στις ευχές της θ. Λειτουργίας και της Ακολουθίας της θείας Μεταλήψεως, και συνδυάζεται με την πατερική επίσης διδασκαλία για τα αποτελέσματα της ενέργειας της θ. Χάριτος, που είναι ανάλογα με την κατάσταση και την δεκτικότητα των ανθρώπων.

“Επομένως, η συχνότητα μετοχής στην θεία Κοινωνία διαφέρει για κάθε άνθρωπο. Οι θεούμενοι, όσοι ευρίσκονται στον φωτισμό και την θέωση, έχουν μεγάλη αγάπη στον Θεό, έχουν νοερά προσευχή, νοερά λατρεία και μπορούν να κοινωνούν και κάθε ημέρα. Όσοι βρίσκονται στο στάδιο της καθάρσεως, μπορούν να κοινωνούν, γιατί τότε η θεία Κοινωνία γίνεται εις κάθαρσιν, αλλά αραιότερα από τους φωτιζομένους. Και όσοι δεν έχουν εισέλθει στο στάδιο της καθάρσεως, δηλαδή δεν ζουν την Χάρη της μετανοίας, αυτοί πρέπει να απέχουν, ακριβώς γιατί αυτό μπορεί να γίνη “εις κρίμα και εις κατάκριμα”. Έτσι μπορούμε να ερμηνεύσουμε το “δοκιμαζέτω άνθρωπος εαυτόν και ούτως εκ του άρτου εσθιέτω και εκ του ποτηρίου πινέτω”. Βασικά, έργο του πνευματικού είναι να κάνη αυτή την διάκριση”.

Κατακλείοντας την ενότητα αυτή υπογράμμισε: “Αν κανείς δεν κατανοήση την αξία και την σπουδαιότητα του ορθοδόξου ησυχασμού, δεν μπορεί να αντιληφθή και την σπουδαιότητα της θείας Κοινωνίας”.

5. Κτιστός και άκτιστος Ναός

“Ο Χριστός είναι ο άκτιστος Λόγος του Πατρός καί, επομένως, είναι ο άκτιστος Ναός... Ο Ίδιος ο Χριστός λέγει: “εγώ εν τω πατρί και ο πατήρ εν εμοί” (Ιω. ιδ’, 11).

Στην Παλαιά Διαθήκη, υπήρχε η Σκηνή του Μαρτυρίου και ο Ναός του Σολομώντος, που ήταν κτιστές παραλλαγές του ακτίστου Ναού. Με την ενανθρώπιση του Χριστού καταργήθηκε η κτιστή σκηνή και έχουμε την Εκκλησία, η οποία είναι το τεθεωμένο Σώμα του Χριστού.

“Ακριβώς επειδή ο Χριστός είναι ο άκτιστος Λόγος του Θεού Πατρός, γι’ αυτό και προσκαλεί τους μαθητάς να έλθουν και να παραμείνουν στην οικία Του. Οι δύο μαθητές του Προδρόμου είπαν στον Χριστό: “διδάσκαλε που μένεις;”. Η απάντηση του Χριστού ήταν: “έρχεσθε και ίδετε”. Και κατά την μαρτυρία του Ευαγγελιστού Ιωάννου: “ήλθον και είδον που μένει, και παρ’ αυτώ έμειναν την ημέραν εκείνην” (Ιω. α’, 38-40). Κατά την ερμηνεία των Πατέρων (ιερός Θεοφύλακτος) αυτή ήταν μία εμπειρία θεώσεως των μαθητών, αφού αξιώθηκαν μία ολόκληρη ημέρα να μείνουν μέσα στην άκτιστη δόξα του Θεού”.

“... Οι μαθητές προ της Αναλήψεως, είδαν τον Χριστό κατά σάρκα, αλλά μετά την Πεντηκοστή τον βλέπουν κατά πνεύμα, αφού ζουν μέσα στον άκτιστο Ναό του Σώματός Του...”

“Στο βιβλίο της Αποκαλύψεως, όταν περιγράφεται η ουράνια πόλη, λέγεται: “Και ναόν ουκ είδον εν αυτή· ο γαρ Κύριος ο Θεός ο παντοκράτωρ ναός αυτής εστι, και το αρνίον” (Αποκ κα’, 22). Πράγματι, όταν θα καταργηθή ο κτιστός Ναός, τότε θα υπάρχη σχέση και κοινωνία με τον άκτιστο Ναό, τον Ίδιο τον Χριστό... Τον άκτιστο και αχειροποίητο Ναό τον ζουν ως εν αρραβώνι από τώρα οι θεούμενοι, κυρίως όσοι βλέπουν την δόξα του Θεού, που είναι αυτή η ίδια η Βασιλεία του Θεού.

...Στο σημείο αυτό υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ της Ανατολής και της Δύσεως. Η Δύση βιώνει περισσότερο τον κτιστό ναό, τον Χριστό κατά σάρκα, ενώ η Ορθόδοξη Ανατολή, όπως εκφράζεται στους αγίους Πατέρας, βιώνει τον άκτιστο Ναό, τον Χριστό κατά πνεύμα. Όταν στην Δύση γίνεται λόγος για Βασιλεία του Θεού, εννοούνται περισσότερο κτιστές πραγματικότητες, απλώς μια επικράτηση του ηθικού νόμου στην γή. Στην ορθόδοξη Ανατολή, όταν ομιλούμε για Βασιλεία του Θεού, εννοούμε την μέθεξη της ακτίστου δόξης του Θεού, την όραση της ακτίστου ενεργείας του Θεού.

Η βίωση των εσχάτων, για την οποία γίνεται πολύς λόγος στις ημέρες μας από μερικούς θεολόγους, δεν είναι ανεξάρτητη από την όραση του ακτίστου φωτός στην ανθρώπινη σάρκα του Λόγου, καθώς επίσης δεν μπορεί να αποδεσμευθή από την κάθαρση και τον φωτισμό του νοός, δηλαδή από τον ορθόδοξο ησυχασμό. Μια εσχατολογία έξω από τον ορθόδοξο ησυχασμό είναι δυτικής προελεύσεως, αφηρημένη και συναισθηματική κατάσταση”.

Το γενικό συμπέρασμα της όλης εισηγήσεως ήταν ότι “ο τρόπος με τον οποίο προσεύχεται κανείς, καθώς επίσης και ο τρόπος με τον οποίο προσέρχεται στην θεία Λειτουργία και κοινωνεί των Τιμίων Δώρων δείχνει κατά πόσον η πνευματικότητά του είναι ορθόδοξη ή δυτική. Όλα τα συμπτώματα της αιρέσεως και της Ορθοδοξίας φαίνονται στον χώρο της λατρείας. Γι’ αυτό πρέπει να δώσουμε μεγάλη σημασία στα άγια των αγίων της Εκκλησίας μας, που είναι η λατρεία, ιδιαιτέρως δε η θεία Ευχαριστία, όταν, όμως, την εντάξουμε μέσα στο κλίμα του ορθοδόξου ησυχασμού”.

Ν.Γ.

Ετικέτες: ΚΥΡΙΟ ΘΕΜΑ

  • Προβολές: 1582

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance