Κώστα Παπαδημητρίου: Παντελῆς Πρεβελάκης (Α')

τού Κώστα Παπαδημητρίου, επ. Σχολικού Συμβούλου

 

Α' Ιδέες καί χαρακτήρες τού έργου του

Σπάνια, από καταβολής τής λογοτεχνίας, συναντάς Έλληνα λογοτέχνη πού τό θείο μέ κάποιες μορφές του νά μήν αποτέλεσε ερέθισμα γιά έρευνα, απάντηση σέ ερωτήματα ή κίνητρο γιά δημιουργία. Η ομηρική μυθολογία, η ησιόδεια θεογονία, προσωκρατική καί σωκρατική θεολογία, η τραγωδία καί γενικά κάθε δημιουργία πνευματική έχει αδιαμφισβήτητη μήτρα της τήν θρησκεία. Τό διαβεβαιώνει εξάλλου καί ο Πλούταρχος πού επισημαίνει ότι κανείς καί ποτέ δέν συνάντησε "ανίερον πόλιν καί άθεον".

Παντελῆς ΠρεβελάκηςΔέν αποτέλεσε εξαίρεση καί ο ποιητής, πεζογράφος, ιστορικός τής τέχνης, από τούς κορυφαίους τής μεσοπολεμικής καί μεταπολεμικής περιόδου, Παντελής Πρεβελάκης. Κρητικός στήν καταγωγή, μέ πολυετείς σπουδές στήν Ελλάδα καί τήν Ευρώπη, τακτικό μέλος τής Ακαδημίας Αθηνών, ασχολήθηκε ιδιαίτερα μέ τήν Κρήτη. "Η Κρήτη, είχε δηλώσει, είναι τό πάθος μου καί η λύτρωσή μου". Τής αφιέρωσε εφτά μυθιστορήματα καί τρία δράματα. Λίγοι σύγχρονοί του μπορούν νά τόν παραβγούν στήν μαστοριά τής γλώσσας του. Περιγράφει τόν αγώνα καί τή ζωή τού κρητικού λαού, ιδιαίτερα στήν Επανάσταση τού 1866. Τά άψυχα ντοκουμέντα του τά μεταβάλλει σέ ρωμαλέες εικόνες ζωής. Όλα τά έργα του βουΐζουν καί από σάλαγο τού πολέμου. Είναι πυκνά, γεμάτα επεισόδια καί λεπτομέρειες.

Τόν έτρεφε όμως καί μιά παραίσθηση αιωνιότητας. "Τό είναι μου", θά πή ο ίδιος, "αγωνιούσε μαγκωμένο ανάμεσα σέ δύο τείχη: τή γέννησή μου καί τόν βέβαιο θάνατό μου... Ζήτησα μιά έξοδο, γύρεψα μιά ένωση μέ κάτι πού νά 'ναι διαρκέστερο από μένα. Πόθησα μιά υπέρβαση τού εαυτού μου. Γύρισα τά μάτια μου στόν ουρανό...". Καί στό έργο του "Τό ιερό σφάγιο" θά προσθέση: "Πρίν από μάς η θρησκεία έσμιγε τό πλάσμα μέ τόν Πλάστη του. Ένωνε τόν άνθρωπο μέ τόν κόσμο. Η απιστία μας τούς ξεταίριασε. Ποιός θά μάς φανερώσει από δώ καί μπρός τό σκοπό τής ζωής; Ρωτάω τό νού μου. Δέν έχω άλλη πόρτα νά χτυπήσω...". Καί συνεχίζει: "Πόσοι από τούς συγκαιρινούς μας νιώθουν τό δράμα τού καιρού μας; Πολύ λίγοι σ' αναλογία μέ τό σύνολο. Τό υφίστανται βέβαια όλοι. Τό υφίστανται τυφλά, ασύνειδα, μηχανικά. Είναι ένα κοπάδι από αρνιά πού τά δέρνει η βροχή καί τρέχουν νά κρυφτούν στό μαντρί τους. Θέαμα τέτοιο προκαλεί τόν οίκτο, τόν έλεο, όχι όμως καί τό φόβο....".

Στό έργο του "Ο Λάζαρος", πού είναι έργο καθαρά εσωτερικό, ο Λάζαρος ξαναγεννιέται στόν κόσμο μέ τή θαυματουργό επέμβαση τού Ιησού καί ψάχνει νά βρή τό νόημα τής ζωής του. Αναρωτιέται: "Τί αξίζει, Μάρθα, η ζωή, άν δέν ξέρουμε γιατί ήρθαμε στόν κόσμο; Από τήν ώρα πού πέθανε ο Θεός –τόν σκότωσε ο άνθρωπος- όλα τά ανθρώπινα είναι πρόσκαιρα νομίσματα, μιά ανυπόστατη φαντασμαγορία" (Κεφαλή τής Μέδουσας, σ. 43). "Αναζητώ ένα νόημα στόν κυκεώνα τού κόσμου, όπου απόλυτος κύριος είναι ο θάνατος".

Στό βιβλίο του "Ο Ήλιος τού θανάτου" ο θάνατος μέ τήν αδιάκοπη παρουσία του κυριαρχεί από τήν αρχή ως τό τέλος καί ο καθένας πρέπει μόνος του νά κανονίση τούς λογαριασμούς του μαζί του. Ο θάνατος είναι μιά δεύτερη γέννηση, πιό πραγματική από τήν πρώτη, γιατί τώρα ανακαλύπτει ο άνθρωπος πώς η ζωή έχει τό τέρμα της καί πώς ο κάθε άνθρωπος δέν είναι τό κέντρο τού κόσμου. Ο θάνατος είναι η υπέρτατη δοκιμασία τού ανθρώπου. Είναι τό καμίνι πού κάνει νά πέση από πάνω μας η σκουριά καί νά λάμψη στιλπνό καί καθαρό τό μέταλλο τής ψυχής. Κι ο μελλοθάνατος αρχίζει "κάτω απ' τό αδέκαστο φώς του νά ξεχωρίζει τί έχει αξία στή ζωή καί τί είναι γιά πέταμα" (σ. 160). Δέν φοβάται πιά καί δέν κρύβεται. Βιάζεται νά βρεθή αντιμέτωπος μέ τή Μεγάλη Στιγμή του "νά κριθεί" (σ. 341).

Στό "Ο Άρτος τών Αγγέλων" ο Οδυσσέας (Πρεβελάκης) γυρίζει στήν Ιθάκη του. Εκεί μέσα στό ερημόσπιτό του, μέσα στή μοναξιά καί μέ τήν άσκηση γυρεύει, καθώς γράφει ο ίδιος, νά γευτή τόν "Άρτο τών Αγγέλων", πού είναι η υπέρτατη, η ουράνια γεύση τής Αθανασίας. Γυρεύει τήν "εκπύρωση τής ύπαρξης", τήν "υπέρβαση τού εαυτού του" τή "σφοδρή φώτιση", τήν "απολύτρωση από τή βαναυσότητα" (σ. 61).

Σ' αυτό τό βιβλίο του είναι ο πλάστης τού εαυτού του, τής πνευματικής του μορφής. Αποδεσμεύεται ανεπαίσθητα από τό παρελθόν του καί γίνεται ο ταπεινά αυτοϋψωνόμενος, πού μόνος του γυρεύει έναν σταυρό. Μά ο κόσμος όμως δέν τόν βλέπει. Κοιτάζει αλλού.

Ο Ντομολίνος πού σπούδασε στή Δύση, στό "Ο Ήλιος τού θανάτου" νιώθει τώρα τόν εαυτό του εξόριστο από τόν πνευματικό παράδεισο. Σκέπτεται τόν κόσμο τής απλής σοφίας καί τής εγκάρδιας αγάπης τής θρησκείας, νοσταλγεί τή χαμένη Εδέμ καί καταδικάζει τόν δυτικό πολιτισμό πού τόν έθρεψε πνευματικά. "Άς είχα τή δύναμη (τής θρησκείας) καί άς είχα στερηθεί τά φώτα τού δυτικού πολιτισμού! Αυτά τά φώτα είναι πού μάς έκαψαν" ("Η Κεφαλή τής Μέδουσας" σ. 62-63). Υποκλίνεται μπροστά στίς αρχές πού αντιπροσωπεύουν τήν χριστιανική θρησκεία, λογαριάζει γιά άνθρωπο μόνον όποιον βάνει πάνω από τήν πείνα του τό δίκιο καί τό πρεπούμενο, τιμά όσους "έχουν επάγγελμα νά σώζουν ψυχές" (σ. 322) καί κάποτε ξεσπά σέ αφορισμούς: "Μόνο εκείνος πού ξέρει ν' αγαπά έχει τή δύναμη νά καταφρονά τά βασίλεια τού κόσμου! Χωρίς τήν αγάπη ο βίος είναι αβίοτος". ("Η Κεφαλή τής Μέδουσας" σ. 152). "Όταν βλέπω μιά μάνα νά κλαίει τό παιδί της πού έχασε, μού φαίνεται πώς ξεχωρίζω τό νόημα τού κόσμου. Στό κάθε παιδί πού χάνεται, η Δημιουργία κάνει ένα πάτημα τά πίσω. Τά μάτια τής μάνας δέν έπρεπε νά ξέρουν τά δάκρυα" ("Ο Ήλιος τού Θανάτου" σ. 255). Καί όμως ο εγωϊσμός του δέν τόν αφήνει νά λυτρωθή από άλλον. "Αυτό 'ναι η περηφάνεια του καί η καταδίκη του" ("Η Κεφαλή τής Μέδουσας" (σ. 135).

Η πολιτεία του είναι μιά πολιτεία πού σβήνει, πνίγεται στόν κουρνιαχτό. Τό καράβι πού ρουφήχτηκε από τήν άμμο στά ρηχά καί πού ξαρμάτωσε μέ εγκαρτέρηση τό ίδιο τό τσούρμο είναι μιά εικόνα τής ίδιας τής πολιτείας του, τού Ρέθυμνου. Σιγά σιγά αυτό τό καράβι τό καταπίνει ο άμμος ώσπου μιά μέρα δέ φαίνεται καθόλου. Μέ τόν ίδιο τρόπο προχωρεί καί η δική του πολιτεία στό δικό της ηθικό βούλιαγμα.
Έπρεπε, λοιπόν, νά βρεθούν στηρίγματα νά τήν γλιτώσουν από τήν καταστροφή. Νά σταματήσουν τήν αταξία, τή σύγχυση καί τόν σκοτισμό τών συμπολιτών του, φαινόμενα πού παρατηρούνται σέ όσους απιστούν από τίς ρίζες τους. Καί τά βρίσκει αυτά τά αντιστηρίγματα, στίς δοκιμασμένες συνήθειες, στόν οίνο τής γερής καί καθαρής ζωής, στό δέσιμο τών πολιτών μέ τόν θησαυρό τών θρησκευτικών καί ηθικών παραδόσεων. Υπήρχαν ευτυχώς άτομα πού είχαν κάνει σημαία τους αυτές τίς παραδόσεις. Ο συγγραφέας Πρεβελάκης προβάλλει αυτά τά άτομα γιά νά μιμηθούν τή διαγωγή τους καί οι άλλοι συμπολίτες πού παραπαίουν ανερμάτιστοι. Ιδιαίτερα ξεχωρίζει τά παρακάτω υπαρκτά πρόσωπα στίς μέρες τους. Ζούν τήν καθημερινότητα στίς ανθρώπινες διαστάσεις της.

α) Η θεία Ρουσάκη.

Πάνω από όλα αυτά τά πρόσωπα στέκεται αυτή η γυναίκα. Είναι η ζωντανότερη καί πλατύτερη, σέ περιεχόμενο ανθρώπινο, γυναικεία μορφή τών έργων τού Πρεβελάκη. Τήν εκτίμησε ιδιαίτερα, πλάτυνε τή μορφή της καί τής έδωσε διαστάσεις συμβόλου. Αυτή η αγράμματη χωρική ενσαρκώνει τόν άγραφο νόμο τής παράδοσης. Υπήρξε μάνα καί δάσκαλος ζωής γιά τόν νεαρό καί ορφανό ανηψιό της Γιωργάκη, χήρα μέ έναν γιό στόν πόλεμο η ίδια... "Μού μεταβίβασε, θά πή ο ίδιος ο Γιωργάκης, αυτή η χωριάτισσα θειά μου Ρουσάκη τήν πείρα τών προγόνων... Μέ ποδηγέτησε στή διαβίωση μέσα στήν κοινωνία... Κυρίως μού δίδαξε τό θεϊκό νόμο πού κρίνει τίς πράξεις μου, πού ξεχωρίζει τό δίκαιο απ' τό άδικο καί κατευθύνει τό βίο μου χωρίς διφορούμενα. Τό νόμο πού γίνεται πάλι οδηγός μου, όταν οι ιδέες μαραίνονται καί μαδούν" (Η Κεφαλή τής Μέδουσας, σ. 305-306). Άν καί αγράμματη έχει μιάν απέραντη σοφία, δίχως τή μεσολάβηση τών βιβλίων καί τής δανεικής γνώσης. Δέν ήξερε νά διαβάζει κι όμως τή Σύνοψη δέν τήν αποχωριζόταν. Τήν άνοιγε καί βυθιζόταν στίς τέσσερις εικόνες τού βιβλίου: τού Ευαγγελισμού τής Θεοτόκου, τής Γέννησης, τής Σταύρωσης καί τής Ανάστασης τού Κυρίου. Νά τήν άκουγες νά τίς διαβάζει, νόμιζες πώς άκουγες έναν νέο Ευαγγελιστή. Καί μή νομίσετε πώς έβλεπε μονάχα όσα είχε ζωγραφίσει ο ζωγράφος. Πετούσε ο νούς της απ' τό λησμονημένο παρελθόν στό τώρα καί στό μέλλον. Γινόταν άλλος άνθρωπος όταν έφτανε στήν αιωνιότητα. Η ψυχή της είναι τό Τετραβάγγελο. Ο λόγος της αναβλύζει καθαρός καί αμάλαγος, ολόϊσια απ' τήν πηγή τής καρδιάς της. Κουβεντιάζει μέ τά φυτά καί τά ζώα, μέ τούς ανθρώπους, μέ τούς αγίους. Στέκει καταμεσίς στή Δημιουργία καί νιώθει γύρω της φιλικό καί οικείο τόν κόσμο τών αλόγων πλασμάτων καί τόν υπερφυσικό κόσμο τών πνευμάτων.

Μιά μέρα μπροστά στήν παρέα της μέ άλλες γυναίκες, κυλούσε τό κουβάρι του ένας σκάθαρος:
"-Καλώς τόν ψωμά! είπε μέ συμπόνια η θειά. Ήτανε ψωμάς, άνθρωπος καί κείνος, σάν εμάς. Μά είχε τά ζύγια ξίκικα καί τόν καταδίκασε ο Θεός νά κάνει ψωμιά από κοπριά.
-Ναίσκε! Ναίσκε! Τά περισσότερα πουλιά καί ζούμπερα ήταν άνθρωποι. Ο γκιώνης ήτανε δραγάτης. Μιά νύχτα μπήκε στό αμπέλι ο αδερφός του νά κλέψει κάνα σταφύλι -καλή ώρα σάν εμάς προψές!- καί κείνος τόν σκότωσε. Παρακάλεσε τό Θεό νά τόν κάνει πουλί νά κλαίει τόν αδερφό του τόν Αντώνη. Γι' αυτό φωνάζει: Ντών! Ντών!... Τό σφαλάγγι ήταν νεκροθάφτης. Μά κάποτε έθαψε έναν ζωντανό κι ο Θεός τόν καταράστηκε νά τυφλωθεί καί νά σκάφτει παντοτινά τό μνήμα του... Έχω νά σού πώ κι άλλα, μά βιάζει η δουλειά...."

Πιστεύει στό Θεό, στή δύναμη καί τήν καλοσύνη Του. Η εσωτερική ουσία Του είναι η αγάπη. Αγάπη γιά κάθε ζωντανό πλάσμα. Η αγάπη της γέμιζε τήν καρδιά δύναμη ώστε τίς μέρες τής πείνας νά ζητιανεύη από τούς χωριανούς γάλα γιά τούς αρρώστους. Δέν ξεχώριζε φίλους καί εχθρούς. Οι Βούλγαροι αιχμάλωτοι ήταν γι' αυτήν άνθρωποι πού βασανίζονταν. Τούς επισκέφθηκε μιά μέρα.
-Έφερα φαγάκι γιά τούς συντρόφους σου, είπε στόν αρχηγό πού γνώριζε ελληνικά. Είναι φτωχικό, γιατί είμαι φτωχιά κι εγώ. Τό έκαμα μέ τήν καρδιά μου. Έχετε τό ταχτικό σας; Πώς ζείτε; τούς ρώτησε.
-Μή ρωτάς πώς ζούμε, ρώτα μας πώς πεθαίνουμε, τής απάντησε ο Βούλγαρος.

Καί σέ άλλο Βούλγαρο αιχμάλωτο πού δέν ήξερε ελληνικά "τού έδειχνε τόν ουρανό καί τού έλεγε: Χριστός!, Χριστόους! -Χριστόους, αποκρινόταν καί κείνος καί η Ρουσάκη ήταν σίγουρη πώς καί τό ιερό όνομα ήταν ικανό νά εξηγήσει τά ανείπωτα..."(σελ. 204).

Στήν απορία κάποιας άν πρέπει νά βοηθάμε τούς εχθρούς μας, όπως ήταν οι Βούλγαροι, απάντησε η Ρουσάκη: "Μέ πέτρα σέ βαρούν οι άλλοι, εσύ βάρα μέ ψωμί" (σελ. 89). Κι όταν ο άρρωστος Χαρίδημος έσβηνε μέρα μέ τή μέρα γιά λίγο γάλα, γιατί οι χωριανοί του ήθελαν νά τό κάμουν τυρί νά κερδίσουν περισσότερα, η Ρουσάκη γύριζε από χωριό σέ χωριό νά βρεί παπά νά ρθεί νά διαβάσει τό αναπαψιμάρι. Γύριζε αμίλητη σάν θεοπαρμένη. "Είναι ίδια η Παναγιά!, έλεγαν οι αναμάρτητοι" (σελ. 300). Δίκαια έγραψε κάποιος ξένος λογοτέχνης πώς "Άν πάνω σέ τούτη τή γή μπορούσαμε νά βρούμε τέτοιες μητέρες δασκάλους, τί περισσότερο θά μπορούσαμε νά ζητήσουμε, ποιά μεγαλύτερη ευλογία;"

Προκειμένου νά υποστηρίξη τήν πίστη της στό Θεό τά βάζει κόντρα καί μέ τόν σπουδασμένο στή Δύση καί δάσκαλο τού ανηψιού της, τόν Νταμολίνο. Άνθρωπος τού καθαρού στοχασμού εκείνος καί μολυσμένος από τήν γνώση καί τήν αρρώστια τού αιώνα του, τήν απιστία, θά τού αποδώση ο Πρεβελάκης στόν "Κρητικό" (σελ. 35) τόν τίτλο τού ανέστιου, τού εξόριστου.: "Όποιος είναι κολασμένος, θά πή, θά παρακυλάει ξυλάρμενο, θά τόν χτυπούν όλοι οι άνεμοι".

Τού λέει μιά μέρα η θειά Ρουσάκη:
-...Μά, σέ λένε μασόνο. Μέ συμπαθάς πού σέ ρωτώ.
-Θά μπόρειε νά μέ πούν αιρετικό, αρνησόθεο, όργανο τού Εωσφόρου. Μά ένα μόνο μού ταιριάζει: ξενιτεμένος. Πές κάλλιο: εξόριστος! Όταν ακούω νά μουρμουρίζουνε στή ράχη μου "περνάει ο εξόριστος", ξαφνιάζομαι πού βρήκαν, δίχως νά τό ξέρουν, τό όνομά μου.
- Τί θές νά πείς;
- Είναι εξόριστος αυτός πού έχασε τήν πίστη του καί δέν έβαλε στόν τόπο της μιά άλλη. Δέν μπορεί πιά νά εξηγήσει τόν κόσμο. Όλα τού φαίνονται πώς γίνονται στά κουτουρού. Ένα χάος!......

Εσύ κάθε πρωΐ πού σηκώνεις τό χέρι σου νά κάνεις τό σταυρό σου, βάνεις σέ κίνηση τά σύμπαντα. Εσύ γνωρίζεις ποιό είναι τό δίκιο, τό άδικο, τό στραβό, τό ίσιο. Η γνώμη σου δέ διστάζει. Στήν αρρώστια, στή χαρά, στό θάνατο, σού τό 'χουν έτοιμο εκείνο πού θά κάμεις. Στή φουρτούνα έχεις έναν άγιο νά κράξεις! Ο εξόριστος...
- Μά αφού τό βλέπεις τό κακό, γιατί δέ γυρίζεις πίσω σ' αυτά πού αρνήθηκες;
- Αυτό θά πεί εξόριστος: δέν μπορώ νά γυρίσω πίσω...
Από τήν στιγμή πού αλλάζει τήν πίστη του αλλάζει τήν ταυτότητά του.

β. Ο παπα-Γιάννης

Μιά μέρα η θειά Ρουσάκη λέει στόν ανηψιό της Γεωργάκη: "Έλα μαζί μου. Θέλω ν' ακούσεις τί θά πώ μέ τόν παπα-Γιάννη. Θά γνωρίσεις έναν άγιο! Είχε βρεθεί στό μοναστήρι, τό Αρκάδι, όταν πέταξαν στόν αέρα τά μπαρούτια του πού χάθηκαν εξακόσια γυναικόπαιδα. Τό ανεμοσίφουνο πού γίνηκε τόν άρπαξε καί κείνον σά σκύβαλο μά τόν απόθεσε στά κεραμίδια τής εκκλησιάς. Τότε ήταν δεκατριών χρονών παιδί" (Ο Ήλιος τού Θανάτου", σελ.82). Ήταν ο μόνος άνθρωπος πού έβλεπα όταν πρωτόρθα στό χωριό. Τόν έχω γιά άγιο, προσκυνώ τήν αγιοσύνη του. Μόνο πού είναι δογματικός, όπως όλοι οι άγιοι" (ό.π. σ. 217).

Τούς καλοδέχτηκαν στό σπίτι τους ο παπα-Γιάννης μέ τήν παπαδιά. Όλα εκεί φτωχά κι απέριττα. "Μιά στάμνα ψηλά στό σταμνοστάτη, πλαγιασμένη σ' ένα χλωρό αγκάθι καί παρέκει ένα χαλκοματένιο τάσι. Καί τά άλλα τά συγύρια τους ένα πιθαρόπουλο πού τό 'χουν γιά τό λάδι, ένα βαρελάκι πού βάνουν τό κρασί τους, ένα γιατάκι στρωμένο στό χτιστό πεζούλι... Στόν τοίχο έβλεπες δυό τρία εικονίσματα καί μιά λιθογραφία: Τό ολοκαύτωμα τού Αρκαδίου" (ό.π. σ. 89).

"Η παπαδιά άναψε τό λύχνο κι έβαλε νά δειπνήσουν. Δυό βρεγμένα παξιμάδια, τό γοβάδι μέ τίς παστές ελιές καί τό κουμάρι τό κρασί. Ο παπάς ευλόγησε τή βρώση. Πρόσφερε κι ένα πρόσφορο πού είχε απάνω του, στό άντερί του. Έβγαλε τά ψίχουλα πού είχαν πέσει στήν τσέπη του καί τά μπούκωσε στό στόμα του. Μερικά καθίσανε στά γένια του. Καί μασούλαγε σάν κουνέλι χωρίς νά δείχνει πώς πεινά ή πώς ευφραίνεται" (ό.π. σ. 88).

"Τούτη είναι η αγιοσύνη, συλλογίστηκε ο Γεωργάκης: Νά γεύεσαι ατάραχα καί νά χορταίνεις μέ μερικά ψίχουλα σάν τό πουλί...".
Ο Γεωργάκης τόν κοίταζε καί αναρωτιόταν πώς γλίτωσε ο γέροντας απ' τή φωτιά στό Αρκάδι. Πρόλαβε τήν ερώτησή του ο παπα-Γιάννης:
"Όποιους αγαπά ο Κύριος, τούς βάφει στό καμίνι του. Αυτοί ξέρουν ύστερα πού νά βρίσκουν τή δροσιά. Ο κόσμος τούς βλέπει καί λέει: "Είναι μουρλοί". Ο Θεός τούς βλέπει καί λέει: "Είναι τά μάτια μου στόν κόσμο πού έπλασα" ( σ. 89).

Όταν σέ μιά στιγμή η θειά Ρουσάκη τόν διέκοψε λέγοντας μέ συντριβή: "Είμαστε ένα τίποτα. Γιατί δέν πέφτει πάνω μας τό θεϊκό σπαθί;", εκείνος απάντησε: "Τίποτα είναι ο άθεος. Ρούφηξε μέσα σου Θεό καί θά γίνεις άγγελος! Ξέρεις τί ήταν η νυχτερίδα πρίν γίνει πουλί; Ποντικός! Μά έφαε κάποτε τό αντίδωρο κι από τή χάρη του έβγαλε φτερά..." (σελ. 85)
Αυτός ο φτωχόπαπας ήταν ο στυλοβάτης τού χωριού πού κρατούσε τούς χωρικούς πιστούς στίς αγνές παραδόσεις

γ. Ο Ηγούμενος Γαβριήλ

Η Κρήτη ήταν πάντα η καρδιά τών Κρητικών. Αυτή είναι η γήϊνη πατρίδα τους. Μά όταν τούς έζωναν οι κίνδυνοι, νά καί άλλη πατρίδα, όχι χωμάτινη, όχι πέτρινη, μά ένας άλλος τόπος άϋλος. Η σκλαβιά δέν τήν πατάει αυτή, δέν τήν καταλεί καί δέν τήν βλέπεις. Είναι η απάνω πατρίδα, η ουράνια, πού τήν κατοικεί η πίστη τών ανθρώπων. Τή νιώθεις όταν μπής στήν εκκλησιά, όταν χτυπάη η καρδιά σου από αγάπη, αυτή η ιερή πατρίδα, η αμαγάριστη από τυράννους σέ κάνει νά νιώθης τού ουρανού τήν ευωχία καί τά φυλλοκάρδια σου ν' αναφτερώνουν.
Έτσι ένιωσαν εκείνη τή νύχτα οι Κρητικοί, κλεισμένοι στό Αρκάδι.

"Ο γούμενος ήξερε καλά τί τούς έφερνε η μέρα πού φωτοχάραζε. Έβαλε καί ξαναχτύπησε τό σήμαντρο καί συνάχτηκαν οι κλεισμένοι στόν όρθρο. Οι γυναίκες πέσανε στά γόνατα κι αρχίσανε τίς στρωτές μετάνοιες. Η ακολουθία διαβάστηκε μέσα σέ μιά σιγαλιά πού δέν τήν έκοβε παρά ο βρόντος απ' τά πυροβόλα. Ο γούμενος βγήκε στήν αγία Πύλη μέ τ' άγια σηκωμένα στό κούτελο. Πάνω στίς πλάκες τής εκκλησιάς μονακουστήκανε τά πετρογόνατα τών αντρών, πού ταπεινώνονταν στό αίμα τού Κυρίου. Γένηκε τότες ένα πράμα πού μήδε γλώσσα μήδε χαρτί τό σηκώνουν. Ο ένας έπαιρνε τ' αλλουνού συγχώρεση καί σίμωνε καί τόν μεταλάβαινε ο γούμενος. Σά νά γεννιόταν σ' άλλον κόσμο! Η φωτιά πού έβανε μέσα του ένιωθε νά τού καθαρίζει τήν ψυχή, νά τόνε κάνει άχολο σάν τό περιστέρι. Λησμονούσε ποιός ήταν κι άν είχε όνομα κι έβλεπε μονάχα αδελφούς καί συγγενάδια γύρω του... Άς ήτανε θεριά στήν όψη, μαύροι απ' τό μπαρούτι καί μ' αναμμένα μάτια απ' τήν αγρυπνία σμίγαν αγκαλιαστά καί σταυροφιλιούντανε, γιατί αποχαιρετούσε ο καθένας τ' αδέρφια του, ωσότου ξανανταμώσουνε στούς κόλπους τού Μεγαλοδύναμου.... ("Περ. Νέα Εστία, τ. 944, 1966, σελ. 190-191).

Είχαν μπροστά τους έναν άξιο κληρικό, χαρισματικό καί τόν ακολουθούσαν ως τό θάνατο.

δ) Ο Δεσπότης Διονύσιος

Αλλά οι Κρητικοί δέν έβλεπαν τήν ουράνια πολιτεία μέ τό νού τους μόνον όταν έμπαιναν στήν εκκλησία ή όταν η καρδιά τους ξεχείλιζε από αγάπη, μά στίς καθημερινές απασχολήσεις τους. Μυστικές ανταποκρίσεις τούς ένωναν μέ τό έργο πού επιτελούσαν. Υπήρχε θρησκευτική αρμονία μεταξύ εργαζόμενου καί έργου. Άρχιζαν καί τελείωναν τήν εργασία τους μέ τό σταυροκόπημα. Κι άν ήταν σοβαρό τό έργο προηγείτο θρησκευτική προετοιμασία, όπως νηστεία καί πνευματική συγκέντρωση. Τρανό παράδειγμα ο δεπότης Διονύσιος. Αφού ζωγράφισε επί βδομάδες τήν τεράστια μορφή τού Παντοκράτορα στό θόλο καί αφού συνήλθε απ' τήν αρρώστια καί τόν κόπο, πάει νά λειτουργήση αλλά δέν κοτάει νά σηκώση τά μάτια του στή μορφή πού έπλασε καί όταν, υποχρεωμένος από τήν ιερουργία, τό αποφασίζη τρέμοντας από δέος καί ταπείνωση, η συγκίνησή του ξεσπάει καί τά δάκρυα τρέχουν ποτάμι καί όλο τό εκκλησίασμα κλαίει μαζί του.

Τέτοια στηρίγματα, άνθρωποι μέ ήθος, αγάπη καί ευλάβεια, κληρικοί καί λαϊκοί, γραμματισμένοι καί αγράμματοι, στήριξαν τόν κρητικό λαό στήν πιό δύσκολη καμπή τής ιστορίας του. Αυτοί τούς καθοδηγούσαν κι έβλεπαν τό Θεό σάν καπετάνιο στό τιμόνι, τό καράβι νά διασχίζη τό κύμα καί ν' αρμενίζη γιά απάνεμο λιμάνι. Αυτοί ήταν τό αλάτι πού δέν άφησε τήν κοινωνία τους νά σαπίση.

(συνεχίζεται στό επόμενο: Παντελής Πρεβελάκης (Β'))

  • Προβολές: 1135

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance