Χρυσούλας Σπυρέλη: Μνήμη παπα-Κώστα Σκόνδρα

Μέ αφορμή τό βιβλίο τού π. Βασιλείου Χριστοδούλου «Συναπάντημα στή Δύση»

τής Χρυσούλας Σπυρέλη, δρ. φιλολογίας, σχολικής συμβούλου φιλολόγων


Πεζοπορικό περίπατο μέ ποιητικά συναπαντήματα ονομάζει ο π. Βασίλειος Χριστοδούλου τό βιβλίο του πού εκδόθηκε τό 2012 από τίς εκδόσεις Άθως τού Αθ. Σταμούλη μέ τήν άριστη επιμέλεια τού Γιάννη Ζαννή. Τίτλος: Συναπάντημα στή Δύση. Υπότιτλος: Ψηλαφώντας τό Χριστό στήν απλότητα καί δίψα μιάς ιερατικής ζωής. Τό εξώφυλλο κοσμεί τό έργο τού ζωγράφου Χρήστου Γαρουφαλή «Αναστάσιμο φώς», πού επιτελεί εύστοχα τόν λειτουργικό του ρόλο. Αύρα αγάπης, κάτι σάν ιερατική ευλογία, τρυφερότητα θεία καί ελπίδα αναστάσιμη απλώνεται εξαρχής. Άλλωστε σ’ αυτό συγκλίνουν η αφιέρωση στόν «Ιλαρίωνα ιερομόναχον, πλοηγόν ηλιάτορα», αλλά καί οι τίτλοι τών ενοτήτων οι οποίοι , όπως στοιχίζονται στά περιεχόμενα, ομοιάζουν μάλλον μέ ποίημα!

Μνήμη παπα-Κώστα Σκόνδρα, τής Χρυσούλας ΣπυρέληΗ αφήγηση αρχίζει μέ δευτεροπρόσωπο ενικό, δίνοντας τήν εντύπωση ότι ο αφηγητής απευθύνεται αποκλειστικά σέ σένα. Αισθάνεσαι ότι σέ παίρνει απ’ τό χέρι γιά νά σού δείξη τό Ηλιοβασίλεμα στόν ουρανό τής πατρίδας σου. Σέ εξοικειώνει καί σέ σπουδάζει στήν λεπτομέρεια, πότε ως άριστος τεχνοκριτικός ενός ζωγραφικού αριστουργήματος καί πότε ως φιλόσοφος Χριστιανός απέναντι στό θαύμα τών χρωμάτων τής φύσης. Δέν είχα σκεφθή ποτέ ότι στό μεσουράνημά του ο ήλιος αναδεικνύει μόνον τήν ομορφιά τών άλλων, αφού δέν μπορούμε νά τόν κοιτάξουμε, όταν ανεβαίνη «επιβλητικός, δεσπόζων, εκτυφλωτικός». Τήν σπουδαιότητα τής ύπαρξής του, κατά τόν συγγραφέα, μπορούμε νά τήν αντικρύσουμε μόνον όταν βασιλεύη!

Ο π. Βασίλειος Χριστοδούλου προχωράει στόν εξής αναλογικό συλλογισμό. Όπως ο ήλιος έτσι κι ο άνθρωπος… Η σημαντική στιγμή τού ανθρώπου είναι εκεί κάπου στήν δύση του αρκεί «Νά χαράξει μονοπάτια, νά φωτίσει ανήλιαγα σκοτάδια, νά ξυπνήσει, νά ζεστάνει, νά χαροποιήσει. Κι εκεί […] Κατάματα μέ τή δύση του θά χύνει όλο τόν πλούτο του» (σελ. 13-14).

Στό κύριο μέρος τού βιβλίου, ο αφηγηματικός φακός εστιάζει στήν οδοιπορία ενός απλού γέροντα ιερέα τήν ώρα πού βρίσκεται στό ηλιοβασίλεμα τής ζωής του, τής οποίας ο ίδιος ο συγγραφέας έγινε θεατής καί προσπαθεί, όπως λέει, νά μεταφέρη τήν έκπληξή του.

Προβαίνει, λοιπόν, μπροστά στά μάτια του αναμένοντος αναγνώστη ο 87χρονος παπα-Κώστας Σκόνδρας, ισχνός, μικροκαμωμένος, καθώς διανύει αθόρυβα τόν δοσμένο χρόνο, σάν ένα σπουργιτάκι τού Παραδείσου. Διαπερνάει τά σύνορα τού Εγώ καί συνομιλεί τρυφερά μέ τόν «ελάχιστον» αδελφό, τόν γνωστό ή άγνωστο Άλλον. Όλη η ζωή του μοιρασμένη στό θυσιαστήριο καί στήν υπηρεσία τών συνοδοιπορούντων αδελφών του. Ανοιχτή η εκκλησία τού Αγίου Νικολάου στό ορεινό χωριό τής γενέτειράς του Ευρυτανίας καί η καμπάνα σκορπάει τόν ήχο της, πάνω από μισόν αιώνα απ’ τά δικά του χέρια κινημένη. Αγνός ο λόγος του καί η φωνούλα του γρήγορη – γρήγορη, κατεβατό η προφορά του, σμιγμένη μέ τήν ορεινή ντοπιολαλιά, παρήγορη όμως κι ελπιδοφόρα στούς πάσχοντες ή βαστάζοντας βάρη συνανθρώπους του.

Έμπλεως αγάπης γιά τήν Ελλάδα, χρησιμοποιεί τίς λίγες γραμματικές τού γνώσεις καί, καθώς βασιλεύει, χαράζει στό σημειωματάριό του (ένα μπλέ σχολικό τετραδιάκι) σκέψεις καί μαρτυρίες γιά τήν κοινοτική ζωή τής γενέτειρας, γιά τά ήθη, τά έθιμα, τήν ζωή τών βιοπαλαιστών, ακόμα καί λαϊκές ιστορίες καί δημοτικά τραγούδια. Όλα αυτά, μαζί μέ τίς πατρικές υποθήκες του (συμβουλές), γράφονται συνειδητά γιά νά μείνουν παρακαταθήκη σ’ όποιους τυχόν τά διαβάσουν.

Ο συγγραφέας π. Βασίλειος Χριστοδούλου χρησιμοποιεί κι άλλες αφηγηματικές τεχνικές γιά νά μεταφέρη τήν έκπληξη πού ένιωσε γνωρίζοντας τόν απλό καί ταπεινό ιερέα στό βασίλεμά του:

1ον. Συναρμολογεί τό πάζλ τής προσωπικότητας τού «αγίου» αυτού παππούλη, βασισμένος κατ’ αρχήν στήν αλήθεια καί τήν αγνότητα τών αφηγήσεων τής μικρής εγγονής τού παπα-Κώστα, η οποία μιλούσε συχνά καί θαυμαστικά γιά κείνον (Τά αθώα παιδιά εγγυώνται πρωτίστως τήν αλήθεια, διότι «αυτών εστίν η βασιλεία τών ουρανών»). Ενσωματώνει, έπειτα, αυθεντικές προφορικές μαρτυρίες τών άγνωστων ευεργετημένων καί τίς προσθέτει στίς μαρτυρίες τών οικείων του.

2ον. Εγκιβωτίζει μερικά από τά σημειώματα πού άφησε ο Ευλογημένος αυτός ιερέας μέ τόν αξιοπρόσεκτο τριτοπρόσωπο λόγο του. Επισημαίνω, γιά παράδειγμα, τόν τρόπο πού γράφει τό αυτοβιογραφικό τού σημείωμα. (Τί έξοχη αποστασιοποίηση από τό Εγώ!). Μεταφέρω τίς πρώτες σειρές: «Ο παπα-Κώστας Σκόνδρας γεννήθηκε τό έτος 1922 στήν Κάτω Ποταμιά Γρανίτσης. Τό έτος 1929 εγγράφηκε στήν πρώτη τάξη τού Δημοτικού Σχολείου Γρανίτσης. Αρρώστησε όμως η μάνα του μέ μιά βαριά αρρώστια κι έτσι διέκοψε τό σχολείο. Διάβαζε όμως κοντά στά πρόβατα πού φύλαγε, πολλά βιβλία σχολικά καί θρησκευτικά» […].  Αναφέρω επίσης, ως επόμενο παράδειγμα, καί τήν αφήγησή του γιά τήν κατασκευή τής γέφυρας στόν ορμητικό ποταμό Γρανιτσιώτη, τό πέρασμα τού οποίου (μέ κασόνι καί συρματόσχοινο) γινόταν πολύ επικίνδυνο, όταν πλημμύριζε από τίς βροχές. «Πολύ υπέφεραν οι άνθρωποι διαπερώντας το καί πεζοπορώντας καί χαροπαλεύοντας», σημειώνει παραστατικά ο παπα-Κώστας πού πρωτοστάτησε νά αντικατασταθή μέ νέα γεφύρωση τό «αρχέγονο σύστημα» τής εναέριας συγκοινωνίας. Ήταν η εποχή τής επτάχρονης δικτατορίας (1967-1974), όταν βρέθηκε στήν Γρανίτσα Ευρυτανίας πολιτικός εξόριστος ο «εξ Αθηνών» μηχανικός Στέλιος Πανταζόπουλος. Ο παπα-Κώστας δέν τόν αντιμετώπισε μέ προκατάληψη, αντίθετα τόν καλημέριζε, άνοιξε τό σπίτι του, τόν φιλοξένησε, γιατί «μπροστά στήν κάθε ανθρώπινη ύπαρξη δέν διέκρινε τίς προσωπικές επιλογές πού διαιρούσαν καί κατηγοριοποιούσανν αλλά τίς υπαρκτικές εκείνες καταβολές πού ένωναν καί αποχαρακτήριζαν» (σελ. 55). Καί δέν έμεινε αυτό ανανταπόδοτο. Ο εξόριστος μηχανικός ανταποκρίθηκε στό αίτημα τού ιερέα καί έγινε η ποθητή γεφύρωση, πού σήμερα θεωρείται ένα από τά αξιοθέατα τής Γρανίτσας[…].

3ον. Τέλος, ο συγγραφέας καταθέτει καί τήν προσωπική άμεση βιωματική μνήμη γιά τόν παπα-Κώστα, όπως τόν γνώρισε στήν ευλογημένη του δύση, τόν καιρό τής ασθένειάς του, λίγες μέρες δηλ. πρίν αφήση «τ’ αχνάρια τού Θεού» οριστικά αποτυπωμένα στούς τελευταίους βηματισμούς του. Τότε πού έμενε στήν Αθήνα κοντά στά παιδιά του μαζί μέ τήν κατάκοιτη πρεσβυτέρα του Βασιλική, η οποία «συντρόφευσε μυροφορικά τήν οδεύουσα ιερωσύνη» (σελ. 130).

Συμπέρασμα:
Ο π. Βασίλειος ερμηνεύει τήν επίγεια διαδρομή τού ιερέα μέ τό πνεύμα τής Εκκλησίας. Γλωσσικό όχημα τού συγγραφέα είναι τά θαυμάσια ελληνικά του, δηλαδή ο λυρικός λόγος του διανθισμένος μέ τήν ευώδη θεολογική γλώσσα, χαρίσματα πού ενισχύονται καί από τήν λογοτεχνική του παιδεία. Τά διακείμενα από τόν Ελύτη καί τόν Λειβαδίτη, καθώς καί τό εκτενές παράθεμα από τόν Μικρό Πρίγκηπα τού Αντουάν ντέ Σαίντ Εξυπερύ παρεμβάλλονται έξοχα. Σημαίνουσα, επίσης, είναι η «συνομιλία» τού π. Βασιλείου μέ τόν Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη καί η εύστοχη προσομοίωση τού παπα-Κώστα Σκόνδρα μέ τούς αυθεντικούς Σκιαθίτες ιερείς τών διηγημάτων του.

Ο π. Βασίλειος ανέδειξε τόν εκ Γρανίτσης ιερέα σέ έναν σύγχρονο Παπαδιαμαντικό, αγνό συνομιλητή τών Αγίων. Γράφει στόν επίλογο τού βιβλίου του: «Ήθελα νά μιλήσω γιά έναν άγιο, ο οποίος κατά τό ταπεινό μου αίσθημα σάρκωσε τό Θεό στίς ζωές τού ποιμνίου του […]. Δέν προλόγιζαν τό όνομά του πηχυαίοι τίτλοι. Δέν έκανε τίποτε υπερφυσικό καί θαυματουργικό, ούτε ενυπνιάσθηκε οραματισμούς καί αγγελοφάνειες. Επετέλεσε ένα καί μόνο θαύμα γιά τό οποίο τόσο σπαραχτικά εκλιπαρεί η άρρωστη ζωή μας. …Παρέμεινε απλός, τρυφερός καί πτωχός! Παιδί… Κι ήθελα κάπου νά τό πώ» (σελ. 133).

Διαβάζοντας τά παραπάνω αισθάνομαι χρέος νά καταθέσω μέ δυό λόγια καί τό προσωπικό μου βίωμα: Στό οικοτροφείο τής Ιεράς Μητροπόλεως Ναυπακτίας καί Ευρυτανίας, όπου διέμενα μαζί μέ τίς θυγατέρες τού παπα-Κώστα Σκόνδρα, Μαρία καί Αγορίτσα, γιά νά φοιτήσουμε στό Γυμνάσιο Ναυπάκτου, ένοιωσα τήν ευεργετική παρουσία τού πατέρα τους σέ ένα δύσκολο οικογενειακό πρόβλημα πού σχετιζόταν μέ τήν υγεία τού δικού μου πατέρα.

Σήμερα γυρνώντας τό ενήλικο βλέμμα μου στίς έφηβες εκείνες ημέρες μου, ομολογώ ότι «Ο Θεός μάς επισκέπτεται χωρίς νά τό αντιλαμβανόμαστε».

(Τό παραπάνω κείμενο στήν αρχική του μορφή διαβάστηκε στήν παρουσίαση τού βιβλίου πού έγινε τήν Τρίτη 19 Ιουνίου 2012 καί ώρα 19:00 στό Πολιτιστικό Κέντρο τής Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών (Μεγάλου Βασιλείου 15, Ρούφ). Διοργανωτές: Ο Ι. Ν. Μεταμορφώσεως Σωτήρος Καλλιθέας καί οι εκδόσεις Άθως (Σταμούλη). Οι άλλοι ομιλητές: ο Πρωτοπρεσβύτερος π. Χριστόδουλος Μπίθας (θεολόγος), καί ο ζωγράφος κ. Χρήστος Γαρουφαλής. Τόν συντονισμό τής εκδήλωσης καθώς καί ανάγνωση τμημάτων τού βιβλίου επιμελήθηκε ο θεολόγος καί ραδιοφωνικός παραγωγός κ. Γεώργιος Μπάρλας. Η όλη εκδήλωση τέθηκε υπό τήν αιγίδα τής Ι. Αρχιεπισκοπής Αθηνών).

  • Προβολές: 938

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance