Παντελῆς Πρεβελάκης (Β')

τού Κώστα Παπαδημητρίου, επ. Σχολικού Συμβούλου

συνέχεια ἀπό τό: Παντελῆς Πρεβελάκης (Α')

Β' Ο Άγγελος στό Πηγάδι

(Η ιστορία τού βιβλίου εξελίσσεται σέ ένα μοναστήρι κάπου στήν Κρήτη).

Ένας τριαντάρης στήν ηλικία δάσκαλος είναι ο κεντρικός ήρωας τούτου τού διηγήματος. Τού βαραίνει τήν συνείδηση ένα βαρύ πάθος. Δέν μπορεί νά συγχωρήση καί νά αγαπήση τόν πατέρα του καί τήν αρραβωνιαστικιά του του, πού, όταν αυτός ήταν στόν πόλεμο, εκείνοι συνήψαν παράνομη σχέση. Κι ακόμα, εκεί στόν πόλεμο, τόν έτρωγε η υποψία πώς πιθανόν νά σκότωσε κάποιον εχθρό. Πιστεύει πώς ο άνθρωπος είναι πλασμένος από τόν Δημιουργό του νά αγαπάη καί νά αγαπιέται. Καί πώς μόνο μ' αυτή τήν αγάπη μπορεί νά πλησιάση τό Θεό. Δραματική πάλη συντελείται μέσα του ανάμεσα στό κοσμικό καί τό υπερφυσικό, στό καθαρό ένδυμα τού ανθρώπου καί τίς ταπεινές ουσίες πού τόν βρωμίζουν. Προσπαθεί νά αποτινάξη από πάνω του ό,τι τόν βαραίνει καί αγωνίζεται νά πιστέψη, νά συνδεθή μέ τό Θεό, νά λυτρωθή. Καταφεύγει στό παραπάνω μοναστήρι, γίνεται δόκιμος μοναχός καί μ' όλες του τίς δυνάμεις αγωνίζεται νά συγχωρήση, νά ξαναγαπήση τούς ανθρώπους, νά πλησιάση τό Θεό καί ύστερα νά καρή μοναχός. Δυόμισι χρόνια ήταν στό μοναστήρι καί ακόμα τόν τυραννούσαν οι αμφιβολίες του.

Η ζωή στό μοναστήρι είναι ζωντανή καί χαρούμενη. Καί ο Ηγούμενος φρόνιμος νοικοκύρης, "μά μέτριος στή θεολογία" , όπως θά τόν χαρακτηρίση αργότερα ο δόκιμος. Ενδιαφέρεται γιά τόν δόκιμο Λουκά, πού ήταν τό όνομα τού δασκάλου. "Δέν θά τόν αφήσω νά φάει τά μούτρα του, έλεγε στούς άλλους καλόγερους. Θά τόν παιδέψω κι ύστερα θά τόν χειροτονήσω". Ήταν πιστός στόν όρκο του καί ελεητής, όμως χωρίς πόθο γιά τ' αόρατα. Εικόνα αφθονίας έδειχνε τό μοναστήρι παρόλο πού τά υλικά αγαθά ήταν λιτά: ψωμί, ελιές καί κρασί. Θαλπωρή καί γαλήνη έλουζε τήν ατμόσφαιρα. Η υποταγή τών καλογήρων στά ταπεινά τους έργα καί η αθωότητα τής ψυχής τους τούς έδιναν μιά αταραξία.

"Πάνω απ' τό τοιχογυρισμένο μοναστήρι έλαμπε ο θόλος τ' ουρανού, ροδαναμμένος στό κλειδί του. Τά κυπαρίσσια φάνηκαν στό Λουκά εκείνο τό πρωΐ γαλαζωτά κι ανάλαφρα, σά νά' χαν ξεκολλήσει από τίς ρίζες τους, από τόν πόθο τους νά πάνε πιό ψηλά. Ά! τέτοιος είναι ο πόθος ο δικός μου! συλλογίστηκε. Όμως δυόμισι χρόνια δοκιμασίας πού μέ φέραν; Νά μή βλέπω άλλο λυτρωμό παρά τό θάνατο" (σελ. 26).

"Πιό πέρα από τό μοναστήρι υπήρχε βαθειά σχισματιά τής γής. Δυό τοίχοι αντικρυστοί, "χωρισμένοι θαρρείς από θεοτική φωτιά, κάνουν ένα στενό φαράγγι. Τόπους-τόπους οι τοίχοι έρχονται τόσο κοντά ο ένας μέ τόν άλλο πού τ' αγριοκυπαρίσσια μπερδεύουνε τούς κλώνους τους καί κατεβαίνουν έτσι καταμπηχτά στόν πάτο, πού μηδέ γίδι δέν μπορεί νά τούς διαβεί. (σ. 15) Έμοιαζε ο χώρος μ' ένα πηγάδι. Καί Πηγάδι τόν έλεγαν. Εκεί στό πηγάδι ήταν η σκήτη τού Γέροντα Νικόδημου.

-"Εκεί στή μοναξιά τού Πηγαδιού θά σέ στείλω νά μείνεις σάν πεθάνει ο Γέροντας, είπε μιά μέρα στό Λουκά ο Ηγούμενος. Εκεί θά γίνεις άξιος γιά τήν ιερωσύνη"
-"Γιά τήν ιερωσύνη θά γίνω άξιος όταν θά προσευχηθώ γιά τήν ψυχή τού πατέρα μου", αποκρίθηκε ο δόκιμος.
-"Ακόμα δέν τόν συγχώρεσες; Ξέχασες τήν αγάπη; ξαναρώτησε ο Ηγούμενος.
-"Πώς ν' αγαπήσω καί νά συγχωρήσω, Γέροντα;

Σάββατο τού Λαζάρου απομεσήμερο ήταν όταν ο Ηγούμενος καβάλα στή φοράδα τού μοναστηριού, τή Χιόνα, καί συντροφιά τό δόκιμο Λουκά ξεκίνησαν γιά τό Πηγάδι. Ήθελαν νά βοηθήσουν τόν Γέροντα Νικόδημο, πού από πρίν λίγες μέρες ήταν άρρωστος.
Μέ δυσκολία κατέβηκαν στό Πηγάδι, αφήνοντας τή φοράδα στό χείλος τού Πηγαδιού. Απόλυτη σιγαλιά επικρατούσε πέρα απ' τό μουρμούρισμα τού νερού μιάς βρυσούλας. Δίπλα ένα εικονισματάκι τού Αη-Αντώνη φωλιασμένο στήν κουφάλα μιάς ξεροελιάς καί παρακάτω ένα καταπράσινο άπλωμα πού τό καλλιεργούσε ο γερο Νικόδημος. Όλη η φύση στήν πιό καλή της ώρα.

-Εδώ ο τόπος καλεί σ' αγγελικό βίο! είπε ο Ηγούμενος (σελ. 37)
-Νά ένας τόπος, πρόσθεσε ο δόκιμος, όπου δέν φτάνει η ταραχή τού κόσμου. Τί καλά θά' ταν νά' χω καθαρή καρδιά καί νά διαλέξω μόνος μου αυτό τό ασκηταριό! Μπορούσε τότε νά πονέσω καί νά στοχαστώ, ν' αγαπήσω καί νά ταπεινωθώ, ώσπου νά κατέβει ο Θεός νά βλογήσει τό ψωμί πού τρώγω. Μπορούσε τότε νά λυτρωθώ από τή μνησικακία καί νά φιλήσω στό στόμα εκείνους πού μέ αδίκησαν. Η ψυχή μου θά ξυπνούσε στήν ιερότητα τού κόσμου". Καί ύστερα από μικρή σιωπή συνέχισε μέ τό λογισμό του. "Εδώ τέλειωσαν τά ψέματα ή πεθαίνεις ή ξαναγεννιέσαι....".

Πλησίασαν τήν πετροκαλύβα τού ασκηταριού. Ο Νικόδημος κοιτόταν μισόγυμνος. Η ψυχή του είχε διαβεί στόν ουρανό, έγινε παντοτινός. "Τά μάτια του κοιτάζαν τό ταβάνι, οπούθε άκουσε τό κάλεσμα. Ο Ηγούμενος γύρισε ανατολικά, έκαμε τρείς φορές τό σταυρό του, έσκυψε καί φίλησε τό νεκρό καί είπε: "Όποιος πεθαίνει στό Πηγάδι, στό Πηγάδι θάβεται. Θά φέρουμε αύριο ένα ράσο νά τόν ντύσουμε. Εσύ νά τόν ξαγρυπνήσεις. Θά ' ρθούμε αύριο μέ τούς άλλους αδελφούς νά τόν κηδέψουμε. Εσύ μάζεψε τά υπάρχοντά του σέ μιά άκρη, πού δέν ήταν παρά μιά στάμνα, ένα παλιοτσούκαλο, μιά ξύλινη αλατοθήκη, ένας μπακιρένιος λύχνος καί μιά Σύνοψη.

Ο Ηγούμενος ανέβηκε τήν από κληματόβεργες σκάλα πού έβγαζε απ' τό Πηγάδι, καβαλήκεψε ένα άλλο άλογο, γιατί η φοράδα Χιόνα ήταν ετοιμόγεννη καί γύρισε στό μοναστήρι.

Ο δόκιμος έμεινε μόνος του στό Πηγάδι. "Τούτος ο λάκκος είναι η Πάτμος μου", σιγοψιθύρισε....εδώ έχω νά γιατρέψω τά μάτια μου, νά ξεβουλώσω τ' αυτιά μου καί τά ρουθούνια μου. Κι άν γίνω άξιος νά ξεπλύνω τίς αμαρτίες μου στό αίμα τού Σωτήρα, νά περιβληθώ τό σχήμα τού μοναχού, πού τό αποζήτησα μέσα στή φριχτή δοκιμασία μου. Τίποτα δέν μπορεί νά μού φανερωθεί άν δέν καθαρίσω καί τό τελευταίο μόριο τής σάρκας μου...εδώ έχω νά ξαναβρώ τήν αθωότητα τού Αδάμ, νά ξαναμάθω ν' αγαπώ τά πλάσματα καί νά δοξολογώ τόν Πλάστη! ". Έστρεψε τά μάτια του έξω απ' τό πετρόχτιστο καλύβι. Ήταν απόβραδο καί η φύση τού φανερώθηκε μέ όλη της τήν τρυφεράδα.

-Ά, ώρα τού σπερνού", μουρμούρισε. Ποιός ιερέας είδε τόν κόσμο μέ τέτοια μάτια προτού μπεί στήν εκκλησιά του νά σπερνιάσει;"
Δέ χρειαζόταν ο δόκιμος τή μεσολάβηση τής Εκκλησίας γιά νά μεταρσιωθή. Η αγιοσύνη τής ώρας είχε κάμει τό Πηγάδι τόπο προσευχής. Καί μήπως δέν ήταν; Κλειστός ορίζοντας ολόγυρα μέ μόνο φεγγίτη πρός τό θρόνο τού Ύψιστου. Έτσι ανεβαίνει ο άνθρωπος απ' τά φανερά πρός τά αόρατα. "Μήπως είναι στή μοίρα τού ανθρώπου ν' ανεβαίνει σκαλί σκαλί τό μυστήριο τής Δημιουργίας, πηγαίνοντας από τά γήϊνα στά ουράνια; Μήπως η κτίση είναι η σκάλα πού σέ πάει στόν κτίστη τού Παντός;", αναρωτήθηκε.

Μέσα στήν πετροκαλύβα έπαιρνε νά σκοτεινιάση. Ο δόκιμος έσυρε ένα σκαμνί κοντά στό νεκρό καί δέν έπαψε νά τόν κοιτάζη. Τόν κοίταζε καί μονολογούσε: "...Είχε ζήσει καί πεθάνει ο Γέροντας προσπαθώντας νά μήν ταράξει τών ησυχία τών άλλων. Είχε δαμάσει τή σάρκα του γιά νά υποταχτεί ασκόνταφτα στό χρέος του. Καλόγερος, κηπάρης ή καλαθάς, είχε αφιερωθεί στήν αγάπη....Η ψυχή του δέ σκορπίστηκε στόν κόσμο, έμεινε ακομμάτιαστη μοναξιά...Οι ύστερες μέρες του είχαν σταθεί ειρηνικές καί αναμάρτητες. Αντί γιά τήν αγωνία πού νιώθει ο άπιστος μπρός στό θάνατο, ο Γέροντας έγειρε μετά χαράς νά κοιμηθεί, γιατί προσδοκούσε τήν Ανάσταση τών νεκρών. Αγάπη! Αγάπη! αναχύνει τό κουφάρι του. Αυτό ήταν η ευωδιά του". (σελ. 46-47)

Σχεδίαζε ύστερα τόν ευχαριστήριο λόγο πού θά εκφωνούσε μετά τή δική του χειροτονία. Πόσες καί πόσες φορές δέν τήν επανέλαβε: "....Άγιε καθηγούμενε! Μέ φόβο καί τρόμο στέκομαι μπροστά στό φρικτό θυσιαστήριο γιά νά δεχτώ από τά χέρια σου τή θεία χάρη καί νά περιβληθώ τό μοναχικό σχήμα. Άκουσα τό κάλεσμα τού Πανάγαθου Πατέρα....Διέκοπτε γιά λίγο, συγκεντρωνόταν, μεταρσίωνε τό πνεύμα του μέ τούς λόγους τού Ψαλμού καί συνέχιζε: "Ανοίξατέ μοι πύλας δικαιοσύνης, εισελθών εν αυτοίς εξομολογήσομαι τώ Κυρίω...Ήρα τούς οφθαλμούς μου εις τά όρη, όθεν ήξει η βοήθειά μου' η βοήθειά μου παρά Κυρίου τού ποιήσαντος τόν ουρανόν καί τήν γήν..." Έθετε τήν μηδαμινότητά του κάτω από τή σκέπη τού ουρανού, καθώς η αράχνη κρέμεται μέ τό σάλιο της απ' τό ταβάνι. "Δέ χρειάζεται, σκεφτόταν, παρά υποταγή γιά νά λυτρώσεις τήν ψυχή σου. Μήπως είναι αμαρτία καί ο περίσσιος στοχασμός, αναρωτιόταν. Εδώ, λοιπόν, είναι ο προορισμός μου ώσπου νά μέ κράξει ο Θεός στόν αμπελώνα του. Πρέπει νά ξεχάσω εντελώς ποιός είμαι. Τότε θά μπορώ νά πώ: Πέθανε ο κατά κόσμον Λουκάς, γεννήθηκε ο κατά Χριστόν Λάζαρος! ".

Ξημέρωσε η άλλη μέρα, η Κυριακή τών Βαΐων. Ο Ηγούμενος μέ τούς καλογήρους λειτούργησαν στό καθολικό τού μοναστηριού καί ύστερα πήγαν στό Πηγάδι νά κηδέψουν τόν Γέροντα Νικόδημο. Τούς είδε ο δόκιμος νά κατεβαίνουν τή σκάλα στό Πηγάδι καί θυμήθηκε τούς Προφήτες καί τούς Ευαγγελιστές, τούς Μεγάλους Ιεράρχες καί τούς Πατριάρχες. Η σύναξή τους γύρω απ' τό νεκρό έμοιαζε μέ τήν εικόνα τής Κοίμησης τής Παναγίας. Ο τόπος πλάνταζε απ' τό λιβανωτό. Τελέστηκε η ακολουθία, ο Ηγούμενος κάλεσε τούς καλογήρους ν' αποχαιρετήσουν τό νεκρό ώσπου νά ξανασμίξουν στήν ανάσταση τών νεκρών, χαιρέτισαν τό δόκιμο κάι έφυγαν γιά τό μοναστήρι.

Έμεινε πιά μόνος του ο δόκιμος στό Πηγάδι. Τόν έπιασε ανατριχίλα. Πώς νά σηκώση τόση μοναξιά. " Νά' χα ένα πλάσμα τού Θεού νά τού κουβεντιάζω, θά ξέδινε ο νούς μου. Άς ήταν καί μουγκό εκείνο κι άς μήν καταλάβαινε τή γλώσσα μου" (σελ. 62).
Ξαφνικά ένας δυνατός βρόντος ακούγεται στό φαράγγι. Ήταν από φουρνέλο πού έβαζαν εργάτες πού κατασκεύαζαν δρόμο εκεί κοντά. Ένα σχιδολίθαρο χτύπησε τή φοράδα, τή Χιόνα. Άφησε εκείνη ένα χλιμίντρισμα καί ψόφησε. Έτρεξε ο δόκιμος κοντά της κι αμέσως σκέφτηκε τό φοραδάκι πού είχε μέσα της. Σχίζει τήν κοιλιά τής νεκρής μάνας καί ανασπά ένα πανέμορφο πουλαράκι. Τό τυλίγει μέ τό ρούχο του καί τό κατεβάζει στό Πηγάδι. Μέ τή βοήθεια ενός εργάτη τού δρόμου εξοικονομεί γάλα γελαδινό καί τό ταΐζει. Τό βλέπει σά θεόπεμπτο. "Μού τό έστειλε ο Θεός, σκέπτεται. Η φροντίδα τού πουλαριού τού δίνει νόημα στή ζωή του. Βρίσκει ισορροπία καί ενότητα στόν εαυτό του. "Αυτό θά μέ καθαρίσει από τό μόλεμα. Ο Θεός μ' ελέησε. Τώρα είμαι αξιος νά συγχωρήσω. "Από τήν πέτρα πού πατάει ως τά ύψη πού βυθίζεται η ματιά του νιώθει τήν παρουσία καί τήν εγγύτητα τού Θεού". (σελ. 77). Πιστεύει πώς είναι άξιος νά περιβληθή τό μοναχικό σχήμα. Ο δημιουργικός οίστρος πού τόν καταλαμβάνει κατά τήν περιποίηση τού πουλαριού τού παραμερίζει τήν απελπισία καί τό θάνατο. Τήν ιερότητα τής ατμόσφαιρας γύρω του δέν ανέχεται νά τήν μολύνουν. Κάθε ξένο πού θά τήν ταράξη τό βλέπει σάν τόν ίδιο τό Σατανά. Έτσι βλέπει έναν εργάτη τού δρόμου πού κατεβαίνει στό Πηγάδι. Μιλάει στό πουλαράκι μέ αγωνία: "Λές νά σέ χάσω εσένα πού μέ έβαλες κάτω από τή δικαιοσύνη τού Θεού; Εσένα πού μέ ξάφνιασες, όπως ο Αρχάγγελος Γαβριήλ τό Ζαχαρία; Άν μού γίνει αυτό τό κακό πώς θά ζήσω; Εσύ είσαι η χάρη πού περίμενα" (σελ. 89)

Είναι Καθαρή Δευτέρα πού αρχίζει ο χρόνος τών Παθών τού Κυρίου. Θά γίνη όμως καί γιά τό δόκιμο καί τό μικρό σύντροφό του εβδομάδα τών Παθών.

Ο δόκιμος πρέπει νά πάη στό μοναστήρι μέρα πού είναι, νά λειτουργηθή καί ν' ανταμώση τόν Ηγούμενο. "Δέν μπορώ νά μήν πάω, μονολογεί. Είναι ο άρχος μου καί ο Γέροντάς μου. Δίκαια ή άδικα η σωτηρία μου κρέμεται από τό χέρι του" (σελ. 91). Παρακολουθεί τή λειτουργία στό μοναστήρι καί ύστερα διηγείται τήν ιστορία του μέ τό πουλαράκι. Ο Ηγούμενος τού συνιστά νά τό αφήση μέ τά άλλα τετράποδα έξω απ' τό Πηγάδι προτού μεγαλώσει καί δέν μπορεί νά βγή. Ο δόκιμος παρακαλεί: "Γέροντα, άν θέλεις τή σωτηρία μου, άφησε νά' χω τό πουλάρι στό Πηγάδι. Κοντά σ' αυτό γνώρισα τήν αγάπη τού Ευαγγελίου" (σελ. 98).
Ο Ηγούμενος αρνείται λέγοντάς του: "Εσύ δέν κάνεις γιά καλόγερος. Δέν ξέρεις τί θά πεί υπακοή" (σελ. 102). Καί ο δόκιμος φεύγει γιά τό Πηγάδι καταστενοχωρημένος. Φτάνοντας στό Πηγάδι αγκάλιασε τό πουλαράκι καί τού ψιθύρισε: "Ο Ηγούμενος μ' ένα λόγο του σκότωσε τό όνειρό μου νά γίνω καλόγερος. Εγώ απ' τήν αγάπη σου ξαναγεννήθηκα...."

Δέν πέρασε πολλή ώρα καί νέα πίκρα μέ αγωνία δοκίμασε. Ένας άνθρωπος μέ στολή ήρθε καί ζήτησε νά απογράψη τό πουλαράκι γιά όταν θά μεγάλωνε νά τό πάρη ο στρατός σέ καιρό πολέμου.
Στον Όρθρο τής Μ. Τρίτης διάβασε από τή Σύνοψη τήν ακολουθία τής ημέρας. Ύστερα τήν ιστορία πού ο Ιούδας παράδωσε τό Διδάσκαλό του στούς σταυρωτήδες του καί τέλος τήν περικοπή από τήν Έξοδο πώς η θυγατέρα τού Φαραώ βρήκε ένα γεννηταρούδι νά κλαίη μέσα στό σκαφίδι στήν ακροποταμιά τού Νείλου ποταμού.

Μ. Τετάρτη. Ο ουρανός βαριά συννεφιασμένος φοβέριζε. Ήρθαν στό νού του τά λόγια τού Ιησού πού είπε τέτοια ώρα: "Νύν η ψυχή μου τετάρακται καί τί είπω; Πάτερ, σώσον με εκ τής ώρας ταύτης". Καί ο ουρανός άρχισε ν' αστράφτη καί νά βροντά. Στό μεταξύ ένας στρατιώτης καί ένας τεχνίτης μπουλντόζας κατέβηκαν στό Πηγάδι. Μέ εντολή τού Ηγουμένου είπαν στό δόκιμο: "Αύριο μετακινούμε τό μαγγάνι γιά ν' ανεβεί τό πουλαράκι επάνω". Νέα περιπέτεια γιά τό πουλαράκι καί αγωνία γιά τό δόκιμο πού ήρθαν στό νού του τά λόγια τού Ευαγγελιστή Ιωάννη πού είχε διαβάσει τό προηγούμενο βράδυ καί τά είπε ο Ιησούς γιά νά δείξη πώς τού έμελλε νά πεθάνη ελκόμενος πάνω στό Σταυρό: "Καγώ άν υψωθώ εκ τής γής πάντας ελκύσας πρός εμαυτόν". Άν είχε γλώσσα τό πουλαράκι τώρα θά τά επαναλάμβανε. Καί αναρωτήθηκε: "Είναι, Χριστέ μου, αμαρτία νά συνομοιάζω ένα πλάσμα μέ τή θεότη Σου;...Καί ποιός είναι άξιος νά μιμηθεί τά Πάθη Σου καλύτερα από ένα ζώο, αθώο σάν τόν Άμνό;" (σελ. 127).

Τό βράδυ τής Μ. Πέμπτης πρίν πάει στό μοναστήρι διάβασε όσα σχετικά ιστορούνται από τούς Ευαγγελιστές πράγματα ιερά καί φρικτά. Ένα στό όρος Σινά όπου: "Καπνίζεται όλον, διά τό καταβεβηκέναι επ' αυτό τόν Θεόν εν πυρί" καί τό άλλο πού ο Κύριος μιλάει στόν Ιώβ: "Διά λαίλαπος καί νεφών" καί τέλος τήν προφητεία τού Ησαΐα: "Τό νώτον μου έδωκα εις μάστιγας, τάς δέ σιαγόνας μου εις ραπίσματα, τό δέ πρόσωπόν μου ουκ απέστρεψα από αισχύνης ραπισμάτων...." ύστερα νύχτα φτάνει στό μοναστήρι. Παρακολούθησε τήν τελετή τού Νιπτήρα.

Ακολούθησε διάλογος πάλι μέ τόν Ηγούμενο:
Δόκιμος: "Γέροντα, συγχώρεσέ με καί δώσε μου τήν ευχή σου νά τήν έχω όπου βρεθώ.
Ηγούμενος: "Όσο είσαι υποταχτικός μου θά τήν έχεις. Δέν τό ξέρεις πώς η αληθινή αφιέρωση, όπου καί νά' ναι, σέ θέλει υπάκουο μέχρι θανάτου; Άν είχα τή δύναμη θά σέ ένιβα από τήν κορφή ως τά νύχια νά καθαριστείς από τά περασμένα".
Δόκιμος: "Νά ξαναγεννηθώ εις Χριστόν".

Μ. Παρασκευή. Ο δόκιμος πλησιάζει τή Λεμονίτσα, όπως ονόμασε τό πουλαράκι: "Οι άνομοι σήμερα σταυρώσαν τό Χριστό, τού ψιθύριζε. Τέλειωσε η βδομάδα τών Παθών Του. Τήν περπατήσαμε καί μείς μαζί Του. Εσύ μέ τήν αθωότητά σου κι εγώ μέ τή συνείδησή μου. Τά Άγια Πάθη ξεσηκώνουν τίς ψυχές. Καί τά βιώνει κανείς στή μοναξιά, επειδή καί ο Θεός φανερώνεται στή μοναξιά, εκεί πού τού άρεσε νά πράττει στήν άκρη τής λίμνης, στό ρίζωμα, στό κορφοβούνι, στή βάρκα πού τή δέρνουν τά κύματα......Καί τέλος απάνω στό Σταυρό, τό μόνο πού έχει τή δύναμη ν' ακούγεται..." (σελ. 170)

Τό απόγευμα τής Μ. Παρασκευής καθώς έβγαζαν οι μηχανικοί τή Λεμονίτσα έξω από τό Πηγάδι, τούς έπεσε καί ψόφησε. Δέ βρέθηκε κανένας κοντά στό Πηγάδι ν' ακούση τό θρήνο τού δόκιμου. "Ήν δέ ωσεί ώρα έκτη" (Λουκά κγ' 44) καί στό μοναστήρι έβγαινε ο Επιτάφιος. Ο Αιώνιος πού από έλεος καί μόνο είχε ντυθή τή θνητή φύση τού ανθρώπου, είχε κοιμηθή. Τήν αιωνιότητά του θά τήν απόδειχνε τήν άλλη μέρα μέ τήν Ανάστασή του.

Ο δόκιμος έμεινε τώρα λεύτερος νά ξαναγεννηθή εις Χριστόν καί νά μείνη στό μοναστήρι ή στόν κόσμο ή νά παραδεχτή σάν κληρονόμο του μοναδικό τά σκουλήκια τής γής. Δέν υπεισέρχεται σ' αυτό ο συγγραφέας. Πάντως τή δική του πίστη τή διακήρυττε σέ άλλο βιβλίο του μέ τό στίχο: "Θνητός κι άν είμαι, αθάνατο μού' χει γραφτεί μοιράδι". ("Ο νέος Ερωτόκριτος")

Αλλά η πίστη καί η προσήλωση τού συγγραφέα στό θείο καί ακατάλυτο είναι καί εδώ διάχυτη. Ο μύθος "Ο Άγγελος στό Πηγάδι" έχει στήριγμα καί υπόβαθρο τήν Ορθοδοξία. Ολόκληρη η παράδοση τής Ορθοδοξίας στέκεται πίσω του καί στηρίζει καθώς αυτός ξετυλίγεται. Χώρια από τούς παραλληλισμούς ανάμεσα στό μύθο καί τά Πάθη τού Χριστού υπάρχουν αναφορές πρός τίς ιερές ακολουθίες, τά τροπάρια, πού ο δόκιμος διαβάζει στήν Ιερή Σύνοψη καί τίς συσχετίσεις μέ τίς ιστορίες τής Βίβλου. Βλέπει ο συγγραφέας τήν ιστορία τής Χριστιανοσύνης σάν μιά συνέχεια. Ο Θεός τού "Αγγέλου στό Πηγάδι" είναι ο Θεός τής Παλαιάς καί τής Καινής Διαθήκης.

Η περιπέτεια τού δόκιμου μέ τό έντονο υπαρξιακό στοιχείο θά έμενε μιά απλή προσωπική υπόθεση, άν παράλληλα μέ αυτή δέν ξετυλίγονταν τά Πάθη τού Χριστού, όπως τά βίωσαν οι μοναχοί τού μοναστηριού, σύμφωνα μέ τό τυπικό, τήν αυστηρότητα καί τήν λαμπρότητα τής ορθόδοξης παράδοσης. Όλο τό έργο είναι μιά συγκλονιστική αλληγορία μέ μυστικισμό, βαθειά θρησκευτικότητα καί παραλληλισμό ανάμεσα στά Πάθη τού Κυρίου καί τήν περιπέτεια τού δόκιμου καί τού ζώου. Αυτοί οι παραλληλισμοί δέν καθιστούν τό έργο ανίερο. "Καί ποιός είναι άξιος, Χριστέ μου, νά μιμηθεί τά Πάθη Σου καλύτερα από ένα αθώο ζώο, έναν Αμνό;", αναρωτιέται ο συγγραφέας.

Γιά τόν Πρεβελάκη δέν υπάρχει χάσμα ανάμεσα στό σώμα καί στό πνεύμα: "Ά, πώς σφιχταγκαλιάζονται γή κι ουρανός εντός μου!, θά πή αλλού. ("Νέος Ερωτόκριτος"). Ο καλύτερος τρόπος ν' ανοίξη λυτρωτικό δρόμο πρός τήν υπέρβαση είναι η αγάπη. Αυτή μεταρσιώνει τό δόκιμο καί τόν φέρνει στά όρια τής υπέρβασης. Αυτή τού απεκάλυψε τά θαύματα πού αξιώθηκε. Τήν τελική όμως λύτρωση τήν αξιώνεται μέ τήν πίστη. "Μή χάνεις τήν πίστη σου", ήταν η τελευταία συμβουλή τού Ηγούμενου στό δόκιμο, "καί θά δείς τή σωτηρία". Τά εμπόδια νά μή σέ σκιάζουν. Όπου κουτουλήσεις τοίχο, εκεί από πίσω βρίσκεται ο Θεός...." (σελ. 156). Λόγια πνευματικά, μεστά από χυμούς ιδεών πού βυθίζουν τίς ρίζες τους στά εσώτατα τής ύπαρξής μας.

  • Προβολές: 1044

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance