Ναυπάκτου κ. Ιεροθέου: Η «ελευθερία τής βούλησης-θέλησης τού προσώπου» κατά τήν φιλοσοφία καί τήν πατερική θεολογία


Τό κείμενο αυτό περιλαμβάνεται στό νέο βιβλίο τού Σεβασμιωτάτου τό οποίο πρόκειται εντός ολίγου νά κυκλοφορήση, μέ τίτλο «Μεταπατερική θεολογία καί Εκκλησιαστική εμπειρική θεολογία».

(δημοσιεύθηκε στήν ιστοσελίδα romfaia.gr στὶς 15 Ὀκτωβρίου 2012)

*

Τό θέμα τής ελευθερίας τής βούλησης ή τής ελευθερίας τού προσώπου, όπως παρουσιάζεται στίς ημέρες μας, δέν στηρίζεται στήν πατερική-ορθόδοξη θεολογία, αλλά είναι κυρίως υπόθεση τής σύγχρονης φιλοσοφίας καί μεταφέρεται από μερικούς στήν θεολογία.  Θά εντοπισθούν μερικά σημεία γύρω από τό σοβαρό αυτό θέμα, γιά νά φανή τό πρόβλημα πού παρουσιάζεται από τής πλευράς τής πατερικής θεολογίας καί οι συνέπειες πού έχει αυτή η θεωρία στήν εκκλησιαστική ζωή.

1. Η θέληση-βούληση στήν δυτική θεολογία καί φιλοσοφία

Ο καθηγηγής Γεώργιος Παναγόπουλος, αναλύοντας τά σχετικά μέ τήν δυτική θεολογία, επισημαίνει ότι ο σχολαστικός θεολόγος Ιωάννης Δούνς Σκώτος, εκφραστής τής Φραγκισκανικής θεολογίας, εισήγαγε τόν βολονταρισμό (βουλησιοκρατία) σέ αντίθεση μέ τήν οντολογία τού Θωμά Ακινάτη. Ο Δούνς Σκώτος έκανε λόγο γιά τήν «θεία παντοδυναμία», τήν «απόλυτη ελευθερία τού Θεού καί τήν απουσία κάθε εξαναγκασμού από τό θείο είναι». Μέ αυτήν τήν άποψη άνοιξε «μιά καινούργια ατραπό σκέψης στήν δυτική θεολογία», αφού «τό βουλητικό στοιχείο ανατιμάται σέ σχέση μέ τό οντολογικό» καί προοιώνισε «ένα από τά κεντρικά αιτήματα τής Μεταρρύθμισης, τήν απόλυτη ελευθερία καί προτεραιότητα τού Θεού στό ζήτημα τής σωτηρίας τού ανθρώπου».

Έτσι, ο βολονταρισμός-βουλησιοκρατία από τήν σχολαστική θεολογία πέρασε στήν Μεταρρύθμιση καί τόν Προτεσταντικό κόσμο καί από εκεί έφθασε καί στήν δυτική φιλοσοφία, στήν οποία άλλοτε γίνεται λόγος γιά τήν προτεραιότητα τής οντολογίας καί άλλοτε γιά τήν προτεραιότητα τής βουλησιοκρατίας.

Ο καθηγητής Θεοδόσης Πελεγρίνης, κάνοντας λόγο γιά τήν βουλησιοκρατία (voluntarism), γράφει ότι πρόκειται γιά τό φιλοσοφικό εκείνο σύστημα «στό οποίο πρωτεύοντα λόγο διαδραματίζει η βούληση, κατ' αντιδιαστολή πρός τό λόγο». Επίσης, γράφει ότι, ενώ οι αρχαίοι φιλόσοφοι αντιμετώπιζαν τά διάφορα ζητήματα πού τούς απασχολούσαν έχοντας ως γνώμονα τόν λόγο, ο Αριστοτέλης έδωσε ιδιαίτερη σημασία στόν ρόλο τής βουλήσεως «στό πλαίσιο τού πρακτικού συλλογισμού». Όμως, ιδιαίτερα στήν νεώτερη εποχή διάφοροι φιλόσοφοι, όπως ο Ντεκάρτ, ο Κάντ, ο Σοπενχάουερ, ο Νίτσε καί ο Γουΐλιαμ Τζέϊμς, δίνουν μεγάλη σημασία στήν βούληση καί μάλιστα στήν ελευθερία τής βουλήσεως.

Κατά τόν Σωκράτη Γκίκα η βουλησιοκρατία υποστηρίζει ότι «η βούληση αποτελεί τήν ουσία τής ανθρώπινης προσωπικότητας, τό πιό δυναμικό της στοιχείο, γιατί κατευθύνει τήν δράση τού ατόμου. Η νόηση καί τό συναίσθημα έρχονται σέ δεύτερη μοίρα». Η ψυχολογική βουλησιοκρατία αναπτύχθηκε από τόν Βούντ, σύμφωνα μέ τήν οποία η βούληση επιδιώκει νά πραγματοποιήση τούς σκοπούς πού επιλέγει η νόηση, καί τό συναίσθημα ή παρωθεί τήν βούληση ή στέκεται εμπόδιο στήν βουλητική προσπάθεια. Επίσης, από τόν Σοπενχάουερ υποστηρίχθηκε «ο μεταφυσικός βουλητισμός», σύμφωνα μέ τόν οποίο υπάρχει «η παγκόσμια τυφλή βούληση», αφού «όλα στόν κόσμο κατευθύνονται από τήν θεϊκή βούληση» καί η οποία «βρίσκεται πίσω από τούς φυσικούς καί βιολογικούς νόμους».

Επίσης, η ελευθερία, κατά τήν σύγχρονη φιλοσοφία, είναι «η δυνατότητα τού ανθρώπου ή μιάς ομάδας νά αυτοορίζεται, νά μήν πιέζεται ή καταδυναστεύεται, νά κινείται όπως θέλει, νά αναπτύσσει δράση, νά πραγματώνει τούς σκοπούς πού θέλει». Ο Κάντ έκανε λόγο γιά «τήν ηθική ελευθερία» ως δυνατότητα επιλογής. Ο Φίχτε ομίλησε «γιά τήν απεριόριστη ελευθερία τού ανθρώπου, τελικά όμως θεώρησε μιά τέτοια ελευθερία ιδιότητα τού Θεού». Ο Σάρτρ υποστήριζε ότι «η ελευθερία αποτελεί τήν ουσία τής ανθρώπινης ύπαρξης», είναι ασταμάτητη καί «ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος σέ ελευθερία», αφού «μέ τήν ελευθερία του δημιουργεί τόν εαυτό του από τό μηδέν». Ακόμη, η ελευθερία από τήν ψυχολογική άποψη «είναι η απουσία εσωτερικών συγκρούσεων, συμπλεγμάτων, έμμονων ιδεών καί συνηθειών, καταναγκαστικών πράξεων καί ψυχαναγκαστικών τάσεων».

Είναι φανερό ότι γιά τήν ελευθερία καί τήν βούληση τού ατόμου ή τού προσώπου έγινε ιδιαίτερος λόγος τά τελευταία χρόνια από πλευράς φιλοσοφίας, υπαρξισμού καί ψυχολογίας, γιατί παραβιάζονταν τά ατομικά δικαιώματα από ποικιλώνυμες εξουσίες. Κανείς δέν αρνείται τήν αξία τής κοινωνικής ελευθερίας καί τών ατομικών δικαιωμάτων, σέ συνδυασμό μέ τά καθήκοντα, καί μάλιστα σέ περιόδους πού καταπιέζονται οι πολίτες. Τό πρόβλημα όμως είναι, όταν σύγχρονοι θεολόγοι επηρεάζωνται από τά ρεύματα αυτά καί προσπαθούν νά δούν τό πρόσωπο τού ανθρώπου μέσα από τήν προοπτική τής ελεύθερης βούλησης καί κατ' αυτόν τόν τρόπο αλλοιώνεται ή υπονομεύεται η ορθόδοξη διδασκαλία περί τού Τριαδικού Θεού, τού Χριστού καί τού ανθρώπου.

2. Η θέληση στήν ορθόδοξη θεολογία

Τό θέμα τής βούλησης-θέλησης ετέθη επανειλημμένως στίς θεολογικές συζητήσεις από τόν 4ο αιώνα καί μετά, όταν τό ρεύμα τής ελληνικής φιλοσοφίας εισήλθε μέσα στόν χώρο τής Εκκλησίας, οπότε οι Πατέρες προσπάθησαν νά αντικρούσουν τούς αιρετικούς πού χρησιμοποιούσαν τήν ελληνική φιλοσοφία γιά νά κατανοήσουν τό δόγμα τής Αγίας Τριάδος καί τό δόγμα τής ενώσεως τών δύο φύσεων στόν Χριστό. Κυρίως όμως δυό φορές έγινε σοβαρή συζήτηση καί ελήφθησαν αποφάσεις.

Τήν πρώτη φορά ήταν κατά τόν 4ο αιώνα καί, βεβαίως, απεφάνθη η Α' Οικουμενική Σύνοδος. Τότε συζητήθηκε τό θέμα εάν ο Πατήρ εγέννησε τόν Λόγο από τήν ουσία Του, οπότε είναι ομοούσιος καί άκτιστος, ή εάν ο Λόγος δημιουργήθηκε από τήν βούληση τού Πατρός, όπως όλη η κτίση, οπότε ήταν κτίσμα. Ο όρος τής Α' Οικουμενικής Συνόδου είναι σαφής: «Καί εις έναν Κύριον Ιησούν Χριστόν, τόν Υιόν τού Θεού, γεννηθέντα εκ τού Πατρός μονογενή, τουτέστιν εκ τής ουσίας τού Πατρός». Αυτό στρεφόταν εναντίον τών Αρειανών, πού υποστήριζαν ότι ο Χριστός «ούκ εστιν ίδιος τής ουσίας τού Πατρός», αλλά είναι κτίσμα καί δημιουργήθηκε εν χρόνω «αλλότριος δέ τής ουσίας τού Πατρός καί τρεπτός καί αλλοιωτός τήν φύσιν».

Στίς αποφάσεις τής Β' Οικουμενικής Συνόδου, εκτός από τίς προσθήκες στό Σύμβολο τής Πίστεως, έγινε αλλαγή ορολογίας (επειδή διακρίθηκε η υπόσταση από τήν ουσία), δέν έγινε όμως αλλαγή θεολογίας. Στό τελικό κείμενο δέν υπάρχει τό «τουτέστιν εκ τής ουσίας τού Πατρός», αλλά σαφέστατα υπονοείται, άλλωστε υπάρχει η λέξη «ομοούσιος», καί οπωσδήποτε οι Πατέρες διδάσκουν ότι ο Υιός γεννήθηκε από τόν Πατέρα εκ τής ουσίας Του καί δέν είναι δημιούργημα τής βουλήσεώς Του. Ο Πατήρ είναι αίτιος τής γεννήσεως τού Υιού καί τής εκπορεύσεως τού Αγίου Πνεύματος, αλλά κατά τήν εύστοχη φράση τού π. Ιωάννου Ρωμανίδη: «ο Πατήρ κοινωνεί τήν ουσία Του στόν Υιό διά τής γεννήσεως καί στό Άγιον Πνεύμα διά τής εκπορεύσεως».

Τήν δεύτερη φορά πού έγινε συζήτηση γιά τήν θέληση ήταν τόν 7ο αιώνα καί μάλιστα στήν Χριστολογία. Οι Μονοθελήτες έλεγαν ότι στόν Χριστό υπάρχει μία θέληση. Ο άγιος Σωφρόνιος Πατριάρχης Ιεροσολύμων καί ο άγιος Μάξιμος Ομολογητής δίδασκαν ότι η θέληση καί η ενέργεια είναι γνωρίσματα τής φύσεως, καί εφ' όσον ο Χριστός έχει δύο φύσεις, έχει καί δύο θελήσεις, τήν θεία καί τήν ανθρωπίνη. Έτσι, κάθε φύση στόν Χριστό ήθελε καί ενεργούσε τά δικά της, αλλά σέ κοινωνία μέ τήν άλλη, ενωμένες στό ένα πρόσωπο τού Θεού καί Λόγου.

Ο άγιος Μάξιμος Ομολογητής αναπτύσσοντας τό θέμα τών δύο θελήσεων στόν Χριστό θά πή ότι τό θέλημα θά είναι ή φυσικό ή υποστατικό ή παρά φύσιν. Άν τό θέλημα χαρακτηρισθή υποστατικό, τότε ο Χριστός θά παρουσιασθή «ετερόβουλος» από τόν Πατέρα, αφού τό υποστατικό θέλημα θά είναι γνώρισμα μόνον τής υπόστασης. Άν τό θέλημα τό χαρακτηρίσουν παρά φύσιν, τότε δογματίζουν τήν έκπτωση τών ουσιών, αφού τά παρά φύση είναι φθαρτικά τών κατά φύση. Επομένως, τό θέλημα είναι φυσικό, δηλαδή είναι χαρακτηριστικό τής φύσεως, καί όχι υποστατικό, δηλαδή δέν είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα τής υπόστασης.

Πάνω στό θέμα αυτό αποφάνθηκε η ΣΤ' Οικουμενική Σύνοδος, η οποία μεταξύ τών άλλων, δογμάτισε:

«Καί δύο φυσικάς θελήσεις, ήτοι θελήματα εν αυτώ, καί δύο φυσικάς ενεργείας αδιαιρέτως, ατρέπτως, αμερίστως, ασυγχύτως κατά τήν τών αγίων Πατέρων διδασκαλίαν ωσαύτως κηρύττομεν.
Καί δύο μέν φυσικά θελήματα ουχ υπεναντία, μή γένοιτο, καθώς οι ασεβείς έφησαν αιρετικοί, αλλ' επόμενον τό ανθρώπινον αυτού θέλημα, καί μή αντιπίπτον, ή αντιπαλαίον, μάλλον μέν ούν καί υποτασσόμενον τώ θείω αυτού καί πανσθενεί θελήματι...».

Ο Χριστός έχει δύο φυσικά θελήματα στό ένα πρόσωπό Του, τά οποία φυσικά θελήματα δέν αντιπαλαίουν μεταξύ τους. Αυτό σημαίνει ότι τό θέλημα δέν είναι γνώρισμα τού προσώπου, γιατί τότε ο Χριστός θά είχε ένα θέλημα, αλλά είναι ιδιότητα τής φύσεως. Οι Πατέρες τής Εκκλησίας αποδέχονται πλήρως τίς αποφάσεις τών Οικουμενικών Συνόδων καί γι' αυτό κάνουν τήν διάκριση μεταξύ θελήσεως-βουλήσεως πού συνδέεται μέ τήν φύση, καί τής προαιρέσεως, πού κάνει τήν επιλογή στούς ανθρώπους. Δηλαδή, στούς Πατέρες η θέληση-βούληση δέν είναι η ελευθερία, όπως τήν ορίζουν οι σύγχρονοι φιλόσοφοι καί φιλοσοφούντες θεολόγοι.

Γιά νά μή γίνη καμμία σύγχυση καί παρεξήγηση στά όσα θά λεχθούν στήν συνέχεια, πρέπει νά σημειωθή ότι, σύμφωνα μέ τήν θεολογία τής Εκκλησίας μας, δέν υπάρχει υπόσταση χωρίς ουσία, ούτε ουσία χωρίς υπόσταση, αλλά η υπόσταση-πρόσωπο ορίζεται ως ουσία μέ τά ιδιώματα.
Έτσι, η ενέργεια είναι ουσιώδης κίνηση τής φύσης, αλλά ο ενεργών είναι τό πρόσωπο. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός αποφαίνεται: «άλλο εστίν ενέργεια καί άλλο ενεργητικόν καί άλλο ενέργημα καί άλλο ενεργών». Ενέργεια είναι «η δραστική καί ουσιώδης τής φύσεως κίνησις». Ενεργητικό είναι «η φύσις εξ ής η ενέργεια πρόεισιν». Ενέργημα είναι «τό τής ενεργείας αποτέλεσμα». Καί ενεργών είναι «ο κεχρημένος τή ενεργεία ήτοι η υπόστασις».

Επίσης, ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός δίνει τούς ορισμούς γιά τήν θέληση, τήν βούληση, τό θελητό, τό θελητικό καί τόν θέλοντα. Θέληση είναι «η απλή δύναμις τού θέλειν». Βούληση είναι «η περί τι θέλησις», δηλαδή η θέληση γιά κάτι. Θελητό είναι «τό υποκείμενον τή θελήσει πράγμα». Χρησιμοποιεί ένα παράδειγμα γιά νά δείξη τήν διαφορά. Η απλή όρεξη γιά βρώση είναι η θέληση, η όρεξη πρός βρώση είναι η βούληση, η τροφή είναι τό θελητό. Ακόμη, θελητικό είναι αυτό πού έχει τήν θελητική δύναμη, όπως ο άνθρωπος. Καί θέλων είναι «ο κεχρημένος τή θελήσει».

Έχοντας υπ' όψιν τίς βασικές θεολογικές αυτές αρχές, γνωρίζουμε ότι η θέληση είναι όρεξη τής μιάς ενιαίας φύσεως καί κοινή στά πρόσωπα τής Αγίας Τριάδος, αλλά θέλων είναι καί τά τρία πρόσωπα τής Αγίας Τριάδος. Έτσι, ο θέλων είναι ο Τριαδικός Θεός, η θέληση ανάγεται στήν φύση, όμως η θεία φύση είναι αδιανόητη χωρίς τίς υποστάσεις καί τό αντίστροφο. Αυτό σημαίνει ότι η αιτιότητα τού Πατρός, ότι αυτός είναι αίτιος τής υπάρξεως τού Υιού καί τού Αγίου Πνεύματος, δέν ταυτίζεται μέ τήν θέληση, η οποία είναι κοινή στά πρόσωπα τής Αγίας Τριάδος, αφού κοινή είναι η φύση καί η ενέργεια.

Επίσης, στόν άνθρωπο υπάρχει η βούληση τής φύσης καί η προαίρεση «ήγουν επιλογή» ανάμεσα σέ δύο διαφορετικά πράγματα. Έτσι, υφίσταται διαφορά μεταξύ βούλησης καί προαίρεσης στόν άνθρωπο. Όμως, στόν Θεό «βούλησιν μέν λέγομεν, προαίρεσιν δέ κυρίως ου λέγομεν ου γάρ βουλεύεται ο Θεός». Ούτε ακόμη μπορούμε νά πούμε ότι η ψυχή τού Χριστού είχε βουλή ή προαίρεση, γιατί δέν είχε άγνοια καί γνωμικό θέλημα, λόγω τής ενώσεως τής ανθρώπινης μέ τήν θεία φύση στήν υπόσταση τού Λόγου. Έτσι, η αγία ψυχή τού Χριστού δέν ήταν εναντίον τού θείου θελήματος ούτε παρά τό θείον θέλημα.

3. Η διδασκαλία τού Αγίου Μαξίμου τού Ομολογητού γιά τήν ελευθερία, τήν θέληση καί τήν προαίρεση

Αναλύοντας τό θέμα τής ελευθερίας τής θέλησης καί τής προαίρεσης, θά περιορισθώ στόν άγιο Μάξιμο τόν Ομολογητή, ο οποίος ιδιαιτέρως κωδικοποίησε τήν θεολογία τού σοβαρού αυτού θέματος.

Κατ' αρχάς ο άγιος Μάξιμος δέν κάνει ιδιαίτερο λόγο γιά τήν ελευθερία μέ τήν έννοια πού τήν εκλαμβάνουν οι φιλοσοφούντες θεολόγοι. Στά σχόλιά του στό έργο τού αγίου Διονυσίου Αρεοπαγίτου «περί θείων ονομάτων» κάνει λόγο γιά τόν σκοπό τής ενανθρωπήσεως τού Χριστού καί γράφει: «αμαρτίαν γάρ πάντη αγνοήσας, κατηξίωσεν υπέρ ημών, μή εκστάς τών οικείων, αναμαρτήτως αμαρτία διά τής δι' εαυτού ημών υιοθεσίας εις τήν αρχαίαν επαναγάγη ελευθερίαν». Είναι προφανές ότι οι Πατέρες δέν αναφέρονται στήν «ελευθερία τού Θεού από τήν θεότητά Του», μέ τήν «δυνατότητά Του νά ενανθρωπίζει», αφού ο Χριστός, γενόμενος άνθρωπος, δέν εξίσταται τής θείας φύσεώς Του, «τών οικείων». Δηλαδή οι άγιοι Πατέρες δέν προσδιορίζουν τήν ελευθερία ως δυνατότητα εκστάσεως από τήν θεία φύση, αλλά κάνουν λόγο γιά τήν επάνοδο τού ανθρώπου στήν αρχαία ελευθερία, πού είναι η κοινωνία τού ανθρώπου μέ τόν Θεό.

Καί σέ άλλα σημεία τής διδασκαλίας του ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής κάνει λόγο γιά τήν ελευθερία όχι ως δικαίωμα ή δυνατότητα επιλογής, αλλά ως αναμαρτησία, ως ελευθερία από τά πάθη. Αναφερόμενος στήν γέννηση τού Χριστού γράφει: «τή μέν γενέσει φυσικώς εις ταυτόν τώ ανθρώπω κατά τήν ζωτικήν αγόμενος έμπνευσιν, εξ ής τό κατ' εικόνα λαβών ως άνθρωπος άπρακτον διέμεινεν έχων τής ελευθερίας τής αναμαρτησίας καί άχραντον». Η γέννηση τού Χριστού ως ανθρώπου ήταν ελεύθερη, απαθής, αυτοπροαίρετη καί αγνή. Ακόμη, συνδέει τήν ελευθερία τού ανθρώπου μέ τό «ανείδεον κάλλος». Όμως, σέ άλλο σημείο ομιλεί γιά τό ότι δούλος είναι αυτός πού επιλέγει τά πάθη, ενώ αντίθετα ο αγώνας γιά τήν αρετή είναι «ψυχής ελευθερία».

Έπειτα, ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, ενώ δέν κάνει λόγο γιά ελευθερία, αλλά ομιλεί γιά προαίρεση, όμως θεωρεί ότι η προαίρεση δέν είναι θέληση-βούληση, η οποία είναι όρεξη τής φύσεως, αλλά είναι όρεξη διασκεπτική γιά όσα εξαρτώνται από μάς, δηλαδή η προαίρεση είναι ένα κράμα, από όρεξη, βουλή καί κρίση. Γράφει: «τήν προαίρεσιν όρεξιν βουλευτικήν τών εφ' ημίν. Ουκ έστι ούν προαίρεσις η θέλησις», «η προαίρεσις ορέξεως καί βουλής καί κρίσεως σύνοδος» «ουκ έστιν ούν θέλησις η προαίρεσις». Επίσης, κάνει λόγο γιά τό ότι ο Χριστός μέ τήν θέωση τής ανθρωπίνης φύσεως, αμέσως μέ τήν πρόσληψή της, οδήγησε τήν προαίρεση σέ ατρεψία, πράγμα τό οποίο τό ζούν εν Χριστώ καί οι άγιοι.

Επομένως, στήν πατερική διδασκαλία, απ' ό,τι γνωρίζω, δέν ανευρίσκεται η έκφραση «ελευθερία τής βούλησης» ή «ελεύθερη βούληση τού προσώπου», αφού η βούληση είναι όρεξη τής φύσεως, ενώ η προαίρεση συνδέεται μέ τό πρόσωπο-υπόσταση, καί αυτό εξηγείται μέ διαφορετικό τρόπο από ό,τι στήν σύγχρονη φιλοσοφία. Καί οπωσδήποτε η πατερική διδασκαλία περί ελευθερίας καί προαιρέσεως δέν μπορεί νά συνδυασθή μέ τήν ελευθερία, όπως τήν χαρακτηρίζει η σύγχρονη φιλοσοφία καί η σύγχρονη φιλοσοφούσα θεολογία.

Θά πρέπει νά δούμε μέ συντομία όλα αυτά στήν Τριαδολογία, τήν Χριστολογία καί τήν ανθρωπολογία, κατά τόν άγιο Μάξιμο τόν Ομολογητή, πού έκανε μεγάλο αγώνα γιά τά θέματα αυτά.

Εισαγωγικά πρέπει νά σημειωθή ότι υπάρχουν πολλά χωρία τού αγίου Μαξίμου τού Ομολογητού, τά οποία αναφέρονται στίς σχέσεις μεταξύ υποστάσεως, φύσεως καί ενεργείας, όμως εδώ θά γίνη απλώς μιά νύξη.

Ο Θεοδόσιος, Επίσκοπος Καισαρείας τής Βιθυνίας, μεταξύ άλλων, υποστήριζε ότι πρέπει νά λέμε «μίαν ενέργειαν τού Χριστού υποστατικήν», δηλαδή συνέδεε τήν ενέργεια μέ τήν υπόσταση. Όμως, ο άγιος Μάξιμος απάντησε ότι μιά τέτοια άποψη «μόνων γάρ αιρετικών πολυθεούντων εστιν». Η ενέργεια είναι φυσική καί όχι υποστατική. Όταν κανείς απονέμη υποστατικές ενέργειες στά πρόσωπα τής Αγίας Τριάδος, τότε η μακαρία θεότητα θά έχη τέσσερεις ενέργειες, δηλαδή τρείς ενέργειες πού χωρίζουν τά πρόσωπα τής Αγίας Τριάδος καί μία φυσική ενέργεια πού δηλώνει τήν κατά φύση κοινότητα τών τριών υποστάσεων. Όποιος υποστηρίζει μιά τέτοια άποψη νοσεί τήν νόσο τής τετραθεΐας. Όμως, κατά τόν άγιο Μάξιμο οι Πατέρες διδάσκουν: «φυσικήν γάρ, αλλ' ουχ υποστατικήν πάσαν είναι ενέργειαν». Εννοείται ότι κατά τόν ίδιο τρόπο αναφερόμαστε στήν φυσική καί όχι υποστατική θέληση.

Ύστερα από αυτήν τήν εισαγωγική παρατήρηση θά δούμε τό θέμα τής θελήσεως στήν Τριαδολογία.

Τά Πρόσωπα τής Αγίας Τριάδος δέν έχουν προσωπική ελευθερία ή υποστατική ελευθερία, γιατί άν συνέβαινε αυτό, τότε κάθε Πρόσωπο θά είχε τό δικό του θέλημα, τήν δική του ελευθερία, πράγμα πού θά διασπούσε τήν ενότητα τών Προσώπων τής Αγίας Τριάδος.

Η απόδοση τής θέλησης στό πρόσωπο προκειμένου νά εξασφαλισθή η «ελευθερία τού προσώπου» δημιουργεί πρόβλημα τριθεΐας στήν Αγία Τριάδα. Ο άγιος Μάξιμος, αναφερόμενος στήν Αγία Τριάδα, αποδίδει μέ σαφήνεια τήν θέληση στήν φύση καί όχι στό πρόσωπο. Γράφει ότι θά ρωτούσε ευχαρίστως τούς μονοθελήτες άν ο Θεός καί Πατήρ όλων θέλη επειδή είναι Πατήρ ή επειδή είναι Θεός, δηλαδή άν τό θέλημά Του συνδέεται μέ τό πρόσωπο τού Πατρός ή μέ τήν θεότητά Του. Εάν θέλη επειδή είναι Πατήρ, τότε θά είναι άλλο τό θέλημα τού Πατρός καί άλλο τό θέλημα τού Υιού, γιατί είναι διαφορετικά πρόσωπα. Άν όμως θέλη επειδή είναι Θεός, τότε επειδή καί ο Υιός καί τό Άγιον Πνεύμα είναι Θεοί, αυτό σημαίνει ότι τό θέλημα είναι τής φύσεως, δηλαδή είναι θέλημα φυσικό.

Ο Θεός είναι Τριαδικός, είναι τρία Πρόσωπα, Πατήρ, Υιός καί Άγιον Πνεύμα, τά οποία έχουν μία φύση, μία ενέργεια, μία θέληση, μία δόξα, μία βασιλεία.

Η περσοναλιστική φιλοσοφία καί θεολογία εγκλωβίζεται στήν ταύτιση φύσεως καί αναγκαιότητας καί γι' αυτό είναι αναπόφευκτη η απόδοση τής θέλησης στό πρόσωπο καί η εξ αυτής υποτιθέμενη «εν ελευθερία» βουλητική γέννηση τού Υιού καί βουλητική εκπόρευση τού Αγίου Πνεύματος από τόν Θεό Πατέρα, η οποία συνεπάγεται Αρειανισμό.

Ο άγιος Μάξιμος, όμως, καί πάλι αποβαίνει σαφέστατος. Γράφει ότι η γέννηση τού Υιού από τόν Πατέρα είναι «υπέρ τήν θέλησιν», δηλαδή δέν μεσολαβεί η θέληση μεταξύ τού Πατρός καί τού Υιού, ούτε η θέληση τού Πατρός προεπινοείται τού Υιού, επειδή ούτε προϋπήρχε ο Πατήρ τού Υιού. Επειδή ο Πατήρ καί ο Υιός είχαν «άμα τό είναι», γι' αυτό έχουν καί μία θέληση, «απλήν τε καί αδιαίρετον», όπως έχουν καί μία ουσία καί μία φύση.

Τό ότι ο Πατήρ γεννά τόν Υιό εκ τής ουσίας Του δέν συνεπάγεται αναγκαιότητα ή ανελευθερία, διότι είναι αδιανόητη η απόδοση οποιασδήποτε αναγκαιότητας στήν άκτιστη φύση. Ο άγιος Μάξιμος παρατηρεί ότι εάν τό φυσικό είναι καί αναγκασμένο, καί ο Θεός είναι κατά φύση Θεός, κατά φύση αγαθός καί κατά φύση δημιουργός, τότε ο Θεός θά είναι καί κατ' ανάγκη Θεός καί αγαθός καί δημιουργός, πράγμα πού είναι βλάσφημο καί νά τό σκεφθή κανείς. Γιατί «τίς γάρ ο τήν ανάγκην επάγων;», δηλαδή, ποιός είναι εκείνος πού επιβάλλει τήν ανάγκη; Παραπέμπει δέ στό χωρίο τού αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας: «Μηδέν φυσικόν είναι εν τή νοερά φύσει ακούσιον».

Τήν ταύτιση φύσεως καί αναγκαιότητας, εκτός από τούς Αρειανούς, οι οποίοι τήν χρησιμοποιούσαν προκειμένου νά αποδείξουν τήν κτιστότητα τού Θεού Λόγου διά τής εκ τής βουλήσεως τού Θεού Πατρός γέννησή Του, τήν χρησιμοποιούσαν καί οι φιλονεστοριανοί Αντιοχειανοί, όπως γιά παράδειγμα ο Θεοδώρητος Κύρου, προκειμένου νά αποδείξουν τό αδύνατον τής καθ' υπόστασιν ενώσεως θείας καί ανθρωπίνης φύσεως στό πρόσωπο τού Θεού Λόγου. Η νεστοριανική αντιπρόταση γιά τήν ένωση θεότητας καί ανθρωπότητας στόν Χριστό ήταν η «συνάφεια», ένωση σχέσης δυό ξεχωριστών υποστάσεων, ανθρώπου καί Θεού, η οποία έσωζε κατ' αυτούς τήν ελευθερία τού Θεού Λόγου από μιά αναγκαστική ένωση, μέ αποτέλεσμα ωστόσο τήν μή πραγματική ενανθρώπηση τού Θεού Λόγου. Όμως, η ορθόδοξη θεολογία δέν πέφτει σέ τέτοιες πλάνες, γιατί διδάσκει ότι η βούληση είναι όρεξη τής φύσεως καί όχι τού προσώπου.

Άς δούμε μέ συντομία τό θέμα τής βουλήσεως-θελήσεως στήν ανθρωπολογία.

Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε κατ' εικόνα καί καθ' ομοίωση τού Θεού. Πολλοί Πατέρες τόν όρο κατ' εικόνα τόν προσδιορίζουν ως τό νοερό καί τό αυτεξούσιο, «η δέ αυτεξουσιότης εστίν αυτοκρατής τού θελήματος κίνησις». Πάντως, ο Αδάμ καί η Εύα είχαν τήν δυνατότητα τής επιλογής. Όμως, τό πρώτο ανδρόγυνο δέν είχε τήν τελειότητα, αλλά έπρεπε νά φθάση σέ αυτήν, ήταν νήπιοι καί έπρεπε νά ολοκληρωθούν, η φύση τους ήταν ατελής. Η κακή χρήση τής προαίρεσης τούς οδήγησε στήν πτώση. Έτσι, η δυνατότητα τής επιλογής, τής προαίρεσης ήταν έκφραση τής ατέλειάς τους.

Επομένως, καί στόν άνθρωπο η θέληση είναι όρεξη τής φύσεως, είναι φυσική θέληση καί όχι υποστατική, η θέληση δέν κάνει επιλογή, τήν οποία επιλογή κάνει η προαίρεση. Τό προοδευτικό σχήμα πού διδάσκει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, όπως τό είδαμε καί προηγουμένως, είναι: θέληση-βουλή-γνώμη-προαίρεση. Τό «θέλημα είναι φυσικόν ήγουν θέλησιν, δύναμιν τού κατά φύσιν όντος ορεκτικήν». «Η προαίρεσις περί ταύτά εστι μετά τήν κρίσιν, περί ά η βουλή πρό τής κρίσεως».

Λέγοντας, όμως, ότι τό θέλημα είναι τής φύσεως, δέν αγνοούμε ότι ορίζουμε τήν υπόσταση ως ουσία μετά ιδιωμάτων, οπότε δέν μπορεί νά κάνουμε λόγο γιά προτεραιότητα τής φύσεως έναντι τού προσώπου ούτε γιά προτεραιότητα τού προσώπου έναντι τής φύσεως. Οι Πατέρες διακρίνουν τό «θέλειν» από τό «πώς θέλειν», γι' αυτό καί δέν πρέπει νά γίνεται σύγχυση μεταξύ τής θελήσεως, πού είναι τής φύσεως, καί τού πώς εκφράζεται η θέληση, πού είναι τού προσώπου. Ο άγιος Μάξιμος γράφει ότι «ου ταυτόν τό θέλειν καί τό πώς θέλειν», όπως δέν είναι τό ίδιο «τό οράν καί τό πώς οράν». Τό νά θέλη καί νά βλέπη κανείς είναι τής φύσεως καί υπάρχει σέ όλα τά ομοφυή καί ομογενή, αλλά «τό πώς θέλειν», όπως καί «τό πώς οράν», δηλαδή τό νά θέλη νά περπατήση ή νά μή θέλη, τό νά βλέπη σέ κάθε κατεύθυνση «τρόπος εστιν τής τού θέλειν καί οράν χρήσεως». Αυτό δηλαδή τό «πώς θέλειν» είναι «τώ κεχρημένω προσόν» πού τόν χωρίζει από τούς άλλους, κατά τήν λεγομένη κοινώς διαφορά.

Επομένως, δέν μπορεί νά γίνεται σύγχυση μεταξύ τού «θέλειν», πού είναι τής φύσεως, καί τού «πώς θέλειν» πού είναι προσόν αυτού πού χρησιμοποιεί τήν θέληση. Αυτή είναι η χρυσή τομή μεταξύ τής ουσιοκρατίας καί τού περσοναλισμού καί δείχνει ότι η Πατερική διδασκαλία αποφεύγει τόσο τήν σχολαστική ουσιοκρατία όσο καί τόν φιλοσοφικό περσοναλισμό.

Άς δούμε τό θέμα τής θελήσεως στήν Χριστολογία.

Ο Χριστός μέ τήν ενανθρώπησή Του προσέλαβε ολόκληρη τήν ανθρώπινη φύση, τήν ένωσε μέ τήν θεία φύση στήν υπόστασή Του, τήν θέωσε. Άν καί έγινε πρός Χάρη μας άνθρωπος, Αυτός πού είναι «ο ποιητής τών ανθρώπων», όμως, «ημίν δηλονότι καί τήν ατρεψίαν κατώρθωσε τής προαιρέσεως, ως ατρεψίας δημιουργός». Έτσι, «τό ανθρώπινον τού Θεού» (τού Χριστού) «κατά προαίρεσιν ως ημείς ου κεκίνηται», κάνοντας μέ τήν εξέταση καί τήν κρίση τόν διαχωρισμό τών αντιθέτων, «ίνα μή φύσει κατά προαίρεσιν νομισθείη τρεπτόν». Αλλά, αφού έλαβε τό είναι, αμέσως μετά τήν ένωσή του μέ τόν Θεόν Λόγον «αδίστακτον, μάλλον δέ στάσιμον τήν κατ' όρεξιν φυσικήν, ήτοι θέλησιν, κίνησιν έσχεν». Οπότε, η προαίρεση στόν Χριστό δέν κινήθηκε.

Οι άνθρωποι ως ατελείς, μέ τήν γέννησή τους, έχουν τήν προαίρεση, αφού έχουν τήν δυνατότητα νά κινηθούν πρός τά δύο, «τά καλά τε λέγω καί τά κακά». Αυτή, όμως, η δυνατότητα τής επιλογής –τής προαίρεσης– παύει νά υφίσταται στούς αγίους, πού ενώνονται μέ τόν Χριστό καί γίνονται μέλη τού Σώματός Του, αφού καί αυτοί αποκτούν τήν ατρεψία τής προαίρεσης, κατά τόν λόγο τού Αποστόλου Παύλου «η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει» (Α' Κορ. ιγ', 8). Στήν Βασιλεία τού Θεού δέν θά υπάρχη δυνατότητα επιλογής, οι άγιοι θά έχουν εν Χριστώ ατρεψία τής προαίρεσης, αφού δέν θά υπάρχουν αντίθετες καταστάσεις.

Επομένως, τά Πρόσωπα τής Αγίας Τριάδος δέν έχουν ελευθερία, όπως τήν εννοούν οι φιλοσοφούντες θεολόγοι. Ο Θεάνθρωπος Χριστός δέν έχει δυνατότητα επιλογής, ήτοι γνωμικό θέλημα, αφού έχει ατρεψία προαίρεσης. Καί ο άνθρωπος στήν πτωτική κατάσταση έχει μέν δυνατότητα προαίρεσης, αλλά όταν φθάνη στήν θέωση αποκτά εν Χριστώ τήν ατρεψία τής προαίρεσης καί οδηγείται μέ τήν εν Χριστώ άσκηση καί τήν μυστηριακή ζωή από τό γνωμικό θέλημα στό φυσικό θέλημα.

Έτσι, η ελευθερία τής βουλήσεως καί η ελευθερία τού προσώπου, τήν οποία οι θεολόγοι σήμερα επαινούν υπερβαλλόντως, ως στοιχείο τού Θεού καί τού ανθρώπου, ως έκφραση καί καθοριστικό γνώρισμα τού ανθρώπου πού συνιστά τήν τελειότητά του, είναι απαράδεκτη από θεολογικής πλευράς.

Η ελευθερία δέν είναι υποστατική, αλλά φυσική. Αυτό έχει μεγάλη σημασία, διότι έτσι διατρανώνεται η καλή λίαν δημιουργία τού Θεού. Αντιθέτως, τό πρόσωπο είναι εκείνο πού κάνοντας παράχρηση τής θεόσδοτης ελευθερίας τής φύσεως καταλήγει στήν αμαρτία. Επομένως, δέν «υπερβαίνει τό πρόσωπο διά τής ελευθερίας τήν αναγκαιότητα τής φύσεως», αλλά αντίστροφα, κάθε άνθρωπος μέ τήν ενέργεια τής θείας Χάριτος καί τήν δική του συνέργεια διά τής φυσικής θελήσεως, μπορεί νά αχθή πέραν τών ορίων τής φύσεώς του καί νά φθάση στήν θέωση. Αντίθετα, τό πρόσωπο είναι εκείνο πού άν δέν κάνη καλή χρήση τού αυτεξουσίου, καταλήγει δέσμιο τής αμαρτίας καί υποδουλώνει τήν φύση στά πάθη. Συνεπώς, η απόδοση αναγκαιότητας στήν φύση δείχνει είτε άγνοια τών πατερικών κειμένων είτε ερμηνευτικό εκβιασμό τους μέ σκοπό τήν εξαγωγή τών ποθουμένων περσοναλιστικών συμπερασμάτων.

4. Οι συνέπειες τού περσοναλισμού στήν εκκλησιαστική ζωή

Πρέπει νά επισημανθή κάτι πολύ σημαντικό καί αξιοπρόσεκτο, πού έχει σχέση μέ τήν λεγομένη μεταπατερική θεολογία τής ελευθερίας τού προσώπου.

Η μεταφορά τής συγκεκριμένης περσοναλιστικής τριαδολογικής απόψεως στήν σημερινή χριστιανική ανθρωπολογία μέ τήν θρυλούμενη «ελευθερία τού προσώπου», η οποία μάλιστα προβάλλεται καί ως ουσιώδες χαρακτηριστικό τής ορθόδοξης Ανατολής σέ σχέση μέ τήν ουσιοκρατία τής χριστιανικής Δύσης, έχει συγκεκριμένες προεκτάσεις, όπως τήν συχνή κριτική πού ασκείται στήν ορθόδοξη ασκητική ως αντιστρατευόμενη τήν «ελευθερία τού προσώπου». Όπως πάντοτε, έτσι καί στήν περίπτωση αυτή, η εσφαλμένη δογματική άποψη οδηγεί σέ ποικίλες ερμηνευτικές παρεκτροπές πού έχουν συνέπεια στήν εκκλησιαστική ζωή καί τόν τρόπο μέ τόν οποίο ζή ο Χριστιανός ως μέλος τής Εκκλησίας.

Θά τονισθούν μερικές συγκεκριμένες παραχαράξεις τής εκκλησιαστικής ζωής από αυτούς πού ομιλούν γιά τήν λεγόμενη ελευθερία τής βούλησης ή τής θέλησης καί τής ελευθερίας τού προσώπου.

Πρώτον, η εκκλησιαστική τάξη τών πραγμάτων, ερμηνεύεται καί εκλαμβάνεται μέσα από τήν θεωρία τής ελευθερίας τού προσώπου καί τής αγάπης, όπως ερμηνεύθηκαν από τόν Αλέξη Χομιακώφ καί τόν Αφανάσιεφ. Σύμφωνα μέ τίς θεωρίες αυτές στήν εκκλησιαστική ζωή έχει μεγάλη σημασία η βίωση τής ελευθερίας καί τής αγάπης, ανεξάρτητα από τίς κανονικές προϋποθέσεις πού έχουν θεσπίσει οι Πατέρες τών Τοπικών καί Οικουμενικών Συνόδων. Έτσι, η εκκλησιαστική ζωή κρίνεται στήν πράξη μέ όρους «αστικής δημοκρατίας», προκειμένου νά στοχοποιηθούν ιεραρχικές δομές τής Εκκλησίας καί νά κριθούν ως καταπιεστικές καί απάδουσες τής πρώτης «δημοκρατικώς φερομένης» αρχαίας Εκκλησίας. Στήν συνέχεια χρησιμοποιείται η εσφαλμένη αυτή δογματική θέση στό επίπεδο τής θεολογίας, ώστε νά εισαχθούν διάφορες ουμανιστικές καί προτεσταντικές απόψεις γιά τήν μετοχή στά χαρίσματα τού Αγίου Πνεύματος, ανεξάρτητα από τίς θεολογικές καί κανονικές προϋποθέσεις, ωσάν η πνευματική ζωή νά είναι μιά «δημοκρατία αστικού τύπου», στήν οποία όλοι απολαμβάνουν τά δώρα τού Αγίου Πνεύματος απροϋποθέτως. Είναι βέβαιο ότι μέ τέτοιες προϋποθέσεις στοχοποιούνται καί υπονομεύονται Πατερικά έργα, όπως τά Αρεοπαγητικά συγγράμματα, τά οποία ερμηνεύθηκαν από τόν άγιο Μάξιμο τόν Ομολογητή καί τόν άγιο Γρηγόριο τόν Παλαμά, ότι δήθεν κατοπτρίζουν άκαμπτες εκκλησιαστικές δομές πού έγιναν αντικείμενο εκμεταλλεύσεως από τόν Κλήρο.

Δεύτερον, η ασκητική τού ησυχασμού κρίνεται ότι κατοπτρίζει τήν λογική τής ατομιστικής σωτηρίας, η οποία δέν έχει άμεση αναφορά στήν «οντολογία τού προσώπου», δηλαδή στό «υπάρχειν ελευθέρως εν σχέσει», αλλά στήν προοπτική μιάς ατομιστικής καθάρσεως τών παθών χωρίς αναφορά στόν Άλλο άνθρωπο, ο οποίος αποτελεί τήν προϋποθετική συνθήκη τού «υπάρχειν προσωπικώς». Έτσι, διασπάται η ενότητα μεταξύ Μυστηρίων καί ασκητικής ζωής, η οποία στήν πράξη είναι η ευαγγελική ζωή, δηλαδή η τήρηση τών εντολών τού Χριστού, αμφισβητείται άμεσα ή έμμεσα η ασκητική θεολογία τών Καππαδοκών Πατέρων ως ωριγενική καί νεοπλατωνική, αλλά υπονομεύεται ύπουλα καί η διδασκαλία τού αγίου Συμεών τού Νέου Θεολόγου καί τού αγίου Γρηγορίου τού Παλαμά ως «πνευματοκρατική».

Τρίτον, η εκκλησιαστική καί ασκητική ευλάβεια, πού επαινείται από τούς ασκητικούς Πατέρες, επικρίνεται από τούς εκφραστές τής θεωρίας «τής ελευθερίας τού προσώπου» ως ανελεύθερος δυτικός ευσεβισμός καί ηθικισμός, αλλά καί ως «θρησκειοποίηση τού εκκλησιαστικού βιώματος». Έτσι, παρατηρείται τό φαινόμενο νά κρίνεται καί νά υπονομεύεται τό περιεχόμενο τής «Φιλοκαλίας τών ιερών Νηπτικών Πατέρων», ότι δήθεν συνιστά μιά «θεραπευτική εκκλησιολογία», η οποία ανέτρεψε τήν «ευχαριστιακή εκκλησιολογία» τής πρώτης Εκκλησίας!

Τέταρτον, η υπακοή σέ Πνευματικό Πατέρα κρίνεται ως κολόβωση τής «ελευθερίας τού προσώπου» καί απέκδυση τής ευθύνης τής ύπαρξης, «τού υπάρχειν ελευθέρως», από τόν ίδιο τόν εξομολογούμενο καί μετάθεση αυτής τής «προσωπικής ευθύνης» στόν Γέροντα. Βεβαίως, δέν παραβλέπουμε διάφορα λάθη τά οποία γίνονται στόν τομέα αυτό, είτε από Πνευματικούς Πατέρες είτε από πνευματικά παιδιά, αλλά δέν είναι δυνατόν από τέτοια λάθη νά υπονομεύεται η πορεία τού ανθρώπου από τήν δουλεία στήν ελευθερία τών τέκνων τού Θεού, όπως περιγράφεται στήν πορεία τού Ισραηλιτικού λαού από τήν Αίγυπτο στήν Γή τής Επαγγελίας μέ τήν θεοπτική καθοδήγηση τού Μωϋσέως.

Επομένως, η λανθασμένη θεωρία περί τής «ελευθερίας τής βούλησης-θέλησης» καί τής «ελευθερίας τού προσώπου» καί περί συνδέσεως τής θέλησης μέ τό πρόσωπο, έχει σημαντικές προεκτάσεις στόν εκκλησιαστικό χώρο. Μέ τέτοιες θεωρίες υπονομεύεται η ζωή τής Εκκλησίας καί οι προϋποθέσεις τού αγιασμού, καί ουσιαστικά παρερμηνεύεται ο ίδιος ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, πού κάνει λόγο γιά πρακτική φιλοσοφία, φυσική θεωρία καί μυστική θεολογία, αλλά καί όλοι οι άγιοι Πατέρες πού ομιλούν γιά κάθαρση, φωτισμό καί θέωση.

Κατά συνέπεια, δέν μπορεί νά γίνεται λόγος γιά ελεύθερη βούληση τού προσώπου από θεολογικής πλευράς, διότι η θέληση-βούληση είναι χαρακτηριστικό τής φύσης καί όχι τού προσώπου, ενώ η επιλογή από τόν άνθρωπο γίνεται μέ τήν προαίρεση, η οποία συνιστά μέν ατέλεια τής φύσης, αλλά οι άγιοι αποκτούν εν Χριστώ καί τήν ατρεψία τής προαίρεσης. Τά περί οντολογίας καί ελευθερίας τού προσώπου γιά νά αποφευχθή δήθεν η αναγκαιότητα τής φύσης είναι δυτικός περσοναλισμός, μιά «ψευδομόρφωση» στήν σύγχρονη θεολογία, είναι η πεμπτουσία τής λεγόμενης «μεταπατερικής θεολογίας».

 

  • Προβολές: 1090

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance