Ναυπάκτου κ. Ιεροθέου: Η λατρεία τής Εκκλησίας ως χώρος αναγεννήσεως τού ανθρώπου (B')

(συνέχεια από τό προηγούμενο: Η λατρεία τής Εκκλησίας ως χώρος αναγεννήσεως τού ανθρώπου (Α'))

3. Η λειτουργική καί λατρευτική ζωή τής Εκκλησίας

Μέσα στόν Ιερό Ναό τελείται η λατρευτική πράξη τής Εκκλησίας. Πρόκειται γιά τήν λογική λατρεία τής Εκκλησίας. Λέγεται λογική λατρεία, γιατί γίνεται μέ τήν λογική τού ανθρώπου, οπότε μέ λόγια καί έννοιες υμνείται καί δοξάζεται ο Θεός. Συγχρόνως, κατά τήν διάρκεια τής λογικής λατρείας μπορεί νά γίνη καί η νοερά λατρεία από τόν άνθρωπο εκείνον πού έχει φθάσει στόν φωτισμό τού νού καί γνωρίζει τί είναι η νοερά προσευχή.

Γνωρίζουμε από τήν διδασκαλία τής Εκκλησίας μας ότι η ψυχή τού ανθρώπου είναι λογική καί νοερά, δηλαδή έχει δύο ενέργειες, τόν νού καί τόν λόγο. Μέ τήν νοερά ενέργεια, όταν είναι καθαρή καί απαλλαγμένη από τούς λογισμούς, επικοινωνεί μέ τόν Θεό καί τόν ουράνιο κόσμο, καί μέ τήν λογική ενέργεια παρατηρεί καί επικοινωνεί μέ τήν κτίση. Όταν ο άνθρωπος ζή εν Αγίω Πνεύματι, τότε κατά τήν διάρκεια τής λατρείας μπορεί νά ενεργούν μαζί καί οι δύο ενέργειες, δηλαδή ο άνθρωπος είναι δυνατόν μέ τήν λογική του νά συμμετέχη πραγματικά μέσα στά τελούμενα καί λεγόμενα στήν λατρεία, αλλά μέ τόν νού του, χωρίς νά εκστασιάζεται καί νά αφαιρήται, νά προσεύχεται εσωτερικά, καρδιακά.

Τό κέντρο τής λειτουργικής καί λατρευτικής ζωής είναι η θεία Λειτουργία, πού χαρακτηρίζεται ως τελετή τών τελετών καί είναι λογική λατρεία, διότι γίνεται μέ λόγους οι οποίοι εκφωνούνται γιά νά ακούγωνται, δηλαδή δέν γίνεται μυστικά στόν νού, καί τούς παρακολουθούμε μέ τήν λογική μας καί τούς καταλαβαίνουμε.

Βέβαια, εδώ πρέπει νά θυμηθούμε τά όσα αναφέρθηκαν γιά τήν μυστική ανάγνωση τών ευχών. Πάντως, έστω καί άν λέγωνται μυστικά, οι ευχές ανήκουν στήν λογική λατρεία, επειδή τίς κατανοούμε μέ τήν λογική. Στήν ευχή πρό τής μεταβολής τών Τιμίων Δώρων προσεύχεται ο ιερεύς: «Έτι προσφέρομέν σοι τήν λογικήν ταύτην καί αναίμακτον λατρείαν καί παρακαλούμεν σε καί δεόμεθα καί ικετεύομεν..».

Όλα τά Μυστήρια τής Εκκλησίας καί όλη η πνευματική μας ζωή αναφέρονται στήν θεία Λειτουργία, κατά τήν οποία κοινωνούμε τού Σώματος καί τού Αίματος τού Χριστού. Στήν λειτουργική χρήση υπάρχουν τρείς Λειτουργίες, ήτοι τού αγίου Ιωάννου τού Χρυσοστόμου, πού τελείται όλο τόν χρόνο, τού Μ. Βασιλείου, πού τελείται δέκα φορές τόν χρόνο καί, κυρίως, τίς Κυριακές τής Μ. Σαρακοστής, καί τών Προηγιασμένων Τιμίων Δώρων, πού δέν είναι μία τελεία Λειτουργία, αλλά τετελειωμένη, γιατί προαγιάζεται ο άρτος, κατά τήν Λειτουργία τών Σαββάτων ή τών Κυριακών καί προσφέρεται γιά θεία Κοινωνία, πού γίνεται κάθε Τετάρτη, Παρασκευή καί εορτές, κατά τήν διάρκεια τής Μεγάλης Σαρακοστής. Ως προετοιμασία γιά τήν θεία Λειτουργία έχει καθιερωθή ο Εσπερινός καί ο Όρθρος. Υπάρχουν καί άλλες ακολουθίες όπως η Παράκληση, οι Χαιρετισμοί κλπ.

Στήν λατρευτική διάταξη τής Εκκλησίας υπάρχει ένας βασικός σκοπός πού είναι η αναγέννηση καί ανακαίνιση τού ανθρώπου. Γι’ αυτό, ολόκληρο τό έτος προσδιορίσθηκε από τούς σταθμούς τής Οικονομίας τού Χριστού, οπότε χαρακτηρίζεται καί ως σωτήριον έτος.
Είναι γνωστόν ότι τό εκκλησιαστικό έτος αρχίζει από τήν 1η Σεπτεμβρίου. Η Εκκλησία αμέσως καθόρισε νά εορτάζεται η εορτή τού Γενεθλίου τής Θεοτόκου, γιατί από εκεί αρχίζει τό μυστήριο τής θείας Οικονομίας. Ακολουθούν οι εορτές τών Εισοδίων τής Θεοτόκου, τής Γεννήσεως τού Χριστού, τής Περιτομής, τών Θεοφανείων καί ακολουθούν τά Πάθη τού Χριστού, η Ανάσταση, η Ανάληψη, η Πεντηκοστή, η εορτή τών Αποστόλων καί καταλήγει τό εκκλησιαστικό έτος τόν Αύγουστο, μέ τήν εορτή τής Κοιμήσεως τής Θεοτόκου. Μόνον ο Ευαγγελισμός τίθεται ξεχωριστά γιά νά προηγηθή εννέα μήνες από τήν Γέννηση τού Χριστού, καί η Μεταμόρφωση γιά νά εορτασθή πανηγυρικά καί όχι μέσα στήν Τεσσαρακοστή, πού κανονικά θά έπρεπε νά τοποθετηθή. Όμως, καί αυτή η εορτή τοποθετήθηκε από τήν Εκκλησία σαράντα μέρες πρίν από τήν Ύψωση τού Τιμίου Σταυρού, πού εορτάζεται ως Μεγάλη Παρασκευή.

Υπάρχει μιά ενοποιούσα αρχή μέσα σέ αυτήν τήν διάταξη. Τό εκκλησιαστικό έτος αρχίζει μέ τήν Γέννηση τής Παναγίας, τό πρόσωπο τής οποίας περίμεναν όλοι οι αιώνες, προχωρεί στήν Γέννηση τού Χριστού καί ακολουθούν όλα τά Δεσποτικά γεγονότα μέχρι τήν Κοίμηση τής Θεοτόκου, πού δείχνει τήν θέωση τού ανθρώπου καί τήν βίωση τού χαρίσματος τής μακαρίας τελευτής καί τής ενδόξου μεταστάσεώς της στούς ουρανούς, καί επίσης δείχνει τήν ζωή τών δικαίων στόν Παράδεισο, τήν Βασιλεία τών Ουρανών.

Εδώ πρέπει νά γίνη αναφορά στήν περίοδο τής Αγίας καί Μεγάλης Σαρακοστής μέχρι τήν Πεντηκοστή καί τήν εορτή τών αγίων Πάντων, πού είναι μιά σημαντική περίοδος τής Εκκλησίας καί δείχνει τί είναι η Εκκλησία καί ποιός είναι ο σκοπός τής εκκλησιαστικής ζωής.

Κέντρο τής εκκλησιαστικής αυτής περιόδου είναι η Ανάσταση τού Χριστού, πού προμηνύει τήν ανάσταση τού ανθρώπου από τά έργα τής αμαρτίας καί τήν πορεία του πρός τήν προσωπική του θέωση. Η Σαρακοστή είναι μιά βαπτιστήρια περίοδος, πού προετοιμάζονταν οι κατηχούμενοι νά βαπτισθούν. Μαζί μέ τούς κατηχουμένους όλα τά μέλη τής Εκκλησίας ζούσαν τήν δική τους αναγέννηση, κατά κάποιον τρόπο εφήρμοζαν τήν προτροπή τού Αποστόλου Παύλου «αναζωπυρείν τό χάρισμα» (Β' Τιμ. α', 6).

Τήν Καθαρά Δευτέρα μέ τήν οποία αρχίζει η Μεγάλη Σαρακοστή ενθυμούμαστε τήν έξοδο τού ανθρώπου από τόν Παράδεισο, βιώνουμε τόν αδαμιαίο θρήνο πού τόσο θαυμάσια ανέλυσε ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος καί περιέγραψε ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης. Είναι η μεγαλύτερη τραγωδία στήν ανθρωπότητα, γιατί ο άνθρωπος έχασε τήν κοινωνία του μέ τόν Θεό, ξέχασε τόν δημιουργό του καί περιέπεσε στήν ειδωλολατρεία, λατρεύοντας τήν κτίση παρά τόν κτίσαντα. Αυτό είχε συνέπειες καί σέ όλη τήν προσωπική καί κοινωνική ζωή τού ανθρώπου. Έτσι, αυτή η ημέρα γιά τούς Χριστιανούς είναι ημέρα μετανοίας καί αυτοκριτικής. Καταλαβαίνουμε τί έχασαν ο Αδάμ καί η Εύα μέ τήν αμαρτία πού διέπραξαν, πώς δέν εκμεταλλεύθηκαν τήν πρόσκληση τού Θεού γιά μετάνοια, αλλά καί πώς μέ τόν Νέο Αδάμ, τόν Χριστό, θά επανέλθουμε σ’ αυτήν τήν κατάσταση καί θά ανεβούμε ακόμη υψηλότερα, στήν θέωση, καί θά εισέλθουμε εκ νέου στόν Παράδεισο.

Τό πνευματικό στάδιο τού Τριωδίου, η περίοδος τών τριών εβδομάδων πού προηγείται, από τήν Κυριακή τού Τελώνου καί τού Φαρισαίου μέχρι τήν Κυριακή τής Τυρινής, μάς προετοιμάζει γιά νά εισέλθουμε στό «πνεύμα» τής Καθαράς Εβδομάδας καί τής Σαρακοστής, ώστε νά αποβάλουμε τίς μάσκες τής υποκρισίας καί τών Παθών.

Όλη τήν Μ. Σαρακοστή, μέ τήν νηστεία καί τήν προσευχή, τήν λογική καί νοερά λατρεία επιθυμούμε νά μεθέξουμε τού μυστηρίου τού Σταυρού καί τής Αναστάσεως τού Χριστού, δηλαδή νά καθαρίσουμε τήν καρδιά από τά πάθη, νά ζήσουμε τό μυστήριο τής καθάρσεως, τού φωτισμού καί τής θεώσεως. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στίς Αποστολικές καί Ευαγγελικές Περικοπές, αλλά καί σέ όλα τά τροπάρια πού συνέταξαν οι άγιοι Πατέρες τής Εκκλησίας. Όποιος διαβάσει προσεκτικά όλες αυτές τίς ακολουθίες καί τά τροπάρια μπορεί νά καταλάβη τό νόημα τής Μεγάλης Σαρακοστής, η οποία δέν είναι μιά τυπική περίοδος, αλλά περίοδος μετανοίας καί προσευχής.

Από τήν Κυριακή τού Πάσχα μέχρι τήν Πεντηκοστή αναζητάμε τήν μέθεξη τής δωρεάς τού Αγίου Πνεύματος, νά ζήσουμε τήν δική μας Πεντηκοστή, πού είναι η θεωρία τής δόξης τού Θεού, τό νά γίνουμε οι ίδιοι ναός τού Αγίου Πνεύματος, όπως διδάσκει ο Απόστολος Παύλος στήν Β’ πρός Κορινθίους επιστολή του: «Υμείς γάρ ναός Θεού εστε ζώντος, καθώς είπεν ο Θεός ότι ενοικήσω εν αυτοίς καί εμπεριπατήσω, καί έσομαι αυτών Θεός, καί αυτοί έσονταί μοι λαός. διό εξέλθετε εκ μέσου αυτών καί αφορίσθητε, λέγει Κύριος, καί ακαθάρτου μή άπτεσθε, καγώ εισδέξομαι υμάς, καί έσομαι υμίν εις πατέρα, καί υμείς έσεσθέ μοι εις υιούς καί θυγατέρας, λέγει Κύριος παντοκράτωρ» (Β’ Κορ. στ', 16-18).

Καρπός τής Πεντηκοστής είναι οι Άγιοι, οι οποίοι είναι η Πεντηκοστή μέσα στήν ιστορία. Κάθε άγιος ανέβηκε, μέ τήν ενέργεια τής Χάριτος τού Θεού καί τήν δική του συνέργεια, στό ύψος τής Πεντηκοστής, πού είναι ο μεγαλύτερος βαθμός Θεογνωσίας, αφού τότε αποκτά πνευματική γνώση τού Θεού καί τό δόγμα γίνεται βίωμα καί εμπειρία.

Έτσι, η περίοδος από τήν Καθαρά Δευτέρα μέχρι τήν Κυριακή τών αγίων Πάντων δείχνει όλη τήν ιστορία τού ανθρωπίνου γένους, από τήν πτώση τού ανθρώπου μέχρι τήν θέωσή του. Αυτή είναι καί η εκκλησιαστική ιστορία. Έχουμε συνηθίσει νά θεωρούμε ως εκκλησιαστική ιστορία τά διάφορα ιστορικά γεγονότα, δηλαδή πότε συγκλήθηκαν οι Σύνοδοι, πότε έγιναν οι εκλογές διαφόρων Πατριαρχών, Επισκόπων κλπ. Όμως, εκκλησιαστική ιστορία είναι τά συναξάρια τών Αγίων, πού δείχνουν πώς από τήν πτωτική ζωή έφθασαν στήν θέωση καί τόν αγιασμό, πώς από τήν εξορία έφθασαν στήν πραγματική πατρίδα πού είναι ο Παράδεισος.

Στήν Α’ πρός Κορινθίους επιστολή τού Αποστόλου Παύλου φαίνεται ότι στήν Κόρινθο υπήρχε μιά αρτιγέννητη κοινότητα στήν οποία ήταν φανερά τά χαρίσματα τού Παναγίου Πνεύματος. Αυτό εκδηλώνεται στήν λατρευτική ζωή τής Εκκλησίας τής Κορίνθου.  Κέντρο τής Εκκλησίας ήταν η θεία Ευχαριστία, τό Μυστήριο τών Μυστηρίων. Σέ αυτήν αναφέρεται ο Απόστολος Παύλος στό ενδέκατο κεφάλαιο τής Α’ πρός Κορινθίους επιστολής του. Είναι χαρακτηριστικό ένα χωρίο: «Συνερχομένων υμών εν Εκκλησία» (Α' Κορ. ια', 18). Στό σημείο αυτό κάνει λόγο γιά τόν δείπνο, τήν θεία Ευχαριστία, πού σημαίνει ότι η θεία Ευχαριστία, πού είναι η συνάντηση τού Χριστού μέ τούς Αγίους Του, ζώντες καί κεκοιμημένους, είναι η πραγματική Εκκλησία.

Έπειτα, κατά τήν διάρκεια τής λατρείας εκδηλώνονταν τά χαρίσματα τής προφητείας, τής θεολογίας, τής νοεράς προσευχής. Αυτό φαίνεται από τό δωδέκατο μέχρι τό δέκατο τέταρτο κεφάλαιο τής Α’ πρός Κορινθίους επιστολής. Η Εκκλησία τής Κορίνθου ήταν μιά ζωντανή Εκκλησία, στήν οποία, παρά τά προβλήματα διαιρέσεων, είχαν έκδηλα τά χαρίσματα τού Αγίου Πνεύματος. Σέ τέτοιο βαθμό ήταν χαρισματούχοι, ώστε, επειδή ακόμη δέν υπήρχε διαμορφωμένος ο εκκκλησιαστικός θεσμός καί τό κατάλληλο τυπικό, έπρεπε ο Απόστολος Παύλος νά βάλη μιά τάξη στήν εκδήλωση τών χαρισμάτων.

Τό σημαντικό είναι ότι στήν Α’ πρός Κορινθίους επιστολή συνδέεται στενά η Εκκλησία μέ τήν θεία Ευχαριστία, αλλά καί τά πνευματικά χαρίσματα. Η Εκκλησία συνίσταται στήν θεία Ευχαριστία, αλλά τά μέλη της έχουν τά ποικίλα χαρίσματα τού Αγίου Πνεύματος, ήτοι τής προφητείας, τής θεολογίας, τής θαυματουργίας, τής νοεράς προσευχής κλπ. Μιά τυπική παρακολούθηση τής θείας Ευχαριστίας χωρίς τήν χαρισματική ζωή, μιά εκδήλωση τών χαρισμάτων, χωρίς τήν θεία Ευχαριστία, καί μιά θεία Ευχαριστία πού δέν τελείται στήν Εκκλησία καί δέν συμμετέχουν σέ αυτήν χαρισματούχοι πιστοί, δέν εκφράζουν τήν αλήθεια τής Εκκλησίας.

4. Ο έσω εν τή καρδία άνθρωπος

Μέ όσα ανέφερα προηγουμένως προσπάθησα νά δείξω τί είναι η λατρεία καί πώς η λατρεία συνδέεται μέ τήν αναγέννηση τού ανθρώπου, γιά νά μήν είναι τυπική. Η λατρεία δέν είναι μιά τυπική διαδικασία καί η συμμετοχή μας σέ αυτήν δέν είναι μιά μηχανική παρουσία μας μέσα στόν Ιερό Ναό, αλλά μιά ολόκληρη κίνηση, μιά πορεία τού ανθρώπου από τήν πτώση του στήν ανάστασή του, ουσιαστικά μιά πορεία γιά αναγέννηση τού έσω ανθρώπου, νά πεθάνη ο παλαιός άνθρωπος καί νά γεννηθή ο νέος άνθρωπος. Η Εκκλησία δείχνει καί συνιστά μιά ολόκληρη αναγεννητική πορεία καί ζωή. Καί όλα όσα γίνονται μέσα στήν Εκκλησία πρέπει νά συντελούν στήν πνευματική μας αναγέννηση.

Ο Απόστολος Παύλος κάνει λόγο γιά σαρκικό, ψυχικό καί πνευματικό άνθρωπο. Γράφει στήν Α’ πρός Κορινθίους επιστολή του: «Ψυχικός άνθρωπος ου δέχεται τά τού Πνεύματος τού Θεού• μωρία γάρ αυτώ εστι, καί ου δύναται γνώναι, ότι πνευματικός ανακρίνεται. ο δέ πνευματικός ανακρίνει μέν πάντα, αυτός δέ υπ’ ουδενός ανακρίνεται» (Α’ Κορ. β', 14-15). «Έτι δέ σαρκικοί εστε. όπου γάρ εν υμίν ζήλος καί έρις καί διχοστασίαι, ουχί σαρκικοί εστε καί κατά άνθρωπον περιπατείτε;» (Α’ Κορ. γ', 3).

Σαφέστατα στά χωρία αυτά γίνεται λόγος γιά τόν σαρκικό, τόν ψυχικό καί τόν πνευματικό άνθρωπο. Ο σαρκικός άνθρωπος ταυτίζεται μέ τόν ψυχικό. Πρόκειται γιά τόν άνθρωπο εκείνο πού έχει σώμα καί ψυχή, αλλά δέν έχει τήν Χάρη τού Αγίου Πνεύματος, πράγμα πού διακρίνει τόν πνευματικό άνθρωπο. Ο πνευματικός άνθρωπος είναι εκείνος πού έχει μέσα του αισθητώς τό Άγιον Πνεύμα. Καί ο αγώνας κάθε Χριστιανού μέ τήν Χάρη τού Θεού είναι πώς αυτός ο σαρκικός καί ψυχικός άνθρωπος θά γίνη πνευματικός άνθρωπος.

Συγχρόνως, ο Απόστολος Παύλος κάνει λόγο γιά τόν «έσω άνθρωπο» (Ρωμ. ζ', 22. Β' Κορ. δ', 16. Εφ. γ', 16). Τί είναι αυτός ο «έσω άνθρωπος»; Είναι η Χάρη τού Θεού πού δεχθήκαμε μέ τό Βάπτισμα καί τό Χρίσμα καί η οποία βρίσκεται μέσα στό βάθος τής καρδίας, όπως διδάσκει ο άγιος Διάδοχος ο Φωτικής. Ο έσω άνθρωπος, κατ’ αρχάς, χαρακτηρίζεται ως παλαιός άνθρωπος μέ τίς αδυναμίες καί τά πάθη, δηλαδή τίς δυνάμεις τής ψυχής, πού εκφράζονται παρά φύση, καί ο οποίος μέ τήν εκκλησιαστική καί ασκητική ζωή ανακαινίζεται καί γίνεται νέος άνθρωπος. Αυτός ο έσω άνθρωπος άλλοτε βασανίζεται από τά πάθη, άλλοτε αναστενάζει, κλαίει καί οδύρεται, γιατί αναζητά διέξοδο καί σωτηρία, καί άλλοτε πεινάει καί διψάει γιά τόν Θεό καί γιά γεύση τής αιώνιας ζωής. Εκεί αισθάνεται καί «τά βρεφοπρεπή σκιρτήματα» τού Χριστού, όπως πολύ εύστοχα γράφει ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος. Ο έσω άνθρωπος, ακούει, ομιλεί, σκιρτά, χαίρεται, κλαίει, αναζητά σωτηρία. Κυρίως, αυτός ο έσω εν τή καρδία άνθρωπος εκδηλώνεται μέσα στήν λατρευτική ζωή τής Εκκλησίας, μέ τήν λογική καί έναρθρη προσευχή, αλλά καί τούς αλαλήτους στεναγμούς.

Έτσι, όταν ο Απόστολος Παύλος κάνη λόγο γιά τόν «έσω άνθρωπο» δέν τό εννοεί συναισθηματικά, ούτε σημειολογικά καί σχηματικά, δέν πρόκειται, δηλαδή, γιά μιά εικόνα πού εκφράζει μιά συναισθηματική κατάσταση καί ψυχολογική φόρτιση. Πρόκειται γιά μιά ολόκληρη ζωή πού υπάρχει μέσα στήν καρδιά τού αναγεννημένου ανθρώπου καί αυτό είναι κατ’ εξοχήν θέμα εμπειρίας, όπως τό βεβαιώνουν οι Άγιοι τής Εκκλησίας.
Αυτή η διαδικασία ανακαινίσεως τού έσω ανθρώπου από τόν παλαιό στόν νέο άνθρωπο γίνεται μέσα στήν θεολογική έννοια τής συνέργειας, αφού ο Θεός είναι ο ενεργών καί ο άνθρωπος ο συνεργών. Η καθαρτική, φωτιστική καί θεοποιός ενέργεια τού Θεού υπάρχει πλούσια μέσα στήν Εκκλησία. Εκείνο πού χρειάζεται είναι νά εκδηλωθή καί η δική μας συνέργεια, η δική μας ανταπόκριση, ώστε νά μή ισχύση εκείνο πού γράφει ο Απόστολος Παύλος: «μή εις κενόν τήν Χάριν τού Θεού δέξασθαι υμάς» (Β' Κορ. στ', 1).

Μέ τήν εισήγηση αυτή προσπάθησα νά ερμηνεύσω συνδυαστικά τόν τρόπο ανοικοδομήσεως τού Ιερού Ναού μέ τήν αγιογραφία πού ιστορείται στόν Ιερό Ναό καί τόν τρόπο πού ζούν οι Χριστιανοί μέσα σέ αυτόν. Συγχρόνως, προσπάθησα νά συνδέσω τήν λογική λατρεία τής Εκκλησίας, πού είναι η προσευχή πού γίνεται μέ τήν λογική ενέργεια τού ανθρώπου, μέ τήν νοερά λατρεία, πού είναι μιά προσευχή πού γίνεται μέ τήν νοερά ενέργεια τού ανθρώπου στήν καρδιά.

Καί οι δύο αυτές λατρείες, λογική καί νοερά, μπορούν νά γίνωνται μέσα στόν ίδιο χώρο, τόν Ιερό Ναό, πού είναι ο χώρος τής συναντήσεως τών μελών τής Εκκλησίας, μέ τήν όλη Εκκλησία, αλλά μπορεί νά γίνεται καί έξω από τόν Ιερό Ναό. Ξεκινά κανείς από τόν Ιερό Ναό καί στήν συνέχεια αισθάνεται όλη τήν κτίση ως Ναό τού Θεού, οπότε λύονται όλα τά κοινωνικά καί οικολογικά προβλήματα τού ανθρώπου. Καί μέ τόν τρόπο αυτό τής ζωής του ο Χριστιανός μπορεί νά εισέλθη στήν αιώνια λατρεία, όπως τήν περιγράφει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης στήν Αποκάλυψή του.

Πράγματι, στό βιβλίο τής Αποκαλύψεως τού αγίου Ιωάννου τού Θεολόγου φαίνεται ότι στήν ουράνια πόλη δέν υπάρχει Ναός, γιατί ολόκληρη η πόλη είναι ένας Ναός. Δέν υπάρχουν εικόνες, γιατί αυτές έχουν αντικατασταθή από τόν Ίδιο τόν Χριστό, πού είναι εικών τού Θεού τού αοράτου, καί από τούς Αγίους, πού είναι οι πραγματικές έμψυχες εικόνες τού Χριστού καί οι οποίοι Άγιοι λατρεύουν τό «ως εσφαγμένο» αρνίο. Οι Πρεσβύτεροι, οι Μάρτυρες καί οι Άγιοι λατρεύουν μαζί μέ τούς αγγέλους καί τόν πολύ όχλο τόν καθήμενον επί τού θρόνου, τόν Χριστό καί γενικότερα τόν Τριαδικό Θεό. Όταν διαβάσουμε τήν Αποκάλυψη μέσα από τό πρίσμα αυτό θά δούμε τί είναι η αιώνια λατρεία τών αναγεννημένων ανθρώπων. Εκεί ακούγεται συνεχώς τό «αλληλούϊα», τό «άγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ» καί αποδίδεται λατρεία στόν εν Τριάδι άγιο Θεό.

Όταν διαβάζη κανείς τήν ουράνια αυτήν εσχατολογική λατρεία νοσταλγεί καί ζηλεύει νά συμμετάσχη καί αυτός στό ουράνιο αυτό συλλείτουργο. Αλλά γιά νά εισέλθη σέ αυτήν τήν αιώνια καί ατελεύτητη λατρεία, στήν οποία συμμετέχουν οι αναγενημμένοι από τό Άγιον Πνεύμα άνθρωποι, «οι ακολουθούντες τώ αρνίω όπου άν υπάγη» (Αποκ. ιδ', 4), θά πρέπει νά συνηθίση από τήν ζωή αυτή νά αγαπά τήν λογική λατρεία τής Εκκλησίας καί νά συμμετέχη σέ αυτήν όσο τό δυνατόν περισσότερες ώρες τήν ημέρα, νά ευχαριστήται νά παραμένη μέσα στόν Ιερό Ναό, ακόμη δέ νά καλλιεργή καί τήν νοερά λατρεία, τήν εσωτερική προσευχή.

Μόνον όσοι αγαπούν τήν προσευχή, πού τήν θεωρούν ως τήν αναπνοή τής ψυχής καί τής ζωής τους, μόνον όσοι καταλαβαίνουν τήν προτροπή τού αγίου Ιωάννου τού Σιναΐτου, συγγραφέως τής Κλίμακος, «Ιησού μνήμη ενωθήτω τή πνοή σου, καί τότε γνώσει ησυχίας ωφέλειαν», μόνον όσοι αναγεννώνται από τήν προσευχή, μπορούν νά αποβάλουν όλες τίς μάσκες τής υποκρισίας, μπορούν νά αισθανθούν αισθητώς τήν Χάρη τού Θεού μέσα στόν «χώρο» τού έσω ανθρώπου καί νά προγευθούν τήν αιώνια λατρεία καί τό ουράνιο καί ατελεύτητο συλλείτουργο τής Βασιλείας τού Θεού.

Τελειώνω μέ τόν λόγο πού άκουσε ο Ευαγγελιστής Ιωάννης από τόν άγγελο, κατά τήν θεοπτία τής ουράνιας αυτής Λειτουργίας: «Μακάριοι οι εις τόν δείπνον τού γάμου τού αρνίου κεκλημένοι» (Απ. ιθ', 9). Είμαστε κεκλημένοι σέ αυτό τό δείπνο καί μακάριοι όσοι αποδεχθούν τήν τιμητική αυτήν πρόσκληση. Αλλά γιά νά μπορέσουμε νά δεχθούμε τήν πρόσκληση, πρέπει νά αγαπήσουμε τόν Ιερό Ναό, τίς ιερές ακολουθίες, τήν λογική καί νοερά λατρεία. Τότε θά καταλάβουμε τήν λατρεία τής Εκκλησίας ως χώρο αναγεννήσεώς μας.–

  • Προβολές: 1224

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance