Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου: «Η Ορθόδοξη Εκκλησία στήν Οικουμένη»

Ομιλία στήν εκδήλωση «Ναυπακτιακή Πίτα 2013» (βλ. προηγούμενο τεύχος 198).

Ευχαριστώ θερμώς τήν Ομοσπονδία Συλλόγων Ναυπακτίας καί τήν Εταιρεία Ναυπακτιακών Μελετών, τούς Προέδρους τους καί τά Μέλη τους γιά τήν τιμητική αυτή διάκριση πού μού έγινε σήμερα, η οποία αναφέρεται στήν Εκκλησία, στήν οποία ζώ καί εργάζομαι, αλλά καί στούς συνεργάτες μου, Κληρικούς καί λαϊκούς, καί τούς ευσεβείς Χριστιανούς. Καί τελικά όλα πρέπει νά αναφέρωνται στήν δόξα τού Θεού.

Γνωριζόμαστε από χρόνια, εκτιμώ τό μεγάλο έργο πού επιτελείτε στήν πόλη καί τήν επαρχία μας, καθημερινώς διακρίνω τό εκκλησιαστικό σας φρόνημα, τήν αγάπη σας γιά τόν τόπο καί τούς ανθρώπους τους χαίρομαι κάθε φορά πού συναντόμαστε κατά τήν κοπή τής Πρωτοχρονιάτικης Βασιλόπιττας καί αλλού. Επίσης, σάς τιμώ γιά τήν προσπάθεια νά αναδείξετε τήν πλούσια πνευματική καί πολιτιστική κληρονομιά καί παράδοση. Ο Θεός νά σάς δίνη δύναμη γιά νά συνεχίσετε τό δημιουργικό καί παραγωγικό έργο σας.

Τό θέμα πού θέλω εφέτος νά αναπτύξω είναι: «Η Ορθόδοξη Εκκλησία στήν Οικουμένη».

Η Ορθόδοξη Εκκλησία όπως ομολογούμε στό Σύμβολο τής Πίστεως, είναι Μία, Αγία, Καθολική καί Αποστολική. Αυτά τά τέσσερα γνωρίσματα δείχουν όλο τό μεγαλείο της, τήν εσωτερική της ενότητα, αλλά καί τήν οικουμενική της διάσταση. Είναι Μία, αφού ένα είναι τό Σώμα τού Χριστού είναι Αγία, αφού η αγιότητα προέρχεται από τήν αγιότητα τής κεφαλής, η οποία αγία κεφαλή αγιάζει καί τά μέλη της, είναι Καθολική γιατί έχει απλωθή σέ ολόκληρο τόν κόσμο είναι Αποστολική, γιατί στηρίζεται στήν διδασκαλία τών αγίων Αποστόλων καί φυσικά τών αγίων Πατέρων, όπως αυτοί ερμήνευσαν τό αποστολικό κήρυγμα, αφού οι Απόστολοι είναι μάρτυρες τής Αναστάσεως τού Χριστού.

Στήν συνέχεια θά μείνω λίγο στήν καθολικότητα τής Εκκλησίας καί θά τήν αναπτύξω μέσα από τήν παγκόσμια διάστασή της, όπως εκφράζεται σήμερα, καί βεβαίως μέσα από τήν ορθόδοξη θεολογία καί ζωή, όπως αυτά βιώνονται στίς ημέρες μας.

1. Η προσωπική μου επαφή μέ τήν παγκόσμια Ορθόδοξη Εκκλησία

Μέ αξίωσε ο Θεός νά έλθω σέ επικοινωνία μέ όλη σχεδόν τήν σύγχρονη Ορθόδοξη Εκκλησία καί νά δώ τήν δυναμική της, αλλά συγχρόνως νά δώ καί τά προβλήματα πού τήν απασχολούν. Αυτό έγινε μέ τήν οικονομία τού Θεού μέσα από τίς ομιλίες πού έκανα σέ όλα τά μέρη τού κόσμου, ανατολής καί δύσεως, καί βεβαίως μέ τά βιβλία μου τά οποία μεταφράστηκαν σέ όλες τίς βασικές γλώσσες καί διαβάζονται από όλους τούς Χριστιανούς, όπου γής. Αυτά μού έδωσαν τήν ευκαιρία όχι μόνον νά συναντήσω Ορθοδόξους Χριστιανούς από όλο τόν κόσμο, νά συνομιλήσω μαζί τους, άλλα καί νά αλληλογραφώ μέ αναγνώστες καί έτσι προσπαθώ κάτι νά προσφέρω στήν σύγχρονη ορθόδοξη εκκλησιαστική μαρτυρία.

Πολλές φορές έχω επισκεφθή τήν Κωνσταντινούπολη, τήν Βασιλεύουσα καί τό Οικουμενικό Πατριαρχείο, τό οποίο σέβομαι γιατί αποτελεί τήν ενότητα όλων τών Ορθοδόξων Εκκλησιών. Γιά τρία χρόνια, κατά διαστήματα, δίδαξα στήν Μπελεμέντειο Θεολογική Σχολή «Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός», τού Πατριαρχείου Αντιοχείας στόν Βόρειο Λίβανο, καί εργάσθηκα ιεραποστολικά στήν Μέση Ανατολή, ήτοι τήν Συρία καί τόν Λίβανο. Επανειλημμένως περιόδευσα στίς Βαλκανικές Χώρες, στήν Ρωσία, τήν Γεωργία. Ταξίδευσα συνεχώς στήν Ευρώπη, κυρίως στήν Αγγλία, καί τήν Αμερική, δίδοντας διαλέξεις καί συζητώντας μέ Ορθοδόξους Χριστιανούς από όλες τίς εθνότητες.

Αυτή η έξοδος από τήν Ελλάδα καί η πορεία μου πρός τόν εξωτερικό κόσμο άρχισε από τήν ηλικία τών 30 περίπου ετών, γιατί διψούσα στήν αρχή νά μάθω πώς εργάζονται καί συμπεριφέρονται οι Ορθόδοξοι πού κατοικούν σέ όλη τήν Οικουμένη, στήν συνέχεια νά μιλήσω μαζί τους καί κατόπιν νά αναπτύξω διάφορα θεολογικά καί εκκλησιαστικά θέματα. Άρχισα αυτό τό έργο από τότε πού ήμουν στήν Έδεσσα, τό συνέχισα τήν εποχή πού υπηρετούσα στήν Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών καί τό επεξέτεινα όταν έγινα Μητροπολίτης τής Θεοσώστου αυτής Ιεράς Μητροπόλεως.

Τό σημαντικό είναι ότι δέν έκανα απλώς ταξίδια αναψυχής, ούτε μέ δική μου πρωτοβουλία, αλλά πάντοτε ύστερα από προσκλήσεις διαφόρων κοινοτήτων, Εκκλησιών, Πανεπιστημίων καί Θεολογικών Σχολών, γιά νά αναπτύξω επίκαιρα θεολογικά καί εκκλησιαστικά ζητήματα πού τούς απασχολούσαν. Υπήρξαν περιπτώσεις, καί είναι καί οι πιό σημαντικές, πού επισκέφθηκα διάφορες χώρες γιά νά παρουσιάσω τά βιβλία μου πού είχαν μεταφρασθή στίς γλώσσες τους καί αυτό μού έδωσε τήν δυνατότητα νά αναλύσω τήν θεολογική σκέψη πού κατατίθεται στά βιβλία καί νά επικοινωνήσω μέ τούς Χριστιανούς τών περιοχών αυτών.

Δοξάζω τόν Θεό γιά όλο αυτό τό έργο πού γίνεται παράλληλα μέ τό ποιμαντικό έργο στήν Ιερά Μητρόπολη πού μέ έστειλε ο Θεός καί μέ αυτόν τόν τρόπο γίνεται γνωστή καί αυτή σέ όλον τόν κόσμο, αλλά καί παράλληλα μέ τήν συμμετοχή μου σέ διάφορα Παγκόσμια καί Διεθνή Θεολογικά Συνέδρια πού διεξάγονται στόν ελλαδικό χώρο.

Η πορεία μου πρός τήν Ανατολή καί τήν Δύση, τόν Βορρά καί τόν Νότο δέν έγινε χωρίς κόπο καί δυσκολίες, χωρίς θυσίες καί αγρυπνίες, χωρίς μόχθο καί πειρασμούς. Όμως, στό τέλος μένει η χαρά γιά τήν ελάχιστη συμμετοχή μου στήν ιεραποστολή τής Εκκλησίας καί στήν δόξα τού Θεού. Βέβαια, ο Θεός είναι εκείνος πού στό τέλος θά κρίνη όλο αυτό τό έργο καί συχνά τόν παρακαλώ νά δείξη τό έλεός Του καί τήν φιλανθρωπία Του καί νά δή τήν εσωτερική αγαθή διάθεσή μου καί νά μή σταθή σέ μερικά εξωτερικά λάθη, τά οποία ως άνθρωποι ασφαλώς κάνουμε.

Θά προσπαθήσω νά εκθέσω μέ συντομία μερικές απόψεις μου γιά τό θέμα «Η Ορθόδοξη Εκκλησία στήν Οικουμένη», πού σχηματίσθηκαν μέσα από τήν προσωπική μου εμπειρία.

2. Η Χριστιανική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία

Είναι γνωστόν ότι η ενιαία Χριστιανική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία επεκτεινόταν από τήν Ιβηρία μέχρι τήν Μέση Ανατολή καί τήν Βόρεια Αφρική. Συγκεκριμένα, στήν εποχή τού Μ. Κωνσταντίνου η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία επεκτεινόταν σέ όλο τόν μεσόγειο χώρο πού σήμερα καλύπτει τήν Αγγλία, Πορτογαλία, Ισπανία, Γαλλία, Ελβετία, Ιταλία, Αυστρία, τά Βαλκάνια, όλη τήν Βόρεια Αφρική, τόν Λίβανο, τήν Συρία, τήν Τουρκία καί τίς Ρωσικές παραλίες τού Ευξείνου Πόντου. Αργότερα, βέβαια, διαιρέθηκε σέ δυτικό καί ανατολικό τμήμα. Στό δυτικό τμήμα κυριάρχησαν οι βάρβαροι, πού κατά διαστήματα κατέβαιναν από τόν βορρά, αλλά καί στό ανατολικό τμήμα δημιουργούνταν διάφορα προβλήματα από εχθρικούς ανατολικούς λαούς, μέ αποτέλεσμα η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία νά συρρικνώνεται σημαντικά. Έχανε πολλά τμήματά της από τήν ανατολή καί τήν δύση.

Τό σημαντικό είναι ότι από πλευράς Ορθοδόξου Εκκλησίας υπήρχαν πολλά κοινά γνωρίσματα, ήτοι η θεία Λειτουργία, η ευαγγελική ζωή, η θεολογία, όπως είχε καθιερωθή από τίς Οικουμενικές Συνόδους, οι παραδόσεις καί πολλά άλλα. Βέβαια, κατά καιρούς αναφύονταν καί διάφορες αιρέσεις, τίς οποίες αντιμετώπιζαν οι Πατέρες στίς Τοπικές καί Οικουμενικές Συνόδους. Παρά ταύτα διεσώθηκαν διάφορες αιρετικές ομάδες ως ιδιαίτερες Εκκλησίες, όπως είναι οι Νεστοριανοί, οι Μονοφυσίτες, οι Μονοθελήτες κλπ.

Καίτοι υπήρχε στήν Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ενιαία θεολογική καί πολιτιστική παράδοση, αλλά καί κρατική διοίκηση, εν τούτοις υπήρχε πολυγλωσσία. Στήν αρχή υπήρχε διγλωσσία, αφού ήταν ελληνόφωνοι καί λατινόφωνοι Ρωμηοί, καί στήν συνέχεια προστέθηκαν οι αραβόφωνοι καί οι σλαβόφωνοι. Όμως, κοινός στόχος ήταν η βίωση τής ορθοδόξου ζωής.  Η υποδούλωση τής ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στούς Οθωμανούς δημιούργησε πολλά προβλήματα στήν διοίκηση καί τήν ποιμαντική τής Ορθοδόξου Εκκλησίας, αλλά καί ανέδειξε μάρτυρες καί αγίους από όλες τίς λαότητες, δηλαδή από όλους τούς Χριστιανούς τής ενιαίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

3. Σύγχρονα εκκλησιαστικά προβλήματα

Η διαδοχική απελευθέρωση πολλών τμημάτων τής παλαιάς Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από τήν υποδούλωσή τους στούς Οθωμανούς είχε ως συνέπεια νά αναπτυχθούν τά εθνικά κράτη, κάτω από τήν επίδραση τών ιδεών τού διαφωτισμού καί τού ρομαντισμού. Έτσι, πολλές περιοχές αποτέλεσαν ιδιαίτερες εθνότητες μέ βάση τά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα κάθε περιοχής καί ζήτησαν ή επεχείρησαν πραξικοπηματικώς τήν αποδέσμευσή τους από τό Οικουμενικό Πατριαρχείο, πού έως τότε αποτελούσε τήν ενότητα όλης τής πρώην Χριστιανικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Έτσι, ο εθνικισμός εισήλθε καί μέσα στόν χώρο τής Ορθοδόξου Εκκλησίας, η οποία ως από τήν φύση της είναι οικουμενική, δηλαδή δέν περικλείεται σέ εθνικισμούς, πού διαφέρουν σαφώς από τόν εθνισμό. Άλλο είναι ο εθνικισμός καί άλλο ο εθνισμός άλλο είναι η αγάπη γιά τήν Πατρίδα καί άλλο η απολυτοποίηση τής ιδιαίτερης Πατρίδος σέ βάρος τής Οικουμενικότητας.

Σήμερα η Ορθόδοξη Εκκλησία εκφράζεται από τρείς κατηγορίες, ήτοι τούς ελληνοφώνους, τούς σλαβοφώνους καί τούς αραβοφώνους. Τό πρόβλημα δέν είναι η γλώσσα, αλλά η είσοδος τού εθνοφυλετισμού-εθνικισμού στήν εσωτερική ζωή τής Εκκλησίας, καίτοι αυτός έχει καταδικασθή από τήν Σύνοδο τής Κωνσταντινουπόλεως τού έτους 1872.

Από τίς επισκέψεις μου σέ πολλές περιοχές τής Ανατολής, τής Δύσης καί τού Βορρά, συνάντησα ορθοδόξους Χριστιανούς πού συμπεριφέρονται ως Ορθόδοξοι έχοντας απλή πίστη καί ορθές εκκλησιαστικές παραδόσεις, αλλά συνάντησα καί ορθοδόξους Χριστιανούς, οι οποίοι διαπνέονται από τόν εθνοφυλετισμό, ο οποίος είναι άρνηση τής ενότητας καί τής οικουμενικότητας τής Ορθοδόξου Εκκλησίας.  Στήν συνέχεια θά καταγραφούν απόψεις μου, τίς οποίες σχημάτισα από επιτόπιες έρευνες, θά εντοπισθούν μερικά σύγχρονα εκκλησιαστικά προβλήματα, πέρα από τά θετικά κοινά σημεία, πού παραμένουν καί συγκροτούν τήν ενότητα τής Ορθοδόξου Εκκλησίας.

α) Η Εκκλησιαστική διοικητική διαίρεση

Στήν αρχαία Εκκλησία, όπως τό βλέπουμε στούς ιερούς Κανόνες τών Τοπικών καί Οικουμενικών Συνόδων υπήρχε η λεγόμενη Πενταρχία, δηλαδή τά πέντε Πατριαρχεία, ήτοι η Παλαιά Ρώμη, η Νέα Ρώμη, η Αλεξάνδρεια, η Αντιόχεια, τά Ιεροσόλυμα, όπως καί η αυτοκέφαλη Εκκλησία τής Κύπρου.

Ο Θεόδωρος Βαλσαμών, Πατριάρχης Αντιοχείας, σέ ειδική μελέτη του γιά τά πατριαρχικά προνόμια, αναφερόμενος στόν λστ' Κανόνα τής ΣΤ' Οικουμενικής Συνόδου, ερμηνεύει αυτήν τήν Πενταρχία μέσα από τίς πέντε αισθήσεις τού σώματος. Όπως τό ανθρώπινο σώμα έχει πέντε αισθήσεις (όραση, ακοή, όσφρηση, γεύση, αφή) έτσι καί τό Σώμα τού Χριστού, η Εκκλησία, έχει πέντε αισθήσεις. Είναι οι Εκκλησίες τής Παλαιάς Ρώμης, Νέας Ρώμης, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων. Γράφει ότι «οι μεγάλοι αρχιερείς» «τών πέντε αγιωτάτων θρόνων», «ούτω κατά πάσαν τήν οικουμένην σεβάζονται» καί υπάρχει ενότητα, καί «τού δευτέρου ο πρώτος ου κατεπαίρεται, ουδέ τού τρίτου ο δεύτερος αλλ ως αισθήσεις πέντε μιάς κεφαλής αριθμούμεναι καί μή μεριζόμεναι, παρά τώ χριστωνύμω λαώ λογιζόμενοι, ισοτιμίαν εν άπασιν έχουσι, καί κάραι τών κατά πάσαν τήν οικουμένην αγίων Εκκλησιών τού Θεού δικαίως καλούμενοι, διαφοράν ανθρωπίνην ου πάσχουσιν».

Τό 1009 η Εκκλησία τής Παλαιάς Ρώμης απομακρύνθηκε από τό σώμα τής Ορθοδόξου Εκκλησίας, καθώς επίσης στήν πάροδο τού χρόνου δημιουργήθηκαν καί άλλα Πατριαρχεία καί Αυτοκέφαλες Εκκλησίες. Έτσι, σήμερα η Ορθόδοξη Εκκλησία αποτελείται από δεκατέσσερεις (14) Αυτοκέφαλες Εκκλησίες, ήτοι: Τό Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Τά Πατριαρχεία: Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων, Ρωσίας, Σερβίας, Ρουμανίας, Βουλγαρίας, Γεωργίας. Οι Αυτοκέφαλες Εκκλησίες: Κύπρου, Ελλάδος, Πολωνίας, Αλβανίας, Τσεχίας καί Σλοβακίας.

Όλες αυτές οι νέες αυτοκέφαλες Εκκλησίες απαρτίσθηκαν αποσπαζόμενες μέ διάφορους τρόπους από τό Οικουμενικό Πατριαρχείο, τό οποίο έγινε αιμοδότης στίς νέες αυτές εκκλησιαστικές διοικήσεις καί γι' αυτό καλείται Μήτηρ καί αδελφή Εκκλησία.  Η νέα αυτή διαίρεση έγινε μέ βάση τά Εθνικά Κράτη, πράγμα πού άν δέν υπάρχη ανύστακτη προσοχή, μπορεί νά εξελιχθή σέ νάρκη στά θεμέλια τής Ορθοδόξου Εκκλησίας.  Βεβαίως, εξακολουθεί νά υφίσταται η διορθόδοξη ενότητα τών Πατριαρχείων καί τών Αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών, μέ κέντρο τόν Οικουμενικό Πατριάρχη, όμως μερικές φορές στήν πράξη υπονομεύεται αυτή η ενότητα από φιλαρχίες, πρωτοκαθεδρίες καί φιλοπρωτεύοντες Κληρικούς. Έτσι, η αυτοκεφαλία λειτουργεί μερικές φορές ως αυτοκεφαλαρχία, όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει ο Ολιβιέρ Κλεμάν. Τό αυτοδιοίκητο, μερικές φορές, γίνεται αυτόνομο, αυτοδέσποτο, οπότε δημιουργούνται διάφορα εκκλησιαστικά προβλήματα.

Ένα από τά μεγαλύτερα προβλήματα πού απασχολεί τήν σύγχρονη Ορθόδοξη Εκκλησία ως πρός τό σημείο αυτό είναι τό φαινόμενο τής Διασποράς. Ο όρος αυτός (Διασπορά) χρησιμοποιόταν γιά νά δηλώση τούς Εβραίους πού βρίσκονταν μακριά από τήν Ιερουσαλήμ καί γενικά τήν Παλαιστίνη. Σήμερα μέ τόν όρο αυτό χαρακτηρίζονται οι ορθόδοξοι Χριστιανοί ενός Κράτους πού διαβιούν σέ ένα άλλο Κράτος τής Ευρώπης καί τής Αμερικής. Αυτό φαίνεται εντονότατα στήν τελευταία, δηλαδή τήν Αμερική. Εκεί εργάζονται καί ζούν ορθόδοξοι Χριστιανοί από διάφορα Κράτη, απ' όπου εξαναγκάσθηκαν νά μεταναστεύσουν καί ίδρυσαν διάφορες εθνικές Εκκλησίες –Ελλήνων, Ρώσων, Ρουμάνων, Βουλγάρων, Αράβων κλπ.– οπότε, οι Ορθόδοξες Εκκλησίες έχουν Μητροπόλεις, Επισκοπές καί Ενορίες στήν Αμερική, τίς οποίες καί διοικούν, μέσα στό κλίμα τού Οικουμενικού Πατριαρχείου. Αυτό τό φαινόμενο χαρακτηρίζεται ως Διασπορά.

Γιά νά γίνη αντιληπτό αυτό τό νέο φαινόμενο πού αποτελεί τήν σύγχρονη εκκλησιολογική εκτροπή, θά πρέπει νά αναφερθή ότι στήν Εκκλησία τών Τοπικών καί Οικουμενικών Συνόδων, μέχρι τούς τελευταίους αιώνες, δέν υπήρχαν ιδιαίτεροι Επίσκοποι γιά κάθε ομόγλωσσο λαό. Τά Πατριαρχεία, οι Αυτοκέφαλες Εκκλησίες, οι Μητροπόλεις, οι Επισκοπές, οι Ενορίες δέν χωρίζονταν μέ τά εθνικά χαρακτηριστικά τών Χριστιανών, αλλά κατά τίς γεωγραφικές περιοχές. Γιά παράδειγμα, σέ ένα Πατριαρχείο ανήκαν αλλόγλωσσοι καί μνημόνευαν όλοι τόν Πατριάρχη ή τόν Μητροπολίτη κάθε γεωγραφικής περιοχής.

Άν εξακολουθούσε νά ισχύη αυτή η αρχή, τότε όλοι οι ορθόδοξοι Χριστιανοί πού διαμένουν στήν Αμερική, τήν Ευρώπη, τήν Ασία, θά έπρεπε νά μνημονεύουν τόν Οικουμενικό Πατριάρχη, ενώ τώρα συνήθως οι ορθόδοξοι Κληρικοί μνημονεύουν τόν Πατριάρχη τού Έθνους καί τού Κράτους από τό οποίο προήλθαν. Αυτό λέγεται διάσπαση τού εκκλησιαστικού χώρου, πού γίνεται μέ βάση τά εθνοφυλετικά κριτήρια. Έτσι, στήν Αμερική, τήν Ευρώπη, τήν Ασία υπάρχουν Μητροπόλεις καί Ενορίες από κάθε εκκλησιαστική διοικητική περιφέρεια, οπότε καί υπονομεύεται τό κανονικό δίκαιο τής Εκκλησίας.

β) Θεολογικές αντιλήψεις

Γνωρίζουμε ότι η θεολογία είναι η πίστη τής Εκκλησίας. Αυτή η θεολογία καθορίσθηκε από τήν Αποκάλυψη πού δόθηκε από τόν Θεό στούς Προφήτες, τούς Αποστόλους καί τούς Πατέρες κάθε εποχής καί διατυπώθηκε από τίς Οικουμενικές Συνόδου. Κανονικά πρέπει νά υπάρχη ενιαία θεολογική έκφραση.  Όμως, σήμερα επικρατούν διάφορες θεολογικές αντιλήψεις, οι οποίες πολλές φορές διατυπώνονται μέ βάση ιδιαίτερες σκοπιμότητες, κυρίως εθνικές. Η θεολογία τών Προφητών, τών Αποστόλων καί τών Πατέρων ερμηνεύεται ποικιλοτρόπως γιά νά εξυπηρετήση διάφορες σκοπιμότητες.

Γιά παράδειγμα, στήν προεπαναστατική Ρωσία διαμορφώθηκε κατά τόν δυτικό ουμανισμό καί τόν γερμανικό ιδεαλισμό, μιά ιδιαίτερη θεολογική έκφραση, καί αυτή αναπτύχθηκε ακόμη περισσότερο από τούς πρόσφυγες Ρώσους πού μετακίνησαν στό Παρίσι μετά τήν επικράτηση τού κομμουνισμού στήν Ρωσία, η οποία θεολογία θεωρείται από αυτούς ανώτερη από τήν Ρωμαίϊκη Πατερική θεολογία καί τήν σχολαστική θεολογία. Επίσης, λόγω τού ότι οι πρόσφυγες Ρώσοι στό Παρίσι είχαν αποκοπή από τό Ρωσικό Πατριαρχείο, τό οποίο προσπαθούσε νά περισώση ό,τι ήταν δυνατόν, αναπτύχθηκε μιά θεολογική τάση πού λέγεται Ευχαριστιολογία, σύμφωνα μέ τήν οποία κέντρο τής εκκλησιαστικής ζωής είναι η θεία Ευχαριστία, ανεξάρτητα από τόν Επίσκοπο πού αναγνωρίζεται κανονικώς από τήν μητέρα Εκκλησία. Χαρακτηριστική περίπτωση είναι η ευχαριστιακή θεολογία τού Αφανάσιεφ.

Ακόμη, η ορθόδοξη θεολογία δέχθηκε ποικίλες επιρροές από τίς άλλες χριστιανικές Ομολογίες, όπως τόν Παπισμό καί τόν Προτεσταντισμό. Μιά τέτοια θεολογία έφθασε καί στόν ελληνικό χώρο καί διατυπώνεται από ορθοδόξους θεολόγους καί Κληρικούς.  Πάντως, σήμερα οι κύριες Θεολογικές Σχολές πού επηρεάζουν τά θεολογικά πράγματα στήν Ορθόδοξη Εκκλησία είναι οι δύο Θεολογικές Σχολές τής Ελλάδος –Αθηνών καί Θεσσαλονίκης– τό Θεολογικό Ινστιτούτο τών Παρισίων, τό Θεολογικό Σεμινάριο τού Αγίου Βλαδιμήρου Νέας Υόρκης καί η Θεολογική Σχολή τού Τιμίου Σταυρού Βοστώνης. Όλες οι άλλες Θεολογικές Σχολές δέχονται ποικιλότροπους επηρεασμούς από τίς πέντε Θεολογικές Σχολές πού προανέφερα. Αυτό είναι σημαντικό, γιατί οι εκκολαπτόμενοι θεολόγοι πού θά στελεχώσουν τίς Ορθόδοξες Εκκλησίες στήν επόμενη γενιά στήν διοίκηση, τήν ποιμαντική καί τήν διδασκαλία, διαμορφώνονται από τά θεολογικά ρεύματα πού επικρατούν στίς σύγχρονες Θεολογικές Σχολές.

γ) Οι επιδράσεις πού δέχεται η Ορθόδοξη Εκκλησία από ετεροδόξους

Η Ορθόδοξη Εκκλησία δέν λειτουργεί ως θρησκεία, αλλά ως Εκκλησία, ως κοινότητα, ως οικογένεια, ως πνευματικό θεραπευτήριο. Μέσα σέ αυτήν ο άνθρωπος συναντά τήν πνευματική του οικογένεια, τήν πνευματική του πολιτεία, τό πνευματικό νοσοκομείο.  Όμως, σήμερα η Ορθόδοξη Εκκλησία ζή στό μέσον μεταξύ τών εκκοσμικευμένων Χριστιανών τών θρησκευτικών κοινοτήτων στήν Δύση (Παπικών καί Προτεσταντών), πού εκφράζεται μέ έναν ουμανιστικό Χριστιανισμό, ο οποίος κινείται εξωτερικά, αποβάλλοντας τήν εσωτερική ησυχαστική του παράδοση, αλλά καί τών διαφόρων άλλων ανθρωποκεντρικών θρησκειών, όπως είναι ο Ιουδαϊσμός, ο Μουσουλμανισμός, ο Ινδουϊσμός, ο Βουδισμός, μέ όλες τίς παραφυάδες τους.  Εναντίον όλων αυτών αγωνίζεται η Ορθόδοξη Εκκλησία, αλλά δέχεται καί επιδράσεις στήν θεολογική καί εκκλησιαστική της έκφραση.

Όταν παρατηρήση κανείς προσεκτικά τήν ζωή τής Οικουμενικής Ορθοδοξίας, βλέπει ότι υφίσταται πολλούς πειρασμούς. Στίς δυτικές χριστιανικές χώρες δέχεται πιέσεις από τήν εκκοσμίκευση, όπως φαίνεται έντονα στήν Αμερική, καί στίς Μουσουλμανικές χώρες δέχεται πειρασμούς από τά θεοκρατικά τους συστήματα καί, φυσικά, αναδεικνύονται σύγχρονοι μάρτυρες ή έχουμε καθημερινώς πεπτωκότες.  Αναφέρω τρείς πειρασμούς, πού απασχολούν τήν Ορθόδοξη Εκκλησία σήμερα, ήτοι τήν εκκοσμίκευση, τόν οικουμενισμό καί τά σχίσματα.  Ως εκκοσμίκευση εννοείται η αλλοίωση τής Ορθοδόξου Εκκλησίας μέ τήν συνύπαρξή της μέ άλλες ιδεολογίες καί μέ τίς κοινωνικές πρακτικές πού επικρατούν στήν σύγχρονη κοινωνία. Η εκκοσμίκευση παρατηρείται στήν Θεολογία, τήν Εκκλησιολογία καί τήν ποιμαντική μέ τήν αποβολή τού θείου στοιχείου τής Εκκλησίας καί τήν μετατροπή της σέ μιά κοινωνική καί ανθρωπιστική οργάνωση.

Ως οικουμενισμός εννοείται ο συγκρητισμός στήν ορθόδοξη πίστη, τήν ορθόδοξη ζωή, τήν ορθόδοξη ασκητική, ο συσχετισμός μέ άλλες χριστιανικές ομολογίες καί θρησκείες, δηλαδή η αλλοίωση τής αποκαλυπτικής αλήθειας, όπως τήν παρέδωσε ο Χριστός στούς Αποστόλους, καί εκείνοι στούς Πατέρες τής Εκκλησίας διά μέσου τών αιώνων. Βεβαίως, η Ορθόδοξη Εκκλησία θά κάνη διάλογο μέ τίς άλλες Ομολογίες καί Θρησκείες, αλλά αυτός ο διάλογος πρέπει νά γίνεται μέσα σέ ορθόδοξα θεολογικά, εκκλησιολογικά καί κανονικά πλαίσια.  Ως σχίσματα εννοούνται οι διοικητικές διαιρέσεις τών επί μέρους Ορθοδόξων Εκκλησιών, πού είναι μιά μεγάλη πληγή τής Ορθόδοξης Εκκλησίας σήμερα. Σχεδόν σέ όλες τίς Ορθόδοξες Εκκλησίες εντοπίζει κανείς σχισμαστικές παρατάξεις πού δημιουργούνται από φιλοπρωτεύοντες Κληρικούς, οι οποίοι παρακινούνται από τά πάθη τους καί από άλλες διεθνείς καί κοινωνικές δυνάμεις πού θέλουν νά αλώσουν καί νά εκμηδενίσουν τήν ενότητα τής Εκκλησίας.

Όμως, σέ όλη τήν Οικουμένη, όπου πήγα, βρήκα καί οργανωμένες Εκκλησίες καί πραγματικούς ορθοδόξους Κληρικούς, μοναχούς καί Χριστιανούς, οι οποίοι «δέν έκλιναν γόνυ τώ Βάαλ» καί δοξάζουν τόν Θεό.

δ) Φιλοσοφικές καί κοινωνικές επιδράσεις

Η Ορθόδοξη Εκκλησία, όπως προαναφέρθηκε, ζή σέ διάφορες κοινωνίες πού υπάρχουν στά τέσσερα σημεία τής γής. Διαθέτει τήν ζωή τού Χριστού, όπως σημαίνεται στά Μυστήρια, κρατά τήν παράδοσή της, αλλά δέχεται καί επιδράσεις από τίς κοινωνικές συνθήκες πού επικρατούν σέ κάθε τόπο. Αυτές οι καταστάσεις διαμορφώνονται από τίς φιλοσοφικές, κοινωνιολογικές καί ηθικές αρχές.  Στήν Αμερική οι Εκκλησίες αντιμετωπίζουν προβλήματα από τόν διαφωτισμό, τόν ρομαντισμό, τόν πουριτανισμό, τήν ευδαιμονία, τήν θρησκεία τής φιλαργυρίας, τήν ασύδοτη ελευθερία, τήν ποικιλώνυμη ηδονή.

Στήν Ευρώπη οι Εκκλησίες δέχονται επιδράσεις από τά φιλοσοφικά ρεύματα τού παρελθόντος, όπως τόν διαφωτισμό, τόν ρομαντισμό, τόν νεωτερισμό, τήν μετανεωτερικότητα, τόν αγνωστικισμό, τήν αθεΐα, τόν δεϊσμό, τόν υπαρξισμό, τόν γερμανικό ιδεαλισμό. Η Ευρώπη είναι μιά σκληρή κοινωνία πού διευκολύνει τήν αθεΐα, τόν αγνωστικισμό, τόν υπαρξισμό. Σέ αυτές πρέπει νά προστεθούν οι σκληρές Χριστιανικές δομές τού Βατικανού καί οι διάφορες εκφράσεις τού Προτεσταντισμού. Ωστόσο, όμως, υπάρχουν σέ πολλά μέρη τής Ευρώπης θαυμάσιες εστίες ορθόδοξης ζωής πού λειτουργούν μέ πολλή δύναμη κάτω από αντίξοες συνθήκες.

Στίς Σλαβικές χώρες οι Εκκλησίες πού βγήκαν μέσα από τό μαρτύριο τών διωγμών, αντιμετωπίζουν μεγάλες δυσκολίες στήν ορθόδοξη εκκλησιαστική ανασυγκρότησή τους. Καταλαβαίνουν ότι χάθηκε μιά ολόκληρη γενιά πού έζησε κατά τήν διάρκεια τών κομμουνιστικών καθεστώτων καί αναζητούν νά βρούν τόν ενδιάμεσο κρίκο τής παραδόσεώς τους. Αυτό τό κάνουν μέ εκδόσεις ορθοδόξων βιβλίων, μέ επισκέψεις σέ άλλες χώρες, μέ διοργάνωση εβδομάδων ορθοδόξου προβληματισμού, μέ ανάδειξη μαρτύρων καί οσίων πού έζησαν στούς χώρους τους, μέ αναζωπύρωση τού ορθοδόξου μοναχισμού, μέ αναζήτηση ζωντανών οργανισμών, δηλαδή Ορθοδόξων πού βιώνουν καί εκφράζουν τήν Ορθόδοξη Παράδοση.

Στίς Ανατολικές χώρες, όπως τόν Λίβανο, τήν Συρία, τήν Παλαιστίνη, τό Ιράκ, καί ανατολικότερα, οι Εκκλησίες έχουν νά αντιμετωπίσουν τήν νοοτροπία τών φανατικών Μουσουλμάνων, τίς απόψεις τών αιρετικών Χριστιανών (Νεστοριανών, Μονοφυσιτών, Μονοθελητών). Στίς χώρες αυτές γίνονται πολεμικές συρράξεις, οι οποίες αποτελούν τόν σύγχρονο μεγάλο πειρασμό τών Εκκλησιών, γιατί φυγαδεύεται η αγάπη, υπονομεύεται η αξία τού ανθρώπου, διακυβεύεται η κοινωνική συνοχή. Κατά καιρούς έρχονται στήν επιφάνεια ειδήσεις γιά αποκεφαλισμούς καί μαρτύρια ορθοδόξων Χριστιανών καί Κληρικών, επειδή ομολογούν τήν ορθόδοξη πίστη.

Στίς χώρες τής Αφρικής οι Ορθόδοξες Εκκλησίες, εκτός από τούς πειρασμούς πού προαναφέρθηκαν, αντιμετωπίζουν τήν πείνα καί τήν εξαθλίωση, τίς αρρώστιες καί τήν μαγεία, τά κηρύγματα τών μισιοναρίων καί τόν φανατισμό τών ετεροδόξων Χριστιανών, αλλά καί τών αλλοθρήσκων.  Αυτές ήταν μερικές από τίς βασικές σκέψεις μου γιά τήν σύγχρονη κατάσταση τής Ορθοδόξου Εκκλησίας σέ όλο τόν κόσμο, βγαλμένη μέσα από προσωπική γνώση. Παρουσιάσθηκαν μέ συνοπτικό τρόπο, γιατί η παρούσα συνάντηση δέν προσφέρεται γιά ευρύτερες αναλύσεις.

Πάντως, πρέπει νά γίνη αντιληπτό ότι εμείς οι Ναυπάκτιοι δέν είμαστε μόνοι μας πάνω στό πλανήτη καί μέσα στόν ορθόδοξο εκκλησιαστικό χώρο. Δέν πρέπει νά βλέπουμε μόνον τά τοπικά προβλήματα, όσο δύσκολα καί άν είναι, καί νά αποσπάται η προσοχή μας από όλα τά άλλα προβλήματα πού απασχολούν τήν Ορθόδοξη Εκκλησία, όπως η εκκοσμίκευση, οι πόλεμοι, οι διωγμοί, η πείνα, οι στερήσεις. Η Εκκλησία αγωνίζεται μέσα στόν κόσμο γιά νά εκφράση τήν αλήθεια τού Χριστού, τών Αποστόλων καί τών Πατέρων, νά δίνη τήν μαρτυρία τής πίστεώς της, καί νά διαλέγεται μέ εκείνους πού τήν αναζητούν, χωρίς, βέβαια, νά αλλοιώνεται.

Σέ αυτήν τήν μαρτυρία προσπαθώ καί εγώ νά συμμετέχω μέ τίς μικρές μου θεολογικές δυνάμεις, γιατί πάνω από όλα μέ ενδιαφέρει η δόξα τού Χριστού καί ο έπαινος τής Ορθοδόξου Εκκλησίας.–

  • Προβολές: 1060

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance