Ἐκκλησιαστικὸς Δημοσιογραφικὸς “Ἐκσυγχρονισμὸς”

Πρόσφατα σε μια εφημερίδα δημοσιεύθηκε ένας δεκάλογος του καλού δημοσιογράφου, που συντάχθηκε από κάποιον ο οποίος για χρόνια ασχολήθηκε “με την μαχόμενη δημοσιογραφία” και είναι “οπαδός της απόλυτης αλήθειας και του αντικειμενισμού”. Από τον δεκάλογο αυτόν θα ήθελα να παρουσιάσω μόνο τις πρώτες πέντε αρχές μιας σωστής δημοσιογραφίας: “1. Να γράφης πάντα την αλήθεια, όλη την αλήθεια και μόνη την αλήθεια. 2. Να επικαλείσαι τις πηγές σου. Εάν η πηγή σου θέλει να παραμείνει ανώνυμη, να είσαι δύσπιστος. 3. Να επαληθεύεις αυτά που σου λένε. Αν δεν μπορείς να τα επαληθεύσεις να παίρνεις αποστάσεις. 4. Να μη δυσφημείς το συνάνθρωπό σου και να αποφεύγεις φράσεις του τύπου: “ο τάδε έκλεψε κατά τα φαινόμενα” ή “λέγεται ότι ο δείνα διέπραξε τη δολοφονία”. 5. Μην υποχρεώνεις τον αναγνώστη σου να διαβάζει ένα σωρό άσχετα πράγματα, πριν αρχίσει να καταλαβαίνει περί τίνος πρόκειται”...

Η δημοσιογραφία είναι μια βασική αρχή της δημοκρατίας, όταν βέβαια, εκτελεί σωστά την δουλειά της, εξελίσσεται όμως και σε πληγή της δημοκρατίας, όταν την θέτει στην υπηρεσία διαφόρων σκοπιμοτήτων, οπότε καταστρατηγείται το ανθρώπινο πρόσωπο στον βωμό των συμφερόντων. Και υπάρχουν πολλά κρούσματα μιας τέτοιας κακής δημοσιογραφίας, όπως επισημαίνονται και από αυτούς ακόμη τους δημοσιογράφους.

Η καλή δημοσιογραφία είναι απαραίτητη κυρίως σε εκκλησιαστικά θέματα. Ο εκκλησιαστικός δημοσιογράφος όταν μεταφέρει ειδήσεις και πληροφορίες, όταν σχολιάζει γεγονότα και όταν αναλύει διάφορες καταστάσεις, πέρα από όσα αναφέρθησαν, πρέπει να διακρίνεται για ήθος, ευπρέπεια, αντικειμενικότητα, σοβαρότητα και υπευθυνότητα. Και ευτυχώς διαθέτει σήμερα η Εκκλησία, αλλά και διάφορα δημοσιογραφικά συγκροτήματα, ικανούς δημοσιογράφους οι οποίοι μάχονται για την σωστή ενημέρωση του λαού. Και, βέβαια, κανείς δεν μπορεί να υποστηρίξη ότι δεν γίνονται και λάθη από τέτοιους καλούς δημοσιογράφους, αλλά όμως αυτά τα λάθη δεν αμαυρώνουν την εικόνα της προσωπικότητος, αφού αγωνίζονται για την αλήθεια.

Μία πρόσφατη πείρα μου πάνω στον τρόπο που εξασκείται η εκκλησιαστική δημοσιογραφία με οδήγησε σε μεγάλο προβληματισμό. Μια ομάδα δημοσιογράφων, η οποία προσπαθεί να παρουσιάση τα γεγονότα στον εκκλησιαστικό χώρο, προσανατολίζεται σε μια κατεύθυνση, έχει έναν ορισμένο σκοπό και θυσιάζει τα πάντα στην πραγματοποίησή του. Προσπαθείς να κάνης διάλογο μαζί τους και στο τέλος μετανοιώνεις γιατί έκανες συζήτηση, ή ακόμη λυπάσαι γιατί κατέβηκες στο επίπεδό τους.

Παρατηρεί κανείς σε τέτοιες δημοσιογραφικές εργασίες ότι υπάρχει μεγάλη αντιφατικότητα, αφού άλλα υποστηρίζονται στην μία παράγραφο και άλλα στην άλλη, επικρατεί μία υπεροψία και προπέτεια, μια αυτάρκεια, ειρωνεία και αλαζονεία, παρατηρεί κανείς σε τέτοια κείμενα μια σχιζοφρενική στάση, αφού, ενώ κατηγορείται μια νοοτροπία, εν τούτοις αυτή η ίδια νοοτροπία κυριαρχεί σε αυτά, και γενικά διαστρέφονται όλα όσα υποστηρίζονται από τον επιστολογράφο τον οποίον κρίνουν. Έκανα ένα ψυχογράφημα ενός τέτοιου κειμένου, το οποίο, βέβαια, δεν επιθυμώ να το δημοσιεύσω. Το γεγονός είναι ότι στο συγκεκριμένο κείμενο δεν υπάρχει πρόταση η οποία να μη διαστρεβλώνη την πραγματικότητα, και αυτό γιατί συνδέεται με τα λεγόμενα διαπλεκόμενα εκκλησιαστικά και θεολογικά συμφέροντα.

Το κακό είναι ότι τέτοια κείμενα βγαίνουν από ανθρώπους που επαγγέλλονται τον “εκκλησιαστικό εκσυγχρονισμό” και επιθυμούν να αλλάξουν τα δεδομένα στην εκκλησιαστική ζωή. Και διερωτάται κανείς: Αν οι εκδηλώσεις αυτές συνιστούν τον λεγόμενο “εκκλησιαστικό εκσυγχρονισμό”, τότε αξίζει τον κόπο να τον δοκιμάσουμε;

Τελικά οι άνθρωποι αυτοί θέτουν έναν στόχο, αλλά με τις μεθόδους που χρησιμοποιούν οδηγούνται στην αλλοίωσή του.

Νομίζω ότι ο επαγγελλόμενος “εκκλησιαστικός εκσυγχρονισμός” πρέπει να εκσυγχρονισθή πολύ, αφού τεθή μέσα στο εκκλησιαστικό φρόνημα του μυστηρίου του Σταυρού, που είναι το πραγματικό πολίτευμα της Εκκλησίας.

Ν.Ι.

  • Προβολές: 1135

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance