Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου: Σχολαστική καί μεταπατερική θεολογία

Όταν κανείς δέχεται τήν πρόσκληση νά συμμετάσχη σέ μιά εκδήλωση γιά νά παρουσιάση ένα βιβλίο καί νά τιμήση τόν συγγραφέα του, συνήθως δέχεται τίς ευχαριστίες τού τιμωμένου γιά τόν κόπο πού κατέβαλε γιά νά γράψη τήν ομιλία του. Όμως, στήν παρούσα περίσταση θά ήθελα εγώ νά ευχαριστήσω τόν κοπιάσαντα συγγραφέα τού βιβλίου πού παρουσιάζεται σήμερα.

Είναι αλήθεια ότι κάθε μέρα στό γραφείο μου λαμβάνω μαζί μέ τήν αλληλογραφία καί νέα βιβλία πού μού αποστέλλονται μέ τιμή από τούς συγγραφείς. Είναι ακόμη ευνόητο ότι δέν μπορώ νά μελετήσω όλα τά βιβλία πού λαμβάνω, αλλά επιλέγω εκείνα πού μέ ενδιαφέρουν καί μού προκαλούν τήν προσοχή, κυρίως σέ ένα θέμα πού μέ απασχολεί εκείνο τόν καιρό.

Γεωργίου Παναγοπούλου, «Εισαγωγή στήν ιστορία τής δυτικής θεολογίας»Ένα από αυτά πού απέσπασαν αμέσως τήν προσοχή μου είναι τό βιβλίο τού καθηγητή τής Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Βελλάς Ιωαννίνων Γεωργίου Παναγοπούλου, μέ τίτλο «Εισαγωγή στήν ιστορία τής δυτικής θεολογίας» καί υπότιτλο «Πρόσωπα, διδασκαλία, κριτική θεώρηση από τήν άποψη τής Ορθόδοξης Παράδοσης». Πάντοτε ενδιαφερόμουν γιά τήν δυτική θεολογία, μελέτησα πολλά κείμενα σχετικά μέ τό θέμα αυτό, μάλιστα τόν τελευταίο καιρό ασχολούμαι μέ τό θέμα αυτό, όπως θά πώ στήν συνέχεια, καί γι’ αυτό αμέσως άρχισα τήν ανάγνωσή του, παίρνοντάς το μαζί μου κατά τίς μετακινήσεις μου, καί υπογραμμίζοντας τά σημεία πού μού προκαλούσαν τό ενδιαφέρον. Έτσι, θεωρώ τιμή πού μέ προσκάλεσε ο ίδιος ο συγγραφέας νά συμμετάσχω σέ αυτήν τήν παρουσίαση τού βιβλίου του καί νά εκφράσω τίς απόψεις μου γι’ αυτό. Θά τονίσω τρία σημεία.

1. Τά πλαίσια τής σχολαστικής θεολογίας

Στήν ιστορία τής δυτικής θεολογίας ως σχολαστική θεολογία χαρακτηρίζεται η θεολογία πού αναπτύχθηκε μεταξύ τού 11ου καί 13ου αιώνος στήν Δύση, στήν προσπάθεια τών δυτικών θεολόγων νά υπερβούν τήν πατερική θεολογία, η οποία, όπως πίστευαν, τελείωσε τόν 8ο αιώνα μέ τήν διδασκαλία τού αγίου Ιωάννου τού Δαμασκηνού, ο οποίος θεωρείται ως ο τελευταίος Πατέρας τής Εκκλησίας. Ο όρος σχολαστική θεολογία δημιουργήθηκε από τίς σχολές πού υπήρχαν τότε στά Πανεπιστήμια, καί μάλιστα σχολαστικοί θεολόγοι λέγονται αυτοί πού σήμερα χαρακτηρίζονται φοιτητές ή πανεπιστημιακοί, καί διαιρούνται κατά διάφορες σχολές.

Βασική αρχή τού σχολαστικισμού είναι ο τρόπος έρευνας καί η μέθοδος γνώσης πού είναι η λογική, οπότε οι θεολόγοι αυτοί έθεσαν τήν λογική ως τό όργανο τής γνώσης, τόσο τού κόσμου τών επιστημών όσο καί τού Θεού. Οι σχολαστικοί μελετούσαν τόν Θεό καί όλα τά θέματα τής θεολογίας μέσα από τόν στοχασμό, τήν λογική, τόν ορθό λόγο, χρησιμοποιώντας τήν κλασσική μεταφυσική, τόν συνδυασμό μεταξύ Πλάτωνος καί Αριστοτέλους, κυρίως τού δευτέρου. Έτσι, οι σχολαστικοί θεολόγοι έκαναν κατάχρηση τής διαλεκτικής μεθόδου γιά νά κατανοήσουν λογικά τά σχετικά μέ τόν Θεό. Ταύτιζαν τήν μεθοδολογία τής γνώσης τόσο γιά τόν Θεό όσο καί γιά τήν κτίση.

Η σχολαστική θεολογία αποτελεί ένα μέρος τής μεσαιωνικής θεολογίας στήν Δύση, καί διαιρείται στήν προσχολαστική θεολογία (9ος-10ος αιών μ.Χ.), τήν κυρίως σχολαστική θεολογία πού έφθασε στήν ακμή της μέ τόν Θωμά τόν Ακινάτη (11ος-13ος αιών μ.Χ.) καί τήν παρακμή τής σχολαστικής θεολογίας πού άρχισε μέ τόν Γουλιέλμο Όκκαμ (14ος αιών μ.Χ.).

Ο καθηγητής Γεώργιος Παναγόπουλος στό σημαντικό αυτό βιβλίο πού παρουσιάζεται σήμερα, στήν αρχή αναλύει τήν διδασκαλία τών σχολαστικών θεολόγων, καί στήν συνέχεια φθάνει στήν ανάλυση τής διδασκαλίας τού Μαρτίνου Λουθήρου, καθώς επίσης παρουσιάζει τίς σχέσεις μεταξύ Ορθοδοξίας καί Ρωμαιοκαθολικισμού. Είναι φανερό ότι καταγράφει τίς απόψεις τών βασικών σχολαστικών καί μετασχολαστικών θεολόγων, αλλά βλέπει καί τίς επιρροές πού άσκησε η σχολαστική θεολογία στόν Προτεσταντισμό καί τόν Παπικό-Ρωμαιοκαθολικισμό, οπότε παρουσιάζεται όλο τό πανόραμα τής δυτικής θεολογίας.
Από τούς σχολαστικούς θεολόγους στό βιβλίο αναφέρονται: ο Άνσελμος Κανταβρυγίας (1033-1109), ο Ούγος (1097-1141) καί ο Ριχάρδος (1120-1173) τού αγίου Βίκτωρος, ο Μποναβεντούρα (1221-1274), ο Θωμάς ο Ακινάτης (1224/25-1274) ο Ιωάννης Δούνς Σκώτος (1265/66-1308) καί ο Γουλιέλμος Όκκαμ (1288-1348). Από τούς προτεστάντες θεολόγους αναφέρεται ο Μαρτίνος Λούθηρος (1483-1546) ο «ιδρυτής τού βορειοευρωπαϊκού Χριστιανισμού τής νεωτερικότητας», αλλά καί η «ιδρυτική φιγούρα τού συγχρόνου Γερμανικού πολιτισμού». Σέ κάθε έναν από αυτούς τούς θεολόγους προηγούνται τά απαραίτητα βιογραφικά στοιχεία τους καί ακολουθεί η ανάλυση τής διδασκαλίας τους σέ αντιπαραβολή πάντοτε μέ τήν ορθόδοξη θεολογία. Στό τέλος τής ανάλυσης τής διδασκαλίας τού κάθε θεολόγου παρατίθενται χαρακτηριστικά κείμενά του στήν ελληνική καί τήν λατινική γλώσσα. Καί στό παράρτημα τού βιβλίου παρουσιάζεται τό κείμενο «Ορθοδοξία καί Ρωμαιοκαθολικισμός», τό οποίο στήν πραγματικότητα είναι ένα «ιστορικοδογματικό σχόλιο στό ερώτημα περί τού σχίσματος Ανατολής καί Δύσεως». Μέ τόν τρόπο αυτόν εξετάζεται συνοπτικώς όλο τό φάσμα τής διαφοράς μεταξύ τής δυτικής καί ανατολικής θεολογίας.

Ο συγγραφέας, όπως γράφει στό προλογικό του σημείωμα, προκειμένου νά διδάξη στήν Ανωτάτη Εκκλησιαστική Ακαδημία Βελλάς Ιωαννίνων τό μάθημα πού τού ανατέθηκε τής ιστορίας τής δυτικής θεολογίας, συνέταξε αυτό τό βιβλίο γιατί, όπως εξηγεί, «έκρινα σκόπιμο νά προβώ, παράλληλα μέ τήν προετοιμασία καί πραγματοποίηση τών παραδόσεών μου, στήν εκπόνηση ενός κατά τό δυνατόν περιεκτικού καί ευσυνόπτου σχετικού εγχειριδίου, στό οποίο επί πλέον θά δοκίμαζα ένα είδος κριτικής συνθεώρησης τών θεολογικών εξελίξεων τής Δύσης μέ τίς θεμελιώδεις θέσεις τής Ορθόδοξης κατά Ανατολάς Εκκλησίας».

Διαβάζοντας μέ πολύ ενδιαφέρον τό εγχειρίδιο αυτό διέκρινα τίς γνώσεις τού συγγραφέως γιά τήν δυτική θεολογία, τήν επιστημονική μέθοδο διερευνήσεως τού θέματός του, τήν κατανόηση τής ορθοδόξου εμπειρικής θεοπτικής θεολογίας τών αγίων Πατέρων τής Εκκλησίας καί τήν σημαντική καί καίρια επισήμανση τών διαφορών μεταξύ τών δύο αυτών θεολογικών παραδόσεων. Τό προσόν πού διαθέτει ο συγγραφεύς νά γνωρίζη τήν γερμανική γλώσσα καί τήν δυτική βιβλιογραφία, τά έντονα διανοητικά του προσόντα καί χαρίσματα, αλλά καί η αφομοιωτική του ικανότητα στό νά γνωρίζη τά βασικά σημεία τής πατερικής θεολογίας τόν κατέστησαν ικανόν νά συγγράψη αυτό τό σημαντικό βιβλίο, τό οποίο μού δημιούργησε εντύπωση κατά τήν πορεία τής ανάγνωσής του.

Μπορώ νά ισχυρισθώ ότι γνωρίζοντας τά σχετικά μέ τήν σχολαστική θεολογία καί τό τί διεμόρφωσε αυτή η θεολογία στήν Δύση, αλλά καί στήν σύγχρονη θεολογική σκέψη, διάβαζα τό βιβλίο μέ πολύ ενδιαφέρον, σημείωνα τά σημεία πού μέ εντυπωσίαζαν, ώστε ολόκληρο σχεδόν τό βιβλίο νά είναι υπογραμμισμένο. Έτσι θεωρώ τό βιβλίο αυτό πρωτότυπο καί ως τό καλύτερο στό είδος του. Ξεκαθαρίζει πολλά συγκεχυμένα σημεία καί παρουσιάζει τήν ουσία τής διαφοράς μεταξύ τής πατερικής καί μεταπατερικής θεολογίας.

Τά θεολογικά ζητήματα πού θίγονται στό ευσύνοπτο αυτό εγχειρίδιο είναι πολλά. Τά βασικά θέματα πού διαπραγματεύονται είναι τό θέμα τού Θεού, η σχέση τού Θεού μέ τόν κόσμο, η απολυτρωτική θυσία τού Χριστού καί η ζωή τής Εκκλησίας, καί η σχέση καί διαφορά μεταξύ φιλοσοφίας καί θεολογίας. Μέσα σέ αυτά θίγονται πολλά ζητήματα, όπως τό προπατορικό αμάρτημα καί η ικανοποίηση τής θείας δικαιοσύνης η πίστη καί ο λόγος η θεολογία καί η φιλοσοφία η ύπαρξη τού Θεού η χάρη καί αγαθά έργα η Εκκλησία, η Αγία Γραφή καί τά Μυστήρια κλπ.

Τά επί μέρους θέματα πού θίγονται είναι ποικίλα. Θά σημειώσω μερικά από αυτά, όπως: η πλατωνική ανάμνηση καί η αριστοτελική αφαίρεση η ουσία καί τά αρχέτυπα κατά τήν κλασσική μεταφυσική η θεωρία τής analogia entis τό μεταφυσικό θεμέλιο, ήτοι ο αριστοτελικός υλομορφισμός καί ο νεοπλατωνικός εξεμπλαρισμός -η θεία πραγματικότητα κατά τόν Πλάτωνα οι βάσεις τής σχολαστικής θεολογίας η διαφορά μεταξύ τής σχολαστικής καί τής πατερικής θεολογίας ο συνδυασμός μεταξύ μυστικισμού καί ορθολογισμού η σχέση μεταξύ φύσης καί χάρης οι «λειτουργικές έννοιες» τού ενεργεία καί τού δυνάμει, δηλαδή οι έννοιες τού actus καί τής potentia η διαφορά μεταξύ τού ρεαλισμού καί νομιναλισμού ο βολονταρισμός καί οι θεολογικές συνεπαγωγές του η φράγκικη θεολογία μέ τόν φεουδαρχικό τρόπο οργάνωσης τής κοινωνίας οι πλατωνικές απόψεις τού Βαρλαάμ η μετάβαση από τήν μεσαιωνική θεολογία στήν μεταρρύθμιση, τήν νεωτερικότητα καί τόν γερμανικό διαφωτισμό καί πολλά άλλα.

Από αυτά φαίνεται ότι πρόκειται γιά μιά σπουδαία μελέτη, στήν οποία εξετάζεται η δυτική θεολογία από τόν σχολαστικισμό μέχρι τίς ημέρες μας, μέσα από τήν πατερική προοπτική, αφού ο συγγραφεύς κρίνει όλη τήν δυτική θεολογία καί τά αποτέλεσματά της μέ βάση τήν ακραιφνή πατερική ορθόδοξη θεολογία τής θεώσεως καί τών θεοπτών αγίων. Διέκρινα ότι γίνονται πολλές αναφορές στήν θέωση καί τήν θεολογία τών θεοπτών Πατέρων, γίνεται καλή χρήση τής διδασκαλίας τού αγίου Μαξίμου τού Ομολογητού, τού αγίου Συμεών τού Νέου Θεολόγου καί τού αγίου Γρηγορίου τού Παλαμά.
Πρόκειται γιά ένα σημαντικό βιβλίο στό είδος του καί προσφέρει πολλές φιλοσοφικές καί θεολογικές γνώσεις.

2. Ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης καί η σχολαστική θεολογία

Διαβάζοντας δέ τό εγχειρίδιο τού καθηγητή Γεωργίου Παναγοπούλου διεπίστωσα ότι υπάρχουν παραπομπές σέ κείμενα καί στήν σκέψη τού π. Ιωάννου Ρωμανίδη, πράγμα πού δέν κάνουν άλλοι θεολόγοι, καί μάλιστα κρίνει τήν δυτική θεολογία μέσα καί από τίς απόψεις τού π. Ιωάννου Ρωμανίδη.

Τά τελευταία χρόνια ασχολούμαι ιδιαίτερα μέ τήν χαρισματική προσωπικότητα τού π. Ιωάννου Ρωμανίδη καί συνέγραψα τρία βιβλία έως τώρα. Στά επόμενα σχέδιά μου είναι νά γράψω ένα τέταρτο βιβλίο γιά τίς απόψεις του γιά τήν δυτική-σχολαστική θεολογία, πού διαφοροποιείται από τήν πατερική θεολογία. Έχω συλλέξει όλο τό υλικό από τίς πανεπιστημιακές του παραδόσεις καί ήδη έχω αρχίσει νά τό συνθέτω, αλλά τά διάφορα προβλήματα τής αρχιερατικής διακονίας μου δέν μού επιτρέπουν νά αφιερώνω πολλές ώρες γιά τήν περάτωση τού έργου αυτού. Νομίζω ότι καί αυτό τό έργο θά αναδείξη τήν μεγάλη σημασία τής ορθόδοξης πατερικής θεοπτικής θεολογίας, η οποία διαφέρει σαφέστατα από τήν σχολαστική καί τήν ηθικιστική θεολογία πού επικρατούν στήν Δύση καί στούς δυτικόφρονες θεολόγους.

Ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης γνώρισε τήν δυτική θεολογία από τά μικρά του χρόνια. Από μαθητής Γυμνασίου, καί στήν συνέχεια ως φοιτητής τής θεολογικής Σχολής τού Τιμίου Σταυρού Βοστώνης, μελέτησε επισταμένως τήν θεολογία τού Θωμά τού Ακινάτη καί γνώρισε τίς αρχές τής σχολαστικής θεολογίας, όπως φαίνεται στό βιβλίο τού μεγαλυτέρου σχολαστικού θεολόγου (Θωμά τού Ακινάτη) μέ τίτλο Σούμα Θεολογική. Αργότερα, μέ τήν σπουδή του στήν προτεσταντική Θεολογική Σχολή τού Γέϊλ διέκρινε τήν αποστροφή τών Προτεσταντών στήν θεολογία τού σχολαστικισμού καί τήν χρησιμοποίηση από αυτούς τής βιβλικής μεθόδου ερμηνείας τής Αγίας Γραφής, αφού οι Προτεστάντες μελετούσαν τήν Αγία Γραφή αποκεκομμένη από τήν παράδοση τών Πατέρων, καί τών σχολαστικών θεολόγων, χρησιμοποιώντας τά στοιχεία τής ιστορίας τής συγκριτικής θρησκειολογίας καί τής φιλοσοφίας τής εποχής πού έζησαν οι συγγραφείς τών βιβλίων τής Παλαιάς καί Καινής Διαθήκης.

Ως Ορθόδοξος ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης, μέ βαθειά πνευματική υποδομή από τό σπίτι του, αφού απέρριψε τίς απόψεις τού σχολαστικισμού, όπως τίς γνώρισε στόν Θωμά τόν Ακινάτη, αλλά καί τίς απόψεις τού Προτεσταντισμού, όπως τίς έμαθε από τήν βιβλική μέθοδο ερεύνης τών Προτεσταντών, προχώρησε μέ τήν βοήθεια τού καθηγητού καί «μέντορά» του π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ, στούς Αποστολικούς Πατέρας τής Εκκλησίας καί στήν πατερική περίοδο, όπως καί στήν πατερική περίοδο μετά τόν άγιο Ιωάννη τόν Δαμασκηνό, καί διέκρινε τήν μεγάλη αξία τής πατερικής παραδόσεως. Αποτέλεσμα αυτής τής ερεύνης καί μελέτης είναι η διατριβή του μέ τίτλο «Τό προπατορικό αμάρτημα», πού έπαιξε έναν σπουδαίο καί πρωταρχικό ρόλο στήν αλλαγή τών θεολογικών σπουδών στήν Ελλάδα. Αλλά καί οι μετέπειτα μελέτες του ξεκαθάρισαν πολύ καλά τό τοπίο καί απέδειξαν ότι η ορθόδοξη θεολογία, όπως εκφράζεται αυθεντικά από τούς Πατέρας τής Εκκλησίας, διαφέρει σαφώς από τόν σχολαστικισμό καί τόν ηθικισμό, πού η βάση του είναι ο αυγουστινιανισμός, όπως τόν ερμήνευσαν οι Φράγκοι θεολόγοι καί οι Προτεστάντες. Έλεγε, μάλιστα, ο ίδιος ότι δέν μπορούμε νά καταλάβουμε τήν σχολαστική θεολογία καί τήν πατερική θεολογία, άν δέν μελετήσουμε επισταμένως τίς έννοιες analogia entis, ότι ο Θεός αποκαλύπτεται στήν λογική τού ανθρώπου, όπως τό βλέπουμε στήν φιλοσοφία, καί τήν analogia fidei, ότι ο Θεός αποκαλύπτεται στήν Αγία Γραφή.

Ο συγγραφεύς τού πονήματος αυτού χρησιμοποιεί απόψεις τού π. Ιωάννου Ρωμανίδη, όπως διατυπώθηκαν στά βιβλία καί τίς μελέτες του, καθώς επίσης καί σέ θεολογικές διδασκαλίες του τίς οποίες τόνιζε συχνά.

Κατ’ αρχήν χρησιμοποιεί συγκεκριμένες δημοσιευμένες θέσεις τού π. Ιωάννου. Παραπέμπει στό βιβλίο τής Δογματικής καί Συμβολικής Θεολογίας, γιά τό ότι η θεία αγάπη είναι η προαιώνια άκτιστη ενέργεια τής Αγίας Τριάδος, η οποία δέν ταυτίζεται ούτε μέ τήν θεία ουσία ούτε μέ τά άκτιστα υποστατικά ιδιώματα, καί ότι η γέννηση τού Υιού καί η εκπόρευση τού Αγίου Πνεύματος «δέν είναι θείες ενέργειες, αλλά υπέρκεινται τών ενεργειών». Αναφερόμενος στήν άποψη τού Ανσέλμου Κανταβρυγίας, γιά τήν ικανοποίηση τής θείας δικαιοσύνης από τόν Χριστό, γράφει: «Ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης θά δεί στόν Άνσελμο τήν εικόνα ενός Θεού πού δημιουργεί, τιμωρεί καί λυτρώνει κατ’ ανάγκην». Τονίζει τήν διδασκαλία του ότι δέν είχε ανάγκη ο Θεός τής καταλλαγής καί τής συμφιλιώσεως μέ τόν άνθρωπο, αλλά ο άνθρωπος χρειαζόταν νά ενωθή «μέ τήν πηγή τής ζωής, τόν δοτήρα τών αγαθών». Ο Απόστολος Παύλος, κατά τήν ερμηνεία τού αγίου Ιωάννου τού Χρυσοστόμου, δέν κάνει λόγο γιά καταλλαγή τού Θεού μέ τόν άνθρωπο, αλλά τού ανθρώπου μέ τόν Θεό. Οπότε, καί τό Βάπτισμα δέν συνδέεται μέ τήν συγχώρηση μιάς κληρονομικής ενοχής τού Αδάμ, αλλά γιά αποκατάσταση τής κοινωνίας τού ανθρώπου μέ τόν Θεό. Δυστυχώς, οι ορθόδοξοι θεολόγοι, όπως φαίνεται από τήν αλληλογραφία τού π. Ιωάννου Ρωμανίδη μέ τόν Παναγιώτη Τρεμπέλα, είχαν επηρεασθή από τήν έννοια τής ανσέλμειας «ικανοποίησης» τής θείας δικαιοσύνης. Ο καθηγητής Γεώργιος Παναγόπουλος παρατηρεί: «Ο πυρήνας τής ενόρασης Ρωμανίδη παραμένει άθικτος: η καταλλαγή, όπως προβάλλεται από τόν Παύλο καί ερμηνεύεται θεοδιδάκτως στήν ορθόδοξη πατερική παράδοση, ουδεμία δικαιολογητική βάση δύναται νά προσφέρει γιά τήν περί ικανοποιήσεως θεωρία τών Σχολαστικών».

Ο συγγραφεύς, κρίνοντας τήν θεωρία τού Μαρτίνου Λουθήρου ότι ο πιστός προσοικειώνεται τήν σωτηρία μόνον διά τής πίστεως, παραπέμπει στό βιβλίο τού π. Ιωάννου Ρωμανίδη μέ τίτλο «Τό προπατορικόν αμάρτημα», ότι η σωτηρία συνίσταται στήν «συνεχή παρουσία τής σωστικής, αφθαρτοποιού καί θεοποιού άκτιστης ενέργειας τού Αναστάντος εντός τής Εκκλησίας καί στά σώματα τών Αγίων».

Επί πλέον, στό παρουσιαζόμενο βιβλίο γίνεται αναφορά στίς θέσεις τού π. Ιωάννου Ρωμανίδη ότι τό Σώμα τού Χριστού «ιεραρχείται χαρισματικά» καί ότι ο κατ’ εξοχήν θεολόγος τής Εκκλησίας «δέν είναι ο φιλοσοφών στοχαστικώς καί διαλεκτικώς, αλλά ο φθάσας χάριτι Θεού, εις θεωρίαν τής δόξης τού Χριστού καί ούτω λαβών τήν εκ Θεού αποκάλυψιν γενόμενος αυθεντία τοίς πιστοίς».

Εκτός από δημοσιευμένες γραπτές θέσεις τού π. Ιωάννου Ρωμανίδη τίς οποίες καταγράφει ο Καθηγητής Γεώργιος Παναγόπουλος στό παρουσιαζόμενο βιβλίο του, συγχρόνως ο αναγνώστης θά διαγνώση πολλές θέσεις τού π. Ιωάννου, καίτοι δέν αναφέρονται τό όνομά του καί οι παραπομπές από τά δημοσιευθέντα βιβλία του. Θά παρατεθούν μερικές από αυτές.

Συχνά γίνεται λόγος γιά τό ότι οι σχολαστικοί στηρίζονται στήν λογική καί τήν φιλοσοφία, ενώ οι ορθόδοξοι θεολόγοι στηρίζονται στούς θεουμένους αγίους. Οι φράσεις είναι εκφραστικές: «διδασκαλία τών θεουμένων» «η παράδοση τών θεουμένων» «η παράδοση τών θεουμένων τής μίας καί αδιαίρετης Εκκλησίας» «ο θεούμενος έχει ο ίδιος πλέον χαρισματικώς καταστεί ζώσα θεοχάρακτος πλάκα στό βαθμό πού "ενεργείται" υπό τού Παρακλήτου» «καί ένας μόνο θεούμενος, χαρισματικός φορέας τής ανόθευτης πείρας τού σώματος, μπορεί νά αντιταχθεί σέ σωρεία ψευδοσυνόδων (ενδεχομένως άψογα συγκροτημένων από τυπική άποψη), όπως έπραξε ο Μ. Αθανάσιος έναντι τών αναριθμήτων συνόδων πού συγκάλεσε ο αρειανίζων Κωνστάντιος στά μέσα τού 4ου αιώνα» «ο θεούμενος πού ως μέλος τής Εκκλησίας γεύεται εμπειρικά τό δοξασμό τής υπάρξεώς του, εισέρχεται στόν υπέρφωτο θείο γνόφο...».
Στό βιβλίο διαβάζει κανείς «ρωμανιδικές» εκφράσεις, όπως: στήν Ορθόδοξη Εκκλησία σέ αντίθεση μέ τόν σχολαστικισμό «δέν υπάρχει μεταφυσική καί οντολογία» «ο λόγος τών Πατέρων καί τών Αγίων τής Εκκλησίας δέν είναι μεταφυσικός ούτε στοχαστικός, αλλά περιγραφικός καί υπομνηματιστικός μιάς μακράς σειράς γεγονότων σωτηριολογικής γιά τόν άνθρωπο σπουδαιότητας, δηλ. τών ιερών θεοφανειών» στήν δυτική θεολογία «η θεολογία τής αποκαλύψεως» αντικαθίσταται μέ τήν «θρησκευτική μεταφυσική θεολόγηση» πού εισάγει «αιρετικές αποκλίσεις» καί αλλοιώνει τό μυστήριο τής Εκκλησίας. Τελικά, η θεολογία τής Εκκλησίας είναι «αγιοπνευματική πείρα τών χαρισματικών φορέων τής κοινωνίας τής θεώσεως, πού είναι η Εκκλησία «πού αλλοιώνεται από τήν σχολαστική θεολογία. Αλλά καί «ο ορισμός τής κοινότητος ως σώματος Χριστού δέν μπορεί παρά νά δοθεί μέ ορισμούς χαρισματικών λειτουργιών» καί η κοινότητα είναι «κοινωνία θεώσεως», «δηλ. κατά πρόγευση τών Εσχάτων συμπερίληψη από εδώ καί τώρα στό μυστήριο τής άκτιστης αγάπης τού Τριαδικού Θεού». Επίσης, γίνεται λόγος γιά τήν αρχαιοτάτη παράδοση τής Εκκλησίας «νά αναβιβάζονται στό αξίωμα τής επισκοπής» οι «θεόπτες» καί ότι στήν Εκκλησία «τό υπούργημα τής διακυβερνήσεως κατανοείται μόνο υπό τό φώς τής θεοπτικής πείρας τών εν Θεώ δοξασμένων μελών τού σώματος καί η διαποίμανση τού λαού τού Θεού παρουσιάζεται «ως χαρισματική διακονία πού νοηματοδοτείται από τήν θεοπτική πείρα, τήν μέθεξη τής άκτιστης δόξας τού Γιαχβέ».

Μιά άλλη «ρωμανιδική» διδασκαλία πού διαβάζουμε στό βιβλίο τού καθηγητή Γεωργίου Παναγοπούλου είναι τό σχετικό μέ τήν θεραπεία τού ανθρώπου καί τήν θεραπευτική αγωγή τής Εκκλησίας. Γίνεται λόγος γιά τό «θεραπευτικό μέσο» τής μελέτης τής Βίβλου καί τών πατερικών συγγραμμάτων, πού δρά «αλληλοσυμπληρωματικά μέ τούς κόπους τής ασκήσεως, δηλ. τήν θεραπευτική αγωγή τής καθάρσεως» γιά τό δώρο τού Τριαδικού Θεού πού δίνεται στόν άνθρωπο «μέ εξάπαντος θεραπευτική προοπτική» καί όχι κατόπιν «ευσεβούς διαθέσεως», καί «εμβριθούς φιλοσοφικού στοχασμού» γιά τήν «θεραπευτική προσέγγιση τού μυστηρίου τής εν Χριστώ απολυτρώσεως», πού δέν αμφισβητεί τήν σωτηρία ως δώρο τής Χάριτος τού Θεού, αλλά καί τά έργα τής ασκήσεως είναι «θεραπευτικά μέσα μέ τά οποία ο άνθρωπος συνεργεί μέ τή σωστική χάρη πρός επίτευξη τής ανιδιοτελούς αγάπης». Αλλού γίνεται αναφορά στό ότι η ηθική συνδέεται μέ τήν ασκητική καί πρόκειται γιά «βαπτισματική καί ευχαριστιακή άσκηση» καί οπωσδήποτε η άσκηση «κατανοείται ως θεραπευτική μέθοδος», τήν οποία «εφαρμόζει η Εκκλησία στά ασθενή μέλη της πρός θεραπεία από τήν ιδιοτέλεια καί αποκατάστασή τους στήν "ελευθερία τής δόξης τών τέκνων τού Θεού"» καί βέβαια σκοπός τής ασκήσεως «είναι πάντα η θεραπευτική κάθαρση τού ανθρώπου, ώστε νά οδηγηθεί μέ τήν Χάρη τού Πνεύματος στήν καινή ζωή, στήν κοινωνία δηλ. τής άκτιστης δόξας τού Τριαδικού Θεού, η οποία αποκαλύπτεται καί καθοράται "υπέρ νούν, γνώσιν καί αίσθησιν", ως φώς από τούς δικαίους-θεουμένους όλων τών αιώνων». Έτσι, η Εκκλησία αποτυπώνει «τήν εμπειρία τού δοξασμού τού κτιστού διά τής μετοχής του στή φωτοχυσία τών ιερών θεοφανειών» στά δόγματα.

Ακόμη στό παρουσιαζόμενο βιβλίο γίνεται λόγος γιά τίς απόψεις τού π. Ιωάννου Ρωμανίδη γιά τό «Βυζάντιο-Ρωμανία» γιά τίς «γερμανικές φυλές» πού κυριαρχούν στήν δυτική Ευρώπη μεταξύ τών αιώνων 8ο-10ο, πού κομίζουν «προχριστιανικές παγανιστικές παραστάσεις» γιά «τόν φεουδαρχικό τρόπο οργανώσεως τού κοινωνικού οικοδομήματος», αλλά καί τόν «πειθαρχικό μηχανισμό τής παπικής Εκκλησίας» γιά «τήν ιεραρχημένη τάξη τών φεουδαρχικών κοινωνιών τού δυτικού μεσαίωνα» «γιά τόν εκγερμανισμό τού δυτικού Χριστιανισμού» από «τήν μαζική εμφάνιση στό ιστορικό προσκήνιο τών γερμανικών βαρβαρικών φύλων».

Γενικά, στό παρουσιαζόμενο βιβλίο φαίνεται ξεκάθαρα η αίρεση τού σχολαστικισμού, ως έκφραση τής μεταφυσικής οντολογίας πού επικράτησε στήν Δύση από τούς Φράγκους, η οποία αντιπαρατίθεται στήν εμπειρία τών θεουμένων πού είναι η βάση τής Ορθοδόξου θεολογίας. Σέ αυτά τά θέματα αναφερόταν συχνά ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης, διότι είχε καταλάβει τήν εξαιρετική σημασία τους γιά τήν ερμηνεία τής θεολογίας.

3. Η σύγχρονη θεολογία, έκφραση τής μεταπατερικής θεολογίας

Μελετώντας κανείς τήν δυτική θεολογία καί στό βιβλίο αυτό, πού παρουσιάζεται σήμερα, αναγκαστικά σκέπτεται τό θέμα τής μεταπατερικής θεολογίας. Μερικοί σύγχρονοι θεολόγοι υποστηρίζουν ότι η σχολαστική θεολογία είναι ανώτερη από τήν πατερική θεολογία, ότι η πατερική περίοδος τελείωσε τόν όγδοο αιώνα καί τώρα ζούμε τήν μεταπατερική περίοδο.

Παρατηρώντας τήν σύγχρονη θεολογία στήν Ελλάδα καταλήγω στό συμπέρασμα ότι διακρίνεται από μερικά στοιχεία νεοσχολαστικισμού, νεοηθικισμού καί νεοπατερισμού-νεοσλαβισμού.

Όταν κάνω λόγο γιά νεοσχολαστικισμό εννοώ ότι διάφορες σχολαστικές καί μετασχολαστικές απόψεις έχουν επηρεάσει, τουλάχιστον πρίν λίγα χρόνια μερικούς μεγάλους Έλληνας θεολόγους, όπως καί τίς δύο Θεολογικές Σχολές τής Πατρίδος μας, Αθηνών καί Θεσσαλονίκης. Ο νεοηθικισμός είναι ένα ρεύμα πού εκφράζει τήν λεγόμενη βιβλική μέθοδο ερεύνης, τήν οποία καλλιεργούν σέ μεγάλο βαθμό οι προτεσταντικοί βιβλικοί θεολόγοι, πού απέρριψαν τήν ησυχαστική, ασκητική, πατερική παράδοση καί στηρίζονται στήν ιστορία, τήν συγκριτική θρησκειολογία καί τήν φιλοσοφία τής εποχής πού γράφηκε κάθε κείμενο. Όταν κάνω λόγο γιά νεοπατερισμό-νεοσλαβισμό εννοώ κυρίως τίς απόψεις τών Ρώσων θεολόγων μέ κέντρο τό Παρίσι, πού έχουν όμως αφετηρία τίς απόψεις τού ρώσου θεολόγου Αλέξη Χομιακώφ, καθώς επίσης καί όσους έχουν επηρεασθή από αυτούς. Έτσι, στήν Πατρίδα μας σήμερα υπάρχουν διάφορες επιρροές από τά τρία ρεύματα πού ανεφέρθησαν προηγουμένως.

Είναι χαρακτηριστικό ένα βιβλίο τού Παπικού θεολόγου Aidan Nichols μέ τίτλο Light from the East (Φώς από τήν Ανατολή), ο οποίος μελέτησε τίς απόψεις μερικών βασικών ορθοδόξων θεολόγων καί προσπάθησε νά ενημερώση τόν δυτικό κόσμο γύρω από τίς βασικές θέσεις πού επικρατούν στήν σύγχρονη ορθόδοξη θεολογία. Σέ μερικά σημεία παρατηρεί κανείς υπερβολές καί παρερμηνείες, γιατί ο συγγραφέας δέν μπορεί, ως παπικός, νά καταλάβη πλήρως τίς σκέψεις τών Ορθοδόξων, αλλά βασικά δείχνει τίς επιρροές πού έχουν υποστή μεγάλοι σύγχρονοι ορθόδοξοι Έλληνες θεολόγοι από τήν Δύση, όπως καί τίς επιδράσεις πού δέχθηκαν οι δύο Θεολογικές μας Σχολές από τήν δυτική καί ρωσική θεολογία.

Τά κεφάλαια τού βιβλίου αυτού είναι χαρακτηριστικά ήτοι: ο Βλαδίμηρος Λόσσκυ καί ο αποφατισμός ο Ιωάννης Μέγεντορφ καί ο νεοπαλαμισμός ο Σέργιος Μπουλκάκωφ καί η σοφιολογία ο Ιωάννης Ρωμανίδης καί ο νεοφωτιανισμός ο Παναγιώτης Τρεμπέλας καί η ορθόδοξη Χριστολογία ο Νικόλαος Αφανάσιεφ καί η εκκλησιολογία ο Γεώργιος Φλωρόφσκυ καί η ιδέα τής παραδόσεως ο Αλέξανδρος Σμέμαν καί η λειτουργική θεολογία ο Παναγιώτης Νέλλας καί η ανθρωπολογία ο Χρήστος Γιανναράς καί η θεολογική ηθική καί ο Παύλος Ευδοκίμωφ καί η εσχατολογία. Ο Aidan Nichols εντοπίζει διάφορες επιρροές από τήν Δύση στούς ορθοδόξους θεολόγους, όπως καί τήν επιθετικότητα από πλευράς μερικών θεολόγων πρός τήν Δύση.

Θεωρώ ότι τό βιβλίο αυτό είναι αποκαλυπτικό καί ερμηνεύει όλα όσα συμβαίνουν στόν ελλαδικό χώρο τά τελευταία χρόνια καί παρουσιάζει τό πώς βλέπουν οι δυτικοί θεολόγοι τίς απόψεις διαφόρων συγχρόνων ορθοδόξων θεολόγων. Επίσης, δείχνει ότι τό πρόβλημα σήμερα εντοπίζεται σέ θεολόγους καθηγητές καί στίς Θεολογικές Σχολές πού επηρέασαν καί θά επηρεάσουν τίς μελλοντικές θεολογικές γενιές, τούς Κληρικούς καί τούς θεολόγους καί γι’ αυτό χρειάζεται νά γίνη αντικείμενο ιδιαίτερης προσοχής. Τελικά, νομίζω ότι θά πρέπει νά γίνη κριτική όλων αυτών τών συγχρόνων ρευμάτων μέσα από τήν πατερική θεολογία, η οποία δέν μπορεί νά χωρισθή σέ πατερική καί μεταπατερική. Αυτός ο διαχωρισμός είναι βόμβα στά θεμέλια τής εκκλησιαστικής ζωής. Πρός τήν θετική κατεύθυνση τής ενημερώσεως γιά τό θέμα αυτό κινείται καί τό βιβλίο τού καθηγητού Γεωργίου Παναγοπούλου.

Θά δώσω μερικά παραδείγματα γιά νά υπογραμμισθή τό πρόβλημα πού υφίσταται σήμερα στήν ορθόδοξη θεολογία γενικώς, καί στήν ελλαδική θεολογία ειδικότερα.

Τό πρώτο παράδειγμα είναι ότι μερικοί θεολόγοι συνδέουν τήν φύση μέ τήν ανάγκη γιά νά διασφαλισθή η ελευθερία καί η βούληση τού προσώπου. Ο Βλαδίμηρος Λόσσκυ γράφει ότι «η ιδέα τού προσώπου περιλαμβάνει τήν ελευθερίαν έναντι τής φύσεως: τό πρόσωπον είναι ελεύθερον εκ τής φύσεώς του, δέν προσδορίζεται δι’ αυτής». Στήν συνέχεια γράφει ότι «η ανθρωπίνη υπόστασις δέν δύναται νά πραγματοποιηθή ει μή εν τή αρνήσει τής προσωπικής θελήσεως, εν αυτώ τώ οποίω προσδιορίζει ημάς καί υποτάσσει ημάς εις μίαν φυσικήν ανάγκην». Εδώ φαίνεται ότι ο Λόσσκυ συνδέει τήν ελευθερία μέ τό πρόσωπο, γράφει ότι η ανθρώπινη υπόσταση πραγματοποιείται από τήν φυσική ανάγκη. Πολλοί σύγχρονοι θεολόγοι σήμερα συνδέουν τήν φύση μέ τήν ανάγκη καί θεωρούν ότι, ό,τι είναι εκ φύσεως είναι καί αναγκαίο, καί γι’ αυτό αναπτύσσουν τίς θεωρίες τους περί τού προσώπου, τό οποίο πρόσωπο εκφράζεται μέ τήν ελευθερία. Διαβάζουμε αυτές τίς απόψεις στά κείμενά τους καί παρουσιάζεται, δυστυχώς, αυτή η διδασκαλία ως ορθόδοξη.
Όμως, οι Πατέρες διδάσκουν ότι τό εκ φύσεως δέν σημαίνει εξ ανάγκης. Πρώτος ο Άρειος, ακολουθώντας τόν Αριστοτέλη, υποστήριζε ότι επειδή τό κατά φύση είναι καί κατ’ ανάγκη, δηλαδή είναι αναγκαστικό, γι’ αυτό καί ο Θεός-Πατέρας δέν γέννησε τόν Λόγο εκ φύσεως, γιατί αυτό θά ήταν αναγκαστικό, αλλά τόν δημιούργησε κατά βούληση, οπότε ο Λόγος είναι κτίσμα καί όχι άκτιστος Θεός. Τήν άποψη αυτή τού Αρείου αντέκρουσε ορθοδόξως ο Μέγας Αθανάσιος στά κείμενά του. Η άποψη ότι τό κατά φύση είναι κατ’ ανάγκη σήμερα υποστηρίζεται από τούς υπαρξιστές, ειδικά από τόν Σάρτρ, ο οποίος θέτει τήν προτεραιότητα τής ύπαρξης έναντι τής ουσίας. Κατά τούς Πατέρας τής Εκκλησίας τό αυτεξούσιο δέν συνδέεται μέ τό πρόσωπο, αλλά μέ τήν φύση, γι’ αυτό στόν Τριαδικό Θεό δέν υπάρχουν τρείς ανεξάρτητες προσωπικές ελευθερίες, αλλά μία ελευθερία, αφού μία είναι η φύση καί ένα τό θέλημα τού Τριαδικού Θεού.

Τό δεύτερο παράδειγμα, ως συνέχεια τού προηγουμένου, είναι ότι από πολλούς θεολόγους σήμερα συνδέεται η βούληση μέ τό πρόσωπο, αναπτύσσεται ο λεγόμενος βολονταρισμός πού αποτελεί τήν σύγχρονη μεγάλη ψευδομόρφωση γιά τήν ορθόδοξη θεολογία, όπως παλαιότερα ψευδομόρφωση ήταν ο σχολαστικισμός. Στόν σχολαστικισμό συνδέθηκε η ενέργεια μέ τήν ουσία, ενώ στόν βολονταρισμό συνδέεται η ενέργεια μέ τό πρόσωπο. Έτσι, σήμερα γίνεται πολύς λόγος γιά τήν βούληση τού προσώπου, τήν ελευθερία τού προσώπου κλπ.

Οι Πατέρες τής Εκκλησίας, όμως, όπως ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, σαφέστατα συνδέουν τήν βούληση-θέληση μέ τήν φύση. Η βούληση είναι όρεξη τής φύσεως καί όχι ελευθερία τού προσώπου. Τό αυτεξούσιο καί η βούληση στόν άνθρωπο είναι κίνηση τής φύσεως, πού διακόπτεται μέ τήν επιλογή, η οποία γίνεται μέ τήν προαίρεση τού ανθρώπου. Έτσι, τό φυσικό καί τό γνωμικό θέλημα δέν είναι δύο ανεξάρτητα θελήματα μεταξύ τους, αλλά τό φυσικό θέλημα γίνεται γνωμικό θέλημα μέ τήν προαίρεση καί στήν συνέχεια μέ τήν συνέργεια Θεού καί ανθρώπου μπορεί τό γνωμικό θέλημα νά γίνη φυσικό θέλημα. Η βουλησιοκρατία, ο λεγόμενος βολονταρισμός προέρχεται από τήν σχολαστική θεολογία τού Ιωάννου Δούνς Σκώτους καί αναπτύχθηκε από τήν νεώτερη δυτική φιλοσοφία, τόν διαφωτισμό καί τόν υπαρξισμό.

Τό τρίτο παράδειγμα είναι ότι διάφοροι μοντέρνοι θεολόγοι διαφοροποιούν τό πρόσωπο από τό άτομο. Ήδη αυτήν τήν διάκριση τήν έκανε ο Βλαδίμηρος Λόσσκυ, ο οποίος υποστήριζε ότι τό άτομο καί τό πρόσωπο «έχουν μίαν αντίθετον σημασίαν», διότι, κατ’ αυτόν, τό άτομο εκφράζει ένα μείγμα τού προσώπου μέ τά στοιχεία εκείνα πού ανήκουν στήν κοινή φύση, ενώ τό πρόσωπο δείχνει αντιθέτως «εκείνο τό οποίο διακρίνεται τής φύσεως». Αυτήν τήν ιδέα τήν εγκολπώθηκαν άλλοι σλαβόφιλοι νεοπατερικοί ή καί μεταπατερικοί θεολόγοι, μέ κέντρο τό Θεολογικό Ινστιτούτο τού αγίου Σεργίου στό Παρίσι καί μεταφέρθηκε από πολλούς φιλοσοφούντας θεολόγους στήν Ελλάδα. Σήμερα θεωρείται ότι τό πρόσωπο εκφράζεται ως ελευθερία καί αγάπη, ενώ τό άτομο θωρείται ως εκείνο πού αριθμείται απλώς βιολογικά.

Οι Πατέρες τής Εκκλησίας δέν κάνουν μιά τέτοια διάκριση, μάλιστα δέ ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός ταυτίζει τίς έννοιες πρόσωπο, υπόσταση καί άτομο, γράφοντας «χρή δέ γινώσκειν, ως οι άγιοι Πατέρες υπόστασιν καί πρόσωπον καί άτομον τό αυτό εκάλεσαν». Ο όρος άτομο έχει πολλές έννοιες, αλλά τελικά μέ όλες αυτές δηλώνει τό μή τεμνόμενο. Φαίνεται ότι ο όρος άτομο, ως μή τεμνόμενο, χρησιμοποιήθηκε στήν ορθόδοξη θεολογία, κυρίως στήν προσπάθεια τών Πατέρων νά θεολογήσουν γιά τίς δύο φύσεις στόν Χριστό, πού ενώθηκαν ατρέπτως, αχωρίστως, αναλλοιώτως, αδιαιρέτως. Οι Πατέρες τής Εκκλησίας, αντιμετωπίζοντας τούς νεστοριανούς καί τούς μονοφυσίτας θεολόγησαν ότι τό πρόσωπο τού Χριστού, καίτοι αποτελείται από δύο φύσεις, εν τούτοις είναι ένα πρόσωπο, ένα άτομο, είναι δηλαδή μή τεμνόμενο, δέν χωρίζεται τό ένα καί μοναδικό πρόσωπό Του, αφού καί τής ανθρωπίνης φύσεως υπόσταση είναι ο Λόγος. Έτσι, η διάκριση μεταξύ προσώπου καί ατόμου παραπέμπει σέ φιλοσοφικές καί κοινωνιολογικές θεωρίες, πού δέν υποστηρίζονται από τούς Πατέρες τής Εκκλησίας.

Το τέταρτο παράδειγμα είναι η σχέση μεταξύ φύσεως, υποστάσεως καί τρόπου υπάρξεως. Μερικοί μεταπατερικοί θεολόγοι στίς ημέρες μας ισχυρίζονται ότι τό πρόσωπο είναι ο τρόπος υπάρξεως τής φύσεως. Εκλαμβάνουν τήν φράση «τρόπο τής υπάρξεως» μέ μιά φιλοσοφική έννοια. Επίσης, υποστηρίζουν ότι τό πρόσωπο προηγείται τής φύσεως-ουσίας.

Όμως, οι Πατέρες τής Εκκλησίας διδάσκουν ότι η υπόσταση δέν είναι ο τρόπος υπάρξεως τής φύσεως, γιατί αυτό υπεστήριζε ο Σαβέλλιος, αλλά τό υποστατικό ιδίωμα είναι ο τρόπος υπάρξεως τής υποστάσεως. Έπειτα, δέν προηγείται τό πρόσωπο τής φύσεως, ούτε η φύση τού προσώπου, αλλά τό πρόσωπο ορίζεται ως ουσία μέ τό προσωπικό ιδίωμα.

Τά τέσσερα αυτά παραδείγματα δείχνουν ότι μερικοί νεώτεροι θεολόγοι φιλοσοφούν παρά θεολογούν, μεταφέρουν στήν Ορθόδοξη Εκκλησία μιά άλλη θεολογία, ξένη πρός τήν πατερική παράδοση, καί αυτό στήν πράξη συνιστά τήν μεταπατερική θεολογία, η οποία απορρίπτει ή παρερμηνεύει τίς διδασκαλίες τού αγίου Συμεών τού Νέου Θεολόγου, τού αγίου Γρηγορίου τού Παλαμά, καί τελικά τού ησυχασμού, πού είναι η αυθεντική διδασκαλία τής Εκκλησίας. Στηρίζονται δέ στήν ρωσική θεολογία, τόν διαφωτισμό, τόν γερμανικό ιδεαλισμό καί τόν δυτικό υπαρξισμό.

Καταλήγοντας, σημειώνω ότι τό βιβλίο τού καθηγητή Γεωργίου Παναγοπούλου είναι πολύ σημαντικό καί χρήσιμο γιά νά καταλάβουμε αφ’ ενός μέν τήν δυτική θεολογία, η οποία εκφράζει καί σήμερα τίς βασικές Ομολογίες πού κυριαρχούν στήν Δύση, ήτοι τόν Παπισμό καί τόν Προτεσταντισμό, αφ’ ετέρου δέ τήν πατερική θεολογία τήν οποία δέχεται η Ορθόδοξη Εκκλησία, τήν ομολογούμε στό Σύμβολο τής Πίστεως, τήν διαβάζουμε στίς αποφάσεις τών Οικουμενικών Συνόδων καί τήν ψάλλουμε στά τροπάρια τής Εκκλησίας.

Συγχαίρω τόν συγγραφέα τού σημαντικού αυτού βιβλίου, καλοτυχίζω τούς φοιτητές του, οι οποίοι θά έχουν ένα καλό βοήθημα γιά νά καταλάβουν τήν αξία τής ορθόδοξης θεολογίας καί εύχομαι στόν συγγραφέα-καθηγητή νά συνεχίση αυτό τό καρποφόρο έργο του γιά νά ρίξη φώς στό ομιχλώδες θεολογικό τοπίο τών ημερών μας, πού επηρέασε, δυστυχώς, καί εξακολουθεί νά επηρεάζη θεολόγους, μοναχούς, Κληρικούς, ακόμη καί Επισκόπους.

  • Προβολές: 914

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance