Κύριο ἄρθρο: Τό ανοιξιάτικο Πάσχα

Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

Μέσα στήν διαδικασία τού χρόνου καί τών εποχών έρχεται τό Πάσχα τής άνοιξης, μέ τό άνθισμα τών δένδρων καί τών φυτών, μέ τήν γιορταστική χαρά τής φύσεως, μέ τό μεθύσι τής ευωδίας, μέ τήν θεραπεία τής φθοράς. Άνοιξη κοσμική, άνοιξη πνευματική, άνοιξη πού ετοιμάζει μιά βλάστηση μυστική.

Προηγήθηκε τό μυστήριο τού Σταυρού, ο θάνατος τού Χριστού σέ αυτόν, πού είναι η κρίση τής κρίσης, κατά τόν άγιο Μάξιμο τόν Ομολογητή. Κρίθηκε σέ αυτόν η κακία καί η υποκρισία, τό ψεύτικο τής αγάπης καί τό συμφέρον τής απάτης, η εσωτερική καρδιακή ομορφιά τής πόρνης, η νομική ψυχρότητα τών Γραμματέων καί Φαρισαίων καί η κούφια δύναμη τής κοσμικής εξουσίας. Ακολούθησε τό Πάσχα τών ορθοδόξων Ρωμηών, τών ανθρώπων τών καρδιακών, πού διψούν γιά αγάπη καί πίνουν ακόρεστα τόν ακόρεστο άκρατο οίνο τής αληθινής αγάπης.

Μέσα στήν ατμόσφαιρα τών φωτισμένων Ναών όλα πανηγυρίζουν, η ποίηση μέ τήν μουσική, τό φώς μέ τό σκοτάδι, τά λουλούδια μέ τά κεριά καί τά θυμιατά, οι παπάδες μέ τούς ψάλτες, ο λαός μέ τούς μοναχούς. Όλα γιορτάζουν, μέσα σέ νηφάλια χαρά, αναμένοντας τόν Νυμφίο Χριστό. Είναι πανηγύρι λαμπερό, θαυμαστό καί χορευτό καρδιακό. Η ανθρώπινη καρδιά ανοίγεται στά πέρατα τού κόσμου, ζή τόν Έσχατον ως παρόντα, πού βγαίνει αναστημένος από τόν τάφο καί σκορπίζει ζωή, ειρήνη καί χαρά στούς φίλους Του. Ο βραδινός ύπνος είναι ένας μικρός θάνατος καί ο θάνατος είναι ένας μεγάλος ύπνος.

Κι έξω από τόν φωτισμένο Ναό, κυριαρχούν η λύπη καί η φθορά, η μόνωση καί η λησμονιά, ο πόνος καί η αδιαφορία γιά τόν διπλανό. Βασιλεύει η φιλαυτία τού νεκρού από αισθήματα καί αλτρουϊσμό, καί η σαπίλα τών παθητών καί τών θνητών. Ο φιλόσοφος Αύγουστος Comte έχει πή ότι ο κόσμος κατοικείται περισσότερο από νεκρούς, παρά από ζωντανούς. Τό άγχος καί ο ρόγχος τού θανάτου ακούγεται γύρω μας ανατριχιαστικά. Η φτώχεια καί η μείωση τών μισθών, η απόλυση καί η ανεργία, η δυσκολία τών σπουδών καί τό μεγάλωμα τών παιδιών αναδίδουν τήν πτωμαΐνη τού θανάτου καί τήν γεύση τής φθοράς. Τά πάντα κινούνται στόν φαύλο κύκλο μεταξύ ηδονής καί οδύνης, πού δέν αφήνει τόν άνθρωπο νά πάρη ανάσα. Ο αθεϊσμός, κατά τόν Ευδοκίμωφ, διακρίνεται από τήν διπλή ουτοπία: «παράγει τήν ζωή από τό μηδέν, απ' τήν ανυπαρξία, καί εκμηδενίζει τόν ζώντα κατά τήν στιγμή τού θανάτου». Ο άνθρωπος χωρίς αναστάντα Χριστό, πιέζεται από τήν μέγγενη τής ζωής καί τού θανάτου. Τραγική ύπαρξη!

Καί βγαίνει μέσα από τό σκοτεινό μνήμα ο αναστημένος Χριστός. Τέτοια ευλογία δέν έχουν άλλες θρησκείες, πού στηρίζονται σέ θνητούς αρχηγούς, σέ ανούσιες ηθικές διδασκαλίες, σέ μίση καί φανατισμούς, ακόμη καί σέ άγονους μυστικισμούς, πού πουλάνε τό όπιο τού θανάτου παντού.

Η Εκκλησία διαφέρει από τήν θρησκεία. Δέν πασχίζει νά εξευμενίση τόν Θεό μέ μαγείες, δεισιδαιμονίες καί μυστικισμό, αλλά νά αγαπήση τόν Νυμφίο Χριστό σέ μιά έκφραση θείου έρωτος καί θανατηφόρου αγάπης. Ο αναστημένος Χριστός δέν είναι μιά νεκρή ιδεολογία, αλλά άγγιγμα μυστικό καί αισθητό καί δίνει γεύση αναστημένου Σώματος στόν πιστό. Δέν είναι άγονα συναισθήματα, αλλά ζωηφόρες πληγές. Ο αναστημένος Χριστός κράτησε επάνω Του τίς πληγές τού Σταυρού, ως σημείο αναγνώρισης καί ως παράθυρα μέσα από τά οποία προχέεται τό φώς τής αιώνιας καί αθάνατης ζωής στόν κόσμο.

Ο Χριστός μάς δίδαξε σταυροαναστάσιμα τόν ζωηφόρο λόγο, ότι «ο θάνατός ΜΟΥ ζωή σου», σέ μιά κοινωνία πού εφαρμόζει τό αντίθετο: «ο θάνατός ΣΟΥ ζωή μου». Ο αναστημένος Χριστός, όπως είπε εύστοχα ένας σύγχρονος Ιεράρχης, «εξολοθρεύει τίς κροτίδες τής παρορμητικότητας», «θραύει τόν οβελία τής κακίας», «γαληνεύει τόν θόρυβο τής εκκοσμίκευσης». Σέ μιά κοινωνία πού ζή μέ τίς κροτίδες, τό φανταστικό καί τό στιγμιαίο, τό σούβλισμα τών άλλων καί τήν διάσπαση μεταξύ τού χρόνου καί τού αιωνίου, ο Χριστός είναι τού θανάτου ο νικητής, τής φθοράς θεραπευτής καί τής ζωής δωρητής.

Ο Νίκος Καζαντζάκης συνάντησε μιά φορά τόν Ρωμηό Φώτη Κόντογλου καί έγραψε μέ τόν δικό του τρόπο καί ρυθμό γι' αυτόν:
«Στό δρόμο περνώντας, βλέπεις χιλιάδες ανθρώπους καί λές: νεκροταφείο κινούμενο είναι ο δρόμος. Όλοι τούτοι πέθαναν ή θά πεθάνουν. Σάν τά πρόβατα, σάν τίς όρνιθες, καταχτυπούν μιά στιγμή τίς σκόνες καί τά πεζοδρόμια κι ύστερα θά χαθούν, σάν νά μήν υπήρξαν ποτέ τους. Καί ξάφνου βλέπεις έναν καί τινάζεσαι χαρούμενος. Λές: τούτος δέν θά πεθάνει. Τούτος έχει ψυχή, πιάνει τήν ύλη καί τήν κάνει πνεύμα, τού δόθηκε μιά στάλα εφήμερη ζωή καί τήν κάνει αθανασία… τά μάτια του λάμπουν κι είναι τά χέρια του γεμάτα ανυπομονησία καί δύναμη. Κι όταν τόν παρασφίξει η πίκρα, αρχινάει καί ψέλνει ένα τροπάρι: "Τή υπερμάχω στρατηγώ τά νικητήρια…" ή "Σιγησάτω πάσα σάρξ βροτεία…". Κι η πίκρα ξορκίζεται κι η γής μετατοπίζεται κι ο Κόντογλου, μέ τά σγουρά μαλλιά του, μέ τά μεγάλα του μάτια μπαίνει ολάκερος στόν παράδεισο».

Χριστός ανέστη, αδέλφια, καλή ανοιξιάτικη πασχαλιά καί νά κάνουμε πάντα τήν νεκρή γειτονιά μιά ζωηφόρα αγκαλιά.

Ετικέτες: Κύριο Ἄρθρο

  • Προβολές: 1273

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance