Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου: Ο τέταρτος (4ος) αιώνας ως ο «χρυσούς» αιώνας τής Εκκλησίας (Α')

( Ομιλία στούς Εκπαιδευτικούς τής πόλεως Ναυπάκτου τήν 30η Ιανουαρίου 2013 καί στήν Ιερατική Σύναξη τής Ιεράς Μητροπόλεως Κηφισίας, τήν 14 Φεβρουαρίου 2013 )

Μέρος Β: Ο τέταρτος (4ος) αιώνας ως ο «χρυσούς» αιώνας τής Εκκλησίας (Β')


Ευχαριστώ γιατί ανταποκριθήκατε στήν πρόσκλησή μου νά έλθετε σήμερα στήν εκδήλωση αυτή, τήν οποία καθιέρωσα εδώ καί πολλά χρόνια, από τήν πρώτη χρονιά τής ελεύσεώς μου στήν Ναύπακτο. Κάθε χρόνο αναπτύσσω διάφορα θέματα σέ σχέση μέ τήν ζωή, τήν διδασκαλία καί τό έργο τών Τριών Ιεραρχών καί προσπαθώ νά θίξω πλευρές πού ξεφεύγουν λίγο από τά τετριμμένα καί καθιερωμένα.

Τό θέμα τής σημερινής ομιλίας μου είναι «Ο τέταρτος αιώνας (στόν οποίον έζησαν οι Τρείς Ιεράρχες) ως ο "χρυσούς" αιώνας τής Εκκλησίας».

Ἡ Α΄Οἰκουμενικὴ Σύνοδος εἰς τὴν ΝίκαιαΟ τέταρτος (4ος) αιώνας έχει χαρακτηρισθή από πολλούς θεολόγους καί μελετητές τής εκκλησιαστικής ιστορίας ως ο «χρυσούς αιώνας τής Εκκλησίας». Αυτό οφείλεται σέ πολλούς παράγοντες. Πρώτον, στήν διοργά­νωση τής εκκλησιαστικής ζωής μετά τό τέλος τών διωγμών καί τήν έκδοση τού Διατάγματος τών Μεδιολάνων. Δεύτερον, στήν συνάντηση μεταξύ μεγάλων θεολογικών καί θρησκευτικών ρευμάτων ήτοι τής ιουδαϊκής σκέψεως, τής χριστιανικής αποκαλύ­ψεως, τής γνωστικής διδα­σκαλίας καί τής ελληνικής φιλοσοφίας. Τρίτον, στόν καθορισμό τών δογμάτων καί τής εκκλησιαστικής ζωής, λόγω τών πολλών αιρέσεων καί τών σχισματικών καταστάσεων πού παρατηρή­θηκαν τήν εποχή εκείνη. Τέταρτον στήν εμφάνιση μεγάλων Πατέρων στήν Εκκλησία, μεταξύ τών οποίων καί τών Τριών Ιεραρχών.

Όλα αυτά θά τά δούμε αναλυτικότερα στήν συνέχεια καί έτσι θά μπορέ­σουμε νά καταλάβουμε καλύτερα τόν μεγάλο θησαυρό πού μάς κληρο­δότησαν καί τό καθήκον μας νά διατηρήσουμε γιά τίς επόμενες γενιές.

1. Τό Διάταγμα τών Μεδιολάνων

Ο 4ος αιώνας άρχισε μέ τούς μεγάλους καί σκληρούς διωγμούς πού είχε διατάξει ο Διοκλητιανός. Εκατομμύρια μάρτυ­ρες θυσιάσθηκαν γιά νά ομολο­γήσουν τήν πίστη στόν Τριαδικό Θεό. Τόν διωγμό αυτόν τόν υποκίνησε στήν πραγματικότητα ο γαμβρός τού Διοκλητιανού Γαλέ­ριος, ο οποίος αργότερα εξέδωσε διάταγμα τόν Απρίλιο τού 311 στήν Νικο­μήδεια ή στήν Σαρδική μέ τό οποίο έθεσε τέρμα στόν διωγμό. Ο Γαλέριος επέτρεψε τήν χριστιανική λατρεία, αλλά μέ τούς όρους νά μή πράττουν οι Χριστιανοί κάτι έναντι τών νόμων τού Κράτους, καί νά εύχωνται γιά τόν αυτοκράτορα. Επίσης, διέτασσε νά επιστραφούν στούς Χριστιανούς οι κατασχεθέντες καί απαλλο­τριωθέντες τόποι προσευχής, έναντι αποζημιώσεως. Η έκδοση τού Διατάγματος αυτού οφειλόταν αφ’ ενός μέν στήν θετική επίδραση τού Μ. Κωνσταντίνου επάνω στόν Γαλέριο, αφ’ ετέρου δέ στήν ασθένεια τού Γαλερίου από τήν οποία απέθανε μετά από λίγο.

Δύο χρόνια μετά, καί συγκεκριμένα κατά τό έτος 313, εξεδόθη ένα Διάταγμα πού φέρει τήν ονομασία «Διάταγμα τών Μεδιολάνων», διότι υπογρά­φηκε στά Μεδιόλανα, σημερινό Μιλάνο τής Ιταλίας, κατόπιν συσκέψεως μεταξύ τού Μ. Κωνσταντίνου καί τού Λικινίου. Εφέτος ενθυμούμαστε τά 1700 χρόνια από τήν έκδοση τού Διατάγματος τών Μεδιολάνων, πού είναι πολύ σημαντικό.

Πρόκειται γιά δύο κείμενα τά οποία διαφέρουν μεταξύ τους. Τό ένα διασώζεται από τόν Λακτάντιο, ο οποίος αντέγραψε τό έγγραφο, τό οποίο δημοσιεύθηκε στήν Νικομήδεια από τόν Λικίνιο, μετά τήν απόσπαση τής Βιθυνίας (Μικράς Ασίας) από τόν Μαξιμίνο. Τό άλλο κείμενο διασώζεται από τόν Ευσέβιο ο οποίος μετέφρασε τό κείμενο πού δημοσιεύθηκε στήν Καισάρεια τής Παλαιστίνης. Τά δύο αυτά έγγραφα τά οποία ήταν ένα καί έφεραν τά ονόματα τού Μ. Κωνσταντίνου καί τού Λικινίου ονομάζονται Διάταγμα τών Μεδιολάνων. Οι ιστορικοί προσπαθούν νά εξηγήσουν αυτήν τήν διαφορά μεταξύ τους καί δίνουν διάφορες ερμηνείες πού δέν μάς αφορά εδώ.

Τό σημαντικό είναι ότι τό Διάταγμα τών Μεδιολάνων έδωσε πλήρη ελευθερία στούς πολίτες τού Ρωμαϊκού Κράτους νά ασπασθούν τόν Χριστιανισμό καί πλήρη ελευθερία τελέσεως τής λατρείας τους. Επίσης, διέτασσε τήν πλήρη επιστροφή τών απαλλοτριωθέντων ή δωρηθέντων τόπων τής προσευχής καί τών κοινοτικών κτημάτων, χωρίς νά δοθή από τούς Χριστιανούς αποζημίωση. Μέ τό Διαταγμα αυτό ο Χριστιανισμός ήταν ελεύθερος νά τελή τήν λατρεία του καί νά δέχεται πιστούς, αλλά δέν καθοριζόταν ότι ήταν επίσημη θρησκεία τού Κράτους.

Θά παραθέσω δύο φράσεις από τό Διάταγμα τών Μεδιολάνων, όπως διασώθηκε από τόν Ευσέβιο Καισαρείας καί αναφέρεται στό θέμα τής θρησκευτικής ελευθερίας.  Η μία φράση έχει ως εξής: «Ήδη μέν πάλαι σκοπούντες τήν ελευθερίαν τής θρησκείας ουκ αρνητέαν είναι, αλλ’ ενός εκάστου τή διανοία καί τή βουλήσει εξουσίαν δοτέον τού τά θεία πράγματα τημελείν κατά τήν αυτού προαίρεσιν έκαστον, κεκελεύκειμεν τοίς τε Χριστιανοίς τής αιρέσεως καί τής θρησκείας εαυτών τήν πίστιν φυλάττειν».  Η άλλη φράση έχει ως εξής: «Οπότε ευτυχώς εγώ Κωνσταντίνος ο Αύγουστος καγώ Λικίνιος ο Αύγουστος εν Μεδιολάνω εληλύθειμεν καί πάντα όσα πρός τό λυσιτελές καί τό χρήσιμον τώ κοινώ διέφερεν, εν ζητήσει έσχομεν ταύτα μεταξύ τών λοιπών άτινα εδόκει εν πολλοίς άπασιν επωφελή είναι, μάλλον δέ εν πρώτοις διατάξαι εδογματίσαμεν, οίς η πρός τό θείον αιδώς τε καί τό σέβας ενείχετο, τούτ’ έστιν, όπως δώμεν καί τοίς Χριστιανοίς καί πάσιν ελευθέραν αίρεσιν τού ακολουθείν τή θρησκεία ή δ’ άν βουληθώσιν…».

Πρόκειται γιά ένα Διάταγμα πού καθόριζε τήν λήξη τών διωγμών εναντίον τού Χριστιανισμού, έδινε ελευθερία στόν Χριστιανισμό νά επιτελή τήν λατρεία του καί άνοιγε τόν δρόμο γιά νά γίνη αργότερα ο Χριστιανισμός επίσημη θρησκεία τού Κράτους.

2. Η συνάντηση τών μεγάλων θεολογικών ρευμάτων

Ο Χριστιανισμός μέ τήν ελευθερία πού τού δόθηκε άρχισε νά αναπτύσσεται καί νά δέχεται νέα μέλη στούς κόλπους του, διά τού βαπτίσματος, τού Χρίσματος, καί τελούσε ελεύθερα τήν λατρεία του, ιδιαίτερα τό μυστήριο τής θείας Ευχαριστίας. Άρχισε μιά αναζωογόνηση καί ανασυγκρότηση τής εκκλησιαστικής ζωής, ύστερα από τήν λαίλαπα τών διωγμών καί τών μαρτυρίων.

Όμως, η ελευθερία δημιούργησε άλλους πειρασμούς, ο κυριότερος από τούς οποίους ήταν οι αιρέσεις καί τά σχίσματα. Έτσι, η Εκκλησία προσπάθησε νά δημιουργήση τούς χώρους τής λατρείας, δηλαδή τού Ναούς, νά καθορίση τόν τρόπο μέ τόν οποίο θά δεχθή τά νέα μέλη της, νά συγκροτήση τόν τρόπο διοικήσεώς της καί φυσικά νά αντιμετωπίση τούς αιρετικούς καί τούς σχισματικούς.  Ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα τού 4ου αιώνος είναι ότι συναντήθηκαν μεγάλα φιλοσοφικά καί θρησκευτικά ρεύματα τά οποία κυριαρχούσαν στούς πρώτους αιώνες τού Χριστιανισμού, ιδιαιτέρως τόν 2ο καί τόν 3ο αιώνα. Θά γίνη μιά παρουσίαση αυτών τών θρησκευτικών ρευμάτων γιά νά διαπιστωθή η μεγάλη σπουδαιότητα τής συναντήσεώς τους μέ τόν Χριστιανισμό.

Τό βασικό θρησκευτικό ρεύμα τήν εποχή εκείνη, ιδίως στήν Παλαιστίνη, ήταν ο Ιουδαϊσμός. Ο Χριστιανισμός αναπτύχθηκε στά μέρη τής Παλαιστίνης καί στήν συνέχεια εξήλθε από τά όριά της στόν γνωστό τότε κόσμο. Οι Απόστολοι ήταν Ιουδαίοι κατά τήν καταγωγή καί, όπως ήταν φυσικό, γνώριζαν τήν Παλαιά Διαθήκη, καί τίς ερμηνευτικές διατάξεις, τό Ταλμούδ, δηλαδή γνώριζαν τόν νόμο καί τίς ερμηνείες του, αλλά τελικά δέχθηκαν καί τήν νέα αποκάλυψη πού έφερε ο Χριστός στόν κόσμο.

Οι Απόστολοι από τήν ανάγνωση τής Παλαιάς Διαθήκης γνώριζαν ότι στούς Προφήτες αποκαλυπτόταν ο Κύριος τής δόξης, ο Μεγάλης Βουλής Άγγελος καί τούς φανέρωνε τήν αλήθεια τού Θεού καί τήν ενσάρκωση τού Χριστού. Στήν συνέχεια βρήκαν τόν Μεσσία, κατάλαβαν από τήν πείρα τους ότι ο Μεγάλης Βουλής Άγγελος, ο Γιαχβέ τής Παλαιάς Διαθήκης, ο Κύριος τής δόξης, έγινε άνθρωπος, βίωσαν τήν άκτιστη δόξα Του στό όρος Θαβώρ, Τόν είδαν αναστάντα καί έλαβαν τό Άγιον Πνεύμα τήν ημέρα τής Πεντηκοστής, οπότε έγιναν μέλη τού Σώματός Του.

Είναι φυσικό ότι η σκέψη τους καί η φρασεολογία τους ήταν καθαρά Παλαιοδιαθηκική. Ο Απόστολος Παύλος στίς επιστολές του έκανε λόγο γιά τόν Κύριο τής δόξης, γιά τόν σαρκικό, ψυχικό καί πνευματικό άνθρωπο, γιά τήν Εκκλησία ως Σώμα Χριστού, γιά τό Φώς τού Θεού στήν καρδιά τού ανθρώπου κ.λ.π. Έτσι, όλη η σκέψη καί η φρασεολογία τής Καινής Διαθήκης, δηλαδή τών Ευαγγελίων, τών Πράξεων τών Αποστόλων καί τών Επιστολών τους, είναι καθαρά εβραϊκή, αλλά μέ νέα ερμηνεία, σύμφωνα μέ τήν αποκάλυψη τού Χριστού.

Βεβαίως, οι Εβραίοι τής εποχής εκείνης πού δέν δέχθηκαν τόν Χριστό εξακολουθούσαν νά διαβάζουν τήν Παλαιά Διαθήκη, δέν μπορούσαν όμως νά αποδεχθούν τά σχετικά μέ τήν έλευση τού Χριστού, ούτε τό κήρυγμα τού Χριστού καί τών Αποστόλων ότι ο Χριστός είναι Υιός τού Θεού καί γι’ αυτό πολεμούσαν τούς Αποστόλους καί γενικά τούς Χριστιανούς. Ο Φίλων ο Ιουδαίος, πού έζησε στήν Αλεξάνδρεια καί ήταν σύγχρονος τού Χριστού, προσέλαβε καί μερικά ελληνιστικά στοιχεία στήν διδασκαλία του.

Κατά τόν 2ο αιώνα αναπτύχθηκε ένα ρεύμα πού ονομάσθηκε γνωστικισμός. Πρόκειται γιά ένα «φιλοσοφικό-πνευματιστικό-θρησκευτικό-μυστικιστικό-μαγικό πλέγμα διαφόρων απόψεων, πού διατυπώθηκαν στήν διάρκεια τών πρώτων χριστιανικών αιώνων». Ο γνωστικισμός συνιστά ένα θρησκευτικό συγκρητισμό τής εποχής εκείνης. Στήν διδασκαλία του συνυπάρχουν αναμεμειγμένα διάφορα «ετερόκλητα στοιχεία από τήν μυθολογία τών Αιγυπτίων, τών Βαβυλωνίων καί άλλων ανατολικών λαών, από τήν ελληνική παράδοση καί φιλοσοφία καί από τήν χριστιανική θεολογία».

Βασική αρχή τού γνωστικισμού είναι ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ αγαθού καί κακού Θεού, ότι ο αγαθός Θεός είναι ένα υπερβατικό όν πού δέν έχει σχέση μέ τόν κόσμο, αντίθετα ο δημιουργός τού κόσμου είναι ο κακός Θεός, όπως είναι ο Θεός τής Παλαιάς Διαθήκης. Η σωτηρία τού ανθρώπου δέν επιτυγ­χάνεται μέ τήν πίστη, αλλά μέ τήν γνώση, η οποία «αποτελεί μιά ανώτερη, πνευματική, ενορατική θεία μορφή γνώσης πού αντι­διαστέλλεται τόσο πρός τήν επιστήμη, η οποία έχει κοσμικό περιεχόμενο, όσο καί πρός τήν θρησκευτική πίστη, η οποία εκπορεύεται από τό δόγμα». Αυτή η γνώση είναι μιά εσωτερική σπίθα, καί ο άνθρωπος σώζεται δι’ αυτής. Ο Ιησούς είναι ο ύψιστος άρχων, ο σωτήρας πού απεστάλη από τόν αγαθό Θεό γιά νά αναζωπυρώση τίς σπίθες αυτές πού υπάρχουν μέσα στούς ανθρώπους καί νά βοηθήση στήν αποκατάστασή τους.

Γνωστικιστές τών πρώτων αιώνων έδρασαν σέ διάφορα μέρη τού τότε γνωστού κόσμου, όπως είναι ο Βασιλείδης στήν Αίγυπτο, ο Βαρδησάνης στήν Μεσοποταμία, ο Μαρκίων στήν Σινώπη καί τήν Ρώμη, ο Καρποκράτης στήν Αλεξάνδρεια καί ο Μάνης στήν Περσία πού είναι καί ο εισηγητής τού μανιχαϊσμού.  Τόν γνωστικισμό αντιμετώπισαν οι Αποστολικοί Πατέρες, κυρίως ο άγιος Ειρηναίος, Επίσκοπος Λυώνος, πού έγραψε τό βιβλίο «έλεγχος καί ανατροπή τής ψευδωνύμου γνώσεως». Ο γνωστικισμός θεωρήθηκε ως μιά απειλή εναντίον τού Χριστιανισμού γιατί αμφισβητούσε τήν θεότητα τού Χριστού, τίς αποκαλύψεις τού Θεού στήν Παλαιά καί τήν Καινή Διαθήκη, υπονόμευε τήν απολυτρωτική θυσία τού Χριστού καί έθετε τίς βάσεις γιά έναν θεολογικό καί φιλοσοφικό δυϊσμό (διάκριση μεταξύ καλού καί κακού Θεού), αλλά καί υπερτόνιζε τήν αξία τού ανθρώπου, μέσα στόν οποίο υπάρχουν οι σπίθες τής γνώσεως, παραθεωρώντας τήν πίστη στήν Αποκάλυψη τού Θεού.

Ένα άλλο ρεύμα πού κυριαρχούσε τόν 3ο αιώνα ήταν η αρχαία ελληνική φιλοσοφία τού Πλάτωνος τού Αριστοτέλη, εκτός τών Αθηνών, καί στόν χώρο τής Αλεξάνδρειας καί τής Αντιοχείας, πού επηρέασε μερικούς Χριστιανούς θεολόγους. Εξακολουθούσαν νά λειτουργούν οι φιλοσοφικές σχολές στίς οποίες διδασκόταν η ελληνική φιλοσοφία, καί κυκλοφορούσαν τά έργα τών αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων.  Κυρίως από τόν 3ο αιώνα αναπτύχθηκε ο νεοπλατωνισμός πού ήταν μιά προσπάθεια αναβίωσης τού αρχαίου πλατωνισμού, μέ νέα στοιχεία. Βασική διδασκαλία τού νεοπλατωνισμού είναι ότι χωρίζεται η πραγματικότητα σέ τέσσερα επίπεδα, ήτοι τό έν πού είναι η ουσία, ο νούς, η ψυχή, καί ο αισθητός κόσμος. Κάθε ένα από αυτά προέρχεται από τό προηγούμενο, διά τής απορροής, καί μεταξύ τους υπάρχει η λεγόμενη «αλυσίδα τού όντος». Έτσι, από τό πλεόνασμα τού ενός –τής ουσίας– δημιουργήθηκε διά τής απορροής ο νούς από τό πλεόνασμα τού νού δημιουργήθηκε, διά τής απορροής, η ψυχή από τό πλεόνασμα τής ουσίας τής ψυχής δημιουργήθηκε, διά τής απορροής, ο αισθητός κόσμος.

Κατά τόν νεοπλατωνισμό η ψυχή διακρίνεται σέ κοσμική ψυχή «χάρη στήν οποία η απροσδιόριστη ύλη προσέλαβε μορφή» καί έτσι σχηματίζονται τά αισθητά πράγματα, καί στήν ανθρώπινη ψυχή «η οποία αποτελεί τή μορφή τού σώματος τού φορέα της». Ο προορισμός τού ανθρώπου είναι η επανάκαμψη τής ψυχής από τήν επιρροή τού σώματος στό αρχικό έν από τό οποίο προήλθε. Έτσι γίνεται λόγος γιά τρία στάδια, ήτοι τήν μονή, τήν πρόοδο καί τήν επιστροφή.

Ο νεοπλατωνισμός διαμορφώθηκε σέ διάφορες σχολές στίς μεγάλες πόλεις καί περιοχές τής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, όπως τήν Ρώμη, τήν Αλεξάνδρεια, τήν Συρία, τήν Πέργαμο, τήν Αθήνα κ.λ.π. καί εκφραστές τους ήταν ο Πλωτίνος, ο Πορφύριος, ο Ιάβλιχος κ.ά. Ο νεοπλατωνισμός πού εμφανίσθηκε τόν 3ο αιώνα επέζησε μέ διάφορες μορφές σέ όλους τούς αιώνες, μέχρι τήν φιλοσοφία τής εποχής μας.

Αποστέλεσμα όλων αυτών τών φιλοσοφικών καί θρησκευτικών ρευμάτων ήταν ότι επηρεάσθηκαν μερικοί Χριστιανοί θεολόγοι, οι οποίοι φιλοσοφούσαν πάνω στήν αποκαλυπτική αλήθεια τού Χριστού καί ανέπτυξαν τόν λεγόμενο εξελληνισμένο Χριστιανισμό. Πρόκειται γιά μερικούς θεολόγους οι οποίοι προσπαθούσαν νά κατανοήσουν καί νά ερμηνεύσουν τήν χριστιανική διδασκαλία μέσα από τήν ελληνική φιλοσοφία καί τά φιλοσοφικά καί θρησκευτικά ρεύματα τής εποχής τους. Οι Χριστιανοί θεολόγοι αυτής τής κατηγορίας θεολογούσαν περισσότερο φιλοσοφικά, χωρίς νά διαθέτουν προσωπική εμπειρία τής αποκαλύψεως τού Χριστού, καί έτσι εξελλήνισαν τόν Χριστιανισμό, απομακρύνθηκαν από τήν χριστιανική διδασκαλία καί κατέληξαν σέ αιρέσεις.

Στήν κατηγορία αυτήν υπάγονται ο Παύλος Σαμοσατεύς, ο Λουκιανός Αντιοχεύς, ο Σαβέλλιος, ο Άρειος καί οι Αρειανοί, ο Ευνόμιος, τούς οποίους αντιμετώπιζαν οι Πατέρες τής Εκκλησίας. Όλοι αυτοί προσπαθούσαν νά ερμηνεύσουν τήν χριστιανική θεολογία, χρησιμοποιώντας τήν ελληνική φιλοσοφία, στά θέματα σχέσεως μεταξύ τών Προσώπων τής Αγίας Τριάδος, στήν ενανθρώπηση τού Λόγου τού Θεού καί τήν ένωση τών δύο φύσεων στόν Χριστό, καί τήν δημιουργία τού κόσμου. Έκαναν λόγο γιά πρόσωπα καί υπόσταση, γιά ουσία καί ενέργειες, γιά μεταφυσικά, αμετάβλητα καί μεταβλητά, γιά εντελέχεια κλπ.

Τά φιλοσοφικά, θρησκευτικά καί θεολογικά αυτά ρεύματα διαμόρφωσαν ένα κλίμα στήν Εκκλησία τών τριών πρώτων αιώνων καί κυριαρχούσαν στίς απόψεις μερικών θεολόγων γύρω από τά θεολογικά θέματα. Αυτές οι αιρετικές απόψεις επηρέαζαν τούς Χριστιανούς, όπως ήταν φυσικό, καί οι Επίσκοποι προσπαθούσαν νά τίς αντιμετωπίσουν. Επρόκειτο γιά μιά νέα πρόκληση στήν οποία βρέθηκε η Χριστιανική Εκκλησία. Ενώ στούς πρώτους αιώνες η πρόκληση αναφερόταν στήν ομολογία τής πίστεως η οποία εκφραζόταν διά τού μαρτυρίου καί ανέδειξε τούς μάρτυρες, κατά τόν 3ο καί 4ο αιώνα, η πρόκληση αναφερόταν στήν ομολογία τής πίστεως μέ όρους τής εποχής εκείνης καί ανέδειξε τούς Μεγάλους Πατέρες τής Εκκλησίας.

3. Η διαμόρφωση τής ορθόδοξης θεολογίας καί ζωής

Η Εκκλησία κατά τόν 4ο αιώνα βρέθηκε μπροστά σέ αυτές τίς προκλήσεις, πού προέρχονταν από τόν Ιουδαϊσμό, τόν γνωστικισμό, τήν ελληνική φιλοσοφία καί κυρίως τόν νεοπλατωνισμό. Χρειάσθηκε, επομένως νά αντιμετωπίση όλα αυτά τά φιλοσοφικά καί θρησκευτικά ρεύματα καί νά εκφράση τήν αποκαλυπτική της αλήθεια μέσα από τήν νέα ορολογία. Έτσι, χωρίς νά χάση καθόλου τό περιεχόμενο τής Αποκαλύψεως υιοθέτησε μιά νέα ορολογία. Μέ αυτόν τόν τρόπο αντιμετώπισε καί τόν κίνδυνο πού προερχόταν από τούς αιρετικούς πού εξέφραζαν τόν λεγόμενο εξελληνισμένο Χριστιανισμό, καί οι οποίοι μετέτρεπαν τόν Χριστιανισμό σέ μιά μορφή τού ελλη­νισμού, μέ τήν δική του φιλοσοφική σκέψη.

Έτσι, η Εκκλησία από αυτήν τήν συνάντηση, διά τών Πατέρων της, εξέφρασε τόν εκχριστιανισμένο ελληνισμό, όπως τό χαρακτήριζε ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκι. Τά ιδιαίτερα σημεία πού διακρίνουν αυτήν τήν προσπάθεια, πού είναι πραγματικά εργώδης, μπορούν νά εντοπισθούν σέ δύο ενδεικτικές χρονολογίες, ήτοι τό έτος 325 μ.Χ. πού συνεκλήθη η Α’ Οικουμενική Σύνοδος στήν Νίκαια τής Βιθυνίας, καί τό έτος 381 μ.Χ. πού συνεκλήθη η Β’ Οικουμενική Σύνοδος στήν Κωνσταντινούπολη.

Τό διάστημα πού προηγήθηκε τής Α’ Οικουμενικής Συνόδου, καί τό διάστημα μεταξύ τής Α’ καί Β’ Οικουμενικής Συνόδου ήταν πολύ σημαντικά γιά τήν Εκκλησία, γιατί τότε αγωνίσθηκε γιά νά διαμορφωθή η νέα πραγματικότητα, νά εκφρασθή η αυθεντική θεολογία μέσα από νέους όρους, οι οποίοι θά παραμείνουν έκτοτε στήν Εκκλησία μέχρι σήμερα. Υπέρμαχος στήν Α’ Οικουμενική Σύνοδο ήταν ο Μ. Αθανάσιος καί στήν Β’ Οικουμενική Σύνοδο ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, καί ακόμη έμμεσα ο Μ. Βασίλειος, ο οποίος είχε κοιμηθή πρίν συνέλθη η Σύνοδος (379 μ.Χ.) αλλά μέ τήν διδασκαλία καί τό έργο του προετοίμασε όλη τήν θεολογία τής Συνόδου αυτής.

Στήν συνέχεια θά τονισθούν μερικά σημεία τά οποία δείχνουν τό τί έγινε τόν 4ο αιώνα στήν Ορθόδοξη Εκκλησία, μόλις βγήκε από τήν περίοδο τών διωγμών καί τού μαρτυρίου, αλλά καί πώς αντιμετώπισε τήν πρόκληση τών αιρέσεων πάνω στό θέμα αυτό.  Στήν θεολογία, δηλαδή τήν τριαδολογία, χρησιμοποιήθηκε μιά νέα ορολογία μέσα στήν οποία διασώθηκε όλη η αποκαλυπτική θεολογία γιά τήν Αγία Τριάδα. Έτσι, ενώ μέχρι τότε έκαναν λόγο γιά τό τρισήλιο Φώς, τά τρία Φώτα –τού Πατρός, τού Υιού καί τού Αγίου Πνεύματος– τώρα οι Μεγάλοι Πατέρες, χωρίς νά αποδεσμευθούν καί από αυτήν τήν βιβλική ορολογία, έκαναν λόγο γιά πρόσωπα, ουσία, ενέργεια, τρόπο υπάρξεως, προκειμένου νά εκφράσουν τήν σχέση μεταξύ τους. Ο Θεός είναι τρία πρόσωπα-υποστάσεις, υπάρχει μιά κοινή ουσία καί ενέργεια, τό κάθε πρόσωπο έχει τόν ιδιαίτερο τρόπο υπάρξεώς του, τό λεγόμενο υποστατικό ιδίωμα, ο άνθρωπος μετέχει τής ενεργείας τού Θεού καί όχι τής ουσίας Του. Μέ τόν τρόπο αυτό οι Πατέρες τής Εκκλησίας αντιμετώπισαν όλες τίς εμφανισθείσες αιρέσεις καί διασώθηκε η αποκαλυπτική θεολογία. Αυτή είναι η λεγόμενη πολεμική θεολογία. Τελικά, στήν υμνογραφία τής Εκκλησίας, καθώς καί στά πατερικά κείμενα, διασώθηκαν τόσο η βιβλική όσο καί η πατερική ορολογία.

Στήν χριστολογία, οι Πατέρες, χρησιμοποιώντας τούς όρους τών φιλοσοφούντων θεολόγων, έκαναν κάποια άλλη χρήση τους γιά νά τό εκφράσουν καλύτερα. Ενώ ο Πατήρ, ο Υιός καί τό Άγιον Πνεύμα έχουν μία φύση καί ενέργεια στά Τρία Πρόσωπα, ο Χριστός έχει δύο φύσεις καί ενέργειες, θεία καί ανθρώπινη, στό ένα πρόσωπό Του. Στήν υμνογραφία τής Εκκλησίας, αλλά καί στά πατερικά κείμενα διασώθηκε καί στό θέμα αυτό τόσο η βιβλική θεολογία πού κάνει λόγο γιά τόν Μεγάλης Βουλής άγγελο, γιά τόν Κύριο τής δόξης, όσο καί η πατερική ορολογία, γιά τίς δύο φύσεις, θεία καί ανθρώπινη, πού ενώθηκαν στό ένα πρόσωπο τού Λόγου.

Στήν εκκλησιολογία έγινε μεγάλη προσπάθεια γιά νά κατοχυρωθή η ενότητα τών Τοπικών Εκκλησιών. Αυτό τό επέτυχαν οι Πατέρες μέ τούς ιερούς κανόνες στίς Τοπικές καί Οικου­μενικές Συνόδους, όπου γίνεται λόγος γιά τόν τρόπο μέ τόν οποίο ενεργούν τά χαρίσματα κάθε μέλους τής Εκκλησίας, γιά τήν επισκοποκεντρική θεώρησή της. Επίσης, προσλήφθηκε τό διοικητικό σύστημα διοικήσεως τής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας μέ τίς Επαρχίες, τίς Διοικήσεις - Εξαρχίες καί τίς Υπαρχίες, γιά νά συγκροτηθή τό συνοδικό σύστημα διοικήσεως τής Εκκλησίας. Μέ αυτήν τήν ρύθμιση όρισαν τό Μητροπολιτικό σύστημα στήν Α’ Οικουμενική Σύνοδο, στήν Β' Οικουμενική Σύνοδο θεσπίσθηκε τό υπερμητροπολιτικό σύστημα τό οποίο εξελίχθηκε σέ Πατριαρχικό σύστημα διοικήσεως. Μέ τόν τρόπο αυτό αντιμετωπίσθηκαν τά σχίσματα καί οι διαιρέσεις, καί διατηρήθηκε η ενότητα τής Εκκλησίας.

Στήν ευχαριστιολογία επικεντρώθηκε τό ενδιαφέρον καί η προσοχή στήν θεία Ευχαριστία σέ σχέση μέ τά άλλα Μυστήρια τής Εκκλησίας. Είναι γνωστόν ότι η θεία Ευχαριστία, σέ συνδυασμό μέ τά δόγματα καί τήν Αγία Γραφή, αποτελεί τό κέντρο τής εκκλησιαστικής ζωής. Οι Κληρικοί, μοναχοί καί λαϊκοί συνέρχονται στήν θεία Ευχαριστία γιά νά κοινωνήσουν τού Σώματος καί τού Αίματος τού Χριστού. Έτσι, καί οι Τρείς Ιεράρχες συνέταξαν ευχές γιά τήν θεία Ευχαριστία, πού έλαβαν καί τό όνομά τους.

Στήν ανθρωπολογία έγινε προσπάθεια νά καθορισθή η διδασκαλία τί είναι ο άνθρωπος, ποιός τόν δημιούργησε καί ποιός είναι ο σκοπός τής ζωής του. Αναπτύχθηκε ιδιαίτερα η διδασκαλία γιά τό κατ’ εικόνα καί τό καθ’ ομοίωση τού ανθρώπου καί ερμηνεύθηκαν οι όροι αυτοί θεολογικά. Παρουσιάσθηκε η αλήθεια ότι ο άνθρωπος δέν είναι δημιούργημα τού κακού Θεού, δέν είναι αποτέλεσμα τού μηδενός, αλλά ποίημα τού Θεού καί δέν προϋπήρχε η ψυχή τού σώματος ούτε τό σώμα τής ψυχής.

Στήν μοναχική ζωή καθορίσθηκαν οι κανόνες καί οι όροι μέσα από τούς οποίους μπορούν οι μοναχοί νά ζήσουν εκκλη­σιαστικά καί ευαγγελικά. Γιατί μετά τήν λήξη τών διωγμών καί τήν επελθούσα εκκοσμίκευση στόν χώρο τής εκκλησιαστικής ζωής αναπτύχθηκε στό έπακρο ο αναχωρητισμός πού μπορούσε νά εξελιχθή σέ έναν χριστιανικό αναρχισμό. Η Εκκλησία διά τών φωτισμένων Πατέρων καθόρισε τούς κανόνας βάσει τών οποίων θά οργανωθούν οι μοναχοί σέ κοινόβια καί τό κυριότερο θά είναι κάτω από τήν ποιμαντική καθοδήγηση τών Επισκόπων τής Πόλεως.

Στήν ποιμαντική καθοδήγηση τών μελών τής Εκκλησίας δόθηκε ιδιαίτερο ενδιαφέρον, διότι τά μέλη τής Εκκλησίας έπρεπε νά παιδαγωγούνται γιά νά ζούν πραγματικά τήν εν Χριστώ ζωή μέσα στήν Εκκλησία. Μέσα σέ αυτήν τήν προοπτική πρέπει νά δούμε τίς ομιλίες τών Πατέρων κατά τίς λειτουργικές καί λατρευτικές συνάξεις, πού αναφέρονται στό δόγμα καί τήν άσκηση.  Επομένως, η Εκκλησία, ιδιαίτερα τόν 4ο αιώνα, εργάσθηκε συστηματικά γιά τήν οργάνωση καί τήν ανάπτυξή της, αφού απέκτησε τήν ελευθερία της. Ο 4ος αιώνας είναι ένας αιώνας πολύ σημαντικός γιά όλη τήν εκκλησιαστική ζωή, πού αντιμετώ­πισε δημιουργικά όλες τίς προκλήσεις τής εποχής εκείνης.

Το Β μέρος: ( Ο τέταρτος (4ος) αιώνας ως ο «χρυσούς» αιώνας τής Εκκλησίας (Β') )

ΜΑΪΟΣ 2013

  • Προβολές: 1279

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance