• Αρχική
  • Τεῦχος 204 - Ἰούλιος 2013
  • Μιά σημαντική διδακτορική διατριβή γιὰ «τὸ ἑρμηνευτικὸ πλαίσιο τῆς Χριστολογίας τοῦ Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ»

Μιά σημαντική διδακτορική διατριβή γιὰ «τὸ ἑρμηνευτικὸ πλαίσιο τῆς Χριστολογίας τοῦ Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ»

Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. Ιεροθέου

Τήν 25η Ιουνίου ε. έ. παρακολούθησα στήν αίθουσα Συνεδριάσεων τής Θεολογικής Σχολής Θεσσαλονίκης τήν υποστήριξη τής διατριβής τού κ. Γεωργίου Σίσκου πού υποβλήθηκε στό Τμήμα Ποιμαντικής καί Κοινωνικής Θεολογίας, μέ θέμα «Τό ερμηνευτικό πλαίσιο τής Χριστολογίας τού αγίου Μαξίμου τού Ομολογητού», ύστερα από παράκληση τού υποψηφίου διδάκτορος.

Η αλήθεια είναι ότι κι εγώ έδειξα ενδιαφέρον γιά τήν διατριβή αυτή, γιατί τήν συζητούσαμε μέ τόν συγγραφέα της, κατά τήν διάρκεια τής εκπονήσεώς της καί διέκρινα τήν εξαιρετική σημασία της γιά τήν Εκκλησία, τήν θεολογία καί τήν εποχή μας.

Η επταμελής επιτροπή αποτελείτο από τούς καθηγητές Δέσπω Λιάλιου, Δημήτριο Τσελεγγίδη, Κωνσταντίνο Χρήστου, Σεβ. Μητροπολίτη Προύσης Ελπιδοφόρο, Βασίλειο Τσίγκο, Συμεών Πασχαλίδη, π. Χρήστο Φιλιώτη-Βλαχάβα. Κατά τήν διάρκεια τής υποστήριξης τής διατριβής έγιναν τοποθετήσεις καί ερωτήσεις από τούς καθηγητές καί ο κρινόμενος υποψήφιος διδάκτορας απαντούσε διεξοδικά, ως άριστος γνώστης τού θέματος αυτού, τόσο από τήν πλευρά τής διδασκαλίας τού αγίου Μαξίμου σέ σχέση μέ τήν χαλκηδόνια καί αντιχαλκηδόνια Χριστολογία, όσο καί από τήν πλευρά τής σύγχρονης θεολογικής βιβλιογραφίας γιά τό θέμα αυτό.

Η όλη συζήτηση μέ εντυπωσίασε γιατί έγινε σέ υψηλό ακαδημαϊκό καί θεολογικό επίπεδο, πού τιμά τήν Θεολογική Σχολή, καί δείχνει τήν προσφορά της στήν επιστήμη καί στήν Ορθόδοξη Εκκλησία, καί επιθύμησα νά γινόταν κάποτε μιά τέτοια συζήτηση δογματικού περιεχομένου στήν Ιεραρχία τής Εκκλησίας τής Ελλάδος.

Ο συγγραφέας δέν φιλοσοφεί πάνω στά κείμενα πού μελετά, δέν στοχάζεται, δέν αυθαιρετεί, αλλά εργάζεται φιλολογικά καί ιστορικά, ερευνώντας τήν σημασία τών λέξεων καί τών φράσεων πού χρησιμοποιούνται, αλλά τά ερμηνεύει καί θεολογικά.

Όταν οι Καθηγητές τελείωσαν τίς ερωτήσεις τους καί έλαβαν τεκμηριωμένες καί ολοκληρωμένες απαντήσεις από τόν κρινόμενο υποψήφιο διδάκτορα, μέ παρεκάλεσαν, άν ήθελα, νά εκφράσω κάποιο λόγο. Είναι αλήθεια ότι πρώτη φορά συμμετείχα σέ μιά τέτοια διαδικασία, αλλά καί οι καθηγητές έδειξαν ιδιαίτερο σεβασμό καί τιμή στό πρόσωπό μου.

Μεταξύ τών άλλων εξέφρασα τήν χαρά μου γιά τήν υψηλού θεολογικού επιπέδου συζήτηση πού διεξήχθη –η οποία δείχνει τήν θεολογική εργασία πού γίνεται στίς Θεολογικές Σχολές– καί τόνισα ότι ο άγιος Μάξιμος είναι ένας μεγάλος Πατέρας τής Εκκλησίας, επειδή συνδύαζε στενά τήν ησυχαστική παράδοση μέ τήν ομολογία τής πίστεως. Επειδή ήταν ησυχαστής καί είχε εμπειρική γνώση τού Θεού, γι’ αυτό ήταν καί μεγάλος θεολόγος καί Ομολογητής.

Έπειτα, τόνισα ότι έχει μεγάλη σημασία νά διαβάζη κανείς προσεκτικά τά κείμενα τών Πατέρων τής Εκκλησίας, νά καταλαβαίνη στό βάθος τήν διδασκαλία τους καί νά μήν προσπαθή νά τήν προσαρμόζη στίς δικές του ερμηνευτικές διαδικασίες. Έχει μεγάλη σημασία νά βλέπη κανείς τί ακριβώς γράφει ένας Πατέρας, άσχετα άν συμφωνή ή όχι μαζί του. Στήν κρινόμενη διατριβή, τήν οποία διάβασα, παρατήρησα τήν άριστη κατανόηση τών κειμένων τού αγίου Μαξίμου, αλλά καί τών άλλων Χαλκηδονίων ή αντιχαλκηδονίων θεολόγων.

Προσδιορίζονται κείμενα τών Καππαδοκών Πατέρων, ήτοι τού Μ. Βασιλείου, τού αγίου Γρηγορίου τού Θεολόγου καί τού αγίου Γρηγορίου Νύσσης στά οποία γίνεται λόγος γιά τήν ουσία-φύση καί τό πρόσωπο-υπόσταση καί καταγράφεται πώς αυτοί οι όροι μεταφέρονται από τόν άγιο Μάξιμο στήν Χριστολογία.

Στήν συνέχεια υπογράμμισα τήν επικαιρότητα τής διδασκαλίας τού αγίου Μαξίμου, γιατί εκτός από τήν συζήτηση πού γίνεται μεταξύ ορθοδόξων καί μονοφυσιτών-αντιχαλκηδονίων, συγχρόνως σήμερα γίνεται συζήτηση γιά τήν θέληση στόν άνθρωπο. Καί παρατηρεί κανείς ότι, ενώ ο σχολαστικισμός ταυτίζει τήν ενέργεια μέ τήν ουσία, ο περσοναλισμός συνδέει τήν ενέργεια μέ τό πρόσωπο-υπόσταση.

Τέλος, μακάρισα τόν υποψήφιο γιατί είχε μιά εξαιρετική σύμβουλο, τήν καθηγήτρια κ. Δέσπω Λιάλιου, η οποία παρακολούθησε μέ προσοχή τήν όλη εξέλιξη τής μελέτης αυτής, αλλά επήνεσα καί εκείνη γιατί ανέδειξε έναν τέτοιο ικανό μαθητή.

Μετά από σύσκεψη η επταμελής Επιτροπή τών Καθηγητών αποφάσισε νά βαθμολογήση τήν διατριβή ομοφώνως μέ άριστα καί μέ διάκριση.

Στήν συνέχεια θά κάνω μιά σύντομη, συνοπτική καί αναγκαστικά επιλεκτική παρουσίαση τής σημαντικής αυτής διδακτορικής διατριβής γιά τό ερμηνευτικό πλαίσιο τής Χριστολογίας τού αγίου Μαξίμου τού Ομολογητού.

1. Η ενασχόλησή μου μέ τό άγιο Μάξιμο τόν Ομολογητή

Η διδασκαλία τού αγίου Μαξίμου τού Ομολογητού (580-662) μέ προσήλκυσε από τήν δεκαετία τού 1970, διάβαζα κυρίως τά ασκητικά καί θεολογικά του συγγράμματα, τά κεφάλαια «περί αγάπης», «περί θεολογίας» καί «εις τήν προσευχήν τού Πάτερ ημών» πού έχουν συμπεριληφθή στήν «Φιλοκαλία τών ιερών νηπτικών», τά οποία όπως φαίνεται είναι τά πρώϊμα έργα του. Μέ ωφέλησαν πολύ στήν ποιμαντική μου διακονία, γιατί έβλεπα όλη τήν ασκητική διδασκαλία του, τόν ησυχασμό του, καί τόν τρόπο μέ τόν οποίο θεολογούσε.

Αργότερα διάβασα πολλά κείμενά του πού αναφέρονται στήν «Μυσταγωγία», τήν ερμηνεία του στά Συγγράμματα τού αγίου Διονυσίου τού Αρεοπαγίτου, τήν λύση τών αποριών σέ λόγους τού αγίου Διονυσίου καί τού αγίου Γρηγορίου τού Θεολόγου, τά ερμηνευτικά του κείμενα, τίς επιστολές του κλπ. Ο άγιος Μάξιμος είναι συγγενής, κατά πνεύμα, μέ τούς προηγούμενους Πατέρες τής Εκκλησίας καί γι’ αυτό κατανοούσε άριστα τήν διδασκαλία τους.

Έπειτα μελέτησα τά δογματικά καί αντιρρητικά του έργα μέ τά οποία αντιμετώπισε τήν αίρεση τού μονοενεργητισμού καί τού μονοθελητισμού, μέ τά οποία συνετέλεσε στήν κατοχύρωση τού ορθοδόξου δόγματος στήν ΣΤ’ Οικουμενική Σύνοδο, ότι δηλαδή στόν Χριστό υπάρχουν δύο ενέργειες, καί δύο θελήσεις -θεία καί ανθρώπινη- οι οποίες ενεργούσαν στό ένα πρόσωπό Του. Σαφέστατα πρόκειται γιά τήν συνέχιση τής διδασκαλίας τών Πατέρων τής Δ’ Οικουμενικής Συνόδου.

Αυτή η ενασχόλησή μου φαίνεται σέ όλα τά έργα πού έχω δημοσιεύσει από τήν δεκαετία τού 1980. Είναι χαρακτηριστικό ότι ένα μεγάλο ασκητικό μέρος τής διδασκαλίας τού αγίου Μαξίμου συμπεριελήφθηκε στό πρώτο βασικό βιβλίο μου μέ τίτλο «Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία» πού δημοσιεύθηκε τό έτος 1985. Κατάλαβα ότι ο άγιος Μάξιμος ανέλυσε διεξοδικά τήν ασκητική διδασκαλία τής Εκκλησίας, μέσα από τόν θεολογικό θεραπευτικό χαρακτήρα, πράγμα πού παρατηρείται σέ όλη τήν εκκλησιαστική μας παράδοση καί τήν έβλεπε συνδεδεμένη μέ τά Μυστήρια. Η ερμηνεία πού κάνει στήν «Μυσταγωγία» ενοποιεί τόν ησυχασμό, τήν Ευχαριστία καί τήν εσχατολογία.

Έτσι, όσοι υποτιμούν καί διαβάλλουν τήν «Φιλοκαλία τών ιερών Νηπτικών», μεταξύ τών οποίων καί τά κείμενα τού αγίου Μαξίμου τού Ομολογητού, ότι δήθεν αλλοιώνουν τήν εκκλησιαστική παράδοση καί τήν θρησκειοποιούν –ότι δήθεν ο τρόπος πού συντάχθηκαν αποτελεί θρησκειοποίηση τού εκκλησιαστικού γεγονότος– ενώ ασφαλώς αυτά τά κείμενα προϋποθέτουν τήν μυστηριακή ζωή, αυτοί διαπράττουν μεγάλο θεολογικό καί εκκλησιαστικό ατόπημα.

Στήν συνέχεια μελετούσα οποιαδήποτε σοβαρή μελέτη ερχόταν στήν αντίληψή μου πού αφορούσε τήν διδασκαλία τού αγίου Μαξίμου γιά τήν θεολογία, τήν Χριστολογία, τήν ανθρωπολογία, τήν εκκλησιολογία, τήν κτισιολογία, καί τήν εσχατολογία. Μέσα από τίς μελέτες μου αυτές διαπίστωσα τήν αξία καί τήν σπουδαιότητα τού μεγάλου αυτού Πατρός τής Εκκλησίας τού 7ου αιώνος πού έπαιξε σημαντικό ρόλο στήν διατύπωση τής διδασκαλίας μέ αγώνα, ομολογία, θυσίες καί μαρτυρικό φρόνημα.

2. Η διάρθρωση τής διατριβής

Είναι γνωστόν ότι ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογής έζησε σέ μιά δύσκολη εκκλησιαστική περίοδο, καί αξιοποιώντας τίς αποφάσεις τής Δ’ Οικουμενικής Συνόδου στήν Χαλκηδόνα, προετοίμασε τό έδαφος γιά τήν απόφαση τής ΣΤ’ Οικουμενικής Συνόδου πού ολοκλήρωσε τήν διδασκαλία τής Εκκλησίας γιά τήν Χριστολογία καί έτσι αντιμετωπίσθηκαν όλες οι αιρέσεις στό Χριστολογικό θέμα.

Η διατριβή τού κ. Γεωργίου Σίσκου ασχολείται μέ εξαιρετική επιτυχία, όπως τό λέγει καί ο τίτλος της, μέ τό ερμηνευτικό πλαίσιο τής Χριστολογίας τού αγίου Μαξίμου τού Ομολογητού. Οι καλές διατριβές περιορίζονται κυρίως σέ επί μέρους ζητήματα καί αναδεικνύουν σημαντικές λεπτομέρειες πού προάγουν τήν επιστημονική έρευνα γιά έναν συγγραφέα ή γιά ένα συγκεκριμένο θέμα σέ μιά χρονική περίοδο. Έτσι, η διατριβή αυτή περιορίζεται στήν Χριστολογία τού αγίου Μαξίμου καί κατ’ ουσίαν στό ερμηνευτικό της πλαίσιο.

Αυτό σημαίνει ότι η εξέταση τής Χριστολογίας τού αγίου Μαξίμου γίνεται βάσει τών κειμένων του μέ τά οποία απαντά στούς νεστοριανούς, τούς αντιχαλκηδονίους, κυρίως στόν Σεβήρο, στούς μονοενεργήτες καί τούς μονοθελήτες, τών οποίων τά κείμενα επίσης μελετώνται. Γίνεται προσεκτική ανάγνωση καί ερμηνεία τών κειμένων αυτών, τών όρων πού χρησιμοποιούνται από όλους αυτούς, καί τήν ορθόδοξη κατάληξή τους στόν άγιο Μάξιμο, καί βεβαίως εξάγονται ασφαλή συμπεράσματα.

Ο συγγραφέας δέν φιλοσοφεί πάνω στά κείμενα πού μελετά, δέν στοχάζεται, δέν αυθαιρετεί, αλλά εργάζεται φιλολογικά καί ιστορικά, ερευνώντας τήν σημασία τών λέξεων καί τών φράσεων πού χρησιμοποιούνται, αλλά τά ερμηνεύει καί θεολογικά. Χρησιμοποιεί μιά αυστηρή επιστημονική μέθοδο, καί μάλιστα μέ τίς μακροσκελείς καί εξαντλητικές, μερικές φορές, υποσημειώσεις κρίνονται όσοι αυθαιρετούν στοχαστικώς πάνω στά κείμενα.

Έτσι αποδεικνύεται ότι ο Σεβήρος διαστρεβλώνει τήν διδασκαλία τού αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας, παραμένοντας μόνον στό εξωτερικό λεκτικό επίπεδο τής διδασκαλίας του, ενώ οι Πατέρες τής Συνόδου τής Χαλκηδόνας καί ο άγιος Μάξιμος είναι γνήσιοι εκφραστές τής ουσίας τής διδασκαλίας τού αγίου Κυρίλλου.

Η όλη διατριβή διαρθρώνεται σέ τρία μέρη. Στό πρώτο μέρος γίνεται λόγος γιά τίς δύο φύσεις -θεία καί ανθρωπίνη- στόν Χριστό, δηλαδή γιά τό πώς ενεργούσαν οι δύο φύσεις στήν μία υπόσταση τού Λόγου. Στό δεύτερο μέρος γίνεται αναφορά στίς δύο ενέργειες τού Χριστού καί γενικότερα στήν αντιμονοενεργητική αντιρρητική διδασκαλία τού αγίου Μαξίμου. Στό τρίτο μέρος γίνεται λόγος γιά τήν διδασκαλία τού αγίου Μαξίμου γιά τίς δύο θελήσεις στόν Χριστό καί, επομένως, παρουσιάζεται η διδασκαλία του εναντίον τού μονοθελητισμού.

Τά τρία αυτά μέρη χωρίζονται σέ επί μέρους κεφάλαια στά οποία παρουσιάζεται η Χριστολογική διδασκαλία τού αγίου Μαξίμου καί αναλύεται τό όλο θέμα μέ σημαντικές παρατηρήσεις καί νέες επισημάνσεις πάνω στήν διδασκαλία τού θεοσόφου αυτού Πατρός τής Εκκλησίας.

Μού αρέσει νά διαβάζω κείμενα διατριβών, από προσεκτικούς ερευνητές, επειδή γνωρίζω ότι οι συγγραφείς τους, κατά τεκμήριο, κάνουν ενδελεχή έρευνα στίς πηγές καί μέ βάση αυτήν τήν έρευνα κρίνουν καί τήν υπάρχουσα βιβλιογραφία. Μόλις αρχίζω τήν μελέτη τού βιβλίου διαβάζω τόν πρόλογο, τήν εισαγωγή καί τά συμπεράσματα, ώστε νά εισέλθω στήν ουσία τού θέματος, γιατί στίς τρείς αυτές ενότητες μπορεί κανείς νά αντιληφθή μέ συντομία όλη τήν σκέψη τού ερευνητού. Καί αφού εισέλθω στό νόημα τών θεμάτων πού θίγονται, ακολούθως αρχίζω μέ άνεση καί μέ προσοχή νά μελετώ τά κεφάλαια τής διατριβής, προσπαθώντας νά εντοπίσω τό καινούργιο πού κομίζει κάθε ερευνητής μέ τήν εργασία του. Τό ίδιο έκανα καί στήν συγκεκριμένη διατριβή.

Στόν πρόλογο διαπιστώνεται από τόν συγγραφέα ο τρόπος μέ τόν οποίο η σύγχρονη θεολογική επιστήμη επιχειρεί τήν «αναπροσαρμογή τής εκκλησιαστικής ερμηνευτικής», μέ τήν οποία «οι πηγές ερμηνεύονται διά φιλοσοφικών, κοινωνιολογικών, ψυχολογικών εργαλείων, προκειμένου νά αχθούν σέ απαντήσεις πού αφορούν ερωτήματα τού συγχρόνου ανθρώπου». Η «μεταγραφή» αυτή τών πατερικών κειμένων μέ τά δεδομένα τής εποχής μας ενέχει πολλούς κινδύνους, αφού δέν κατανοούνται μέ σοβαρότητα τά κείμενα αυτά, τά οποία εκλαμβάνονται ως ένα «μουσειακό έκθεμα», άν δέν μεταγραφούν στοχαστικά, φιλοσοφικά, κοινωνιολογικά στήν εποχή μας, καί ακόμη υπονομεύεται η ταυτότητα τής εμπειρίας τών Προφητών, τών Αποστόλων καί τών Πατέρων. Ο συγγραφεύς δηλώνει ότι θά επιχειρήση νά κατανοήση τήν σκέψη τού αγίου Μαξίμου σέ «μιά προτεραιότητα μαθητείας καί υπακοής» στά κείμενά του καί αυτό τό κατορθώνει σέ όλες τίς σελίδες τής διατριβής του.

Στήν εισαγωγή αναλύεται ο σκοπός τής διατριβής πού είναι «η ιστορικοδογματική διερεύνηση καί ανάλυση τού ερμηνευτικού πλαισίου, μέσα στό οποίο κατανοούνται οι όροι καί οι διατυπώσεις, πού αφορούν στήν έκθεση τού Χριστολογικού δόγματος, από τόν άγιο Μάξιμο τόν Ομολογητή. Γιά νά κατανοηθή αυτό τό ερμηνευτικό πλαίσιο αναζητούνται τά ιστορικά αίτια τών κειμένων, τών όρων καί τών διατυπώσεων εξετάζεται ο τρόπος πού προσλαμβάνεται η εκκλησιαστική καί φιλοσοφική παράδοση στίς ιστορικές συγκυρίες γίνεται «ανατομία τής μονοθελητικής κατασκευής ως πρός τίς προϋθέσεις τών δημιουργών της» καί ερευνάται «η αντιρρητική επανερμηνεία τής μονοθελητικής κατασκευής».

Στήν συνέχεια γίνεται λόγος γιά τίς κατευθύνσεις πού παρατηρήθηκαν στίς Χριστολογικές διατυπώσεις τού αγίου Μαξίμου, γιά τίς έννοιες πού χρησιμοποιεί ο άγιος Μάξιμος, όπως καί στούς όρους τής προγενέστερης παράδοσης, γίνεται αναφορά στήν βιβλιογραφία πάνω στήν διδασκαλία του σέ διάφορα θεολογικά θέματα από σύγχρονους θεολόγους, αφού μάλιστα ο συγγραφεύς διαβάζει καί κρίνει κατάλληλα τήν ελληνόφωνη, τήν αγγλόφωνη, τήν γαλλόφωνη καί τήν γερμανόφωνη βιβλιογραφία. Έτσι, ο αναγνώστης ενημερώνεται επαρκώς γιά τίς έρευνες πού έγιναν στήν θεολογία τού αγίου Πατρός, ώστε στήν συνέχεια νά εντοπίση τό θέμα τού ερμηνευτικού πλαισίου τής Χριστολογίας πού είναι τό καινούργιο πού κομίζεται μέ τήν διατριβή του. Επίσης, στήν εισαγωγή γίνεται ανάλυση γιά τό τί περιέχουν τά τρία μέρη καί τά επί μέρους κεφάλαια τού κάθε μέρους τού βιβλίου, ώστε ο αναγνώστης νά προετοιμασθή γιά τήν ανάγνωσή του.

Στό τέλος τού βιβλίου παρατίθενται τά συμπεράσματα από τήν ανάλυση τού ερμηνευτικού πλαισίου –σέ ελληνική καί αγγλική γλώσσα– διά τού οποίου ο άγιος Μάξιμος άγεται στήν ομολογία τού ενανθρωπήσαντος Υιού καί Λόγου τού Θεού μέ συγκεκριμένες διατυπώσεις καί όρους.

3. Βασικά σημεία τής διατριβής

Από τήν μελέτη τής διδασκαλίας τού αγίου Μαξίμου τού Ομολογητού, όπως αναλύεται στήν παρούσα διατριβή, διαπιστώνεται ότι οι Χριστολογικές διατυπώσεις του χωρίζονται σέ τρείς περιόδους.

Στήν πρώτη ανήκουν εκείνες πού εκφράσθηκαν από τόν άγιο Μάξιμο πρίν εμφανισθή η μονοθελητική αίρεση, πρόκειται γιά τήν περίοδο πού χαρακτηρίζεται ως «προμονοθελητική περίοδος», «καί χαρακτηρίζεται από τήν ακρίβεια καί τήν παραμονή στόν όρο τής Χαλκηδόνας». Τήν περίοδο αυτή μεταφέρονται οι Καππαδοκικοί τριαδολογικοί όροι: ουσία, φύση πρόσωπο, υπόσταση στήν Χριστολογία.

Στήν δεύτερη περίοδο ανήκουν οι Χριστολογικές διατυπώσεις πού αναφέρονται στά αντιμονοενεργητικά έργα τού αγίου Μαξίμου, στόν αγώνα του γιά τήν αναίρεση τής Χριστολογίας τού Σεβήρου καί τήν υπεράσπιση τής απόφασης τής Δ’ Οικουμενικής Συνόδου, πού έγινε στήν Χαλκηδόνα, απέναντι στούς αντιχαλκηδονίους καί τούς νεστοριανούς, αλλά δέν γίνεται ακόμη αναφορά στήν μονοθελητική αίρεση.

Δέν είναι μιά διατριβή γιά νά παραμείνη στίς βιβλιοθήκες τών Πανεπιστημίων, καί νά απασχολή μόνον τούς ειδικούς θεολόγους, αλλά γιά νά προσφέρη ουσιαστικά στοιχεία στήν Εκκλησία, προκειμένου νά αντιμετωπισθούν διάφορες σύγχρονες θεολογικές προκλήσεις.

Στήν τρίτη περίοδο ανήκουν εκείνες οι Χριστολογικές διατυπώσεις πού αναφέρονται στά αντιμονοθελητικά του έργα, στά οποία φαίνεται τό πλαίσιο τής μονοθελητικής αίρεσης καί ο αγώνας τών Ορθοδόξων. Ο μονοθελητισμός προέκυψε από τήν προσπάθεια τού Αυτοκράτορος Ηρακλείου νά συγκλίνη τήν πίστη τής Χαλκηδόνας μέ τούς αντιχαλκηδονίους συχνά μέ τήν χρησιμοποίηση «σημαινομένων τής νεστοριανικής Χριστολογίας».

Ο συγγραφέας επισημαίνει ότι η συγκεκριμένη διαίρεση σέ περιόδους αφορά συστηματικούς λόγους, καθώς σέ πολλά κείμενα τού αγίου Μαξίμου ενέργεια καί θέληση εξετάζονται μαζί, ενώ οι ερμηνευτικές αρχές πού διέπουν τήν κατοχύρωση τών δύο ενεργειών είναι διαφορετικές από εκείνες τών δύο θελήσεων.

Δέν είναι εύκολο νά καταγραφούν τά συμπεράσματα τής διατριβής αυτής στήν συνοπτική αυτήν παρουσίαση, γι’ αυτό καί θά τονισθούν τέσσερα, κατά τήν γνώμη μου, καίρια σημεία τής διατριβής.

Πρώτον. Εντοπίζεται η μεταφορά τής Καππαδοκικής ορολογίας από τήν Τριαδολογία στήν Χριστολογία ως πρός τούς όρους: ουσία, φύση, υπόσταση, πρόσωπο. Προσδιορίζονται κείμενα τών Καππαδοκών Πατέρων, ήτοι τού Μ. Βασιλείου, τού αγίου Γρηγορίου τού Θεολόγου καί τού αγίου Γρηγορίου Νύσσης στά οποία γίνεται λόγος γιά τήν ουσία-φύση καί τό πρόσωπο-υπόσταση καί καταγράφεται πώς αυτοί οι όροι μεταφέρονται από τόν άγιο Μάξιμο στήν Χριστολογία. Παρουσιάζεται ότι ο άγιος Μάξιμος γνώριζε πολύ καλά τήν θεολογία τών Καππαδοκών Πατέρων, ενώ παράλληλα αξιοποιεί καί συστηματοποιεί τό σύνολο τής μεταχαλκηδόνιας παράδοσης στό ίδιο θέμα. Πρόκειται γιά δύο ζεύγη.

Τό πρώτο ζεύγος είναι «ταυτότητα-ετερότητα». Στήν Τριαδολογία, όπως δίδαξαν οι Καππαδόκες Πατέρες, υπάρχει ταυτότητα φύσεως καί ετερότητα υποστάσεων, αφού τά πρόσωπα τής Αγίας Τριάδος έχουν τήν ίδια φύση καί ιδιαίτερες υποστάσεις, ενώ στήν Χριστολογία οι όροι αυτοί εκφράζονται διαφορετικά, αφού στόν Χριστό υπάρχει ταυτότητα υποστάσεως καί ετερότητα φύσεων, αφού οι δύο φύσεις στήν μία υπόσταση τού Λόγου είναι ενωμένες ατρέπτως, αδιαιρέτως, ασυγχύτως, αναλλοιώτως.

Τό άλλο ζεύγος είναι «ένωση καί διαφορά». Στήν Τριαδολογία υπάρχει ενότητα φύσεως καί διαφορά υποστάσεων, αφού τά πρόσωπα τής Αγίας Τριάδος έχουν ίδια φύση καί διαφορά προσώπων, ενώ στήν Χριστολογία υπάρχει ενότητα υποστάσεως -μία υπόσταση τού Λόγου- καί διαφορά φύσεων, θείας καί ανθρωπίνης.

Έτσι, οι όροι φύση-ουσία καί πρόσωπο-υπόσταση χρησιμοποιούνται μέ διαφορετική έννοια στήν Τριαδολογία καί στήν Χριστολογία, αλλά διασώζεται η αλήθεια, ότι ο Χριστός είναι η μία υπόσταση τής Αγίας Τριάδος, πού προσέλαβε τήν ανθρώπινη φύση καί τήν ένωσε ατρέπτως, αδιαιρέτως, ασυγχύτως, αναλλοιώτως στήν υπόστασή Του.

«Σύνθετη φύση» σημαίνει ότι ενώνονται οι δύο φύσεις σέ μία, ενώ «σύνθετη υπόσταση» σημαίνει ότι οι δύο φύσεις, χωρίς νά χάσουν τά φυσικά ιδιώματα, ενώνονται σέ μία υπόσταση. Ο άγιος Μάξιμος, ερμηνεύοντας τόν όρο «σύνθετη υπόσταση», τόν αντιδιαστέλλει σαφέστατα από τήν Χριστολογία τού Σεβήρου Αντιοχείας καί τήν Χριστολογία τού Νεστορίου, καθώς επίσης μέ τόν όρο αυτό ακυρώνει τόν μονοενεργητισμό καί τόν μονοθελητισμό.

Άν δέν κάνη κανείς αυτήν τήν ερμηνευτική διάκριση, τότε καταλήγει είτε στήν «οξεία σύγχυση», όπως έγινε από τόν Σαβέλλιο καί τόν Ευτυχή -μονοφυσίτες- είτε στήν «οξεία διαίρεση», όπως έγινε από τόν Άρειο καί τόν Νεστόριο. Οι Νεστοριανοί καί αντιχαλκηδόνιοι χρησιμοποιούσαν τούς όρους αυτούς λανθασμένα, καί γι’ αυτό περιέπεσαν σέ αιρέσεις, οι οποίες καταδικάσθηκαν από τήν Εκκλησία. Όταν οι όροι αυτοί δέν χρησιμοποιούνται ορθόδοξα, τότε καταλήγουν στήν αίρεση.

Επίσης, ο άγιος Μάξιμος αξιοποιεί γιά τήν Χριστολογία τούς όρους τών Καππαδοκών Πατέρων, «λόγος φύσεως» καί «τρόπος υπάρξεως» σέ σχέση μέ «τήν λειτουργία τού αριθμού». Στήν Τριαδολογία τών Καππαδοκών Πατέρων ο «λόγος φύσεως» αναφέρεται στήν μία φύση τού Θεού, ενώ ο «τρόπος υπάρξεως» αναφέρεται στά τρία Πρόσωπα τής Αγίας Τριάδος. Όμως, οι όροι αυτοί μεταφέρονται διαφορετικά στήν Χριστολογία, αφού στόν Χριστό ο «λόγος τής φύσεως» είναι δύο καί όχι ένας, γιατί διαφορετικά καταλήγει στόν μονοφυσιτισμό, καί ο «τρόπος ενώσεως» είναι ένας καί όχι δύο, γιατί διαφορετικά καταλήγει στόν νεστοριανισμό. Ο «λόγος φύσεως» καί ο «τρόπος ενώσεως» είναι ένα σχήμα πού «μεταγράφεται» από τόν άγιο Μάξιμο από τήν Τριαδολογία στήν Χριστολογία.

Δεύτερον. Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής μέ τήν διδασκαλία του αντικρούει τόσο τόν Σεβήρο όσο καί τόν Νεστόριο, καί παραμένει πιστός στήν βάση τής θεολογίας τής Συνόδου τής Χαλκηδόνας.

Είναι σημαντικό ότι ο Νεστόριος καί ο Σεβήρος ξεκινούν από τό ίδιο θεμελιώδες αξίωμα, ότι στόν Χριστό κάθε φύση φέρει αναγκαστικώς τήν δική της υπόσταση. Όμως, καί οι δύο καταλήγουν σέ διαφορετικά συμπεράσματα, αφού ο Νεστόριος κάνει λόγο γιά σχετική ένωση τών δύο φύσεων-υποστάσεων, ενώ ο Σεβήρος κάνει λόγο γιά τήν σύνθετη φύση-υπόσταση στόν Χριστό.

Ακόμη, επισημαίνεται ότι ο Σεβήρος ήταν «φανατικός ακόλουθος τής Χριστολογικής ορολογίας τού αγίου Κυρίλλου». Δηλαδή, αποδεχόμενος τήν φράση τού αγίου Κυρίλλου «μία φύση τού Λόγου σεσαρκωμένη» θεωρούσε ότι ο όρος τής Συνόδου τής Χαλκηδόνας πρόδωσε τήν θεολογία τού αγίου Κυρίλλου καί έτσι θριάμβευσαν οι βλασφημίες τού Νεστορίου. Αυτός ήταν ο λόγος πού θεωρούσε τόν όρο τής Χαλκηδόνας ως νεστοριανικό.

Ο άγιος Μάξιμος, μελετώντας προσεκτικά τά κείμενα τού αγίου Κυρίλλου, μέ βάση τόν όρο τής Χαλκηδόνας, αποδεικνύει ότι η διδασκαλία του ταυτίζεται μέ τόν όρο τής Χαλκηδόνας, ότι στήν υπόσταση τού Θεού Λόγου ενώθηκαν οι δύο φύσεις -θεία καί ανθρωπίνη- καί ανασκευάζει τίς απόψεις τού Σεβήρου ότι δήθεν η διδασκαλία του στηρίζεται στόν άγιο Κύριλλο καί ότι οι αντιχαλκηδόνιοι είναι «γνήσιοι εκφραστές καί συνεχιστές τής θεολογίας τού αγίου Κυρίλλου».

Έτσι αποδεικνύεται ότι ο Σεβήρος διαστρεβλώνει τήν διδασκαλία τού αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας, παραμένοντας μόνον στό εξωτερικό λεκτικό επίπεδο τής διδασκαλίας του, ενώ οι Πατέρες τής Συνόδου τής Χαλκηδόνας καί ο άγιος Μάξιμος είναι γνήσιοι εκφραστές τής ουσίας τής διδασκαλίας τού αγίου Κυρίλλου.

Τρίτον. Ο άγιος Μάξιμος μέ τούς αγώνες του κατά τήν δεύτερη καί τρίτη φάση τής θεολογικής αντιρρητικής του αρνείται τήν αίρεση τού μονοεργητισμού καί τού μονοθελητισμού, αφού καί οι δύο αυτές κινήσεις προσπαθούσαν νά συμβιβάσουν τήν Χριστολογία τών Χαλκηδονίων μέ τήν Χριστολογία τών αντιχαλκηδονίων.

Στήν αρχή εμφανίσθηκε ο μονοενεργητισμός ως μιά συμβιβαστική προσπάθεια τών θεολογικών διαφορών μεταξύ τών δύο πλευρών, Χαλκηδονίων ορθοδόξων καί αντιχαλκηδονίων μονοφυσιτών. Ως τέτοια κίνηση εννοείται η ένωση «μεταξύ τής σεβηριανής μερίδος τών Θεοδοσιανών τής Αλεξανδρείας καί τού Πατριάρχη Αλεξανδρείας Κύρου» τό 633 μ.Χ., πού «αποτελεί τό πρώτο επίσημο κείμενο τού μονονεργητισμού». Στό κείμενο αυτό τής ενώσεως δέν γίνεται αναφορά στόν όρο πρόσωπο, επιλέγονται οι εκφράσεις τού Σεβήρου «εκ δύο φύσεων», «μία τού Θεού Λόγου φύσις σεσαρκωμένη» τού αγίου Κυρίλλου, όπως τήν ερμήνευε ο Σεβήρος, καί «μία υπόστασις σύνθετος», καθώς επίσης χαλκεύεται καί εισάγεται η φράση «μιά θεανδρική ενεργεία» πού αποδίδεται στόν άγιο Διονύσιο τόν Αρεοπαγίτη, καί η οποία, ως ερμηνευτικό θεμέλιο τού «εν δυσί» τών φύσεων τού Χριστού, ακυρώνει τόν όρο τής Χαλκηδόνος καί εξοβελίζει τόν Τόμο τού Λέοντος.

Στήν συνέχεια εμφανίσθηκε ο μονοθελητισμός μέσα στήν ίδια προοπτική, νά ενώση τά διεστώτα. Η μονοθελητική έριδα αρχίζει από τήν «έκθεση»-διάταγμα τού Αυτοκράτορος Ηρακλείου πού εξεδόθη τό 638 μ.Χ., μέ τήν οποία επιβάλλεται ο μονοθελητισμός. Η «έκθεση» αυτή φέρεται ότι συνεγράφη από τόν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Σέργιο καί προσπαθεί νά γεφυρώση τήν Χαλκηδόνια μέ τήν αντιχαλκηδόνια Χριστολογία, συχνά μέ τά σημαινόμενα τής νεστοριανής Χριστολογίας. Πρόκειται γιά έναν «πολιτικό καιροσκοπισμό τής μονοθελητικής κατασκευής», πού χρησιμοποίησε τούς όρους τών νεστοριανών, τών Χαλκηδονίων καί τών αντιχαλκηδονίων. Είχε προηγηθή, όπως προαναφέρθηκε, ο μονοενεργητισμός γιά τήν σύγκλιση μεταξύ Χαλκηδονίων καί αντιχαλκηδονίων.

Ο άγιος Μάξιμος αντιτάσσεται σέ αυτές τίς προσπάθειες, αναιρώντας καί τόν μονοενεργητισμό καί τόν μονοθελητισμό, καί ερμηνεύοντας σωστά καί ορθόδοξα τά πατερικά κείμενα, αλλά καί τήν απόφαση τής Συνόδου τής Χαλκηδόνας. Πίστευε απόλυτα ότι δέν χωρεί συμβιβασμός στήν πίστη.

Τέταρτον. Γιά νά κατανοηθή μέ συνοπτικό τρόπο η βάση τής θεολογικής σκέψεως τού αγίου Μαξίμου θά παρατεθούν μερικοί όροι πού χρησιμοποιούνται από τόν άγιο Μάξιμο γιά νά αντιμετωπίση τόν μονοενεργητισμό καί τόν μονοθελητισμό.

Βέβαια, μέσα στό κείμενο τής διατριβής μπορεί κανείς νά παρακολουθήση μέ ενδιαφέρον τήν ιστορία καί τήν εξέλιξη αυτών τών όρων, αλλά καί τήν σημασία τους στήν Καππαδοκική Τριαδολογία, τήν Αντιοχειανή, Χαλκηδόνια καί αντιχαλκηδόνια Χριστολογία, καί τελικά στήν Μαξιμιανή Χριστολογία. Εδώ θά εντοπιστή, κυρίως, η σημασία τών όρων στήν διδασκαλία τού αγίου Μαξίμου.

Ένας σημαντικός όρος είναι ο όρος «σύνθετη υπόσταση» Ο όρος αυτός χρησιμοποιείται γιά νά εκφρασθή καλύτερα η ορθόδοξη Χριστολογία στήν αντιμετώπιση τού όρου «σύνθετη φύση» μέ τήν έννοια σύνθετη υπόσταση, όπως τόν χρησιμοποιούσε ο Σεβήρος καί γενικά η αντιοχειανή νεστοριανή Χριστολογία.

Ο άγιος Μάξιμος χρησιμοποιεί τόν όρο «σύνθετη υπόσταση», αφού τόν αντιδιαστέλλει από τόν όρο «σύνθετη φύση». Δέν σημαίνουν τό ίδιο οι δύο αυτοί όροι. «Σύνθετη φύση» σημαίνει ότι ενώνονται οι δύο φύσεις σέ μία, ενώ «σύνθετη υπόσταση» σημαίνει ότι οι δύο φύσεις, χωρίς νά χάσουν τά φυσικά ιδιώματα, ενώνονται σέ μία υπόσταση. Ο άγιος Μάξιμος, ερμηνεύοντας τόν όρο «σύνθετη υπόσταση», τόν αντιδιαστέλλει σαφέστατα από τήν Χριστολογία τού Σεβήρου Αντιοχείας καί τήν Χριστολογία τού Νεστορίου, καθώς επίσης μέ τόν όρο αυτό ακυρώνει τόν μονοενεργητισμό καί τόν μονοθελητισμό. Αφού ο Χριστός έχει δύο φύσεις έχει καί δύο ενέργειες καί θελήσεις στήν μία υπόστασή Του.

Επίσης, ο άγιος Μάξιμος χρησιμοποιεί τούς όρους «φυσικό θέλημα» καί «γνωμικό θέλημα». Στά πρώϊμα έργα του, στήν ανθρωπολογία, έκανε λόγο γιά τήν διάκριση μεταξύ φύσεως, πού είναι η θεία δωρεά στόν άνθρωπο, καί τής γνώμης πού είναι «ο υποστατικός τρόπος διαχείρισης τής φύσεως». Τό ζεύγος «φύση-γνώμη» συμπληρώνεται από τό ζεύγος «λόγος-τρόπος», γιά νά περιγραφή η κίνηση πρός τόν Θεό, καί η κίνηση αντίθετα από τόν Θεό. Όταν αυτά τά δύο, δηλαδή η φύση μέ τήν γνώμη εναρμονίζωνται, τότε ο άνθρωπος πορεύεται πρός τόν Θεό. Όταν, όμως, η γνώμη εναντιώνεται στήν φύση, τότε ο άνθρωπος οδηγείται στήν αμαρτία, μέ συνέπεια τήν «διαίρεση καί κατατομή τής ανθρωπίνης φύσεως». Η «φύση» καί η «γνώμη» δέν είναι δύο αντίθετα πράγματα. Δέν νοείται «φύση» χωρίς τήν «γνώμη» καί «γνώμη» χωρίς τήν «φύση». Η γνώμη «αναφέρεται στήν υπόσταση καί καθορίζει τό πώς τής φύσεως». Στήν πραγματικότητα αυτά τά δύο (φύση-γνώμη) πρέπει νά συντονίζωνται καί νά κατευθύνωνται πρός τόν Θεό.

Αναφερόμενος ο άγιος Μάξιμος στόν Χριστό λέγει ότι έχει δύο φυσικά θελήματα -θείο καί ανθρώπινο- αφού έχει δύο φύσεις. Όμως, η προαίρεση (γνώμη) επειδή έχει τρεπτότητα καί επειδή εκείνος πού είναι άτρεπτος, κατά τήν φύση, είναι άτρεπτος καί κατά τήν προαίρεση, αφού δέν επιλέγει μεταξύ αρετής καί αμαρτίας, γι’ αυτό στόν Χριστό υπάρχει ατρεψία προαιρέσεως.

Βέβαια, ο άγιος Μάξιμος χρησιμοποιεί αυτή τήν ορολογία μόνο στά πρώϊμα έργα του, ενώ κατά τήν μονοθελητική έριδα παραμερίζει τίς εκφράσεις τού πρώϊμου έργου «απαθής γνώμη» καί «ατρεψία προαιρέσεως» γιά τόν Χριστό, διότι τό «ένα γνωμικό θέλημα» είναι έκφραση πού χρησιμοποιούσαν οι μονοθελήτες προκειμένου νά γεφυρώσουν τίς Χριστολογίες τών Ορθοδόξων καί τών αντιχαλκηδονίων.

Μέ αφορμή τό τελευταίο, ο άγιος Μάξιμος εξηγεί ότι η γνώμη αφορά στήν υπόσταση, οπότε η έκφραση ένα γνωμικό θέλημα γιά τόν Χριστό συνεπάγεται δύο υποστάσεις. Όπως ο όρος πρόσωπο στόν Νεστόριο συνεπείγετο τό σημείο ένωσης τών δύο προσώπων τού Χριστού, κατ' αντιστοιχία ο όρος ένα γνωμικό θέλημα αντιστοιχεί στό σημείο ένωσης κατά τήν γνώμη τών δύο υποστατικών θελημάτων τού Χριστού. Ο Νεστόριος χρησιμοποιούσε τόν όρο ταυτοβουλία, εννοώντας τήν γνωμική ένωση τών δύο υποστατικών θελημάτων.

Ακόμη, στόν Χριστό, στό πρόσωπο τού Σεσαρκωμένου Λόγου, υπάρχει «αντίδοση τών ιδιωμάτων» τών δύο φύσεων, πού σημαίνει ότι εξοβελίζεται «κάθε γεγονός τροπής καί άρα προαιρετικής κίνησης αφορώσης στήν αρετή καί τήν αμαρτία, πού θά μπορούσε νά χαρακτηρίζει τήν ανθρωπότητα τού Χριστού καί συνεπώς τή θέληση αυτής». Η αποδοχή γνωμικού θελήματος στόν Χριστό οδηγεί αναποφεύκτως στόν νεστοριανισμό, διότι γίνεται αποδεκτή μιά δεύτερη υπόσταση στόν Χριστό».

Τά δύο φυσικά θελήματα στόν Χριστό καί η αντίδοση τών θελημάτων τών δύο φύσεων συνδέονται μέ τήν «συμφυΐα» θείου καί ανθρωπίνου θελήματος στόν Χριστό. Ο άγιος Μάξιμος μέ τόν όρο «συμφυΐα» αναιρεί τόσο τήν Χριστολογία τού Σεβήρου όσο καί τήν Χριστολογία τού Απολιναρίου, οι οποίες αποτελούν τά θεμέλια τού μονοθελητισμού, καί τονίζει «τήν υποστατική ταυτότητα καί τή φυσική ετερότητα τών θελημάτων στόν Χριστό» καί τήν πλήρη ανθρωπότητα στόν σαρκωθέντα Λόγο μέ τό θέλημά της. Έτσι, «συμφυΐα» τού θελήματος τού Χριστού, διά τού τρόπου τής αντιδόσεως, σημαίνει ότι τό ανθρώπινο θέλημα τού Χριστού συννεύει στό θείο θέλημα.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο όρος «συμφυΐα» χρησιμοποιείται από τόν άγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο στήν Τριαδολογία «γιά νά δηλώσει τή φυσική ένωση τών προσώπων τής Αγίας Τριάδος» καί ο άγιος Μάξιμος τόν «μεταγράφει» στήν Χριστολογία.

Έτσι, «ο Χριστός ως τέλειος άνθρωπος έχει ανθρώπινο θέλημα, εκφαινόμενο διά τής υποστάσεως τού Θεού Λόγου», αλλά «λόγω τής συμφυΐας μέ τό θεϊκό θέλημα τού Λόγου συννεύει στό θείο θέλημα». «Η αντίδοση τών ιδιωμάτων κατά τή συμφυΐα τών θελημάτων καθιστά τό ανθρώπινο θέλημα τού Χριστού θεωθέν εξ άκρας συλλήψεως, ως αποτέλεσμα τής υποστατικής ταυτότητας καί τής φυσικής διαφοράς».

Οι όροι αυτοί μαζί μέ τόν όρο «λόγος φύσεως» καί «τρόπος ενώσεως» τών δύο φύσεων στόν Χριστό, γιά τόν οποίο έγινε λόγος πιό πάνω, εκφράζουν τήν Χριστολογία τού αγίου Μαξίμου, μέ τήν οποία αντιμετώπισε τόν μονοενεργητισμό καί τόν μονοθελητισμό.

4. Επικαιρότητα τού θέματος

Τό θέμα, όπως αναπτύσσεται στήν παρούσα διατριβή, διακρίνεται από σοβαρότητα, γιατί ο συγγραφεύς της κάνει αυθεντική ερμηνευτική τών όρων, τών διατυπώσεων καί τής Χριστολογικής διδασκαλίας τού αγίου Μαξίμου τού Ομολογητού καί συγχρόνως έχει μιά καταπληκτική επικαιρότητα. Δέν είναι μιά διατριβή γιά νά παραμείνη στίς βιβλιοθήκες τών Πανεπιστημίων, καί νά απασχολή μόνον τούς ειδικούς θεολόγους, αλλά γιά νά προσφέρη ουσιαστικά στοιχεία στήν Εκκλησία, προκειμένου νά αντιμετωπισθούν διάφορες σύγχρονες θεολογικές προκλήσεις.

Η πρώτη πρόκληση εντοπίζεται στό θέμα τού διαλόγου μέ τούς αντιχαλκηδονίους-μονοφυσίτες. Είναι σημαντικό νά εξετάζεται η ορθή ερμηνεία τών Χριστολογικών όρων καί διατυπώσεων, γιατί αυτοί προσδιορίζουν τήν ορθόδοξη πίστη ή τήν απόκλιση από αυτήν. Πρόκειται γιά τήν ίδια τήν ζωή τής Εκκλησίας, γιά τήν θεολογία της, πού είναι καί ο ασφαλής οδηγός γιά τήν σωτηρία. Τά θεολογικά θέματα δέν μπορούν νά χρησιμοποιηθούν σέ πολιτικές σκοπιμότητες. Όσες φορές επιδιώχθηκε νά υποταγή η ορθόδοξη θεολογία σέ πολιτικές καί κοινωνικές σκοπιμότητες δημιούργησε αναστάτωση στήν Εκκλησία καί τελικά μιά τέτοια προσπάθεια οδηγήθηκε σέ αποτυχία.

Βέβαια, αυτή η πρόκληση είναι έντονη στήν εποχή μας, όχι μόνον γιατί γίνονται διάλογοι μεταξύ Ορθοδοξίας καί αντιχαλκηδονίων-μονοφυσιτών, αλλά καί γιατί γίνεται προσπάθεια από πλευράς ορθοδόξων θεολόγων νά υποστηριχθή η άποψη ότι οι Πατέρες πού καταδίκασαν τούς αιρετικούς στίς Οικουμενικές Συνόδους, Γ’, Δ’ καί Ε', τό έκαναν χωρίς νά καταλάβουν επαρκώς τήν διδασκαλία τους. Τό επιχείρημα αυτό είναι πολύ αδύνατο –άν τελικά δέν είναι σκόπιμο– καί θά έλεγα είναι αντιεπιστημονικό, γιατί δέν είναι δυνατόν οι σύγχρονοι θεολόγοι νά καταλαβαίνουν καλύτερα τά κείμενα τών αιρετικών μετά από δέκα επτά (17) αιώνες καί νά μή τά καταλάβαιναν οι Πατέρες πού ήταν σύγχρονοί τους καί γνώριζαν όχι μόνον τά κείμενα καί τίς ερμηνείες τους, αλλά καί τίς συνέπειές τους στόν Εκκλησιαστικό χώρο.

Η δεύτερη πρόκληση εντοπίζεται στήν σύγχρονη «διάδοση» τού περσοναλισμού. Ακούγονται ευκαίρως-ακαίρως, σέ θεολογικά, εκκλησιαστικά, ακόμη καί σέ μοναχικά περιβάλλοντα διάφορες απόψεις τού περσοναλισμού. Ενώ στήν πατερική διδασκαλία η θέληση είναι όρεξη τής φύσης, στόν περσοναλισμό η θέληση συνδέεται μέ τό πρόσωπο-υπόσταση. Πρόκειται γιά μιά επάνοδο στήν νεστοριανική αίρεση στήν οποία συνδέεται η θέληση μέ τό πρόσωπο. Επίσης τονίζεται από πολλούς, καί μάλιστα καθ’ υπερβολήν, ότι η φύση συνδέεται μέ τήν ανάγκη, πράγμα πού γινόταν από τούς Αρειανούς, Απολιναριστές, Νεστοριανούς, Μονοθελήτες, ώστε νά καταλήξουν στό ότι η ελευθερία συνδέεται μέ τό πρόσωπο.

Αυτό προξενεί απρόβλεπτες συνέπειες στήν Τριαδολογία, τήν Χριστολογία καί, βεβαίως, στήν σωτηριολογία τού ανθρώπου. Στόν Τριαδικό Θεό υπάρχει κοινωνία φύσεως-ουσίας καί ενεργείας καί όχι κοινωνία προσώπων, αφού τά πρόσωπα έχουν τά κοινωνητά καί τά ακοινώνητα (ο τρόπος υπάρξεως). Στό πρόσωπο τού Χριστού υπάρχει κοινωνία φύσεων καί όχι κοινωνία προσώπων, γιατί, άν ίσχυε αυτό τό τελευταίο, τότε θά ήταν καθαρός νεστοριανισμός.

Αλλά καί οι μονοθελήτες απέδιδαν τό θέλημα στήν υπόσταση καί όχι στήν φύση. Ο άγιος Μάξιμος αναιρεί τήν αιρετική αυτή άποψη, καί συνδέει τό θέλημα μέ τήν φύση. Αυτό τό στηρίζει σέ τρείς παράγοντες, ήτοι στήν προγενέστερη Τριαδολογία, αφού στόν Τριαδικό Θεό υπάρχει μία φύση καί ένα θέλημα, στήν ανθρωπολογία τών Πατέρων οι οποίοι ταύτιζαν τό αυτεξούσιο μέ τό θέλημα, καί στήν διδασκαλία τού αγίου Γρηγορίου τού Θεολόγου καί τού αγίου Γρηγορίου Νύσσης ότι στόν Χριστό υπάρχει τέλεια ανθρώπινη φύση, γιά νά αντικρουσθή η Χριστολογία τού Απολιναρίου.

Η τρίτη πρόκληση είναι η θεωρία τού νεο-χαλκηδονισμού. Πρόκειται γιά τήν θεωρία πού παρουσιάζεται από ξένους καί δικούς μας επιστήμονες θεολόγους, μέ διαφορετικό ερμηνευτικό περιεχόμενο. Μέ τόν λεγόμενο νέο-χαλκηδονισμό έγινε προσπάθεια νά ερμηνευθή εκ νέου η απόφαση τής Δ’ Οικουμενικής Συνόδου, ώστε νά ενωθούν οι μετριοπαθείς μονοφυσίτες, δηλαδή οι σεβηριανοί μέ τούς χαλκηδονίους ορθοδόξους. Αυτή ήταν η τακτική τού Αυτοκράτορος Ιουστινιανού.

Σύμφωνα μέ τήν θεωρία τού νέο-χαλκηδονισμού η Γ’ Οικουμενική Σύνοδος βασίσθηκε στήν διδασκαλία τού αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας καί τήν γνωστή φράση «μία φύσις τού Λόγου σεσαρκωμένη», καί γι’ αυτό καταδίκασε τόν Νεστόριο καί τόν νεστοριανισμό καί επομένως ήταν, κατ’ αυτήν μονοφυσιτίζουσα Σύνοδος. Η Δ’ Οικουμενική Σύνοδος πού στηρίχθηκε στόν Τόμο τού Λέοντος διόρθωσε τήν Γ’ Οικουμενική Σύνοδο, αφού δέχθηκε ότι στόν Χριστό υπάρχουν δύο φύσεις, καί κατά κάποιο τρόπο επανήλθε στόν νεστοριανισμό, επειδή επί πλέον δέν καταδίκασε τούς νεστοριανούς Θεόδωρο Μοψουεστίας, Θεοδώρητο Κύρου καί Ίβα Εδέσσης. Καί η Ε’ Οικουμενική Σύνοδος, πού καταδίκασε τούς τρείς αυτούς νεστοριανούς θεολόγους ερμήνευσε μέ άλλο πνεύμα τίς αποφάσεις τής Δ’ Οικουμενικής Συνόδου, γιά νά συμβιβάση τά διεστώτα καί αυτό χαρακτηρίζεται νεο-χαλκηδονισμός.

Μιά τέτοια θεωρία ανατρέπει τά θεμέλια τής Εκκλησίας, γιατί παρουσιάζει τούς αγίους Πατέρες στίς Οικουμενικές Συνόδους νά αλλάζουν δογματικές απόψεις καί μάλιστα στήν Χριστολογία, ωσάν νά στοχάζωνται καί νά ενεργούν ευκαιριακά καί όχι μέ τήν ενέργεια τού Αγίου Πνεύματος.

Ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης έγραψε ότι απεδείχθη λανθασμένη η θεωρία περί νεο-χαλκηδονισμού τών Λατίνων, Προτεσταντών, Ρώσων καί Ελλήνων, σύμφωνα μέ τήν οποία δήθεν η Ε’ Οικουμενική Σύνοδος επανέφερε τά Δώδεκα Κεφάλαια τού Κυρίλλου σέ βάρος τού Τόμου τού Λέοντος καί τού όρου τής Δ’ Οικουμενικής Συνόδου, τά οποία Κεφάλαια είχε παρακάμψει η Δ’ Οικουμενική Σύνοδος. Ο ίδιος στήν μελέτη του «τά Δώδεκα Κεφάλαια τού Κυρίλλου στήν Δ’ Οικουμενική Σύνοδο», απέδειξε αφ’ ενός μέν ότι η Ε’ Οικουμενική Σύνοδος παρέμεινε πιστή στήν χρησιμοποίηση από τήν Δ’ Οικουμενική Σύνοδο τών Δώδεκα Κεφαλαίων τού Κυρίλλου, ως τού κριτηρίου τής Ορθόδοξης Χριστολογίας καί μάλιστα τού Τόμου τού Λέοντος, αφ’ ετέρου δέ ότι υπάρχει ταύτιση τής Χριστολογίας τών τριών Οικουμενικών Συνόδων (Γ', Δ', καί Ε'). Άλλωστε, στά Πρακτικά τής Δ’ Οικουμενικής Συνόδου δεσπόζουν απολύτως τά Δώδεκα Κεφάλαια τού Κυρίλλου στίς συζητήσεις τών Πατέρων τής Συνόδου περί τού Τόμου τού Λέοντος.

Σέ άλλη μελέτη του ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης έγραφε ότι οι θεολόγοι τού Βατικανού γιά νά υποστηρίξουν τό παπικό αλάθητο δίδασκαν ότι ο Λέων Πάπας Ρώμης καί ο Τόμος του ήταν η βάση τών αποφάσεων τής Δ' Οικουμενικής Συνόδου, η οποία διόρθωσε τίς μονοφυσιτικές καί θεοπασχιτικές τάσεις τού Κυρίλλου Αλεξανδρείας. Επειδή οι Κυριλλικοί αρνήθηκαν νά αποδεχθούν τήν Δ' Οικουμενική Σύνοδο λόγω τής νίκης τού Πάπα Λέοντος, γι' αυτό ο Αυτοκράτορας Ιουστινιανός συγκάλεσε τήν Ε' Οικουμενική Σύνοδο δήθεν γιά νά επανερμηνεύση τήν Σύνοδο τής Χαλκηδόνος μέσα σέ αυστηρές Κυριλλιανές κατηγορίες. Αυτή η αυτοκρατορική «νέα ερμηνεία» τού Ιουστινιανού ονομάζεται νεοχαλκηδονισμός.

Τά χαρίσματα πού τόν διακρίνουν, ήτοι η μεθοδικότητα, η γνώση τού αντικειμένου, η καλή χρήση τών πηγών μέ αντικειμενικότητα καί επιστημονική επάρκεια, η φιλολογική καί ιστορική διερεύνηση, αλλά καί τό εκκλησιαστικό του φρόνημα, καθιστούν τήν διατριβή του αυτή υπόδειγμα θεολογικού καί εκκλησιαστικού λόγου.

Όμως κατά τόν π. Ιωάννη Ρωμανίδη αυτός είναι ένας «μύθος», επειδή, όταν διαβάση κανείς τά πρακτικά τής Δ' Οικουμενικής Συνόδου, διαπιστώνει ότι γιά ημέρες οι Πατέρες εξέταζαν τόν Τόμο τού Λέοντος μέ τίς επιστολές τού αγίου Κυρίλλου εναντίον τού Νεστορίου, πού ήταν η βάση τής αποφάσεως τής Γ' Οικουμενικής Συνόδου. Όπως λέγεται στόν όρο τής Δ' Οικουμενικής Συνόδου, στίς επιστολές τού αγίου Κυρίλλου καί τήν επιστολή τού Αρχιεπισκόπου Ρώμης Λέοντος πρός τόν Αρχιεπίσκοπο Νέας Ρώμης Φλαβιανό «εικότως συνήρμοσε τήν τών ορθοδόξων δογμάτων βεβαίωσιν» (Καρμίρη, σελ. 175). Έτσι, κατά τόν π. Ιωάννη Ρωμανίδη, «ο Κύριλλος καί όχι ο Λέων ήταν τό κλειδί τής Συνόδου τής Χαλκηδόνας». Συνεπώς δέν ισχύει η θεωρία τού νεο-χαλκηδονισμού, η οποία διδάσκεται στήν Θεολογική Σχολή τών Αθηνών «ως ιστορική πραγματικότητα» (http://www.romanity.org/htm/rom.en.romanity_romania_roumeli.01.htm).

Πάντως, η Εκκλησία, διά τών αγίων Πατέρων της, αποδέχεται πλήρως τίς αποφάσεις τών τριών αυτών Οικουμενικών Συνόδων (Γ', Δ', Ε'), η δέ πελώρια συνεισφορά τού αγίου Μαξίμου είναι η κατάδειξη τής απόλυτης ενότητας αυτών τών Συνόδων, αφού τά κείμενα τών Πατέρων χρησιμοποιήθηκαν γιά τήν σύνταξη τών όρων πίστεως κάθε Συνόδου. Ο άγιος Μάξιμος ως χαριτωμένος φορέας τής ενιαίας παράδοσης, διά τών απαράμιλλων φιλοσοφικών καί συγγραφικών χαρισμάτων, αναδεικνύει μέ εξισορροπητική ευκρίνεια καί λιτότητα τό Consensus Patrum τής προγενέστερης παράδοσης. Μάλιστα τό πράττει θέτοντας τά κριτήρια ερμηνείας μονοφυσιτικών καί δυοφυσιτικών διατυπώσεων τών προγενεστέρων Πατέρων, οι οποίοι χρησιμοποιούνταν κατά τό δοκούν από κάθε αιρετική ομάδα πρός δικαίωση τής ερμηνευτικής της, κάτι δηλαδή παρόμοιο μέ αυτό πού συμβαίνει σήμερα.

Η τέταρτη πρόκληση εντοπίζεται στήν μεταπατερική καί συναφειακή θεολογία. Πρόκειται γιά τήν προσπάθεια μερικών συγχρόνων θεολόγων νά επανερμηνεύσουν τήν διδασκαλία τού αγίου Μαξίμου μέ νέα «εργαλεία», μέ νέες προϋποθέσεις καί νά τήν εντάξουν σέ νέα πλαίσια, προκειμένου νά στηρίξουν δικές τους ερμηνείες γιά τήν πνευματική ζωή. Αυτό, όμως, είναι παραχάραξη τής πατερικής ορθοδόξου διδασκαλίας, είναι απομάκρυνση από τήν αυθεντική ορθόδοξη διδασκαλία.

Καί οι τέσσερες αυτές προκλήσεις αντιμετωπίζονται μέσα από τήν όλη διαπραγμάτευση τού θέματος τής διατριβής τού κ. Γεωργίου Σίσκου καί γι’ αυτό είναι σημαντική γιά τήν Εκκλησία, τήν θεολογική επιστήμη καί τήν σύγχρονη εποχή.

Τό θέμα τής διατριβής, όπως έχει τονισθή, αναφέρεται στό ερμηνευτικό πλαίσιο τής Χριστολογίας τού αγίου Μαξίμου τού Ομολογητού καί παραμένει σέ αυτήν τήν βάση, εξετάζοντας τά κείμενα. Ίσως διαβάζοντας κανείς τούς όρους καί τίς διατυπώσεις τού αγίου Μαξίμου στά Χριστολογικά θέματα νά νομίση ότι ο άγιος Μάξιμος μέ όσα γράφει φιλοσοφεί. Όμως, αυτό δέν είναι ορθή εκτίμηση. Βεβαίως, ο άγιος Μάξιμος τήν περίοδο τών αντιρρητικών του αγώνων απαντά στά επιχειρήματα τών αιρετικών, αλλά στήν πραγματικότητα είναι ησυχαστής, όπως φαίνεται στά πρώϊμα έργα του, στά κεφάλαια περί αγάπης, περί θεολογίας κλπ.

Ο άγιος Μάξιμος γνώριζε πολύ καλά τήν ησυχαστική παράδοση τής Εκκλησίας, δηλαδή τίς ακριβείς προϋποθέσεις τής ορθοδόξου θεολογίας πού είναι η πρακτική φιλοσοφία ή πράξη, η φυσική θεωρία ή φωτισμός καί η μυστική θεολογία ή θέωση. Ο ίδιος όχι μόνον έγραψε γιά τήν καθαρτική, φωτιστική καί θεοπτική ενέργεια τού Θεού, αλλά είχε ασφαλώς εμπειρία τής Χάριτος τού Θεού. Οπότε, η βάση του είναι η εμπειρία, αλλά καί η προσπάθεια γιά τήν θεολογική κατοχύρωση τών θεολογικών όρων γίνεται προκειμένου νά απαντήση στά επιχειρήματα τών αιρετικών καί νά εκφράση αυτήν τήν εμπειρία τής Εκκλησίας μέ όρους τής εποχής του. Άν δέν δή κανείς αυτήν τήν πραγματικότητα θά νομίση ότι ο άγιος Μάξιμος φιλοσοφεί καί θά τόν αδικήση.

5. Ο συγγραφεύς τής διατριβής

Τελειώνοντας αυτές τίς σύντομες σκέψεις πάνω στήν σημαντική αυτή διατριβή πρέπει νά σημειωθή ότι ο συγγραφεύς της κάνει ένα μεγάλο καί επιτυχή αγώνα, διαβάζοντας καί κατανοώντας επαρκέστατα τήν διδασκαλία τού αγίου Μαξίμου νά παραμείνη πιστός στούς Χριστολογικούς όρους καί στίς Χριστολογικές διατυπώσεις πού χρησιμοποιεί ο άγιος, καί νά στηλιτεύση τίς παρερμηνείες πού κατά καιρούς γίνονται από διαφόρους θεολόγους. Τά χαρίσματα πού τόν διακρίνουν, ήτοι η μεθοδικότητα, η γνώση τού αντικειμένου, η καλή χρήση τών πηγών μέ αντικειμενικότητα καί επιστημονική επάρκεια, η φιλολογική καί ιστορική διερεύνηση, αλλά καί τό εκκλησιαστικό του φρόνημα, καθιστούν τήν διατριβή του αυτή υπόδειγμα θεολογικού καί εκκλησιαστικού λόγου. Έτσι αποτελεί μιά ισχυρή θεολογική ελπίδα γιά τήν επιστήμη τής Θεολογίας καί τήν Ορθόδοξη Εκκλησία.

Ο κ. Γεώργιος Σίσκος μελέτησε μέ περισσή επιμέλεια όλα τά κείμενα τού αγίου Μαξίμου τού Ομολογητού, τίς αναλύσεις πού έγιναν από σύγχρονους θεολόγους στήν διδασκαλία τού αγίου Μαξίμου καί σέ παρεμφερή θέματα καί αντιμετωπίζει τίς παρερμηνείες καί τίς αποκλίσεις από τήν ορθόδοξη διδασκαλία. Αυτό φαίνεται έντονα στίς υποσημειώσεις πού είναι ένας πραγματικός θησαυρός. Όποιος διαβάσει προσεκτικά τίς υποσημειώσεις θά αντιληφθή ότι ο συγγραφεύς κατέχει άριστα τό θέμα, είναι ενημερωμένος πλήρως γιά τίς σύγχρονες τάσεις στήν ερμηνεία τού αγίου Μαξίμου, αλλά καί ασκεί έμμεση καί άμεση δημιουργική κριτική σέ θεολόγους οι οποίοι παρερμηνεύουν τήν διδασκαλία τού αγίου Μαξίμου καί τελικά αποστασιοποιούνται από τήν πίστη τής Ορθοδόξου Εκκλησίας. Αυτό φαίνεται, εκτός τών άλλων, καί στό ότι εκφράζει τήν ευγνωμοσύνη του στήν Σύμβουλό του Καθηγήτρια κ. Δέσπω Λιάλιου γιά τήν ουσιαστική βοήθειά της, σέ όλη τήν διάρκεια τής εκπόνησης τής διατριβής, αλλά καί «γιά τήν παράδοση τής πατερικής διδαχής ανόθευτης από θεολογικές μόδες καί φιλοσοφικούς συρμούς».

Η πυκνότητα τών σκέψεων τού συγγραφέως, η συνοπτικότητα τών διατυπώσεων, μπορεί νά δυσκολεύση τόν αναγνώστη στήν αρχή, αλλά, άν προσέξη ιδιαίτερα, θά μπορέση νά χαρή τόν θεολογικό λόγο, νά έλθη σέ σχέση μέ τήν αυθεντική σκέψη τού αγίου Μαξίμου τού Ομολογητού, νά δή τόν αγώνα του, καί τελικά νά δοξάση τόν Θεό, γιατί υπάρχουν τέτοιοι Πατέρες, αλλά καί ερμηνευτές-μαθητές τους, πού διασώζουν τήν αλήθεια τής σωτηρίας, μακρυά από περίεργες παραχαράξεις καί επικίνδυνους ακροβατισμούς.

Στόν Τριαδικό Θεό υπάρχει κοινωνία φύσεως-ουσίας καί ενεργείας καί όχι κοινωνία προσώπων, αφού τά πρόσωπα έχουν τά κοινωνητά καί τά ακοινώνητα (ο τρόπος υπάρξεως). Στό πρόσωπο τού Χριστού υπάρχει κοινωνία φύσεων καί όχι κοινωνία προσώπων, γιατί, άν ίσχυε αυτό τό τελευταίο, τότε θά ήταν καθαρός νεστοριανισμός.

Ο συγγραφεύς, εκφράζοντας τό εκκλησιαστικό του φρόνημα, γράφει «ότι μιά θεολογική διατριβή ανήκει πρωτίστως στήν Εκκλησία τού Χριστού. Καί εκεί αφιερούται». Επίσης, ο ίδιος ομολογεί: «Ο όλος τρόπος προσέγγισης τού έργου τού αγίου Μαξίμου παραμένει σέ αυτά πού ο γράφων κατανοεί από τή μύηση τού πνευματικού πατρός. Συνεπώς ο γράφων τελεί ανεξάλειπτα χρεωμένος». Αυτό τόν τιμά ιδιαίτερα, όταν μάλιστα η τιμή αναφέρεται σέ έναν τετιμημένο Κληρικό τής Εκκλησίας μας, τόν Αρχιμ. π. Συμεών Κραγιόπουλο. Έτσι, η συγκεκριμένη διατριβή είναι ένα εκκλησιαστικό γεγονός καί ως τέτοιο μού προξενεί άφατη χαρά καί μέ παρακινεί σέ δοξολογία στόν Τριαδικό Θεό.

Ασχολούμαστε τόν τελευταίο καιρό στήν Ελλάδα μέ τήν λεγόμενη οικονομική κρίση καί τίς συνέπειές της. Δέν παραβλέπει κανείς αυτό τό γεγονός, αλλά δέν μπορεί νά παραθεωρήση καί τήν θεολογική κρίση, γιατί, όταν άλλοιώνεται η ορθόδοξη θεολογία, αλλοιώνεται καί τό ήθος καί αυτές οι ίδιες οι προϋποθέσεις τής σωτηρίας τού ανθρώπου. Πρέπει νά συνδεθή στενά η θεολογία τής Εκκλησίας μέ τήν ποιμαντική της.

  • Προβολές: 1630

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance