Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου: Ἡ Ἱερωσύνη τοῦ Χριστοῦ

Κατά τήν θεία Λειτουργία τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων, καί μάλιστα στό εἰσοδικό, δηλαδή στό τροπάριο πού ψάλλεται κατά τήν Μικρά Εἴσοδο τοῦ Ἱερέως μέ τό Εὐαγγέλιο, περιλαμβάνεται μιά ἁγιογραφική φράση πού ἀναφέρεται στόν Χριστό: «σύ εἶ ἱερεύς εἰς τόν αἰῶνα κατά τήν τάξιν Μελχισεδέκ».Ἀρχιερεύς Μελχισεδέκ  Ὁ Μελχισεδέκ, πού δηλώνει βασιλεύς Σαλήμ, ἦταν ἕνας ἱερεύς, ὁ ὁποῖος ἐμφανίζεται ξαφνικά, καί ὅταν συνάντησε τόν Ἀβραάμ «ἐξήνεγκεν ἄρτους καί οἶνον• ἦν δέ ἱερεύς τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου». Στήν συνέχεια, εὐλόγησε τόν Ἀμβραάμ (Γεν. ιδ΄, 18-20).

Πρόκειται γιά ἕνα μυστηριῶδες πρόσωπο, τό ὁποῖο δέν ἀναφέρεται πουθενά ἀλλοῦ στήν Ἁγία Γραφή, παρουσιάζεται ἀποτόμως καί χάνεται ξαφνικά, δέν ἀναφέρονται οὔτε οἱ γονεῖς του, οὔτε ἡ γέννησή του, οὔτε ὁ θανατός του, παρουσιάζεται χωρίς νά ἔχη προκάτοχο καί διάδοχο, καί εἶναι βασιλεύς καί ἱερεύς πού ὁρίσθηκε ἀπό τόν Θεό καί παραμένει στούς αἰῶνες, ἀφοῦ ἡ ἱερωσύνη του δέν προερχόταν ἀπό τόν Ἀαρών. Συγχρόνως ὁ Μελχισεδέκ προσφέρει ἄρτον καί οἶνον καί ὄχι ἄλλα θυσιαστικά δῶρα, ὅπως προβλεπόταν στήν Παλαιά Διαθήκη καί ἐπί πλέον εὐλόγησε τόν Ἀβραάμ, ὡς ἀπεσταλμένος ἀπό τόν Θεό. Ἡ ὕπαρξη τοῦ Μελχισεδέκ ἀναφέρεται καί ἀπό τόν Δαυΐδ στούς ψαλμούς του (Ψαλμ. ρθ΄, 4).

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στήν πρός Ἑβραίους ἐπιστολή του ἀναφέρεται σέ αὐτόν τόν μυστηριώδη βασιλέα καί ἱερέα, πού ἑρμηνεύεται βασιλεύς εἰρήνης καί δικαιοσύνης καί εἶναι «ἀπάτωρ, ἀμήτωρ, ἀγενεαλόγητος, μήτε ἀρχήν ἡμερῶν μήτε ζωῆς τέλος ἔχων, ἀφωμοιωμένος δέ τῷ υἱῷ τοῦ Θεοῦ, μένει ἱερεύς εἰς τό διηνεκές» (Ἑβρ. ζ΄, 1 καί ἑξ.) Ὁ Βασιλεύς αὐτός, καί ἱερεύς, ὁ Μεχισεδέκ, πού δέν προέρχεται ἀπό τήν ἱερωσύνη τοῦ Ἀαρών, πού μένει στόν αἰώνα καί δέν ἔχει ἀρχή καί τέλος, εἶναι τύπος τοῦ Χριστοῦ. Μέ τήν ἐμφάνισή του στόν Ἀβραάμ καί μέ ὅλα ἐκεῖνα πού ἔπραξε προτυπώθηκε τό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας. Ἄλλωστε ἡ Καινή Διαθήκη ἑρμηνεύει τά γεγονότα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, γιατί μέσα ἀπό τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ κατανοοῦμε ὅλα ἐκεῖνα τά αἰνίγματα τῶν Προφητῶν καί τά δύσκολα γεγονότα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἀναφέρεται στήν ἐμφάνιση τοῦ μυστηριώδους αὐτοῦ ἀνθρώπου στήν Παλαιά Διαθήκη καί τόν συνδέει μέ τόν Χριστό, ἀφοῦ εἶναι τύπος του, καί μάλιστα λέγει ὅτι αὐτό ἀναφέρεται στίς δύο γεννήσεις τοῦ Χριστοῦ, θεία καί ἀνθρωπίνη. Ὁ Χριστός εἶναι ἀπάτωρ κατά τήν κάτω γέννηση, ἀφοῦ γεννήθηκε ἀπό τήν Παναγία, χωρίς ἄνδρα, καί ἀμήτωρ, κατά τήν ἄνω γέννηση, ἀφοῦ γεννήθηκε ἀπό τόν Πατέρα-Θεό χωρίς μητέρα. Αὐτό πού λέγεται ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ἀγενεαλόγητος, ἀναφέρεται καί στίς δύο γεννήσεις, τήν γέννηση στόν οὐρανό καί τήν γέννηση στήν γῆ. Ἡ πρώτη γέννηση εἶναι «φρικτή», καί ἀσύλληπτη, ἀλλά καί ἡ κάτω γέννηση «μυστικωτάτη» καί «ἀκατάληπτος». Καί στήν συνέχεια ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος γράφει ὅτι γνωρίζει ὅτι ὁ Χριστός γεννήθηκε, κατά τήν θεία Του φύση, ἀπό τόν Πατέρα, ἀλλά δέν γνωρίζει τόν τρόπο, ἐπίσης γνωρίζει ὅτι γεννήθηκε κατά τήν ἀνθρώπινη φύση ἀπό τήν Παρθένο, ἀλλά καί πάλι δέν καταλαβαίνει τόν τρόπο. Ὁμολογεῖται ἡ γέννηση κάθε φύσεως, ἀλλά σιωπᾶται ὁ τρόπος τῆς γεννήσεως. Δέν γνωρίζουμε, βέβαια, τόν τρόπο τῶν γεννήσεων, ἀλλά δέν ἀμφιβάλλουμε γιά τίς γεννήσεις.

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος λέγει ὅτι μέ τήν γέννηση τοῦ Χριστοῦ, κατά τήν ἀνθρώπινη φύση ἀπομακρύνεται ἡ σκιά καί ἔρχεται ἡ ἀλήθεια, «ὁ Μελχισεδέκ συνάγεται• ὁ ἀμήτωρ, ἀπάτωρ γίνεται• ἀμήτωρ τό πρότερον, ἀπάτωρ τό δεύτερον». Καί ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής λέγει ὅτι καθένας πού νεκρώνει τά μέλη τά ἐπί τῆς γῆς καί δέν ἔχει σχέση μέ τήν σαρκική ζωή, λόγω τῆς θείας Χάριτος, καί αὐτός γίνεται ἀπάτωρ, ἀμήτωρ καί ἀγενεαλόγητος, σύμφωνα μέ τόν μέγα Μελχισεδέκ, καί λόγω τῆς συνάφειάς του μέ τό Πνεῦμα.

Ἔτσι, ὁ Χριστός εἶναι ὁ Ἱερεύς-Ἀρχιερεύς εἰς τόν αἰώνα κατά τήν τάξιν Μελχισεδέκ, ἀμήτωρ κατά τήν θεία Του γέννηση, ἀπάτωρ κατά τήν ἀνθρωπίνη Του γέννηση καί ἀγενεάλογητος. Ἐπίσης, ἡ Ἱερωσύνη Του δέν συνδέεται μέ τήν Ἱερωσύνη τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀλλά Αὐτός ὁ ἴδιος εἶναι Ἱερεύς, ἀπό Αὐτόν ἀρχίζει ἡ νέα Ἱερωσύνη τήν ὁποία δίνει στήν συνέχεια στούς Μαθητές Του, Αὐτός τελεῖ τό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, ὅπου ὁ ἄρτος καί ὁ οἶνος μεταβάλλονται σέ Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ, Αὐτός εὐλογεῖ τόν λαό Του, καί παραμένει στόν αἰώνα Ἱερεύς τελώντας τό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας καί εὐλογώντας τόν λαό Του, πού συνδέεται μέ Αὐτόν.

Ὁ Χριστός μετέδωσε τήν Ἱερωσύνη Του στούς Ἀποστόλους καί ἐκεῖνοι στούς διαδόχους τους, τούς λεγομένους Ἀποστολικούς Πατέρας, καί στήν συνέχεια, διά τῶν ἁγίων Πατέρων ἡ Ἱερωσύνη τοῦ Χριστοῦ ἔφθασε μέχρις ἡμῶν, ὅπως μεταδίδεται ἡ φλόγα ἀπό μιά λαμπάδα στήν ἄλλη λαμπάδα. Αὐτή ἡ Ἱερωσύνη, παρά τήν ἀναξιότητά μας, εἶναι μεγάλη δωρεά τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο, διότι δι’ αὐτῆς τελοῦνται τά ἅγια Μυστήρια, ἐξαιρέτως δέ τό Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, μέσα στό ὁποῖο ζοῦμε τήν Γέννηση, τήν Μεταμόρφωση, τά Πάθη, τήν Σταύρωση, τήν Ἀνάσταση καί τήν Ἀνάληψη τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί τό Μυστήριο τῆς ἁγίας Πεντηκοστῆς, ἀνάλογα μέ τήν προετοιμασία μας καί τήν πνευματική μας κατάσταση.

Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος γράφει σέ ὅλους τούς Χριστιανούς καί ὄχι μόνον στούς Κληρικούς: «ὑμεῖς δὲ γένος ἐκλεκτόν, βασίλειον ἱεράτευμα, ἔθνος ἅγιον, λαός εἰς περιποίησιν...» (Α΄ Πέτρ. β΄, 9). Τό «βασίλειον ἱεράτευμα» εἶναι ἡ πνευματική ἱερωσύνη πού δέν συγχέεται μέ τήν μυστηριακή ἱερωσύνη, οὔτε τήν ὑποκαθιστᾶ, ἀλλά συνδέεται μέ τόν ἀγώνα ἐναντίον τῶν παθῶν, τήν ἐσωτερική προσευχή στό θυσιαστήριο τῆς καρδιᾶς.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος συνιστᾶ στόν Χριστιανό ὅπου κι ἄν εὑρίσκεται νά προσεύχεται, γιατί ἔχει μαζί του τό θυσιαστήριο, δηλαδή τήν καρδιά του, καί τό μαχαίρι καί τό ἱερεῖο-θύμα, γιατί ὁ ἴδιος εἶναι «καί Ἱερεύς, καί θυσιαστήριον καί ἱερεῖον». Ἡ πνευματική ἱερωσύνη δέν εἶναι ἀντίθετη μέ τήν μυστηριακή ἱερωσύνη, ἀλλά λειτουργοῦν μέ διαφορετικό τρόπο. Ὁ Χριστός, τοῦ ὁποίου τύπος ἦταν ὁ Μελχισεδέκ, ἔχει τό πλήρωμα τῆς Ἱερωσύνης, τό ὁποῖο μετέδωσε στούς Ἀποστόλους καί ἐκεῖνοι στούς διαδόχους τους καί δι' αὐτῶν στούς κανονικούς Ἐπισκόπους, πού ἐργάζονται στήν Ἐκκλησία καί τελοῦν τά Μυστήρια. Οἱ Ἐπίσκοποι εἶναι «καθηγέται», «ἐπιστάτες τῶν τοῦ Σωτῆρος ποιμνίων», «ποιμένες» τοῦ λαοῦ. Οἱ Ἐπίσκοποι καί ὅσοι λειτουργοῦν μέ τήν ἄδεια τους τελοῦν κανονικῶς τά Μυστήρια. Ὅλοι, ὅμως, Κληρικοί, μοναχοί, λαϊκοί, ὅταν ἑνώνωνται μέ τόν Χριστό, ζοῦν στήν Ἐκκλησία καί ὑπακούουν στόν εὐλογημένο θεσμό, μποροῦν νά ἔχουν τό «βασίλειον ἱεράτευμα», δηλαδή νά προσεύχωνται καί νά θυσιάζουν-πολεμοῦν τά πάθη τους, δέν μποροῦν ὅμως νά ὑπερβαίνουν τόν ρόλο τους, γιατί σέ μιά τέτοια περίπτωση προτεσταντίζουν.

Κατά τούς ἱερούς Κανόνες ὑπάρχουν τρεῖς τάξεις ἤτοι οἱ Ἱερωμένοι ἤ Ἱερατικοί (Ἐπίσκοποι, Πρεσβύτεροι, Διάκονοι), κατώτεροι Κληρικοί (ὑπηρέτες, ψάλτες, ἐφορκιστές, θυρωροί, ἀναγνῶστες) καί λαϊκοί. Ἔτσι, ἡ σύγχυση μεταξύ μυστηριακῆς Ἀρχιερωσύνης τοῦ Χριστοῦ καί «βασιλείου ἱερατεύματος» καί μάλιστα μέ διαστρέβλωση τῶν χωρίων, εἶναι πονηρή, δαιμονική!

  • Προβολές: 2077

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance