Ἐπίκαιροι Σχολιασμοί: Ἀπόλυτη Ἀλήθεια καί διάλογοι

τοῦ Πρωτ. Θωμᾶ Βαμβίνη

Στίς μέρες μας ἐμφανίζεται καί πάλι μέ ἔνταση τό αἴτημα τοῦ διαλόγου μέ ἄλλες ὁμολογίες καί ἄλλες θρησκεῖες, μέ στόχο, ὅπως λέγεται, τήν συνεργασία καί τήν εἰρηνική συμβίωση τῶν διαφόρων ἑτεροδόξων καί ἑτεροθρήσκων ὁμάδων, πού ζοῦν στίς ἴδιες σύγχρονες πολυπολιτισμικές κοινωνίες. Ὑποστηρίζεται μάλιστα ὅτι μέ τόν «διάλογο» μπορεῖ νά πραγματοποιηθῆ «τό αἴτημα τῆς Θείας Λειτουργίας μας, ἡ ὀντολογική “ἕνωση τῶν πάντων”, ὅπως καί τό “ἵνα ὦσιν ἕν” τοῦ Χριστοῦ».

Στήν ἐποχή μας δέν εἶναι δυνατόν νά μή διαλεγόμαστε μέ τόν ὁποιοδήποτε γιά τά θέματα πού ἀφοροῦν τήν σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό, τό νόημα τῆς δημιουργίας τοῦ σύμπαντος κόσμου καί εἰδικά τοῦ ἀνθρώπου, γενικά γιά θέματα θεολογικά καί ἀνθρωπολογικά. Ἄλλωστε, σύμφωνα μέ τήν προτροπή τοῦ ἀποστόλου Πέτρου, πρέπει νά εἴμαστε ἕτοιμοι «ἀεὶ πρὸς ἀπολογίαν παντὶ τῷ αἰτοῦντι ὑμᾶς λόγον περὶ τῆς ἐν ὑμῖν ἐλπίδος»(Α΄Πέτρου 3,15). Μέ ὅποιον διαλεγόμαστε ὅμως δέν σημαίνει ὅτι γινόμαστε ὁπωσδήποτε ἕνα στήν πίστη ἤ «ὀντολογικά ἕνα».

Σέ λόγους περί διαλόγων εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ἀπό τά αἰτήματα τῆς Θείας Λειτουργίας ἀπομονώνεται τό αἴτημα «ὑπέρ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως», τό ὁποῖο ὅμως παρανοεῖται, ὅταν ἀποσυνδέεται ἀπό τήν εὐχαριστιακή προσευχή μέ τήν ὁποία ζητᾶμε ἀπό τόν Τριαδικό Θεό νά μᾶς δώση τήν «ἐν ἑνί στόματι καί μιᾷ καρδίᾳ» δοξολογία καί ἀνύμνηση τοῦ πάντιμου καί μεγαλοπρεποῦς ὀνόματός Του, μέ τήν ὁποία οὐσιαστικά ζητοῦμε «τήν ἑνότητα τῆς πίστεως καί τήν κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος», ὅπως ἐπισημαίνεται μέσα στό ἴδιο τό λειτουργικό κείμενο.

Ἐπίσης καί τό «ἵνα ὦσιν ἕν» τοῦ Χριστοῦ παρανοεῖται, ὅταν ἀποσυνδέεται ἀπό τήν πρόταση πού προηγεῖται: «ἐγώ τήν δόξαν ἥν δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς», καθώς καί μέ τόν παρακάτω στίχο: «θέλω ἵνα ὅπου εἰμί έγώ κἀκεῖνοι ὦσι μετ’ ἐμοῦ, ἵνα θεωρῶσι τήν δόξαν τήν ἐμήν ἥν ἔδωκάς μοι». Οἱ λόγοι αὐτοί, οἱ συνδεόμενοι ἄμεσα μέ τό «ἵνα ὦσιν ἕν», σημαίνουν, σύμφωνα μέ τόν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη καί τόν Μητροπολίτη μας κ. Ἱερόθεο, ὅτι ἡ ἑνότητα τῶν πιστῶν εἶναι ἀπότοκος τῆς θεοπτίας, δηλαδή τήν ζοῦν ὅσοι ἀξιώνονται νά δοῦν σέ διαφόρους βαθμούς τό Φῶς τοῦ Θεοῦ, τήν ἄκτιστη δόξα τῆς Τριαδικῆς Θεότητος.

Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ὁ Χριστός στήν ἀρχιερατική Του προσευχή (ἀπό ὅπου λαμβάνεται τό «ἵνα ὦσιν ἕν») προσεύχεται στόν Πατέρα μόνο γιά τούς μαθητές Του, καθώς καί γιά ὅσους θά πιστεύσουν στό κήρυγμά τους. Τονίζει μάλιστα ὅτι «οὐ περί τοῦ κόσμου ἐρωτῶ, ἀλλά περί ὧν δέδωκάς μοι». Αὐτό δέν σημαίνει ἀποκλεισμό «τοῦ κόσμου» ἀπό τά μεγάλα δῶρα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ὅτι ὁ Θεός, ὁ Ὁποῖος «πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι», γνωρίζει ὅτι «εἰς τά ἴδια ἦλθε καί οἱ ἴδιοι Αὐτόν οὐ παρέλαβον». Ἦλθε Φῶς στόν κόσμο, ἀλλά ὁ πολύς κόσμος προτίμησε τό σκότος τῆς ἀποστασίας. Ὁπότε, σύμφωνα μέ τήν ἐπιλογή του, ἀφήνεται ὁ οἶκος τῆς ψυχῆς του ἔρημος ἀπό τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἱερουργεῖ τήν ἑνότητα, δηλαδή πραγματοποιεῖ τό «ἵνα ὦσιν ἕν».

Σέ πρόσφατα κείμενα (ἀκαδημαϊκά καί ὄχι ἐκκλησιαστικά) πού ἀσχολοῦνται μέ τόν τρόπο καί τήν δυνατότητα τῶν διαλόγων μέ ἄλλα δόγματα καί ἄλλες θρησκεῖες, διατυπώνονται κάποιες προϋποθέσεις αὐτῶν τῶν διαλόγων, πού χρειάζονται διασάφηση καί ἐπαναδιατύπωση, γιά νά μήν ἀλλοιώνεται ἡ πίστη ἐξαιτίας τῆς ὑποχρέωσης τοῦ διαλόγου καί τελικά χάρη σέ μιά κίβδηλη ἑνότητα χωριζόμαστε ἀπό τόν Θεό.

Γιά παράδειγμα, λέγεται ὅτι οἱ θρησκεῖες τοῦ κόσμου, στίς ὁποῖες συγκαταλέγεται, χωρίς ὁμολογιακές διαφοροποιήσεις, καί ὁ Χριστιανισμός, «ἐπηρεάζουν καί ἐπηρεάζονται, διαμορφώνουν καί διαμορφώνονται ἀπό τόν ἑκάστοτε πολιτισμό καί τίς λεγόμενες τοπικές παραδόσεις». Αὐτή εἶναι γνωστή «μεταπατερική» ἄποψη. Ἔτσι ὅμως ἡ δογματική διατύπωση τῆς πίστης σχετικοποιεῖται, καί ὅταν μπαίνη στό τραπέζι τῆς «διαπραγμάτευσης» μέ ἑτεροδόξους, ἀλλά καί ἑτεροθρήσκους, θεωρεῖται ὡς κάτι τό μεταβαλλόμενο, τό ἐπιδεχόμενο τροποποιήσεις καί ὄχι ὡς κάτι τό ἀπόλυτο. Ἄλλωστε, ἡ ἀπολυτότητα στήν πίστη δέν γίνεται δεκτή ὡς ἀποτέλεσμα τοῦ ἐμπειρικοῦ ἐλέγχου τῆς ἀποστολικῆς καί πατερικῆς διδαχῆς, ἀλλά ταυτίζεται μέ τόν φονταμενταλισμό. Διατυπώνεται μάλιστα ἡ ἄποψη ὅτι «εἶναι λυτρωτικό νά διατηρεῖται συνεχῶς στή σκέψη αὐτῶν πού πραγματοποιοῦν τόν διαθρησκειακό διάλογο ὅτι χορηγός τῆς σωτηρίας καί τελικός καί δίκαιος κριτής τῆς οἰκουμένης εἶναι ὄχι οἱ θεολογικές μας πεποιθήσεις καί ἐκτιμήσεις ἔναντι τῶν ἄλλων, ἀλλά ὁ ἴδιος ὁ Θεός». Οἱ διδασκαλίες τῶν Προφητῶν, Ἀποστόλων καί Πατέρων γίνονται ἀντιληπτές καί χαρακτηρίζονται ὡς «θεολογικές μας πεποιθήσεις», πού δέν ἔχουν ἄμεση σχέση μέ τήν σωτηρία μας.

Βέβαια, ὁ ἀββᾶς Ἀγάθων, ἐμπειρικός γνώστης τοῦ Θεοῦ, εἶχε τήν ἀκριβῶς ἀντίθετη ἄποψη. Κάποτε δοκίμασαν τήν ἀρετή του κάποιοι ἀπό τούς ἀδελφούς καί ἄρχισαν νά τόν κατηγοροῦν κατά πρόσωπο ὡς πόρνο, ὑπερήφανο, φλύαρο καί καταλάλο. Χωρίς ἀντίρρηση ὁ ἀββᾶς Ἀγάθων παραδεχόταν ὅτι τέτοιος εἶναι. Κατόπιν τοῦ εἶπαν: Ἐσύ εἶσαι ὁ Ἀγάθων ὁ αἱρετικός; Καί αὐτός ἀπάντησε: Δέν εἶμαι αἱρετικός. Ἀμέσως οἱ ἀδελφοί τόν ρώτησαν, γιατί τά πρῶτα τά δέχθηκε, ἀλλά τό «αἱρετικός» δέν τό δέχθηκε. Καί ἐκεῖνος εἶπε: Ἡ ἀποδοχή τῶν πρώτων εἶναι ὄφελος στήν ψυχή μου. Τό νά εἶναι ὅμως κανείς αἱρετικός ἀποτελεῖ χωρισμό ἀπό τόν Θεό. Καί ἐγώ δέν θέλω νά χωρισθῶ ἀπό τόν Θεό.
Εἶναι γεγονός ὅτι ἡ σχέση τοῦ κάθε ἀνθρώπου ξεχωριστά μέ τόν Θεό εἶναι ἕνα μυστήριο. Εἶναι ἀνεξιχνίαστος ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο στέκεται ὁ κάθε ἄνθρωπος ἀπέναντι στόν Θεό καί δέν εἶναι εὔκολο (χωρίς τήν λήψη ἐξαιρετικοῦ χαρίσματος ἀπό τόν Θεό) νά γνωρίση κανείς τό πόσο, γιά παράδειγμα, οἱ «θεολογικές πεποιθήσεις» τοῦ Μουσουλμάνου, τοῦ Ἰνδουϊστῆ ἤ τοῦ Κουμφουκιανιστῆ ἔχουν ἐπηρεάσει τήν κίνησή του πρός τόν Θεό, ἤ πόσο ἄφησαν ἐλεύθερη, δηλαδή ἀδιαμόρφωτη τήν συνείδησή του.

Ἡ θεολογία τῆς κάθε θρησκείας διαμορφώνει τήν συνείδηση. Γιά τόν ὀρθόδοξο πιστό μάλιστα ἡ ὀρθή πίστη, πού συνδέεται ἄμεσα μέ τήν καθημερινή πράξη καί τήν λατρεία τοῦ Θεοῦ, τόν κάνει ἱκανό νά μετέχη στά μυστήρια. Τό ὀρθόδοξο δόγμα συνδέεται ἄμεσα μέ τήν ὀρθόδοξη πνευματικότητα, ἀποτελεῖ μάλιστα κριτήριο (μαζί μέ τήν κανονικότητα τοῦ τελετουργοῦ) τῆς ἐγκυρότητας τῶν μυστηρίων. Ὁ Μητροπολίτης μας κ. Ἱερόθεος στό βιβλίο του Ἐμπειρική δογματική παραθέτει τό ἀκόλουθο χαρακτηριστικό ἀπόσπασμα ἀπό ὁμιλία τοῦ π. Ἰ. Ρωμανίδη:

«Ὅπου δέν ὑπάρχει τό ὀρθόδοξο δόγμα, ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι σέ θέση νά ἀποφανθῇ περί τῆς ἐγκυρότητος τῶν Μυστηρίων. Κατά τούς Πατέρας, τό ὀρθόδοξο δόγμα οὐδέποτε χωρίζεται ἀπό τήν πνευματικότητα. Ὅπου ὑπάρχει ἐσφαλμένο δόγμα, ὑπάρχει ἐσφαλμένη πνευματικότητα καί ἀντιθέτως. Πολλοί χωρίζουν τό δόγμα ἀπό τήν εὐσέβεια. Αὐτό εἶναι σφάλμα. Ὅταν ὁ Χριστός λέγη “γίνεσθε τέλειοι ὅπως ὁ Πατήρ”, σημαίνει ὅτι πρέπει νά γνωρίζη κανείς ποιά εἶναι ἡ ἔννοια τῆς τελειότητος.

Τό κριτήριο τῆς ἐγκυρότητας τῶν Μυστηρίων γιά μᾶς τούς Ὀρθοδόξους εἶναι τό ὀρθόδοξο δόγμα, ἐνῶ γιά τούς ἑτεροδόξους εἶναι ἡ ἀποστολική διαδοχή. Γιά τήν ὀρθόδοξη παράδοση δέν ἀρκεῖ νά ἀνάγουμε τήν χειροτονία στούς Ἀποστόλους, ἀλλά νά ἔχουμε ὀρθόδοξο δόγμα. Εὐσέβεια καί δόγμα εἶναι μιά ταυτότητα καί δέν χωρίζεται. Ὅπου ὑπάρχει ὀρθή διδασκαλία, ὑπάρχει καί ὀρθή πράξη. Ὀρθοδοξία σημαίνει ὀρθή δόξα καί ὀρθή πράξη»(τόμ. Β΄, σ.286).

Σχετικά μέ τήν ἀπολυτότητα τῆς πίστης στόν Χριστό, ὁ Ἀρχιμ. Σωφρόνιος Σαχάρωφ διδάσκει:
«Ἀποδεχόμαστε τόν Χριστό ὡς τήν Ἀπόλυτη Ἀλήθεια, ὡς Θεό-Δημιουργό καί Θεό-Σωτήρα. Οἱ ἐντολές Του εἶναι ἄκτιστο Φῶς τῆς Θεότητος, καί ὁ ἀγώνας γιά νά ἀποβοῦν ὁ μοναδικός νόμος ὅλου τοῦ εἶναι μας, προσκαίρου καί αἰωνίου, συνιστᾶ τήν οὐσία τῆς ὀρθοδόξου ἀσκήσεως.

Ἀπορρίπτουμε κατηγορηματικά κάθε ἀπόπειρα νά τοποθετηθεῖ ὁ Χριστός στή σειρά ἄλλων “ἱδρυτῶν θρησκειῶν” ἤ “μεγάλων διδασκάλων τῆς ἀνθρωπότητος”. Ὁ Χριστιανισμός κατέχει στή σκέψη μας ὅλη τήν ἀποκλειστικότητα. Σέ καμία περίπτωση δέν ἐξετάζεται ἀπό μᾶς ὡς μιά μόνο ἀπό τίς δοσμένες στήν ἀνθρωπότητα “ἀποκαλύψεις”, ὡς μία ἀπό τίς “παραδόσεις”, ἀνάμεσα σέ ἄλλες ἀσκητικές κουλτοῦρες καί παραδόσεις. Δέν ἐπιτρέπουμε καμία περιοριστική ἑρμηνεία τῶν λόγων τοῦ Χριστοῦ, ὅπως γιά παράδειγμα, “Οὐδείς ἐπιγνώσκει τόν Πατέρα, εἰ μή ὁ Υἱός”(Ματθ. 11,27) ἤ: “Οὐδείς ἔρχεται πρός τόν Πατέρα, εἰ μή δι’ Ἐμοῦ” (Ἰωάν. 14,6) ἤ: “Ἐάν μή πιστεύσητε ὅτι Ἐγώ εἰμί, ἀποθανεῖσθε ἐν ταῖς ἁμαρτίαις ὑμῶν”(Ἰωάν. 8,24)»(Τό μυστήριο τῆς χριστιανικῆς ζωῆς, σ.26).

Αὐτά παρατίθενται γι’ αὐτούς πού ἰσχυρίζονται, ὅτι «δέν ὑπάρχει ἀνώτερη καί κατώτερη θρησκεία, ὅπως δέν ὑπάρχει ἀνώτερος καί κατώτερος πολιτισμός», ὅτι, δηλαδή, ἀντίθετα μέ ὅ,τι μᾶς διδάσκει ἡ ἁγιογραφική καί πατερική παράδοση, δέν ὑπάρχουν δοκιμασμένα κριτήρια διακριβώσεως τῆς θεολογικῆς ἀλήθειας καί τῆς πλάνης. Παρά τίς γνῶμες τους, ὅμως, ἰσχύει πάντα ἡ προτροπή: «Δοκιμάζετε τά πνεύματα...».

Ετικέτες: ΕΠΙΚΑΙΡΟΙ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΙ

  • Προβολές: 1778

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance