Ὁ Ἱερέας καί τό Προσωπικό τοῦ Ναοῦ (Α')

τοῦ Πρωτ. Θωμᾶ Βαμβίνη

Εἰσήγηση στό Ἱερατικό Συνέδριο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου 2006 (18 Σεπτεμβρίου 2006)

Α. Τό θέμα πού μοῦ δόθηκε νά ἀναπτύξω εἶναι ἀρκετά εὐρύ. Γι’ αὐτό, κατ’ ἀρχήν, θά προσδιορίσω τά πλαίσια μέσα στά ὁποῖα θά κινηθοῦν, ὅσα θά ἐκτεθοῦν στήν συνέχεια.

Πρῶτα θά προσδιορίσω τίς ἔννοιες τοῦ θέματος: «Ἱερέας», «προσωπικό» καί «Ναός». Κατόπιν θά ἀναφερθῶ στό «πολίτευμα τῆς Ἐνορίας». Στήν συνέχεια θά ἐπισημάνω τήν ἀναγκαιότητα τῆς γνώσεως τῶν Ἱερῶν Κανόνων καί τῶν Νόμων τοῦ Κράτους, ἀναφέροντας κάποιες ἐκτροπές ἀπό τήν ἐνοριακή κανονική τάξη. Καί τέλος, πρίν ἀπό τόν ἐπίλογο, θά ἀναφερθῶ σέ ὁρισμένα στοιχεῖα τῆς εὐταξίας τῆς ἐνοριακῆς ζωῆς, τῆς ἐνοριακῆς κοινότητας. Μέσα ἀπ’ ὅλα αὐτά θά ἀναδειχθῆ ὁ ρόλος τοῦ καθενός, καθώς καί οἱ σχέσεις τοῦ Ἱερέα μέ τό ὑπόλοιπο προσωπικό τοῦ Ναοῦ.

«Ἱερέας», «Προσωπικό» καί «Ναός»

Ὁ Ἱερέας γιά τόν ὁποῖο θά μιλήσουμε μπορεῖ νά εἶναι προϊστάμενος τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ ἤ ἁπλός Ἐφημέριος. Ἄλλη εἶναι ἡ σχέση τοῦ Προϊσταμένου τοῦ Ναοῦ μέ τό Προσωπικό καί ἄλλη τοῦ ἁπλοῦ Ἐφημερίου. Ὁπότε πρέπει νά γίνη ἰδιαίτερη ἀναφορά στόν καθένα ἀπό αὐτούς στήν σχέση του μέ τό προσωπικό τοῦ Ναοῦ.

Ποιό εἶναι ὅμως τό Προσωπικό τοῦ Ναοῦ; Πρίν ἀναφερθοῦμε στόν κατώτερο Κλῆρο (ψάλτες καί ἀναγνῶστες), καθώς καί στά λαϊκά στελέχη τῆς Ἐνορίας, πρέπει νά ποῦμε ὅτι μέσα στό προσωπικό τοῦ κάθε Ναοῦ συγκαταλέγονται κατ’ ἀρχήν οἱ Ἱερεῖς πού διακονοῦν σ’ αὐτόν. Ὅταν, λοιπόν, σ’ ἕνα Ναό ὑπηρετοῦν περισσότεροι ἀπό ἕνας Ἱερεῖς, γιά κάθε Ἱερέα, προσωπικό τοῦ Ναοῦ, μέ τό ὁποῖο πρέπει νά ἔχη στενή σχέση καί συνεργασία εἶναι, πρίν ἀπό ὅλους, οἱ συνεφημέριοί του.
Ἡ σχέση, ὅμως, τοῦ κάθε Ἱερέα μέ τούς συνεφημερίους του εἶναι ἕνα μεγάλο θέμα, στό ὁποῖο δέν θά ἀναφερθοῦμε ἐν ἐκτάσει στήν εἰσήγηση αὐτή, παρά μονάχα μέ μικρές ἔμμεσες ἀναφορές. Ἄλλωστε ἐνδιαφέρει μόνον ἐλάχιστες Ἐνορίες τῆς Μητροπόλεώς μας, ἀφοῦ οἱ περισσότερες ἀπό αὐτές ἔχουν ἕνα Ἐφημέριο, τόν ὁποῖο σέ ὁρισμένες περιπτώσεις τόν μοιράζονται μέ γειτονικές Ἐνορίες.

 

Τό μέγα πρόβλημα ἡμῶν τῶν Ἱερέων εἶναι ἡ συνήθεια τοῦ Ἱεροῦ Βήματος, ἡ ἐξοικείωση μέ τά φρικτά μυστήρια, ἡ ἀπώλεια τοῦ φόβου τοῦ Θεοῦ, τό σβήσιμο τῆς εὐλάβειας πρός τόν χῶρο τοῦ Ἱ. Ναοῦ καί τῶν σκευῶν του. Αὐτό τό πρόβλημα ὡς ἦθος καί ὡς πνεῦμα διαχέεται στό ἀνθρώπινο περιβάλλον μας.

 

Ἐκτός ἀπό τούς Ἱερεῖς τό προσωπικό τοῦ Ναοῦ μποροῦμε νά τό χωρίσουμε στίς ἐξῆς δύο κατηγορίες:

1) Σ’ αὐτούς πού ἔχουν χειροθεσία ψάλτου ἤ ἀναγνώστου, δηλαδή σ’ αὐτούς πού ἀποτελοῦν τόν κατώτερο Κλῆρο, καθώς καί σ’ αὐτούς πού ἔχουν δεχθῆ εὐχή γιά νά διακονοῦν στό Ἱερό Βῆμα.
2) Στά λαϊκά μέλη τῆς Ἐνορίας πού δραστηριοποιοῦνται σέ διαφόρους τομεῖς τοῦ ἔργου της· στήν μέριμνα τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ καί τῆς περιουσίας του, στό φιλανθρωπικό καί κοινωνικό ἔργο, καθώς καί στό ἔργο τῆς κατήχησης τῶν νέων καί τῶν ἐνηλίκων.

Ἐπισημαίνουμε αὐτές τίς κατηγορίες γιατί:

1) Ἄλλη εἶναι ἡ σχέση τοῦ Ἱερέα μέ ἕνα χειροθετημένο Ψάλτη ἤ ἀκόμη ἕνα Νεωκόρο, πού ἔχει δεχθεῖ «εὐχήν εἰς διακονίαν ἐκκλησιαστικήν» καί ἄλλη μέ ἕνα ἄλλο ἁπλό λαϊκό μέλος τῆς Ἐνορίας, ἕνα Ἐκκλησιαστικό Ἐπίτροπο, γιά παράδειγμα. Αὐτός πού διακονεῖ στήν λατρεία πού τελεῖται στόν Ναό, ἀπό ὁποιαδήποτε θέση, ὑπόκειται σέ Ἱερούς Κανόνες καί νόμους τοῦ Κράτους, τούς ὁποίους ὀφείλει νά γνωρίζη πρῶτος ἀπ’ ὅλους ὁ Ἱερέας, διότι αὐτός ἔχει τήν εὐθύνη τῆς τηρήσεώς τους ἀπέναντι στόν Μητροπολίτη του.

2) Χρειάζεται νά ἀξιολογοῦμε τίς διάφορες ὑπηρεσίες στόν Ναό μέσα στό πνεῦμα τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι σημαντικότατη ἡ ἐργασία τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Συμβούλων, ἀλλά ὁ Ψάλτης, ἀκόμη καί ὁ Νεωκόρος, παίζουν σημαντικότερο ἀπό αὐτούς ρόλο στίς ἱερότερες στιγμές τῆς ἐνοριακῆς ζωῆς, πού εἶναι οἱ στιγμές τῆς κοινῆς λατρείας, τῆς θ. Λειτουργίας καί τῶν διαφόρων μυστηρίων πού τελοῦνται στόν Ναό. Ἡ εὐλάβειά τους, τό ἦθος τους, ἡ γνώση τῶν καθηκόντων τους ἔχει μεγαλύτερη ἐπίδραση στό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τήν συνετή, ἐν φόβῳ Θεοῦ, διαχείριση τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας ἀπό τούς Ἐκκλησιαστικούς Ἐπιτρόπους.

 

Εἴμαστε αὐστηροί στήν ἀπαγόρευση προσέγγισης καί ἀφῆς τῶν Ἱερῶν Σκευῶν, γιατί ἐπιθυμοῦμε νά συντηρηθῆ καί αὐξηθῆ μέσα στούς συνεργάτες μας ἡ εὐλάβεια καί ὁ ἱερός φόβος πρός τό μυστήριο πού τελεῖται μέ τήν χρήση τους, διότι αὐτό εἶναι σωτήριο γι’ αὐτούς.

 

Καί 3) Πρέπει νά ὑπενθυμίσουμε ὅτι δέν ἀναλαμβάνει κανείς διακονία στήν λατρεία τῆς Ἐκκλησίας χωρίς εὐχή, χωρίς τήν εὐλογία τοῦ Ἐπισκόπου. Στό Μέγα Εὐχολόγιο ὑπάρχει εὐχή ἀκόμη καί «Ἐπί προχειρήσει κηροφόρου», δηλαδή λαμπαδηφόρου· αὐτοῦ πού κρατᾶ τό κερί καί προηγεῖται τοῦ Ἱερέα κατά τήν Μικρά καί Μεγάλη Εἴσοδο. Ἡ εὐχή δέν εἶναι μιά τυπική διαδικασία. Εἶναι ἀγωγός χάριτος. Μέ αὐτήν δίνεται ἡ ἀναγκαία Χάρις τοῦ Θεοῦ στόν προσαγόμενο Ἐνορίτη, γιατί κανένα κτίσμα δέν μπορεῖ, μέ τίς δικές του δυνάμεις, νά διακονήση στήν λατρεία τοῦ ζῶντος Θεοῦ.

Γιά νά μπορέσουμε νά μιλήσουμε καλύτερα γιά τίς σχέσεις τοῦ Ἱερέα μέ τό προσωπικό τοῦ Ναοῦ πρέπει νά κάνουμε ἀκόμη μιά διάκριση, πού συνδέεται μέ τίς ἐργασιακές σχέσεις τοῦ προσωπικοῦ μέ τόν Προϊστάμενο τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ καί τό Ἐκκλησιαστικό Συμβούλιο, γιά τίς ὁποῖες εἶναι καλό νά γνωρίζουμε καλά καί τήν ἀντίστοιχη κρατική νομοθεσία.
Τό προσωπικό, λοιπόν, τοῦ Ναοῦ μποροῦμε νά τό διακρίνουμε:

1) Σ’ αὐτό πού ἐκτελεῖ ἀμειβόμενη ἐργασία καί προσλαμβάνεται μέ εἰδική πράξη τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου καί ἔγκριση τοῦ Μητροπολιτικοῦ.

Καί 2) Σ’ αὐτό πού ἐργάζεται στούς διαφόρους τομεῖς τοῦ ἐνοριακοῦ ἔργου ὑπεύθυνα, ἀλλά ἐθελοντικά, μέ διορισμό ὅμως ἀπό τόν Μητροπολίτη, μετά ἀπό σχετική πρόταση τοῦ ἁρμόδιου Ἐφημερίου τοῦ Ναοῦ.

Θεωρῶ ἐδῶ ἀπαραίτητη μία παρατήρηση, ἡ ὁποία θά προσδιορίση καί τήν τρίτη ἔννοια τοῦ θέματος, τήν ἔννοια «Ναός».
Στό νοῦ τῶν περισσοτέρων, ὅταν γίνεται ἀναφορά στό προσωπικό τοῦ Ναοῦ, ἔρχονται μόνον ὅσοι ἐκτελοῦν ἀμειβόμενη ἐργασία, πού εἶναι συνήθως οἱ Ψάλτες καί οἱ Νεωκόροι. Δέν εἶναι ὅμως μόνον αὐτοί προσωπικό τοῦ Ναοῦ. Προσωπικό τοῦ Ναοῦ εἶναι ὅλοι ὅσοι ἐκτελοῦν ὑπεύθυνη ἐργασία μέσα στό πλαίσιο τῆς ἐνοριακῆς ζωῆς, εἴτε ἐπί πληρωμῇ, εἴτε ἀμισθί, ἐθελοντικά. Ὁπότε, ὅταν μιλοῦμε γιά προσωπικό τοῦ Ναοῦ ἐννοοῦμε ὅλους ἐκείνους πού ἐργάζονται, μέ κέντρο τόν Ἱερό Ναό, στό ἔργο τῆς Ἐνορίας. Μπορεῖ ὁ Ναός νά μήν ἐξαντλῆ τό ἀντικείμενο τῆς ἐργασίας τους, ὅπως συμβαίνει μέ τούς Νεωκόρους ἤ τούς Ἱεροψάλτες, εἶναι ὅμως ἡ ἀφετηρία τους. Ἐκεῖ συναθροίζονται· ἀπό τά μυστήρια πού τελοῦνται σ’ αὐτόν παίρνουν δύναμη καί ἔμπνευση· σ’ αὐτόν, ἐπίσης, μετά τίς λατρευτικές συνάξεις συζητοῦν καί ἀποφασίζουν τίς δράσεις τους ἤ κάτω ἀπό τούς θόλους του ἐπιτελοῦν τό κατηχητικό ἔργο. Ὁπότε ἡ ἀναφορά τοῦ Ναοῦ στόν τίτλο τοῦ θέματος δέν μᾶς περιορίζει μόνο στό προσωπικό πού ἐργάζεται μέσα στόν Ναό, ἀλλά καί σ’ αὐτό πού ἐργάζεται μέ ἀφετηρία τόν Ναό.

 

Χρειάζεται νά ἀξιολογοῦμε τίς διάφορες ὑπηρεσίες στόν Ναό μέσα στό πνεῦμα τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι σημαντικότατη ἡ ἐργασία τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Συμβούλων, ἀλλά ὁ Ψάλτης, ἀκόμη καί ὁ Νεωκόρος, παίζουν σημαντικότερο ἀπό αὐτούς ρόλο στίς ἱερότερες στιγμές τῆς ἐνοριακῆς ζωῆς, πού εἶναι οἱ στιγμές τῆς κοινῆς λατρείας.

 

Ἄς δοῦμε ὅμως τά πράγματα πιό ἐξειδικευμένα. Προσωπικό τοῦ Ναοῦ εἶναι:

1) Οἱ Ἱεροψάλτες, οἱ ὁποῖοι κανονικά πρέπει νά ἔχουν χειροθεσία, νά εἶναι διορισμένοι ἀπό τόν Μητροπολίτη, μετά ἀπό σχετική πράξη τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου καί ἐκτελοῦν ἐργασία ἐπί ἀμοιβῇ.

2) Οἱ Νεωκόροι, πού πρέπει καί αὐτοί νά εἶναι διορισμένοι ἀπό τόν Μητροπολίτη, μετά ἀπό πρόταση τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου καί ἐκτελοῦν ἐργασία ἐπί ἀμοιβῇ. Κανονικά καί αὐτοί πρέπει νά ἔχουν δεχθῆ τήν εὐχή τοῦ «εἰσερχομένου εἰς διακονίαν ἐκκλησιαστικήν».

3) Οἱ Ἐκκλησιαστικοί Σύμβουλοι, οἱ ὁποῖοι διορίζονται, βάσει τῆς παραγράφου 1β, τοῦ ἄρθρου 7, τοῦ Κανονισμοῦ 8/1979, ἀπό τό Μητροπολιτικό Συμβούλιο μέ πρόταση τοῦ οἰκείου Μητροπολίτου. Τό ἀξίωμά τους εἶναι «τιμητικόν, ἄμισθον καί ἀσυμβίβαστον πρός τό ἔργον ἐμμίσθου ὑπαλλήλου τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ», ὅπως ὁρίζει ἡ παρ. 5, τοῦ ἄρθρου 7, τοῦ παραπάνω κανονισμοῦ.

4) Τά μέλη τῶν Διοικητικῶν Συμβουλίων τῶν Φιλοπτώχων Ταμείων ἤ τῶν Συνδέσμων Ἀγάπης, πού διορίζονται, βάσει τοῦ καταστατικοῦ τους, ἀπό τόν Μητροπολίτη, μετά ἀπό πρόταση τοῦ Ἐφημερίου πού ἔχει ὁρισθεῖ ἀπό τόν Μητροπολίτη ὑπεύθυνος γιά τόν τομέα αὐτόν τῆς ἐνοριακῆς δραστηριότητος.

5) Οἱ Κατηχητές καί οἱ ἀσχολούμενοι γενικῶς μέ τίς Ἐνοριακές Συνάξεις νέων ἤ καί ἐνηλίκων. Οἱ Κατηχητές εἶναι πρόσωπα ὑπεύθυνα, μέ ἱκανοποιητική ἐκκλησιαστική παιδεία, γι’ αὐτό ἀπαιτεῖται ἡ ἔγκριση καί ὁ διορισμός τους ἀπό τόν Μητροπολίτη.

Τό πολίτευμα τῆς Ἐνορίας

Αὐτό εἶναι τό προσωπικό τοῦ Ναοῦ, τό ὁποῖο μαζί μέ τόν Ἱερέα ἤ τούς Ἱερεῖς πραγματοποιεῖ (ἤ, ρεαλιστικότερα, ὀφείλει νά πραγματοποιῆ) τό ἔργο τῆς Ἐνορίας. Οἱ σχέσεις τοῦ Ἱερέα μέ τό ὑπόλοιπο προσωπικό τοῦ Ναοῦ καθορίζονται ἀπό τό νόημα καί τό περιεχόμενο τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ζωῆς. Δέν εἶναι οὔτε στενά ὑπαλληλικές σχέσεις, οὔτε ἐργασιακές πού καθορίζονται ἀπό κάποιες συλλογικές συμβάσεις. Ἄλλωστε, σύμφωνα μέ τήν παρ. 4 τοῦ ἄρθρου 53, τοῦ κανονισμοῦ 2/1970 «οἱ Ἱεροψάλται καί οἱ Νεωκόροι ὡς ἀποτελοῦντες τόν κατώτερον κλῆρον τῆς Ἐκκλησίας, δέν ὑπάγονται εἰς τάς περί συλλογικῶν συμβάσεων κειμένας διατάξεις».

Οἱ σχέσεις Ἱερέων καί προσωπικοῦ τῶν Ναῶν εἶναι σχέσεις ἐκκλησιαστικές, πράγμα πού σημαίνει ὅτι διαπνέονται ἀπό τό συνοδικό καί ἱεραρχικό χαρακτήρα τῆς συγκροτήσεως τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Σώματος.

 

Ὁ Ἱερέας μέ τό προσωπικό τοῦ Ναοῦ μποροῦν νά λειτουργοῦν σάν μιά Διαρκής Ἐνοριακή Σύνοδος, πού ἀντιμετωπίζει ὅλα τά τρέχοντα προβλήματα τῆς Ἐνορίας, μέσα στό πλαίσιο τῶν Ἱερῶν Κανόνων, τῶν σχετικῶν νόμων τοῦ Κράτους καί τῶν εἰδικῶν ὁδηγιῶν τοῦ Μητροπολίτου.

 

Ἡ συνοδικότητα καί ἡ ἱεραρχικότητα συνιστοῦν τόν ἰδιότυπο χαρακτήρα τοῦ πολιτεύματος τῆς Ἐκκλησίας.
Ὁ καθένας ἔχει τό χάρισμά του, τόν ρόλο του, τήν εὐθύνη του. Ὁ Ἱερέας μέ τό προσωπικό τοῦ Ναοῦ μποροῦν νά λειτουργοῦν σάν μιά Διαρκής Ἐνοριακή Σύνοδος, πού ἀντιμετωπίζει ὅλα τά τρέχοντα προβλήματα τῆς Ἐνορίας, μέσα στό πλαίσιο τῶν Ἱερῶν Κανόνων, τῶν σχετικῶν νόμων τοῦ Κράτους καί τῶν εἰδικῶν ὁδηγιῶν τοῦ Μητροπολίτου. Αὐτό, βέβαια, προϋποθέτει γνώση τοῦ σκοποῦ τῆς Ἐνορίας, ἀνοιχτές καί εἰλικρινεῖς σχέσεις, εὐλάβεια πρός τό μυστήριο τῆς Ἱερωσύνης, αὐτοσεβασμό καί σεβασμό τῶν ἄλλων, καί γνώση τῶν Ἱερῶν Κανόνων καί τῶν νόμων τοῦ Κράτους.

Ὁ νοῦς τοῦ Ἱερέα πρέπει νά εἶναι προσηλωμένος πάντα στόν ὑψηλό σκοπό τῆς Ἱερωσύνης, πού εἶναι ἡ σωτηρία τοῦ λαοῦ τῆς Ἐνορίας μέ τήν ἐπιτέλεση τῶν μυστηρίων, τήν μετάδοση τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος καί τήν πνευματική καθοδήγηση τοῦ λαοῦ, πού ἀποβλέπει στήν ἀφομοίωση τῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ μέσα στίς συνθῆκες τῆς καθημερινῆς του ζωῆς.

Ὅταν ὁ Ἱερέας ζῆ τήν Ἱερωσύνη καί προσπαθῆ ὁλόκληρη ἡ ζωή του νά ἐμπνέεται ἀπό αὐτήν, κατά φυσικό τρόπο ἐμπνέει ὅλους τούς ἐνορίτες του καί ἰδιαιτέρως τούς ἄμεσους συνεργάτες του (τό προσωπικό τοῦ Ναοῦ, ὅπως τό περιγράψαμε προηγουμένως), ὥστε στίς σχέσεις του μαζί τους νά ἐπικρατῆ ἀγάπη καί ἁπλότητα συγκερασμένη μέ εὐλάβεια, χωρίς ἴχνος ἰδιοτέλειας ἤ σκληρότητας.

Ὅταν τό πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ἐνεργεῖ μέσα στούς ἀνθρώπους δέν χρειάζονται τίποτε ἄλλο γιά νά τούς ὑποδείξει τήν ὀρθή πορεία τῆς ζωῆς, τόν σωστό τρόπο δράσεως. Ἐπειδή ὅμως δέν εἴμαστε καθαρά κάτοπτρα τοῦ φωτός τοῦ Θεοῦ χρειαζόμαστε ὑποδείξεις καί πλαίσια πορείας. Αὐτό κάνουν τά κείμενα τῶν ἁγίων ἀποστόλων καί τῶν ἁγίων Πατέρων. Αὐτό κάνουν κατά ἰδιαίτερο τρόπο οἱ Ἱεροί Κανόνες, ἀλλά ἀκόμη καί οἱ ἐκκλησιαστικοί νόμοι τοῦ Κράτους. Οἱ τελευταῖοι δέν εἶναι ἀπαραίτητοι γιά τήν ἐκκλησιαστική ζωή, δίνουν ὅμως κι αὐτοί κάποια πλαίσια πού μᾶς προφυλάσσουν ἀπό δυσάρεστες καταστάσεις.

Γιά νά ὑπάρχουν λοιπόν ὑγιεῖς σχέσεις τοῦ Ἱερέα μέ τό προσωπικό τοῦ Ναοῦ εἶναι χρήσιμο νά γνωρίζη ὁ Ἱερέας:

(1) τούς Ἱερούς Κανόνες πού ἀφοροῦν τόν ἴδιο καί τήν διακονία του, ἀλλά καί τούς Κανόνες πού ἀφοροῦν τό προσωπικό τοῦ Ναοῦ, τούς Ψάλτες, τούς Νεωκόρους, τούς Ὑπηρέτες (δηλαδή, τούς Ὑποδιακόνους) καί τούς Ἐφορκιστές (δηλαδή, τούς Κατηχητές). Μπορεῖ οἱ Ὑποδιάκονοι νά μήν ὑπάρχουν στίς μέρες μας, ἀλλά οἱ Κανόνες πού τούς ἀφοροῦν μᾶς ὑποδεικνύουν τό πῶς πρέπει νά προσέχουμε κάποιες σημαντικές λεπτομέρειες τῆς διακονίας μας.

(2) Χρειάζεται ὁ Ἱερέας νά γνωρίζη κάποιους ἀπό τούς νόμους τοῦ Κράτους. Πρέπει νά γνωρίζη τόν βασικό ἐκκλησιαστικό νόμο, τόν 590/1977, πού ἀποτελεῖ τόν Καταστατικό Χάρτη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί ἰδιαίτερα τό 10ο Κεφάλαιο (ἄρθρα 36, 37 καί 38) πού διαλαμβάνουν τά σχετικά μέ τήν ὀργάνωση τῆς Ἐνορίας. Κι ἄν αὐτό θεωρεῖται λίγο βαρύ καί ὑπερβολικό, χρειάζεται ὁ Ἱερέας νά γνωρίζη τά ἀπαραίτητα στοιχεῖα ἀπό τούς Κανονισμούς 2/1970 Περί Ἱερῶν Ναῶν, Ἐνοριῶν καί Ἐφημερίων, 8/1979 Περί Ἱερῶν Ναῶν καί Ἐνοριῶν καί 230/2012 περί Ἐφημερίων καί Διακόνων.

Μπορεῖ αὐτά νά φαίνονται ὑπερβολικά μέσα στήν κρατοῦσα πανδήμως νωθρή κατάσταση. Κάποιοι μπορεῖ νά ποῦν ὅτι δέν γνωρίζουμε ποῦ νά βροῦμε αὐτά τά κείμενα. Αὐτό πού μποροῦμε νά κάνουμε πάντως ὅλοι, ἀνεξαρτήτως μορφωτικοῦ ἐπιπέδου, εἶναι νά ζητοῦμε ἐνημέρωση γιά ὅλα τά θέματα τῆς διοίκησης τῆς Ἐνορίας μας, ἀλλά καί γιά πνευματικά θέματα, πού βλέπουμε ὅτι ἀπασχολοῦν τούς ἐνορίτες μας. Ρωτοῦμε ἐμπειρότερους ἀπό ἐμᾶς καί μαθαίνουμε. Ξαναρωτοῦμε καί μαθαίνουμε καλύτερα. Δέν ἀδιαφοροῦμε γιά τά θέματα τῆς διοίκησης, δέν παρακάμπτουμε τά πνευματικά προβλήματα. Τά ἀντιμετωπίζουμε ρωτῶντας. Δέν ἐφησυχάζουμε.

Μέσα ἀπό τούς Ἱερούς Κανόνες, τούς Νόμους καί τούς Κανονισμούς μποροῦμε νά μάθουμε τό συνοδικό καί ἱεραρχικό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας, τήν πρακτική καί τό πνεῦμα τῶν σχέσεων τοῦ Ἱερέα μέ τό προσωπικό τοῦ Ναοῦ.

Ἡ χρήση Ἱερῶν Κανόνων καί Νόμων σέ παρεκτροπές

Κάποια παραδείγματα μέ ἐκτροπές ἀπό τήν κανονική τάξη θά δείξουν τήν σημασία κατ’ ἀρχήν τῶν Ἱερῶν Κανόνων καί κατά δεύτερον τῶν Νόμων καί τῶν Κανονισμῶν. Οἱ Ἱ. Κανόνες στούς ὁποίους στήν συνέχεια θά ἀναφερθοῦμε εἶναι ὅλοι τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Συνόδου, λόγω τοῦ ὅτι αὐτή ἡ Σύνοδος ἀσχολήθηκε ἐκτεταμένα μέ θέματα ἐκκλησιαστικῆς εὐταξίας. Πραγματοποιήθηκε πιθανῶς τό 360 μ.Χ..

Τό μέγα πρόβλημα ἡμῶν τῶν Ἱερέων εἶναι ἡ συνήθεια τοῦ Ἱεροῦ Βήματος, ἡ ἐξοικείωση μέ τά φρικτά μυστήρια, ἡ ἀπώλεια τοῦ φόβου τοῦ Θεοῦ, τό σβήσιμο τῆς εὐλάβειας πρός τόν χῶρο τοῦ Ἱ. Ναοῦ καί τῶν σκευῶν του. Αὐτό τό πρόβλημα ὡς ἦθος καί ὡς πνεῦμα διαχέεται στό ἀνθρώπινο περιβάλλον μας, γι’ αὐτό βλέπουμε νά ἐπικρατῆ ἡ ἴδια ἐξοικείωση καί ἀνευλάβεια σέ Νεωκόρους, ἀκόμη καί σέ Ἐπιτρόπους, οἱ ὁποῖοι, ὄχι ἀπό κακή διάθεση, ἀλλά ἀπό ὑπερβάλλοντα ζῆλο νά ἐξυπηρετήσουν τόν Ἱερέα, κάνουν ἐνέργειες πού δέν τούς ἐπιτρέπονται· π.χ. ἀκουμποῦν στήν Ἁγία Τράπεζα, πιάνουν τά Ἱερά Σκεύη, μεταφέρουν σέ Ἐξωκκλήσια τό Ἀντιμίνσιο. Πρέπει νά σημειώσουμε ὅτι τά Ἱερά Σκεύη, ὅπως καί ἡ καθοριότητα τῆς Ἁγίας Τραπέζης καί τῆς Προθέσεως εἶναι μόνον τῶν Διακόνων καί τῶν Ἱερέων. Δέν εἶναι κανενός κατωτέρου κληρικοῦ, πολύ περισσότερο δέν εἶναι τοῦ Νεωκόρου ἤ τῆς γυναίκας πού ἔχει εὐχή νά καθαρίζη τό Ἱερό ἤ τοῦ δραστήριου καί πρόθυμου Ἐπιτρόπου.

Ὁ 21ος Κανόνας τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Συνόδου λέει: «Ὅτι οὐ δεῖ ὑπηρέτας (δηλ. Ὑποδιακόνους) ἔχειν χώραν ἐν τῷ διακονικῷ, καί ἄπτεσθαι τῶν Ἱερῶν Σκευῶν». Κατά τήν ἑρμηνεία τοῦ Ζωναρᾶ ὁ Κανόνας αὐτός ἀπαγορεύει στούς Ὑποδιακόνους νά ἐνεργοῦν αὐτά πού ἀνήκουν στούς Διακόνους. Δηλαδή, ἀπογορεύει νά ἀκουμποῦν «τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου, τῶν εἰς θυσίαν προσφερομένων, ἤ τῶν δεχομένων αὐτά Ἱερῶν Σκευῶν, τοῦ Ἱεροῦ Δίσκου καί Ποτηρίου».

Τά Ἱερά Σκεύη, καθώς καί τόν Ἄρτο καί τόν Οἶνο πού ἔχουμε ἀποθέσει στήν Πρόθεση, τά κρατοῦμε μακριά ἀπό τούς λαϊκούς καί τούς κατώτερους κληρικούς (Ψάλτες καί Ἀναγνῶστες). Δέν τούς τά δίνουμε οὔτε ὅταν τά μεταφέρουμε σέ κάποιο Παρεκκλήσιο. Ἡ μεταφορά τους γίνεται ἀπό ἐμᾶς. Εἴμαστε αὐστηροί σ’ αὐτήν τήν ἀπαγόρευση προσέγγισης καί ἀφῆς τῶν Ἱερῶν Σκευῶν, γιατί ἐπιθυμοῦμε νά συντηρηθῆ καί αὐξηθῆ μέσα στούς συνεργάτες μας ἡ εὐλάβεια καί ὁ ἱερός φόβος πρός τό μυστήριο πού τελεῖται μέ τήν χρήση τους, διότι αὐτό εἶναι σωτήριο γι’ αὐτούς. Βέβαια, ἡ αὐστηρότητά μας θά εἶναι φυσική καί ἀποτελεσματική ἄν εἴμαστε ἐμεῖς εὐλαβεῖς, γεμάτοι ἀπό ὑγιή φόβο Θεοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι συγκερασμένος μέ τήν ἀγάπη στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ.

Μέρος Β: Ὁ Ἱερέας καί τό Προσωπικό τοῦ Ναοῦ (Β΄)

  • Προβολές: 1968

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance