Ἐπίκαιροι Σχολιασμοί: Γιά νά ξέρουμε ποῦ πατᾶμε…

τοῦ Πρωτ. Θωμᾶ Βαμβίνη

Σύγχρονα ἐκκλησιαστικά καί θεολογικά γεγονότα ἀνέσυραν ἀπό τήν μνήμη μου τήν ἀντίδραση ἑνός νέου ἀνθρώπου, πού ὡς μέλος μιᾶς ἀντιπροσωπείας Ὀρθοδόξων Ἑλλήνων μεταπτυχιακῶν φοιτητῶν, συμμετεῖχε πρίν ἀπό μερικά χρόνια σέ μιά διαθρησκειακή συνάντηση, ἡ ὁποία πραγματοποιήθηκε στήν Ὁλλανδία. Ἡ ἀντίδραση ἐκφράστηκε σέ μιά τελείως ἰδιωτική συνομιλία, γι’ αὐτό ἦταν ἀνεπηρέαστη ἀπό τό πνεῦμα τῆς ἐκκλησιαστικῆς διπλωματίας. Τήν διατυπώνω ὅπως τήν προσέλαβα καί τήν διατήρησα μέσα στό πλαίσιο τῶν δικῶν μου ἑρμηνευτικῶν προϋποθέσεων.

Μοῦ εἶπε ὅτι ἔβλεπε μέ κάποια ἔκπληξη τούς Παπικούς «νά τά βρίσκουν» μέ τούς Μουσουλμάνους. Αὐτό δέν μποροῦσε νά τό ἐξηγήση. Τό θεωροῦσε τελείως ἀδιανόητο. Ρώτησα ἄν εἶχε διαβάσει αὐτά πού γράφει ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου στό βιβλίο του Γέννημα καί θρέμμα Ρωμηοί, στήν ἑνότητα μέ τίτλο: Δυτικός Χριστιανισμός καί Ἰσλαμισμός (σελ. 258-280). Μοῦ ἀπάντησε ἀρνητικά καί τόν παρέπεμψα σ’ αὐτό τό κείμενο, γιά νά «καταπραϋνθῆ» κάπως ἡ ἔκπληξη γιά τήν «ἀδιανόητη», ὅπως τήν θεωροῦσε, ἀλληλοκατανόηση Παπικῶν καί Μουσουλμάνων.

Ὑπῆρχαν στήν συνάντηση μέλη πού δέν μποροῦσε νά καταλάβη κανείς ἄν εἶναι ἄθεοι ἤ ἀνήκουν σέ κάποια περίεργη χριστιανική ὁμολογία. Γιά τούς ἐκπροσώπους τῶν Προτεσταντῶν διαπίστωνε ὅτι «δέν ἤξεραν ποῦ πατοῦσαν». Γενικά, ὑπῆρχε μιά ἠθικολογία «κατωτέρου κατηχητικοῦ», χωρίς θεολογικό θεμέλιο. «Ἐμᾶς τούς Ὀρθοδόξους», ἔλεγε, «δέν μᾶς καταλάβαιναν». Ὅταν μιλοῦσαν Ὀρθόδοξοι εἰσηγητές, οἱ ἄλλοι τούς ἄκουγαν σιωπηλοί μέ μιά ἀμηχανία καί ἔδιναν τήν ἐντύπωση ὅτι δέν τούς καταλαβαίνουν.

Δέν ἐπρόκειτο γιά ἔλλειψη διανοητικῆς ἱκανότητος ἤ γιά ἐλλιπῆ ἐπιστημονική ἐνημέρωση ἤ ἀκόμη γιά ἀπουσία διάθεσης διαλόγου. Ἐπρόκειτο μᾶλλον γιά τήν ἀκρόαση ἑνός λόγου μέ τόν ὁποῖο δέν μποροῦσαν νά διαλεχθοῦν, ἴσως γιατί καταλάβαιναν ὅτι ἔπρεπε προηγουμένως νά γεφυρώσουν βαθιά θεολογικά χάσματα, σέ θέματα πού ἦταν σημαντικά γιά τούς  Ὀρθοδόξους, ἐνῶ γιά ἐκείνους χωρίς ἰδιαίτερη πρακτική σημασία.

Τό θεμελιῶδες θέμα φαίνεται ὅτι ἦταν (καί εἶναι σέ τέτοιες συναντήσεις) ἡ ἄγνοια τῆς θεολογίας ὡς ἐμπειρικῆς ἐπιστήμης καί ἡ ἀποσύνδεσή της ἀπό τήν ποιμαντική. Γι’ αὐτό ἡ ἐνασχόληση μέ θεολογικά θέματα ἀντιμετωπιζόταν σάν μιά ἐξειδικευμένη ἀκαδημαϊκή δραστηριότητα, χωρίς βαθύ νόημα καί χωρίς ἐμπειρική ἐπαλήθευση, σάν ἕνα παιχνίδι ἐπιστημονικῆς περιέργειας, περιορισμένης στά ὅρια τῶν δυνατοτήτων τῆς διάνοιας, ἔξω ἀπό τήν ἁπτή πραγματικότητα τῆς ζωῆς τοῦ κόσμου.

Γυμνοί ἀπό θεολογία, ξένοι πρός τίς ἀγωνίες γιά τό πῶς ἡ θνητή, ἐφήμερη ὕπαρξή μας μπορεῖ νά ἐνδυθῆ ἀπό τώρα τό φῶς τῆς θεότητας, ἐξαντλοῦσαν ὅλα τά ἐνδιαφέροντά τους στό πῶς θά δημιουργηθῆ ἕνας ἐνδοκοσμικός παράδεισος, μέ τήν ἀπουσία τῶν στοιχείων πού καθιστοῦν τήν γῆ κόλαση. Ἔτσι, τό πρωτεῦον γι’ αὐτούς ἦταν ἡ ἀλληλοκατανόηση, ἡ ἀλληλεγγύη καί ἡ εἰρηνική συμβίωση ἑτερογενῶν πληθυσμῶν, μέ βάση «ἀγαθές» διδασκαλίες, οἱ ὁποῖες μποροῦν νά ἀνιχνευτοῦν σέ ὅλα τά θεωρούμενα ὡς «ἱερά κείμενα» τῶν διαφόρων θρησκειῶν, ἀκόμη καί στό Κοράνιο, τό ὁποῖο ὑπ’ ὄψιν κελεύει: «Πολεμᾶτε τούς ἀπίστους, ὥσπου νά μήν ὑπάρχη ἄλλη θρησκεία»(Κεφ. 8, στ. 40) καί: «Ὅταν συναντᾶτε τούς ἀπίστους νά τούς σκοτώνετε καί νά τούς κατασφάζετε» (Κεφ 47, στ. 4).

Γιά νά ἀντιμετωπισθοῦν τέτοιες συγχύσεις χρειαζόμαστε καθαρό ἐκκλησιαστικό λόγο, μέ στέρεη δογματική καί ἀσκητική βάση. Γι’ αὐτό, ἀφήνοντας τούς προβληματισμούς ἤ τίς ἀθεολόγητες κοινωνικές στοχεύσεις τῆς διαθρησκειακῆς συνάντησης τῆς Ὁλλανδίας, θά ἀνατρέξουμε σέ ἐμπειρικούς λόγους τοῦ Γέροντος Σωφρονίου Σαχάρωφ καί τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, γιά νά δοῦμε ἐνδεικτικά τό πῶς ὁ Θεός μιλᾶ μέσῳ τῶν ἀνθρώπων Του γιά τό σημαντικό θέμα τῆς θεολογίας, ὡς ἐμπειρίας τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Γέροντας Σωφρόνιος ἐντοπίζει τό πρόβλημα στόν τρόπο πού διδάσκεται ἡ θεολογία, ὁ ὁποῖος καθορίζει ἐν πολλοῖς καί τό περιεχόμενό της. Σέ μιά ἀπό τίς τελευταῖες ὁμιλίες του στούς Μοναχούς τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Τιμίου Προδρόμου τοῦ Ἔσσεξ Ἀγγλίας λέει: «Τά σχολεῖα μας εἶναι ἐξαρτημένα ἀπό τή σφαίρα τῆς ἀνθρώπινης λογικῆς καί τῶν ἐπίγειων ἐνδιαφερόντων. Ἐπειδή οἱ γονεῖς ἔχασαν τήν πίστη τους, τά παιδιά ἔρχονται στό σχολεῖο καί μελετοῦν τή θεολογία μέ τόν ἴδιο τρόπο μέ τόν ὁποῖο μελετοῦν κάθε ἄλλο κλάδο: τή χημεία, τή φυσική, τή γεωγραφία, τή γλώσσα κ.λπ. Αὐτό ὅμως προκαλεῖ φοβερή ζημιά, γιατί συνηθίζουν νά ζοῦν τόν Θεό μέ τή λογική. Ὅσοι ὅμως γνωρίζουν τήν πνοή τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀντιλαμβάνονται ὅτι ἡ λογική τοῦ Ἀριστοτέλη δέν ἁρμόζει στή θεολογία· ὅτι ἡ πραγματικότητα πού ἀποκαλύπτεται σέ μᾶς ἀπαιτεῖ ἀπομάκρυνση ἀπό τήν τυπική λογική καί μετάβαση σέ λογική μέ κατηγορίες τοῦ ἴδιου τοῦ Εἶναι, πού ὁ Θεός μᾶς ἀποκαλύπτει μέ τήν ἔλευσή Του»(Οἰκοδομώντας τόν Ναό τοῦ Θεοῦ μέσα μας καί στούς ἀδελφούς μας, τόμ. Β΄, σ. 303).

Μέ βεβαιότητα διδάσκει στούς Μοναχούς του ὅτι: «Ὁ ἄνθρωπος δέν σώζεται μέ τό πλῆθος τῶν ἐπιστημονικῶν πληροφοριῶν. Μέ τίς πληροφορίες αὐτές δέν μᾶς δίδεται ἡ κατάσταση νά “ὁρῶμεν τόν Θεόν, καθώς ἐστι”».(σ. 291)  Εἶναι πολύ ὑψηλός ὁ στόχος τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ, τελείως ἄσχετος μέ ἄλλες θρησκευτικές διδασκαλίες: «Γι’ αὐτό ὁ Χριστιανισμός μας ποτέ δέν πρέπει νά ἀναμιγνύεται μέ καμία ἄλλη διδασκαλία πού ὑπάρχει στόν κόσμο: γιά μᾶς ὑπάρχει μόνο τό Εὐαγγέλιο»(σ. 299).

Δέν ἀρκεῖ ὅμως ὁ ὑψηλός στόχος. Χρειάζεται καί ὁ τρόπος γιά νά τόν φθάσουμε: «Τί μποροῦμε νά κάνουμε κάθε ἡμέρα, ὥστε νά προσεγγίσουμε τόν στόχο τῆς ἀπέραντης θείας ζωῆς; Ἀπό ποῦ ἀρχίζουμε τήν πνευματική μας ζωή; Άπό τό νά ἔχουμε κάθε ἡμέρα ὡς πρώτη μας φροντίδα νά μήν ἁμαρτήσουμε. Μέ τόν ἀσκητικό αὐτό ἀγώνα, νά μήν ἁμαρτήσουμε, καθαρίζεται ὁ νοῦς καί ἡ καρδιά καί ὅλο τό εἶναι μας ἀπό τήν ἀχλύ τῆς ἁμαρτίας. Τότε ὁ ἄνθρωπος γίνεται ἱκανός γιά τήν ἄμεση πρόσληψη ἐκείνου πού προέρχεται ἀπό τόν Θεό»(σ. 307). «Συνεπῶς, ὄχι μέ τήν “ἐπιστημονική” γνώση τῶν θεολογικῶν σπουδῶν, ἀλλά μέ τήν ἀναμάρτητη ἁγία ζωή πρέπει νά φθάσουμε σέ κατάσταση, κατά τήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος ἀρχίζει νά βλέπει τόν Θεό “καθώς ἐστιν”»(σ. 300).

Τό ἴδιο θεμέλιο τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς περιγράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς.

Σκοπός τῆς ζωῆς εἶναι νά γίνη ὁ ἄνθρωπος μέτοχος τοῦ Φωτός τοῦ Θεοῦ. Τό Φῶς αὐτό δέν εἶναι γνώση. Δέν εἶναι ἡ διανοητική πολυμάθεια πού μᾶς ξεδιαλύνει διάφορα θέματα. Γιά νά τό ἀποδείξη αὐτό ἀνατρέχει στήν θεολογική γνώση τῶν δαιμόνων. Γράφει: «οὐδέ νοήσεως ἐστέρηται τό δαιμόνιον φῦλον· νόες γάρ εἰσι». Καί αὐτήν τήν μορφή τῆς ὑπάρξεώς τους δέν τήν ἔχουν ἀποβάλει μέ τήν πτώση τους. Γι’ αὐτό μποροῦσαν νά λένε στόν Χριστό: «οἶδά σε τίς εἶ, ὁ ἅγιος τοῦ Θεοῦ». Μέ αὐτό τό ἁγιογραφικό δεδομένο ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἀντιμετωπίζοντας τόν Βαρλαάμ, ἔκανε τήν πολύ σημαντική ἐπισήμανση, ὅτι ἡ ἐπιστημονική θεολογική γνώση δέν εἶναι ἄγνωστη οὔτε καί στούς δαίμονες. Ἀναλύοντας αὐτήν τήν ἄποψη γράφει γιά τά δαιμόνια: «Εἰ δέ θεότητα ἴσασι, καί τοῦτ’ εἰδέναι αὐτούς ἀνάγκη, ὅτι τῶν κτιστῶν οὐδέν ἐστιν ἐκείνη». Ἀφοῦ γνωρίζουν τήν θεότητα, αὐτό σημαίνει ὅτι γνωρίζουν πώς ἐκείνη δέν εἶναι τίποτε ἀπό τά δημιουργήματα. Ἔβλεπαν οἱ δαίμονες στόν Χριστό κάτι τό ὁποῖο δέν ἦταν ὅμοιο μέ τίποτε ἀπό τά κτίσματα. Αὐτή ἡ διάκριση τούς ἔδινε τήν δυνατότητα νά καταλάβουν ὅτι εἶχαν μπροστά τους τόν «ἅγιο τοῦ Θεοῦ», τόν ἐνανθρωπήσαντα Θεό.

Τήν παραπάνω ἐπισήμανση τήν συμπληρώνει μέ τό συμπέρασμα: «Οὐκ ἄρα γνῶσίς ἐστι τό φῶς ἐκεῖνο, οὔτε ἡ διά καταφάσεων οὔτε ἡ δι’ ἀποφάσεων προσγινομένη». Τό Φῶς τοῦ Θεοῦ δέν ἀποκτᾶται ἀπό τόν ἄνθρωπο μέ καταφατικούς ἤ ἀποφατικούς συλλογισμούς, δηλαδή μέ φιλοσοφικούς στοχασμούς, διότι δέν εἶναι γνώση. Κι’ αὐτό ἐπιπρόσθετα τό ἀποδεικνύει μέ μιά παρατήρηση, ἡ ὁποία μᾶς ἀποκαλύπτει τό θεμέλιο τῆς μέριμνας τοῦ Γέροντος Σωφρονίου γιά «ἀναμάρτητη ζωή». Γράφει ὅτι ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ ὑπάρχει στούς δαίμονες, ἀλλά παραμένει καί στούς ἀνθρώπους ἀκόμη καί ὅταν αὐτοί ἁμαρτάνουν καί τήν χρησιμοποιοῦν κακῶς. Ὅμως «τῷ φωτί ἐκείνῳ χρῆσθαί τινα κακῶς οὐκ ἔνι», γιατί μόλις κανείς στραφῆ σέ ἀπόψεις καί πράξεις ἀντίθετες πρός τό θέλημα τοῦ Θεοῦ «εὐθύς ἀφίπταται (τό Φῶς ἐκεῖνο), καταλιπόν (τόν ἄνθρωπο) ἔρημον Θεοῦ». Ἡ γνώση «συμβιώνει» μέ τήν ἁμαρτία, ὄχι ὅμως καί τό Φῶς τοῦ Θεοῦ.

Ὁ ἔρημος Θεοῦ, ἄν θελήση νά ἀσχοληθῆ μέ θεολογικά θέματα, καί μάλιστα σέ διάλογο μέ ἑτεροθρήσκους, τότε «δέν θά ξέρη ποῦ νά πατήση», καί εἶναι ἐνδεχόμενο, ἄν καί Χριστιανός, μέσα στήν ἀθεολόγητη ἀγαπολογική ἀμβλυωπία του νά μή βλέπη τά δογματικά χάσματα, μέ ἀποτέλεσμα νά συγχέη τήν ἀνάγκη γιά εἰρηνική συμβίωση μέ τήν ἀνάμιξη τῶν θεολογικῶν παραδόσεων, ὥστε στό πεδίο τῆς πίστης (καί ὄχι ἁπλά καί μόνο τῆς κοινωνικῆς ζωῆς) «νά τά βρίσκη» ἀκόμη καί μέ τούς Μουσουλμάνους.–

Ετικέτες: ΕΠΙΚΑΙΡΟΙ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΙ