Ἡρακλῆ Παναγιωτίδη: Σωτηρία


τοῦ Ἡρακλῆ Παναγιωτίδη, ἐρευνητῆ-καθηγητῆ Πανεπιστημίου στό Σιάτλ Ἀμερικῆς

(Μετάφραση ἀπό τά ἀγγλικά: Τρύφων Σπυριδωνίδης - Ἀναστάσιος Φιλιππίδης)

Μέρος τῆς ἐπιθυμίας τοῦ ἀνθρώπου γιά ἀθανασία εἶναι ἡ διασφάλιση ὅτι τό μακρινό του μέλλον  θά εἶναι προικισμένο μέ αἰώνια προστασία. Μέ ἄλλα λόγια, ὄχι μόνο θέλουμε νά ζήσουμε αἰώνια, ἀλλά νά ἐξασφαλίσουμε καί τήν ἄνεσή μας στήν αἰωνιότητα.  Ἔτσι προκύπτει  ἡ ἰδέα τῆς σωτηρίας. Στό μυαλό τῶν περισσοτέρων ἀνθρώπων, ἡ σωτηρία συνδέεται μέ ἕνα ἀνώτερο Ὄν, πού συνήθως ἀποκαλεῖται Θεός, ὁ ὁποῖος  ἐπιβραβεύει τούς ἀνθρώπους σέ ἀντάλλαγμα μέ κάτι πού Αὐτός θεωρεῖ ἀπαραίτητο. Ἔτσι, οἱ θρησκεῖες ἔχουν ἐφοδιαστῆ μέ ἕνα πακέτο ὠφελιμιστικῶν ἐπαγγελματικῶν κανόνων πού καθορίζουν αὐτήν τήν συναλλαγή. Μερικοί κανόνες ἔχουν πιό ἠθικό χαρακτήρα, ἐνῶ ἄλλοι εἶναι πιό ἰδιότροποι, ὅπως ἡ μεταστροφή τῶν ἀπίστων διά τῆς βίας.  Οἱ ἀνταμοιβές ποικίλουν ἀπό θρησκεία σέ θρησκεία, κάποιες εἶναι καθαρά σωματικές ἢ ὑλικές, ἐνῶ ἄλλες ἐγγυῶνται ψυχολογικά χαρακτηριστικά, ὅπως ἡ αἰώνια εὐδαιμονία καί χαρά. Δέν χρειάζεται νά ἀναφερθῆ ὅτι ἡ παραβίαση τῶν κανόνων στήν παροῦσα ζωή ἔχει καταστροφικές αἰώνιες συνέπειες, ὅπως τό κάψιμο στήν φωτιά, βασανιστήρια ἀπό δαίμονες, κ.λπ. σέ ἕνα μέρος πού συνήθως ἀποκαλεῖται κόλαση. Οἱ παραλλαγές τοῦ δυσάρεστου μέλλοντος λόγῳ κακῆς συμπεριφορᾶς ἔχουν πάρει πολλές μορφές στήν δημιουργική θρησκευτική φαντασία.

Οἱ περισσότεροι κανόνες πού ἰσχύουν γιά τήν ἀπόκτηση ἀμοιβῆς ἢ τιμωρίας ἔχουν νά κάνουν περισσότερο μέ τίς συμπεριφορές καί λιγότερο μέ τήν ὕπαρξη. Ἡ συμπεριφορά θά σέ κάνη νά κερδίσης μελλοντικά κέρδη ἢ μελλοντικό πόνο. Πολύ λίγα, ὅμως, λέγονται γιά τήν ὕπαρξη καί κατ’ ἐπέκταση γιά  τήν σχέση μέ τούς ἄλλους. Ἡ σωτηρία σχετίζεται μέ τίς αὐθεντικές σχέσεις. Φυσικά, θά μποροῦσε κάποιος νά φέρη ἀντίρρηση σέ αὐτό λέγοντας ὅτι ἡ ἠθική συμπεριφορά εἶναι ἡ οὐσία τῆς σχέσης μέ τούς ἄλλους. Τό εἶδος τῆς σχέσης γιά τήν ὁποία μιλῶ εἶναι προέκταση τῆς ὕπαρξης καί ὄχι τῆς πράξης. Αὐτό εἶναι, πιθανόν, ἕνα λεπτό σημεῖο πού χρήζει περαιτέρω ἐξήγησης, καί αὐτό θά προσπαθήσω νά κάνω στίς ἀμέσως ἑπόμενες παραγράφους.  Γιά παράδειγμα, μᾶς ἔχουν πεῖ ὅτι δέν πρέπει νά κλέψουμε ἢ νά σκοτώσουμε, ὅτι πρέπει νά ἀγαπᾶμε τούς ἄλλους κλπ. Τό κίνητρο γιά ὅλες αὐτές τίς ἠθικές συμπεριφορές εἶναι συχνά ὠφελιμιστικό καί στήν καλύτερη περίπτωση ἀπό συμπόνια.  Γιά παράδειγμα, δέν εἶναι καλό νά κλέψουμε γιατί δέν θέλουμε καί οἱ ἄλλοι νά κλέψουν ἐμᾶς. Πρέπει νά ἀγαπᾶμε τούς ἄλλους γιατί θέλουμε καί οἱ ἄλλοι νά μᾶς ἀγαπᾶνε. Μέ αὐτήν τήν ἔννοια εἶναι πιό πιθανόν νά ἀγαπᾶμε αὐτούς πού μᾶς ἀγαπᾶνε καί νά εἴμαστε ἀδιάφοροι γιά αὐτούς πού δέν συνδέονται μέ μᾶς, ἢ,  ἀκόμη χειρότερα, μέ αὐτούς πού δέν εἶναι καλοί μαζί μας. Ἔτσι οἱ ἠθικές συμπεριφορές μας καθοδηγοῦνται ἀπό ὠφελιμιστικούς κανόνες. Ὁμοίως συνδεόμαστε  μέ τόν Θεό μέ ἕναν παρόμοιο τρόπο, καί ἡ ἰδέα τῆς σωτηρίας γίνεται ἐμπορική συναλλαγή.

Γιά νά καταλάβουμε τήν σωτηρία μέ τό πραγματικό Χριστιανικό της νόημα, πρέπει νά καταλάβουμε πῶς εἶναι τό νά σχετιζόμαστε πραγματικά μέ τούς ἄλλους ὑπαρξιακά καί ὄχι ἁπλῶς μέ πράξεις. Τό σχετίζομαι σημαίνει ὅτι ὑπάρχει ἕνας συντονισμός μεταξύ δυό ὑπάρξεων, ὅτι δυό «καρδιές» ἐκπέμπουν καί λαμβάνουν στήν ἴδια συχνότητα. Γιά νά καταλάβουμε πῶς νά συνδεθοῦμε μέ τούς ἄλλους, πρέπει πρῶτα νά καταλάβουμε πῶς νά συνδεθοῦμε μέ τόν Θεό. Μέχρι τώρα ἔγραψα τί δέν εἶναι σχέση μέ τόν Θεό. Τό ὅτι δέν μποροῦμε νά ἔχουμε σχέση μέ τόν Θεό μέ ἕναν ὠφελιμιστικό τρόπο δοῦναι καί λαβεῖν. Ἡ σχέση στήν πραγματική της διάσταση βασίζεται σέ «καρδιές» πού συγχρονίζονται. Ἂν δέν ὑπάρχη τέτοιος συγχρονισμός, τότε δέν ὑπάρχει σχέση, ὅσο καί ἂν νομίζουμε ἢ φανταζόμαστε ὅτι ὑπάρχει. Ἡ προσευχή γίνεται μιά χωρίς νόημα φιλότιμη προσπάθεια μουρμουρίσματος, ἕνα εἶδος μονόλογου, κατά τήν ὁποία ἀπαιτοῦμε πράγματα καί ἀπογοητευόμαστε γιατί δέν παίρνουμε αὐτό πού θέλουμε.  

Πῶς συνδέεται κάποιος πραγματικά μέ τόν Θεό; Πῶς συγχρονίζεται ἡ «καρδιά» μας μέ τήν «καρδιά» τοῦ Θεοῦ; Πρέπει νά ξεκινήσουμε μέ ἕνα ὑγιές σύστημα αἴσθησης, μέ τήν ἔννοια τῆς καθαρότητας τῆς καρδιᾶς. Ὅταν ἡ καρδιά εἶναι βαριά ἀπό ἀκαθαρσίες, δέν μπορεῖ κἄν νά σκιρτήση,  πόσο μᾶλλον νά ταλαντευτῆ σέ συχνότητα συγχρονισμένη μέ αὐτήν τοῦ Θεοῦ. Μόνο μέ τό ξεφόρτωμα τῶν ἑαυτῶν μας ἀπό τά πάθη, φανερά ἢ κρυφά, μποροῦμε νά προχωρήσουμε στό ἑπόμενο στάδιο, τῆς θείας θεωρίας ἢ τοῦ φωτισμοῦ. «Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται». Ὁ Θεός εἶναι καί πρέπει νά εἶναι ἐμπειρία. Ὅταν λείπη ἡ ἐμπειρία, τό μυαλό εἶναι κολλημένο στίς  εἰκόνες του, τίς ἐκλογικεύσεις του, τίς φαντασίες ἢ τίς δεισιδαιμονίες του. Αὐτό πού ἀκολουθεῖ τόν φωτισμό εἶναι ἡ κατάσταση τῆς θεώσεως. Τί σημαίνει νά εἶσαι στήν κατάσταση τῆς θέωσης; Οἱ ἄνθρωποι συνήθως καταφεύγουν σέ ἀποτυχημένες ἀφαιρέσεις γιά νά φανταστοῦν πῶς εἶναι νά ἔχης προχωρήσει σέ αὐτό τό στάδιο.  Ὅμως σχεδόν πάντα αὐτές εἶναι μάταιες φαντασίες.  Τό νά φθάσης στό στάδιο τῆς θέωσης, σημαίνει νά γίνης σάν τόν Θεό. Νά ἀποκτήσης τίς ἰδιότητές Του, τῆς Ἀλήθειας, τῆς Ζωῆς καί τῆς Ἀγάπης, μυστήρια πού ὑπερβαίνουν τήν λογική καί τήν διάνοια.

Ἡ Ἀλήθεια εἶναι μιά κακῶς κατανοούμενη ἔννοια. Αὐτό πού εἶναι ὑπεύθυνο γιά αὐτήν τήν κακή κατανόηση  εἶναι ἕνας παράλογος ὑπερτονισμός τῆς λογικῆς, ὅταν δέν ὑπάρχη ἡ ἐμπειρία ἢ ἡ ἐμπειρική γνώση. Ἡ Δυτική θεολογία ἔγινε σχεδόν ἀποκλειστικά ρασιοναλιστική.  Μόνο ἡ ἐμπειρία μπορεῖ νά ὁδηγήση στήν πραγματική Γνώση. Στήν Ἀνατολική Χριστιανική παράδοση, ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ συχνά συνοδεύεται ἀπό τήν βίωση ἑνός ὑπερφυσικοῦ φωτός, γνωστοῦ ὡς τό «Ἄκτιστον Φῶς».  Σέ αὐτήν τήν κατάσταση ὁ ἄνθρωπος βλέπει, ἀκούει καί βιώνει  πνευματικές πραγματικότητες ὄχι ὡς ἀφαιρέσεις, ἀλλά ὡς στέρεα στοιχεῖα γνώσης. Βλέπει τίς καρδιές τῶν ἄλλων, ἀκούει τόν ἄνεμο νά δοξάζη τόν Θεό. Ἡ κτίση ἀποκαλύπτεται στά ἀλήθεια κάτω ἀπό αὐτό τό ὑπερφυσικό φῶς τῆς Γνώσης. Μαρτυρίες τέτοιων ἐμπειριῶν δέν εἶναι ἄγνωστες στόν Ἀνατολικό Χριστιανισμό. Τό βλέπουμε στίς ζωές τῶν Ἁγίων.  Βιώνουν τόν πνευματικό κόσμο, περιλαμβανομένου τοῦ βάθους τῶν καρδιῶν τῶν ἄλλων, χωρίς νά ὑπάρχουν ἐκδηλώσεις τῆς συμπεριφορᾶς, χωρίς κόλπα ἢ τεχνάσματα. Θά ἐπιστρέψω σέ αὐτό ἀργότερα μιλώντας γιά τήν σχέση μέ τούς ἄλλους.  

Ἡ Ζωή ἀναφέρεται στήν δημιουργική ἰδιότητα τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεούμενος ἄνθρωπος συμμετέχει στίς δημιουργικές δράσεις τοῦ Θεοῦ, συν-δημιουργώντας μέ Αὐτόν. Τί σημαίνει δημιουργῶ; Ἁπλά, νά δώσης ζωή μέ ὅλες τίς ἐκφάνσεις της. Ἡ θεραπεία τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος, ἡ ἔμπνευση τῆς ἐλπίδας καί ἡ ἐγκατάλειψη τῆς ἀπελπισίας εἶναι ὅλα τμήματα αὐτῆς τῆς δημιουργικῆς ἐνέργειας. Τό μοίρασμα μέ τό δόσιμο ὁποιουδήποτε ἐλάχιστου ἔχει κάποιος, τό ὁποῖο ἔχει σάν ἀποτέλεσμα τό ξέχειλο καί ἄφθονο μοίρασμα πέρα ἀπό κάθε ἀνθρώπινη λογική. «Εἴμαστε φτωχοί, ὅμως κάνουμε πολλούς ἀνθρώπους πλούσιους». «Δέν ἔχουμε τίποτε, κατέχουμε ὅμως τά πάντα». Κάθε πράξη πνευματικῆς δημιουργίας ἔχει τό στοιχεῖο τῆς δημιουργίας ἐκ τοῦ μηδενός, ἀντιστρέφοντας τόν νόμο τῆς φθορᾶς σέ μιά δυναμική σύνθεση κατά τήν σωματική ἢ πνευματική διάσταση.  Εἴτε αὐτό συμβαίνει μέ τό νά δημιουργηθῆ ἕνα θαυμάσιο σύμπαν ἐκ τοῦ μηδενός, εἴτε μέ τό νά μετατρέψη τό σκότος σέ φῶς στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων, αὐτήν τήν δημιουργική ἐνέργεια τήν μοιράζεται ὁ Θεός μέ αὐτούς πού ἔχουν φωτισθῆ καί θεωθῆ.

Λέγεται ὅτι ὁ Θεός εἶναι Ἀγάπη. Ὁ Θεός δέν ἀγαπᾶ, ἀλλά Αὐτός εἶναι ἡ ἀγάπη. Ἡ ἀγαπητική ἐνέργεια πού προέρχεται ἀπό τόν Θεό εἶναι φυσική. Ἔτσι ἐπεκτείνεται σέ ὅλους, εἴτε τό ἀξίζουν εἴτε ὄχι,  καλούς καί κακούς. Ὁ Θεός μπορεῖ νά ἐκπέμψη μόνον ἀγάπη, τίποτε ἄλλο. Ὅλες οἱ ἄλλες «ἀπεικονίσεις» ἑνός «δίκαιου» Θεοῦ εἶναι ἀνθρωπομορφικές ἐκφράσεις. Ἀκόμη καί στήν Κρίση Του, εἶναι ἡ ἴδια ἀγάπη πού ἐπεκτείνεται στό καλό καί στό κακό. Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ δέν μεταβάλλεται. Μόνο τό πρόσωπο πού λαμβάνει τήν ἀγάπη Του τήν βιώνει εἴτε  σάν θαλπωρή καί φῶς εἴτε σάν φωτιά καί τιμωρία. Ὁ θεούμενος γίνεται, ἐπίσης, κατ’ ἐπέκταση ἀγάπη. Ἀκτινοβολεῖ ἀγάπη σέ φίλους καί ἐχθρούς. Στήν πραγματικότητα δέν ἔχει ἐχθρούς ὅσον ἀφορᾶ αὐτόν, ἀλλά τούς βλέπει ὅλους καλούς, ἐπειδή τά «μάτια του εἶναι καθαρά». Ἡ ἀγάπη του διαχέεται σέ ὅλη τήν φύση, τά ζῶα, καί ὅλον τόν κτιστό κόσμο. Ἀγαπᾶ γιατί, ὅπως ὁ Θεός, ἔχει γίνει Ἀγάπη χωρίς ὅρους.

Ὁ θεούμενος εἶναι ἐξ ὁρισμοῦ κεκαθαρμένο πρόσωπο. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἔχει ἀπομακρύνει ὅλα τά τεχνητά στρώματα τῆς προσποίησης. Βλέπει τόν ἑαυτό του ἔτσι ὅπως εἶναι. Βρίσκεται σέ εἰρήνη μέ τόν ἑαυτό του. Ὁ θεούμενος ἐπίσης βλέπει τούς ἄλλους, ὅπως πραγματικά εἶναι. Δέν τόν ἐνδιαφέρουν συμπεριφορές, παρά μόνο βλέπει τίς καρδιές τῶν ἄλλων, ἀκόμη καί ὅταν οἱ ἄλλοι εἶναι ἀνυποψίαστοι γιά τίς δικές τους ἐσωτερικές διεργασίες. Τά βλέπει ὅλα αὐτά καί τούς δέχεται, γιατί βλέπει τόν ἑαυτό του στόν ἄλλον ἄνθρωπο. Ὅμως, πρίν καταλάβουμε τόν ἄλλον ἄνθρωπο, πρέπει πρῶτα νά καταλάβουμε τόν ἑαυτό μας. Πρέπει νά δοῦμε τόν ἑαυτό μας πέρα ἀπό τίς ἐπιστρώσεις τῆς ὑποκρισίας, πού ἔχουμε κτίσει μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου. Κατά κάποιον τρόπο πρέπει νά θέσουμε τό ρολόϊ τοῦ χρόνου σέ ἀντίστροφη κίνηση καί νά ἐπιστρέψουμε στήν ἁπλότητα τοῦ παιδιοῦ πού ἤμασταν κάποτε. Γι’ αὐτό ὁ Χριστός λέει ὅτι, ἐάν δέ γίνουμε σάν τά παιδιά, δέν μποροῦμε νά κερδίσουμε τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.  Ὅμως αὐτό ἀπαιτεῖ θάρρος, νά κοιτάξουμε τούς ἑαυτούς μας κατά τίς ἐπώδυνες στιγμές τῆς ἀλήθειας, τίς ὁποῖες ὀνομάζουμε ἀνία, καί νά ἐπιτρέψουμε στόν Θεό νά γιατρέψη τό πραγματικό πρόσωπο μέσα μας, νά ἑνοποιήση τόν διασπασμένο ἑαυτό μας, καί νά τόν κάνη κῆπο τοῦ παραδείσου, ὅπου ὁ ἄνθρωπος θά συναντήση τόν Θεό καί θά πορεύεται μαζί Του. Μόνο μέσα ἀπό αὐτήν τήν μεταμόρφωση μποροῦμε νά δοῦμε καί νά σχετιστοῦμε μέ τούς ἄλλους, ὅπου ἡ μιά καρδιά συνομιλεῖ μέ τήν ἄλλη, νιώθει τίς λαχτάρες της,  τόν πόνο καί τά σκιρτήματα τῆς χαρᾶς  της.

Ἡ σωτηρία εἶναι μιά διαδικασία πού ξεκινᾶ μέ τήν κάθαρση καί φθάνει στήν θέωση, καί μόνο τότε τό πρόσωπο συνδέεται μέ τόν Θεό καί τούς ἄλλους.  Εἶναι αὐτή ἡ σχέση μέ τόν Θεό καί τούς ἄλλους πού στήν πραγματικότητα γνωρίζουμε ὡς σωτηρία.

  • Προβολές: 1339

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance