Κώστα Παπαδημητρίου: Γεώργιος Θεοτοκᾶς (Β')

τοῦ Κώστα Παπαδημητρίου, ἐπ. Σχολικοῦ Συμβούλου

(συνέχεια ἀπό τό προηγούμενο τεῦχος:  Γεώργιος Θεοτοκᾶς (Α'))

Μέ χίλιες προφυλάξεις καί μύριους κινδύνους φτάνει ὁ Μαρίνος στή Θεσσαλονίκη καί ἀπό κεῖ στό Ἅγιο Ὅρος. Γίνεται πρόθυμα ἀποδεκτός ἀπό τούς μοναχούς καί ἐντάσσεται στό προσωπικό.  Το πρῶτο βράδυ τόν κράτησαν στό μοναστήρι σάν γνώριμο προσκυνητή.  Τό ἄλλο πρωΐ ὁ μοναχός Στέφανος τόν πῆγε σ’ ἕνα ρωσικό κελί, ψηλά στήν πλαγιά. Ἦταν ἕνα εὐρύχωρο σπίτι, ἀληθινή βίλα, πού τήν εἶχαν χτίσει οἱ Ρῶσοι στήν τσαρική ἐποχή. Ἦταν σχεδόν ἐρειπωμένη καί ἐτοιμόρροπη. Στό ἰσόγειο ὑπῆρχε μικρό ἐκκλησάκι.

Τήν κατοικοῦσαν τρεῖς μοναχοί: ὁ γέροντας Τύχων, κατάκοιτος, σχεδόν ἀκίνητος ἀπό ἐξάντληση, ἕνας ἄλλος, ὁ Θεοφάνης, μέ πυκνή, ἄσπρη γενειάδα, πού σκέπαζε τό στῆθος του, σέ προχωρημένη ἡλικία κι αὐτός κι ἕνας τρίτος, κάπως νεώτερος, ὁ πατήρ Σέργιος, ἕνας ἁπλός μουζίκος.

Ὁ πατήρ Στέφανος εἶχε καί ἄλλο ρόλο. Μέ τήν ἔγκριση τοῦ Ἡγουμένου, ἔκρυβε σέ διάφορα κελιά φυγάδες στρατιωτικούς καί σέ συνεννόηση μέ Ἄγγλους πράκτορες τούς φυγάδευε στή Μέση Ἀνατολή, κρυφά ἀπ’ τούς Γερμανούς.

Ὁ πατήρ Θεοφάνης λέει μιά μέρα στό Βελή.
-Εἶσαι στενοχωρημένος, γιέ μου;
-Ἔρχομαι ἀπό τόν πόλεμο καί ξαναπηγαίνω στόν πόλεμο, τ’ ἀποκρίθηκε. Μπορεῖ νά μήν ξαναδῶ τόν τόπο μου καί τόν ἄνθρωπό μου.
-Ὁ Θεός νά σέ βοηθήσει εἶπε αὐτός, ἄν τόν πιστεύεις καί τόν παρακαλεῖς. Το κακό πού ἔπεσε στόν κόσμο εἶναι μεγάλο, ἀλλά πιό μεγάλος ὁ Κύριος.

Τοῦ ἀναθέτουν τό διακόνημα τοῦ βιβλιοθηκάριου στήν βιβλιοθήκη τῆς μονῆς. Τό σῶμα του εἶναι ἀκόμα γερό.
« Ἔτσι, τίς ὧρες ὅπου ἡ Μονή ὁλόκληρη ἐργάζεται σάν μελίσσι γιά τή συντήρησή της, ἐγώ κλείνομαι σέ τούτη τήν αἴθουσα, ἀνάμεσα στά εἰκονογραφημένα χειρόγραφα καί τά παμπάλαια ἔντυπα, κάνω τή δουλειά πού πρέπει, ἀλλά μοῦ μένουν συχνά καί ὧρες ἀπραξίας. Διαβάζω λοιπόν τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, προσπαθῶ νά αἰσθανθῶ τή ζωντανή τους πίστη, τήν ἀπαράμιλλη βίωση πού μετεφέρουν ὡς ἐμᾶς ἀπό τό Λόγο τοῦ Θεοῦ, τή βίωση πού ἀκτινοβολεῖ ἀγάπη καί πνευματικό φῶς. Βυθίζομαι ἔτσι, ὅσο εἶμαι ἄξιος, καί ξαναγεννιοῦμαι, στίς ἀστείρευτες πηγές τῆς χριστιανικῆς σοφίας. Πόσο μακριά ἡ ἐποχή ὅπου δέν μπορούσα νά περάσω μιά μέρα χωρίς ἐφημερίδες, πόσο ξεπερασμένη καί νεκρή ὅλη ἐκείνη ἡ φαινομενική ἐπικαιρότητα, ἡ ἐφήμερη τύρβη τοῦ αἰώνα, αὐτό πού ὁ κόσμος ὀνομάζει « ζωή» ! Καί πόσο ἐπίκαιρο πάντα, πόσο «φλέγον» τό ἐπίμονο, τό ἀκατάβλητο πλησίασμα τοῦ αἰωνίου, πού ἀναδίνει κάθε σελίδα τῶν ἱερῶν κειμένων! Καί ὅμως, παρ’ ὅλη τήν ἄσκηση, δέν φαίνεται νά χειραφετήθηκα ἀκόμα ἀπό τό βάρος τοῦ προηγούμενου βίου μου πού, ὧρες - ὧρες, ξυπνᾶ μέσα μου μέ τρόπο τυραννικό καί μ’ ἀναγκάζει, ἄθελά μου, νά τόν ξαναζήσω. Γεμίζω τότε τετράδια γιά νά ἐλαφρώσω.»

Κώστα Παπαδημητρίου: Γεώργιος Θεοτοκᾶς (Β')Τακτικά προσεύχεται. Μοῦ ἔδωσες, Κύριε, τή Θεία Χάρη Σου, στίς ἐλάχιστες στιγμές πού ἀξιώθηκα νά τή δεχτῶ - στιγμές φευγαλέες, μετρημένες στά δάχτυλα τῶν χεριῶν μου – πρέπει ὅμως νά λειτουργήσει πολύ κι ἡ δική μου βούληση, ἀκατάπαυστα, ἀκατάβλητα, χρόνια και χρόνια, πρέπει νά συνεργήσω, ὅσο μπορῶ καί ὅσο ἀντέχω, ἀφοῦ, καθώς μᾶς διδάσκει ἡ Ὀρθοδοξία, ὁ ἄνθρωπος εἶναι πλάσμα λεύτερο καί αυτεξούσιο, ὄχι τυφλῆς μοίρας παίγνιο, ἀλλά ὑπεύθυνος συνεργός τοῦ Θεοῦ, πλάσμα πού ἔχει τήν εὐκαιρία νά σωθεῖ, ἀλλά πρέπει τό ἴδιο νά τό ἀποφασίσει, νά τό θελήσει. «Ἀνάγκη καί βία, γράφει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, οὐδένα προσάγεται ποτέ ὁ Θεός, ἀλλά θέλει μέν ἅπαντας σωθῆναι, οὐκ ἀναγκάζει δέ οὐδένα΄ οὐ γάρ ἄκοντα οὐδέ μή βουλόμενον, ὅπερ λέγω πολλάκις, ἀλλ’ ἑκόντα καί προαιρούμενον παρεσκεύασται σώζειν ὁ Θεός τόν ἄνθρωπον».  

Θυμήθηκε μιά συζήτηση πού εἶχε ἕνα βραδάκι σ’ ἕνα ταβερνάκι κι ἔπιναν ρετσίνα μ’ ἕναν συμπολεμιστή του. Καθηγητής φιλόλογος ἀπό τή Χίο. Εἶχε τή γλύκα καί τήν καλοσύνη τοῦ νησιώτικου λαοῦ. Λουκᾶς Ἀμύγδαλος τ’ὀνομά του.
-    Θέλω νά πιστέψω, μά δέν μπορῶ,  λέει, ὕστερα ἀπό σκέψη στό Βελή.
-    Νά θελήσεις τοῦ ἀποκρίνεται ὁ Βελής. Καί συνεχίζει.
-    Ἡ πίστη εἶναι δύσκολη, τοῦ εἶπα. Δέν θά σοῦ ἔρθει ἕτοιμη καί βολική, χωρίς νά δώσεις ἐσύ τίποτα. Γιά νά ὑπάρξη ἡ πίστη, πρέπει νά λειτουργήσουν δύο παράγοντες, ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ καί ἡ λεύτερη θέληση τοῦ ἀνθρώπου. Χάρη καί λευτεριά: αὐτή εἶναι ἡ ἀληθινή ὕπαρξή μας. Μήν ἀκοῦς τούς σοφιστές τοῦ αἰώνα πού γέμισαν τόν κόσμο μέ ψεύτικα προβλήματα καί κάλπικες ἀλήθειες.
-    Δέν μέ ἐπηρεάζουν οἱ σοφιστές. Μά ἡ Χάρη ποῦ εἶναι;
-    Εἶναι διάχυτη παντοῦ, εἶναι στή διαθεσή μας, φτάνει νά εἴμαστε ἄξιοι νά τή δεχτοῦμε. Καί δέν  βρίσκεται ἄνθρωπος στόν κόσμο – τό πιστεύω ἀκράδαντα – πού νά μήν εἶναι ἄξιος νά τή δεχτεῖ, τουλάχιστο μιά φορά στή ζωή του - ἄν καί, βέβαια, πολλοί πάρα πολλοί, δέν  τό συνειδητοποίησαν ποτέ καί περνοῦν τήν ἐπίγεια ὔπαρξή τους χωρίς νά δοκιμάσουν αὐτήν τήν ἄφταστη ἀναγαλιά. Ἡ Χάρη μπορεῖ νά μήν εἶναι ἄλλο τίποτα παρά μιά ἀστραπή πού, ἔξαφνα καί γιά λίγες στιγμές,νδιαλύει τά ἐρέβη καί πλημμυρίζει τόν κόσμο μέ ἄπλετο φῶς.Τό αἴσθημα μιᾶς παρουσίας.

 

Διαβάζω λοιπόν τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας προσπαθῶ νά αἰσθανθῶ τή ζωντανή τους πίστη, τήν ἀπαράμιλλη βίωση πού μετεφέρουν ὡς ἐμᾶς ἀπό τό Λόγο τοῦ Θεοῦ, τή βίωση πού ἀκτινοβολεῖ ἀγάπη καί πνευματικό φῶς.

 


-    Ἐσύ τό δοκίμασες ποτέ αὐτό τό αἴσθημα;
-    Μή ρωτᾶς ποτέ κανέναν γι’αὐτό. Κανείς δέν ἔχει τή διάθεση νά τό συζητᾶ. Τοῦτο μόνο σοῦ λέω, πώς εἶναι μιά εὐτυχία πού δέν συγκρίνεται μέ καμιάν ἄλλη ἀνθρώπινη ἐμπειρία. Δέν θά γελαστεῖς ἄν ποτέ σοῦ δοθεῖ νά τή ζήσεις. Θά πεῖς μέσα σου: αὐτό εἶναι, ναί, αὐτό καί τίποτα ἄλλο. Μιά ἀνέκφραστη εὐτυχία βγαλμένη ἀπό σκληρόν, ἀβάσταχτο πόνο. Μιά εὐτυχία τῶν δακρύων.
-    Γιατί ἀπό τόν πόνο καί ἀπό τά δάκρια; Γιατί πρέπει ὁ ἄνθρωπος νά συντριβεῖ ἀπό τήν ὀδύνη γιά νά βρεῖ τήν ἀλήθεια καί τήν εὐτυχία; Ποιός τό ὅρισε αυτό;
-    Δέν ξέρω. Αὐτός εἶναι ὁ δρόμος: «διά πένθους». Τό λέει ὁ δάσκαλός μας ὁ Γρηγόριος Παλαμᾶς. Τό πένθος, ὁ πόνος, σωματικός ἤ ψυχικός, μᾶς κάνει καί γινόμαστε  οἱ «καθαροί τῇ καρδίᾳ » καί ἱκανοί τότε νά φτάσουμε στό μυστικό σημεῖο ὅπου ἡ Χάρη συναντᾶ τή θέληση. Πρέπει κάτι νά μᾶς κάψει ἀπό μέσα, νά περάσουμε ἀπό κάποια φωτιά.
Σωπάσαμε λίγη ὥρα, συγκεντρωμένοι στούς λογισμούς μας. Ὅταν σηκωθήκαμε νά φύγουμε, ὁ φίλος μου εἶπε:
-     Ἡ φωτιά καί τό πένθος δέν ἔλειψαν ἀπό τή ζωή μας. Ἀλλά ἴσως, πράγματι, νά μᾶς ἔλειψε ἡ θέληση πού λές.
-    Φαίνεται πώς αὐτό εἶναι τό πιό δύσκολο, εἶπα.

Ὁ Θεός δέ θ’ ἀφήσει τόν κόσμο νά χαθεῖ.
-    Ποῦ νά στηριχτοῦμε; Ρώτησα.
-    Ἔχουμε στήριγμα τήν Ὀρθοδοξία. Αὐτή θά μᾶς σώσει, μέ τήν ἀγάπη καί τή λευτεριά, καί, μαζί μέ μᾶς, ὁλόκληρη τήν κτίση. Ἡ Ὀρθοδοξία δέν χάνεται, ὅ,τι καί νά γίνει. Πέφτουν οἱ Αὐτοκρατορίες, γκρεμίζονται πολιτισμοί, ἀλλάζει ὁλοένα ὁ κόσμος, μά ἡ Ὀρθοδοξία μένει, γιατί εἶναι μέσα μας ζωντανή, ὅπως τήν πρώτη μέρα πού μᾶς τήν ἔδωσε ὁ Χριστός, εἶναι ἡ ἴδια ἡ ζωή μας ἐν Χριστῷ. Κοίταξε μέσα σου καί θά τή δεῖς. Ρώτησε καί θά σοῦ μιλήσει, θά σέ ὁδηγήσει στό δρόμο τοῦ Θεοῦ, ὅποιοι καί ἄν εἶναι οἱ σκοποί σου.
Σωπάσαμε μερικές στιγμές, ἀκούοντας τό νερό καί τά πουλιά. Ἡ ἤρεμη, ἀκλόνητη βεβαιότητά του μοῦ ἔκανε καλό.

Ἡ  ἐ  ξ  ο  μ  ο  λ  ό  γ  η  σ  η

-    Ὁ Θεός σέ λυπήθηκε, ἀποκρίθηκε αὐτός. Σήμερα ὁ στάρετς ἄνοιξε τά μάτια καί μᾶς μίλησε. Πήγαινε νά τοῦ ἐξομολογηθεῖς. Θά πάρεις δύναμη.
Νά ἐξομολογηθῶ; Δέν τό εἶχα σκευτεῖ, ἀλλά, κατά τά φαινόμενα, τό περίγυρο μ’ εἶχε ἐπηρεάσει καί βρῆκα τήν πρόταση φυσική. Δίχως νά περιμένει τή συγκατάθεσή μου, ὁ πατήρ Θεοφάνης σηκώθηκε.
-    Ἔλα, εἶπε.
Τόν ἀκολούθησα. Τό βράδυ εἶχε ἀρχίσει νά πέφτει καί τό σπίτι νά σκοτεινιάζει. Μπῆκα, γιά πρώτη φορά, στό δωμάτιο τοῦ γέροντα Τύχωνα, πού εἶταν σχεδόν γυμνό, σάν τό δικό μου. Δίπλα στό κρεβάτι, ὑπῆρχε ἕνα μικρό τραπέζι μέ εἰκονίσματα, ἀκουμπισμένα στόν τοῖχο, καί μ’ ἕνα καντήλι ἀναμμένο, καθώς καί μερικά παλαιά καί φθαρμένα ἐκκλησιαστικά βιβλία, ἑλληνικά καί ρωσικά. Ἀπό τ’ ἀνοικτό παράθυρο, ἐρχόντανε ἁπαλά τά ἀρώματα τῆς ἄνοιξης.

Ὁ στάρετς εἶταν ξαπλωμένος, μέ τά μάτια ἀνοιχτά, στυλωμένα στό κενό, μέ ἀραιά μαλλιά καί γένια. Ἡ ἐξάντλησή του εἶταν μεγάλη. Ἡ μορφή του ἔδινε μιάν ἐντύπωση σάν νά εἶταν ἄχρωμη καί διάφανη, σάν νά κόντευε νά ἐξαϋλωθεῖ. Δέν καταλάβαινες πώς ἀνάσαινε, δέν εἶχε παρά ἐλάχιστη ζωή, σάν νά τόν ἔδενε ἀκόμα μέ τοῦτον τόν κόσμο ἕνα ἀόρατο νῆμα, ἕτοιμο νά κοπεῖ ἀπό στιγμή σέ στιγμή. Ὁ πατήρ Θεοφάνης ἔσκυψε καί τοῦ μίλησε ψιθυριστά, στή γλώσσα τους. Αὐτός κάτι ἀποκρίθηκε καί μοῦ ἔγνεψε νά καθήσω δίπλα του, σέ μιά καρέκλα.
-    Μίλησέ του λεύτερα, εἶπε ὁ Θεοφάνης. Ξέρει ἑλληνικά. Μήν περιμένεις νά σοῦ πεῖ πολλά λόγια, δέν ἔχει τή δύναμη. Ἀπό τά λίγα πού θά πεῖ, ἐσύ θά καταλάβεις.

 

(Συνεχίζεται: Κώστα Παπαδημητρίου: Γεώργιος Θεοτοκᾶς (Γ'))

  • Προβολές: 1342

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance