Ἡρακλῆ Παναγιωτίδη: Ὁ Πειρασμὸς τῶν Εἰδώλων

τοῦ Ἡρακλῆ Παναγιωτίδη, ἐρευνητῆ-καθηγητῆ Πανεπιστημίου στό Σιάτλ Ἀμερικῆς

(Μετάφραση ἀπό τά ἀγγλικά: Τρύφων Σπυριδωνίδης - Ἀναστάσιος Φιλιππίδης)

Ὁ ἄνθρωπος πάντα  ἔφτιαχνε εἴδωλά του, εἰκόνες σύμφωνα μέ τόν δικό του ἑαυτό. Αὐτές εἶναι εἰκόνες τῆς φαντασίας του τίς ὁποῖες ὑψώνει μπροστά του σάν ὑπεράνθρωπες ὀντότητες τίς ὁποῖες λατρεύει. Τά εἴδωλα εἶναι μεγαλοποιημένες ἀντανακλάσεις τῶν παθῶν του, πού ἀνυψώθηκαν μέσα ἀπό κάποιους  ψυχολογικούς ἀμυντικούς μηχανισμούς σέ μιά ἐξιδανικευμένη θεότητα.  Προέρχονται ἀπό τόν ἄνθρωπο καί ἐπιστρέφουν στόν ἄνθρωπο σέ ἕναν φαῦλο κύκλο, ὅπως ἕνας ἀρουραῖος κυνηγάει τήν οὐρά του. 

Στήν θρησκευτική του πορεία ὁ ἄνθρωπος ἀναζητᾶ τήν ἐλευθερία, γιά νά βρῆ τελικά  τόν ἑαυτό του σκλάβο, ὅπως ὁ Σίσυφος, στό ἴδιο ἔργο ξανά καί ξανά.  Τά εἴδωλα εἶναι εἰκόνες τῶν παθῶν του πού ἔχουν τίς ρίζες τους σέ μιά ἐλαττωματική ταυτότητα, σέ ὑπαρξιακούς φόβους καί ἀνασφάλειες καί στήν πνευματική του φτώχεια καί πείνα.  Τά εἴδωλα ἀντιπροσωπεύουν κάποια ἀπό αὐτές τίς ἀνεπάρκειες ἢ τούς συνδυασμούς τους. Ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά ξεφύγη ἀπό αὐτόν τόν κύκλο, ἐάν πρόκειται νά γίνη πλήρης  ἄνθρωπος, νά ἀναπτυχθῆ πέρα ἀπό τά στενά πλαίσια αὐτοῦ τοῦ κύκλου καί νά βιώση τήν πραγματικότητα νέων διαστάσεων πού θά τόν καταστήσουν  μιά νέα δημιουργία.

Ὁ ἄνθρωπος πραγματικά εἶναι προορισμένος νά ὑπερβῆ τήν περιορισμένη ἀντίληψη στήν ὁποία τόν δεσμεύουν τά πάθη, σέ ἕναν κόσμο τῆς φθορᾶς, τῆς ἀποσύνθεσης καί τοῦ θανάτου. Ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά διερευνήση  τήν  ὀπτική του, νά διευρύνη τό ὅραμά του, νά ἀνανεωθῆ μέ ἕνα δημιουργικό χτύπημα , νά ἀψηφήση τήν φθορά καί τόν θάνατο καί νά ζήση γιά πάντα. Αὐτή στήν πραγματικότητα εἶναι ἡ ὑποσυνείδητη ἐπιθυμία του, ὅμως, γίνεται θύμα ἑνός ψέματος καί ἀντ’ αὐτοῦ κτίζει εἴδωλα τῆς αὐταπάτης του. Ἕνα ἐλαττωματικό "ἐγώ" ὁδηγεῖ σέ ναρκισσισμό,  οἱ ἀνασφάλειες ὁδηγοῦν στόν ὑλισμό, καί ἡ πνευματική πτωχεία ὁδηγεῖ στό ἄγχος καί τόν ἡδονισμό. Τά ἀνθρώπινα εἴδωλα ὑπόκεινται σέ κάποια ἀπό αὐτές τίς τρεῖς κατηγορίες.

Ναρκισσισμός

Ὁ ναρκισσισμός εἶναι τό ἀποτέλεσμα μιᾶς ἐλαττωματικῆς ταυτότητας, μιά ἀποσύνδεση μεταξύ τοῦ ἀντιλαμβανόμενου καί τοῦ ἰδεατοῦ ἑαυτοῦ. Ὁ διασπασμένος ἑαυτός ὁδηγεῖ σέ διασπασμένες σχέσεις μέ τούς ἄλλους ἀνθρώπους. Ὁδηγεῖ σέ μιά ὑπαρξιακή ἀπομόνωση κατά τήν ὁποία βλέπει τούς ἄλλους σάν ἀντικείμενα καί ὄχι σάν σκεπτόμενες ὑπάρξεις. Τά ἄλλα πρόσωπα σάν ἀντικείμενα ἔχουν ἕνα καί μόνο ἕνα σκοπό, νά εἶναι χρήσιμα στόν ἑαυτό μου. Σέ αὐτήν τήν ὠφελιμιστική σχέση, ὅταν τό ἄλλο πρόσωπο παύη νά ἐκπληρώνη τόν ρόλο του, γίνεται ἀπειλή καί ἐχθρός πού πρέπει νά ἐξαφανιστῆ ἢ νά ἐλαχιστοποιηθῆ.

Ὅταν αὐτό τό ἄλλο πρόσωπο εἶναι ἰσχυρότερο ἀπό τόν ἑαυτό μας, τότε πρέπει νά τό χειραγωγήσουμε κάπως, ὥστε ὁ ἑαυτός μας νά κερδίση ὅσο μπορεῖ περισσότερα. Ἔτσι εἰσερχόμαστε  σέ μπερδεμένες κοινωνικές δομές. Ὅμως παρά τήν πολυπλοκότητά τους, αὐτές οἱ δομές μποροῦν νά ἀναχθοῦν στά καθαρά ὠφελιμιστικά κίνητρα πού τίς καθοδηγοῦν. Καταλήγουμε σέ κόμβους ἐξατομικευμένων ἑαυτῶν πού συνδέονται στήν βάση τοῦ πόσο χρήσιμοι εἶναι οἱ ἄλλοι στόν ἑαυτό μας. Αὐτές οἱ διασυνδέσεις δέν εἶναι σχέσεις μέ τήν πραγματική ἔννοια τῆς λέξης.  

Μιά ὑγιής σχέση ἀπαιτεῖ κάποιος νά βλέπη τούς ἄλλους σάν πρόσωπα. Μιά σχέση εἶναι μιά σύνδεση μεταξύ δυό ἀνθρώπων, ὅπου βλέπεις τό ἑαυτό σου στό ἄλλο πρόσωπο καί τό ἄλλο πρόσωπο βλέπει τόν ἑαυτό του σέ ἐσένα. Ἀλλά γιά νά γίνη αὐτό ὑπάρχουν δυό πράγματα πού πρέπει νά συμβοῦν. Κάποιος πρέπει πρῶτα νά βρῆ τόν ἑαυτό του καί μετά νά βρῆ τό ἄλλο πρόσωπο. Μιά σχέση ἀπαιτεῖ πραγματική αὐτογνωσία καί πραγματική γνώση τοῦ ἄλλου. Πρέπει νά ὑπερβοῦμε τίς αἰσθήσεις μας πού ὁδηγοῦνται ἀπό τά πάθη,  ἢ τουλάχιστον, νά ἀναγνωρίσουμε πώς ἡ πνευματική μας ἀσθένεια περιορίζει τήν ἀντίληψή μας.  Αὐτό ἀποτελεῖ ἕνα ἔργο πού ἀπαιτεῖ ἐπίπονη προσπάθεια. Ἀπαιτεῖ στιγμές αὐτο-ἐνδοσκόπησης, ὅταν ἐρχόμαστε πρόσωπο μέ πρόσωπο μέ τούς ἑαυτούς μας, ἄσχετα μέ τό πόσο ἄβολα μας κάνει νά νιώθουμε αὐτό. Γιά ὅσον καιρό βάζουμε «ἐπιδέσμους» στόν διασπασμένο ἑαυτό μας προσπαθώντας νά τόν κρατήσουμε ἑνωμένο, θά συνεχίζουμε τόν δρόμο τοῦ ναρκισσισμοῦ μας.  

 

 

Ἕνα ἐλαττωματικό "ἐγώ" ὁδηγεῖ σέ ναρκισσισμό,  οἱ ἀνασφάλειες ὁδηγοῦν στόν ὑλισμό, καί ἡ πνευματική πτωχεία ὁδηγεῖ στό ἄγχος καί τόν ἡδονισμό. Τά ἀνθρώπινα εἴδωλα ὑπόκεινται σέ κάποια ἀπό αὐτές τίς τρεῖς κατηγορίες.

 

 

Ἡ εὕρεση τοῦ ἑαυτοῦ ἀπαιτεῖ αὐτο-ἐνδοσκόπηση. Ὁ διασπασμένος ἄνθρωπος προσπαθεῖ νά διατηρήση τόν ἑαυτό του ἑνοποιημένο, φτιάχνοντας πολλαπλές ἐπιστρώσεις. Αὐτό εἰσάγει πολλά ἐπίπεδα πολυπλοκότητας πού θάβουν τόν πραγματικό ἑαυτό στήν σκοτεινή φυλακή τῆς ἀδιαφάνειας καί τῆς λήθης. Μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου, ὁ ἄνθρωπος ξεχνᾶ ἀκόμη καί  τήν ἴδια τήν ὕπαρξη τῆς ἐσωτερικῆς του πραγματικότητας καί ταυτίζει τόν ἑαυτό μέ τήν ἐπιφάνεια τῶν ἐπιστρώσεων τῆς ἐξωτερικῆς του συμπεριφορᾶς.  Ὅταν ὁ πόνος τοῦ ἐσωτερικοῦ ἑαυτοῦ προσπαθῆ νά ἔρθη στήν ἐπιφάνεια, τόν σπρώχνει μέσα μέ ἐξωτερικές περισπάσεις πού ὁδηγοῦν σέ νέες ἐπιστρώσεις, πού μέ τήν σειρά τους ἐνισχύουν τήν πολυπλοκότητά του καί κάνουν τήν ἀνακάλυψη τοῦ ἑαυτοῦ ἕνα ἀκόμη πιό δύσκολο ἔργο. Τό νά εἶσαι μόνος μετατρέπεται σέ πραγματικό ἐχθρό, καί ἡ βαριεστημάρα μιά ἐνόχληση πού πρέπει νά ἀποφεύγεται μέ κάθε κόστος.  Ἔτσι, ἡ ἀποφυγή τοῦ ἑαυτοῦ, κάτι πού συμβαίνει κάθε μέρα, εἶναι ἕνα διανοητικό  σπόρ μέ ἀπίστευτους σοφισμούς. Κάθε κλήση γιά ἐνδοσκόπηση προκαλεῖ τά ἴδια ἄγχη, ὅπως καί ἡ ἀνία, καί φαίνεται σάν ἀπειλή γιά τό ἐγώ μας.

Προϋπόθεση γιά τήν αὐτο-ἐνδοσκόπηση εἶναι ἡ ταπείνωση –ἡ πραγματική ταπείνωση. Πρέπει νά βάλουμε στήν ἄκρη τήν ψευδῆ εἰκόνα ἑνός ὡραίου ἑαυτοῦ, νά σπάσουμε ὅλους τούς καθρέπτες καί τίς ἀντανακλάσεις τοῦ ναρκισσισμοῦ καί νά ἀναλάβουμε τό ταξίδι τῆς ἔρευνας τοῦ ἑαυτοῦ μας στό σκοτάδι τῆς δικιᾶς μας φυλακῆς,  συνειδητοποιώντας καί ἀποδεχόμενοι τήν ἀρρώστια τῆς διάσπασης. Αὐτό εἶναι ἀντίθετο μέ τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο ἔχουμε δομήσει τό κοινωνικό μας περιβάλλον, ψάχνοντας ἐπαίνους, ἐπιβεβαίωση καί ἀνταμοιβές. Ἀλλοίμονο στό πρόσωπο πού δέν θά εἶναι «ὁ καθρέπτης στόν τοῖχο» πού θά μᾶς δώση τήν ἀναμενόμενη ἐπιβεβαίωση. Αὐτό τό πρόσωπο θά βιώση τήν ὀργή τῶν ἀνασφαλειῶν μας, θά περιθωριοποιηθῆ καί θά «σκοτωθῆ». Ταπείνωση σημαίνει ὅτι δεχόμαστε τούς ἑαυτούς μας καί τήν ἀρρώστια μας.  Σημαίνει ὅτι βλέπουμε τήν ἀρρώστια μας ὄχι μέ ἀπαισιοδοξία καί ἀπελπισία, ἀλλά ὅτι γνωρίζουμε ὅτι τό στενό καί σκοτεινό πέρασμα στόν ἐσώτερο ἑαυτό μας εἶναι τό μόνο μονοπάτι γιά τήν ἴαση καί τήν ἐλευθερία. Σημαίνει ὅτι γνωρίζουμε ὅτι ὑπάρχει ἐλπίδα καί ζωή στήν ἄλλη πλευρά.

Ἡ θεραπεία τοῦ διασπασμένου ἑαυτοῦ ἀπαιτεῖ νά ἀπομακρύνουμε ὅλες τίς ἐπιστρώσεις τῆς πολυπλοκότητάς μας καί νά ἐπιστρέψουμε στήν ἑνότητα τοῦ πραγματικοῦ ἑαυτοῦ. Πρέπει νά κατανοήσουμε ὅτι αὐτό πού πραγματικά εἴμαστε εἶναι πολύ διαφορετικό ἀπό αὐτό πού οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι βλέπουν σέ μᾶς. Δέν ἔχει καμιά σχέση μέ τίς πολυπλοκότητες τῶν κοινωνικῶν μας ἀλληλεπιδράσεων. Ὅσον ἀφορᾶ τόν πραγματικό μας ἑαυτό, ὅλα αὐτά τά ἐξωτερικά εἶναι χωρίς νόημα. Πρέπει νά γνωρίζουμε ὅτι τά ἐξωτερικά πού οἱ ἄλλοι ἐκτιμοῦν σέ ἐμᾶς εἶναι μόνο γιά τό τώρα καί τό ἐδῶ. Δέν ἔχουν μακροχρόνια ἀξία πού ἐκτείνεται πέρα ἀπό ὠφελιμιστικές περιστάσεις. Καί ἂν ἀφαιρέσουμε αὐτές τίς παροδικές καί περιστασιακές καταστάσεις, τί μένει;. Αὐτή εἶναι μιά ἐρώτηση πού οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι τρέμουν νά ρωτήσουν, ὅμως εἶναι μιά ἐρώτηση πού πρέπει νά ἀπαντηθῆ.  

 

 

Πολλοί, ἂν ὄχι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, δέν συνειδητοποιοῦν ὅτι ὁ ἡδονισμός ἢ τό κυνήγι τῆς ἡδονῆς εἶναι ἕνα σύμπτωμα τῆς πνευματικῆς πείνας.

 

 

Ἡ θεραπεία τοῦ διασπασμένου ἑαυτοῦ μας ἀπαιτεῖ προσπάθεια καί κουράγιο. Πρέπει νά καταβληθῆ προσπάθεια, πραγματική προσπάθεια, ἡ προσπάθεια καί τό κουράγιο νά ἀντιμετωπίσουμε τίς ἄβολες πραγματικότητες τοῦ παρελθόντος καί τοῦ μέλλοντός μας.  Ὅταν εἴμαστε μόνοι, βιώνουμε ἀνία. Ἡ ἀνία δέν εἶναι ἕνα παθητικό συναίσθημα, ἀλλά ἐνεργό. Εἶναι τό ἄγχος καί ὁ πόνος τοῦ ἐσωτερικοῦ ἀνθρώπου πού προσπαθεῖ νά ἔρθη στήν ἐπιφάνεια τῆς συνείδησής μας. Ὁ ἑαυτός, παρόμοια  μέ τό βιολογικό μας σῶμα, προσπαθεῖ νά βγάλη καί νά ἀπορρίψη ὁτιδήποτε ἀνθυγιεινό καί ξένο σέ αὐτό μέ τό νά τό φέρη στήν ἐπίγνωσή μας. Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος ἔχει μάθει νά καταστέλλη αὐτές τίς πραγματικότητες μέ περισπασμούς καί νά τίς ἀπωθῆ. Ἂν ἔχη τό θάρρος νά τίς ἀντιμετωπίση καί νά τίς δεχτῆ, αὐτό μπορεῖ νά εἶναι ἡ ἀρχή τῆς ἀπελευθέρωσής του. Δέν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος. Μπορεῖ νά διαβῆ μέσα ἀπό τήν διανοητική γυμναστική τῆς ἐξαπάτησης, ἀλλά ὁ αὐθεντικός τρόπος ἴασης τοῦ ἑαυτοῦ ξεκινᾶ ἀπό τήν ἐπίγνωση καί ἀποδοχή αὐτῶν τῶν ἄβολων πραγματικοτήτων. Στήν πορεία συνειδητοποιεῖ ὅτι ἡ μόνη βλαπτική ἐπίδραση τῶν καταπιεσμένων πραγματικοτήτων, ἔγκειται στήν ἄρνησή τους.

Ἡ θεραπεία τοῦ διασπασμένου ἑαυτοῦ ἀπαιτεῖ χρόνο καί ὑπομονή. Ζοῦμε σέ μιά ἐποχή στιγμιαίας ἱκανοποίησης καί λύσεων μέ τό "γύρισμα τοῦ κλειδιοῦ’. Θέλουμε μέ τό πάτημα ἑνός κουμπιοῦ νά γίνονται τά πράγματα, χωρίς νά συνειδητοποιοῦμε ὅτι τά πράγματα πού ἔρχονται εὔκολα ἐπίσης φεύγουν εὔκολα. Κατά τόν ἴδιο τρόπο πού μιά ἀρρώστια θέλει χρόνο νά ἀναπτυχθῆ, ἡ θεραπεία της ἀπαιτεῖ ἐπίσης χρόνο. Κάθε προσπάθεια πού ἔχει νόημα γίνεται μέ τό πέρασμα τοῦ χρόνου. Τό δῶρο τοῦ χρόνου εἶναι τό μεγαλύτερο δῶρο πού μπορεῖ νά δώσει κάποιος σέ ἕναν ἄλλο ἄνθρωπο.

Τό δῶρο τοῦ χρόνου εἶναι τό μεγαλύτερο δῶρο πού μπορεῖ νά δώση κάποιος στόν ἑαυτό του.  Τό νά προσέχουμε τούς ἑαυτούς μας, εἶναι μιά γνωστή ἔννοια στούς περισσότερους, εἰδικά ὅταν ἀφορᾶ τό βιολογικό  μας ἑαυτό. Πλενόμαστε, μαγειρεύουμε καί τρῶμε, βουρτσίζουμε τά δόντια μας, γυμναζόμαστε. Ὅμως σχετικά μέ τήν  πνευματική μας ὑγεία, εἴμαστε τσιγκούνηδες. Γιατί ἡ ἐνδοσκόπηση τοῦ ἑαυτοῦ μας εἶναι τόσο σπάνια καί ξένη; Πιθανῶς θά μπορούσαμε νά τήν προσαρμόσουμε  στήν καθημερινή μας ρουτίνα. Ἐάν συμπεριφερόμασταν στό σῶμα μας μέ τόν ἴδιο βαθμό ἀμέλειας, θά εἴχαμε πολύ γρήγορη φθορά καί θά πεθαίναμε. Φυσικά ἐδῶ πρέπει νά διαχωρίσουμε τήν ὑγιῆ αὐτο-ἐνδοσκόπηση, ἀπό τούς ἐπαναλαμβανόμενους λογισμούς πού συχνά βλέπουμε σέ περιπτώσεις ψυχοπαθολογίας. Μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου καθώς γινόμαστε οἰκεῖοι μέ τόν ἑαυτό μας καί τόν ἀποδεχόμαστε, τό ἔργο τῆς αὐτο-ἐνδοσκόπησης γίνεται θετικό συναίσθημα, καί αὐτό εἶναι μιά ἔνδειξη ὅτι ἐπιστρέφουμε σέ ὑγεία.

Ἕνας ὑγιής ἑαυτός εἶναι τό ἴδιο ἄνετος μέ τήν μοναξιά καί μέ τή συντροφιά τῶν ἄλλων, ἄσχετα μέ τό ποιά μπορεῖ νά εἶναι τά ἄλλα ἄτομα. Μόνο κάποιος πού εἶναι βαθύτερα γνώστης τῶν ἐσωτερικῶν ἀγώνων του μπορεῖ νά ἔχη πλήρη ἀναγνώριση τῶν ἀγώνων τῶν ἄλλων ἀνθρώπων. Αὐτή ἡ κατανόηση ὁδηγεῖ στήν χωρίς ὅρους ἀποδοχή, καί αὐτός εἶναι ὁ ὁρισμός τῆς Χριστιανικῆς ἀγάπης.

Ματεριαλισμός, Ὑλισμός.

Οἱ ἀνασφάλειες εἶναι πολύ ζωντανές στούς περισσότερους ἀπό ἐμᾶς. Φοβόμαστε γιά ἐπικείμενες καταστροφές, φοβόμαστε γιά ἐξουθενωτικές ἀσθένειες καί πτώχεια. Ὅμως ὁ ἀπόλυτος  φόβος πού φαίνεται νά κυριαρχῆ στούς περισσότερους εἶναι τοῦ θανάτου. Ὁ φόβος, εἴτε συνειδητός ἢ ἀσυνείδητος προκαλεῖ τίς περισσότερες ἀπό τίς ἀνασφάλειές μας. Σέ κάποιο βαθμό αὐτοί οἱ φόβοι δικαιολογοῦνται.  Ἐξ ἄλλου, ὅλοι ἀρρωσταίνουμε καί στό τέλος πεθαίνουμε. Ὁ ἄνθρωπος ζῆ στό κέντρο ἑνός διπόλου: τῆς ἀντίληψης τῆς φθορᾶς μας καί τῆς ἐπιθυμίας γιά ἀθανασία. Ἡ ἀντίληψη αὐτῆς τῆς φθορᾶς, συνειδητή ἢ ἀσυνείδητη, εἶναι πάντα παροῦσα. Αὐτό γίνεται περισσότερο ἐμφανές, ὅταν ἐμφανίζεται μιά σημαντική ἀσθένεια ἢ ἀσθένεια πού ἀπειλεῖ τήν ζωή. Συχνά ἀντιμετωπίζεται μέ ἄρνηση, σάν κάποιος νά μήν γνωρίζη ὅτι τελικά κάποτε θά συμβῆ, σάν νά πρόκειται νά μείνη ζωντανός γιά πάντα.

Ἡ ἰδέα τῆς ἀθανασίας στό ἄλλο ἄκρο τοῦ διπόλου, σάν  ἀντίληψη, ἐμφανίζεται νά εἶναι στενά συνδεδεμένη μέ τήν ὕπαρξή μας. Ἴσως νά ὑπῆρχε σκοπός ὁ ἄνθρωπος νά εἶναι ἀθάνατος. Ἴσως, ἐκ σχεδίου, νά μήν ὑπῆρχε σκοπός ἡ φύση νά φθείρεται. Ἡ φθορά ἔχει συνδεθῆ ἀξεδιάλυτα μέ τήν μεταβολή, μεταβολή στόν χρόνο καί στόν χῶρο. Ὁ χρόνος φυσικά φέρνει τήν γήρανση καί ἡ γήρανση τόν θάνατο. Ὅμως ὁ χρόνος φέρνει ἐπίσης τήν ἀνάπτυξη καί τήν πρόοδο. Αὐτό εἶναι ἕνα παράδειγμα τῆς ἀέναης κίνησης τοῦ ἀνθρώπου μέσα σέ αὐτό τό δραματικό δίπολο τοῦ θανάτου καί τῆς ἀθανασίας. Πεθαίνουμε, ὅμως μένουμε ζωντανοί σέ ὅ,τι δημιουργοῦμε. Πετυχαίνουμε ἀθανασία μέσῳ τῶν ἀπογόνων μας καί τῶν ἰδεῶν μας. Τά ὀνόματά μας, ἡ ὕπαρξή μας μπορεῖ νά ξεχαστοῦν, ὅμως μέ κάποιο τρόπο ἀφήνουμε τό ὁρατό ἢ ἀόρατο σημάδι μας σέ αὐτόν τόν κόσμο. Ἄσχετα μέ τό πόσο ἀσήμαντοι μπορεῖ νά εἴμαστε, ὁ κόσμος θά εἶναι ἕνα διαφορετικό μέρος χωρίς ἐμᾶς.

 

 

Ὅταν εἴμαστε μόνοι, βιώνουμε ἀνία. Ἡ ἀνία δέν εἶναι ἕνα παθητικό συναίσθημα, ἀλλά ἐνεργό. Εἶναι τό ἄγχος καί ὁ πόνος τοῦ ἐσωτερικοῦ ἀνθρώπου πού προσπαθεῖ νά ἔρθη στήν ἐπιφάνεια τῆς συνείδησής μας.

 

 

Ἔτσι μέ κάποιον τρόπο, ἐπιτυγχάνουμε ἀθανασία μέσῳ τῆς δημιουργίας καί τοῦ δοσίματος. Ὅμως τό ἐπίκεντρο τοῦ ὑλιστῆ εἶναι  νά παίρνη. Ὅταν ὁ ὑλιστής δίνη, τό κάνει μόνο ἐάν ὑπάρχη κάποιο ὄφελος γιά αὐτόν. Ἡ ὑλιστική δίψα εἶναι ἀκόρεστη. Ὅσα περισσότερα κάποιος παίρνει, τόσο περισσότερα ἐπιθυμεῖ. Ὁ ὑλιστής ἐγκλωβίζεται σέ αὐτόν τόν ἀτελείωτο φαῦλο κύκλο πού τροφοδοτεῖται ἀπό τούς φόβους του καί τίς ἀνασφάλειές του. Μέ ἕναν ἀσυνείδητο τρόπο, αἰσθάνεται τήν ἀνεπάρκεια τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν, ὅμως δέν γνωρίζει ἢ ἴσως δέν θέλει νά γνωρίζη τίποτε ἄλλο. Τί εἶναι τότε αὐτό πού κάνει τίς ἀνασφάλειές μας πολύ μεγαλύτερες ἀπό αὐτό πού θά τούς ἄξιζε; Εἶναι ἡ φαντασία μας. Οἱ ἄνθρωποι εἶναι πολύ καλοί στό νά γενικεύουν καί στό νά προβάλλουν στό μέλλον. Αὐτό γίνεται μέσῳ τῆς φαντασίας. Ὅμως συχνά ἡ φαντασία μας βγαίνει ἐκτός ἐλέγχου. Ὑπερ-γενικεύει καί ὑπερ-προβάλλει, καί ὅταν τό κάνη, δημιουργεῖ ἀδικαιολόγητους φόβους καί ἀνασφάλειες πού μποροῦν νά ὁδηγήσουν στόν ὑλισμό. Ὁ ὑλισμός γίνεται ἡ ψεύτικη αἴσθηση τῆς σιγουριᾶς.

Ἐάν γνωρίζουμε ὅτι ἄσχετα μέ τό πόσα πολλά κατέχουμε, δέν θά ξεφύγουμε ἀπό τήν ἀρρώστια καί τελικά θά πεθάνουμε, τότε τί κάνει τόν ὑλισμό τόσο ἰσχυρή παραίσθηση; Ὁ πλοῦτος δίνει μιά αἴσθηση μονιμότητας. Ὁ πλοῦτος μπορεῖ νά φθαρῆ μέ πολύ μικρότερο ρυθμό ἀπό ὅ,τι τά σώματά μας. Ὁ πλοῦτος πολλές φορές ἐπιβιώνει γιά πολλές γενιές. Ἡ προσκόλληση στόν πλοῦτο, λοιπόν, θά μποροῦσε νά δώση τήν ψευδαίσθηση ὅτι καί ἐμεῖς θά διαρκέσουμε περισσότερο. Μέ ἄλλα λόγια, προσπαθοῦμε νά ἀψηφήσουμε τόν θάνατο ταυτίζοντας τούς ἑαυτούς μας μέ τά ὑλικά  μας ἀποκτήματα. Εἴμαστε αὐτό πού εἴμαστε γιατί κατέχουμε συγκεκριμένα πράγματα. Ἐπίσης ὁ πλοῦτος παρέχει κοινωνική ἀναγνώριση. Ἔτσι, δημιουργεῖ κάποιο εἶδος σύνδεσης μέ τούς ἄλλους. Αὐτή ἡ αἴσθηση τῆς ἀξίας ἐπίσης ἐξαρτᾶται ἀπό τήν ἀντίληψη τῶν ἄλλων πού μας ἐκτιμοῦν ὄχι σάν πρόσωπα, ἀλλά σάν ἰδιοκτῆτες.

Γιατί εἶναι ὁ θάνατος μιά τόσο ἰσχυρή ἀπειλή; Τό πρόβλημα τοῦ θανάτου εἶναι πρόβλημα τῆς τελικῆς ἀπομόνωσης τοῦ ἀνθρώπου, σωματικῆς καί πνευματικῆς. Ὁ θάνατος εἶναι ἡ ἀπομόνωση καί ἡ ἀπομόνωση εἶναι ὁ θάνατος. Ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά ζήση μόνος του, μέ τόν ἴδιο τρόπο πού ἡ ζωή σέ ἕναν ὀργανισμό εἶναι ἀκατάληπτη, ὅταν εἶναι ἀπομονωμένη. Ἡ συνέργεια εἶναι ἀπόλυτη προϋπόθεση γιά τήν ζωή. Ἔτσι ὁ φόβος τοῦ θανάτου καί κάθε τί πού ὁδηγεῖ σέ αὐτόν εἶναι φόβος τῆς ἀπομόνωσης. Τότε ἡ ὑπέρβαση τοῦ θανάτου ἐξ ὁρισμοῦ θά ἦταν ἡ ὑπέρβαση τῆς ἀπομόνωσης. Εἶναι ἡ συνειδητοποίηση ὅτι ἡ ὕπαρξή μας εἶναι σέ ἄμεση σύνδεση μέ τούς ἄλλους, μιά σύνδεση πού ἐπίσης ὑπερβαίνει τόν χρόνο καί τόν χῶρο.

Αὐτό ἐπιτυγχάνεται μέ τήν δημιουργικότητα πού ξεκινᾶ ἀπό τόν ἑαυτό, ἀλλά ἐπεκτείνεται στόν κόσμο καί στό ἄπειρο μέλλον. Ἡ δημιουργικότητα εἶναι ἀνιδιοτελής. Ὅπως ἡ ἀγάπη, ἔτσι καί αὐτή εἶναι ἀπροϋπόθετη καί μονόδρομος (μιᾶς κατεύθυνσης). Ἐάν ἐπιστρέφη στήν ἀρχή της, καί συχνά τό κάνει, δέν τό κάνει ἀπό σχεδιασμό ἢ πρόθεση. Μέ αὐτήν τήν ἔννοια, ἐάν κάποιος θέλη νά βρῆ τόν ἑαυτό του, πρέπει πρῶτα νά τόν χάση, γιατί πρέπει νά δίνη καί μόνο νά δίνη, καί τότε μόνο θά λάβη αὐτό πού ποτέ δέν περίμενε. Τό νά δίνη κανείς τόν ἑαυτό του εἶναι ὁ  μόνος τρόπος νά ἱκανοποιήση τόν ἑαυτό του. Μέσῳ τῆς δημιουργικῆς πράξης τοῦ δοσίματος, ἕνα πρόσωπο ἀφήνει ἕνα ἀνεξίτηλο σημάδι στόν κόσμο καί ὑπερβαίνει τόν νόμο τῆς φθορᾶς, τῆς ἀποσύνθεσης καί τοῦ θανάτου. Δίνει ἀπό τό δικό του «αἷμα» καί λαμβάνει πνεῦμα.

 

 

Ἡ μετάνοια δέν εἶναι ἁπλῶς μιά ἀλλαγή σκέψης ἢ αἴσθησης ἢ μετάνιωμα γιά παρελθόντα λάθη. Εἶναι ἡ ἐπιστροφή στόν ἑαυτό. Εἶναι ἡ ἀποδόμηση  ὅλων τῶν προσχημάτων καί μιά εἰλικρινής ἀνακάλυψη τοῦ πραγματικοῦ ἑαυτοῦ.

 

 

Ἡ δημιουργικότητα εἶναι τό ἀπόλυτο δόσιμο. Ὅμως γιά νά καταλάβουμε τήν πράξη τῆς δημιουργίας, πρῶτα πρέπει νά καταλάβουμε τήν ἔλλειψή της. Ἀρχίζοντας μέ τήν ὕλη, γνωρίζουμε ὅτι φθείρεται, ὅτι ἐκφυλίζεται καί ὑποβαθμίζεται σέ ἐνέργεια, ἡ ὁποία ἐπίσης ὑποβαθμίζεται ἕως ὅτου μόνη της ἡ ἐνέργεια φθάνη σέ κατάσταση μή ὕπαρξης, ἀφοῦ εἶναι ἀδιανόητο γιά τήν ἐνέργεια νά ὑπάρχη μόνη της καί νά μήν ἀλληλεπιδρᾶ μέ τήν ὕλη ἢ μέ ἄλλες μορφές ἐνέργειας. Ἡ ὀντολογία τῆς ὕπαρξης μπορεῖ νά κατανοηθῆ μόνο στήν  κατάσταση τῆς συνύπαρξης. Μέ αὐτήν τήν ἔννοια, ἡ δημιουργική διαδικασία συνδέεται μέ τήν σύνθεση πού ἀπαιτεῖ δύναμη καί ἐνέργεια. Χωρίς τήν δημιουργική δύναμη καί ἐνέργεια, ἡ φύση κινεῖται στήν κατεύθυνση τῆς ἀπομόνωσης-μή ὕπαρξης.

 Κατ’ ἀναλογία, μιά παρόμοια δύναμη καί ἐνέργεια γίνεται τό ὑπόστρωμα πού ὁδηγεῖ στήν δημιουργική σύνθεση καί ἀθανασία. Γιά νά τό ἐπιτύχη ὁ ἄνθρωπος, πρέπει πρῶτα νά ὑπερβῆ τούς φόβους καί τίς ἀνασφάλειές του, ὅπως οἱ κυνικοί φιλόσοφοι τῆς ἀρχαιότητας πού πίστευαν ὅτι ὅσα λιγότερα χρειάζεσαι τόσο περισσότερο γίνεσαι σάν τό Θεό, πού δέν χρειάζεται τίποτε. Αὐτή ἡ αἴσθηση τῆς ἐπάρκειας μπορεῖ νά ἀπελευθερώση τίς δημιουργικές δυνάμεις σέ ἕνα πρόσωπο πού θά τό ὁδηγήσουν σέ δημιουργική σύνθεση πού θά ἀποκαταστήση  καί τήν φύση καί τόν ἄνθρωπο ἀπό τήν φθορά, τήν ἀποσύνθεση καί τόν θάνατο στήν ἀθανασία.

Ἡδονισμός.

Πολλοί, ἂν ὄχι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, δέν συνειδητοποιοῦν ὅτι ὁ ἡδονισμός ἢ τό κυνήγι τῆς ἡδονῆς εἶναι ἕνα σύμπτωμα τῆς πνευματικῆς πείνας. Καί ἐνῶ εἶναι ἐμφανές ὅτι ἡ διατροφή εἶναι ζωτικά σημαντική, ὅταν ἀφορᾶ τό σῶμα, γίνεται λιγότερο ἐμφανές, ὅταν ἀφορᾶ τό πνεῦμα. Ἡ ἔλλειψη πνευματικῆς τροφῆς ὁδηγεῖ σέ πνευματική πείνα καί λιμό. Ἡ σωματική πείνα  εἶναι μιά ἀόριστη (ἀσαφής)  αἴσθηση, ἡ πνευματική πείνα εἶναι ἐπίσης ἕνα ἀσαφές συναίσθημα πού περνᾶ ἀπαρατήρητο, μή ἀναγνωρίσιμο καί παρεξηγημένο. Αὐτό ὁδηγεῖ τούς ἀνθρώπους νά ψάχνουν γιά ὑποκατάστατα τά ὁποῖα τελικά δέν τούς ἱκανοποιοῦν καί δέν τούς γεμίζουν. Ὁ καταναλωτισμός μέ ὅλες τίς ἐκφάνσεις του εἶναι μιά κύρια ἐκδήλωση τοῦ ἡδονισμοῦ.

Μέ αὐτήν τήν ἔννοια, τό κυνήγι τῆς σωματικῆς εὐχαρίστησης εἶναι μιά ἀνεπιτυχής προσπάθεια νά ἱκανοποιηθῆ αὐτή ἡ πνευματική ἀνάγκη καί ἐκδηλώνεται  ὡς ἄγχος. Τό ἄγχος ὁδηγεῖ τό πρόσωπο στό νά ἀποδίδη εὐθύνες καί νά κατηγορῆ τούς ἄλλους. Ἡ ἀπογοήτευση καί ἕνας παράλογος θυμός γίνονται  τό ἀνθυγιεινό ὑποπροϊόν μιᾶς τέτοιας κατάστασης καί περιπλέκουν τήν κατανόησή μας γιά τίς πραγματικές αἰτίες πού εἶναι ὑπεύθυνες γιά τίς ἀληθινές αἰτίες τοῦ ἄγχους μας. Ἡ φαντασία μας παίζει ἕναν  παραπλανητικό ρόλο σέ αὐτήν τήν διαδικασία. Ἡ φαντασία γίνεται ὁ ἀγωγός μέσῳ τοῦ ὁποίου ἡ πνευματική πείνα καί τό ἄγχος ψάχνουν ἐκπλήρωση στίς σωματικές ἡδονές. Τό κυνήγι τῶν ἡδονῶν καί τό ἄγχος συχνά πᾶνε μαζί. Ἡ ἐπιδίωξη τῆς ἡδονικῆς ἐμπειρίας καταλήγει σέ πόνο, ἀλλά ἡ αἰτιολογική σύνδεση μεταξύ ἡδονῆς καί πόνου καί ἡ κυκλική της μορφή σύντομα ξεχνιοῦνται καί ὁ κύκλος ἀρχίζει πάλι ἀπό τήν ἀρχή.

 

 

Συνειδητά ἢ ὄχι, φτιάχνουμε εἴδωλα τῆς παραπλάνησης καθ' ὅλη τήν διάρκεια τῆς ζωῆς μας. Ἀποκτοῦν ἐγκατοίκηση μέσα στίς ὑπάρξεις μας καί κυριαρχοῦν στίς σκέψεις καί στίς πράξεις μας. Γίνονται οἱ θεοί μας ἄσχετα μέ τό τί νομίζουμε ἢ δηλώνουμε (ὅτι πιστεύουμε).

 

 

Ἡ αὐθεντική πνευματική τροφή μπορεῖ νά προέλθη μόνο ἀπό τό δόσιμο τοῦ ἑαυτοῦ κάποιου ἄλλου. Εἶναι  ἡ ὑπέρτατη θυσία τῆς προσφορᾶς, τοῦ μοιράσματος τῆς πιό πολύτιμης περιουσίας κάποιου: τῆς ἴδιας του τῆς ὕπαρξης. Καί αὐτό ἐξ ὁρισμοῦ εἶναι ἡ ἀγάπη.  Ἡ ἀγάπη δέν εἶναι ἁπλῶς ἕνα εὐχάριστο συναίσθημα πού κατευθύνεται σέ κάποιον πού μας ἀρέσει, σέ κάποιον πού τό ἀξίζει. Ἡ ἀγάπη εἶναι θετική ἐνέργεια. Κατευθύνεται σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους, στά ζῶα, στήν φύση. Μέ αὐτήν τήν ἔννοια, ὁ Θεός εἶναι ἡ ἀπόλυτη ἀγάπη. Δέν ἀγαπᾶ ἁπλῶς. Εἶναι ἡ ἀγάπη. Γιά τόν Θεό τό νά δώση ἀγάπη, εἶναι νά δώση τόν ἴδιο τόν Ἑαυτό Του. Μοιράζεται μέ τόν ἄνθρωπο αὐτό πού εἶναι τό πιό πολύτιμο. Παρόμοια, γιά νά δώση ὁ ἄνθρωπος ἀγάπη, πρέπει πρῶτα νά γίνη ἀγάπη, καί μετά νά δώση τόν ἑαυτό του στούς ἄλλους. Μέ αὐτήν τήν ἔννοια ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ ὑπέρτατη θυσία, τό δόσιμο τῆς σάρκας καί τοῦ αἵματός του πού θά γίνη τροφή γιά τούς ἄλλους ἀνθρώπους.

Παρ' ὅλο πού ἡ προσφορά τῆς ἀγάπης εἶναι ἀπαραίτητη συνθήκη γιά τήν πνευματική ὁλοκλήρωση, δέν εἶναι ἐπαρκής. Ἡ διάθεση νά δεχτῆς ἀγάπη εἶναι τό ἴδιο σημαντική καί ἀποφασιστική ὅσο ἡ διαθεσιμότητα τῆς ἀγάπης. Ἡ διάθεση νά δεχτῆς φαίνεται νά εἶναι ὁ περιοριστικός παράγοντας καί ἴσως ἡ μόνη ἐλεύθερη ἐπιλογή πού κάνει ὁ ἄνθρωπος. Σέ αὐτό βρίσκεται τό μυστήριο τῆς ζωῆς. Ἡ διάθεση κάποιου νά εἶναι ἀνοιχτός στήν ἀγάπη, καθορίζει τόν βαθμό στόν ὁποῖο θά συμμετάσχη σέ αὐτό τό ζωοδόχο (ζωηφόρο) στοιχεῖο καί νά γίνη ἀληθινά ζωντανός. Τό νά ἀπορρίπτης τήν ἀγάπη, εἶναι νά ἀπορρίπτης τούς ἄλλους πού μποροῦν νά γίνουν πηγή τῆς ζωῆς σου. Τό ἀποτέλεσμα εἶναι μιά ὑπαρξιακή φτωχοποίηση πού ὁδηγεῖ σέ ἀναζήτηση ὑποκατάστατων. Εἶναι αὐτός ὁ πνευματικός ὑποσιτισμός πού ἀναμενόμενα ὁδηγεῖ τούς ἀνθρώπους σέ πνευματικό λιμό καί τελικά σέ πνευματικό θάνατο. Ὁ ἄνθρωπος πού ἀντιλαμβάνεται  τήν ματαιότητα αὐτῆς τῆς ἀνεκπλήρωτης ἀναζήτησης γίνεται ὅλο καί περισσότερο ἀγχώδης, ἀλλά δέν ξέρει πῶς νά δραπετεύση ἀπό αὐτήν τήν δύσκολη κατάσταση, γιατί ἁπλῶς δέν ξέρει ποῦ καί πῶς νά δεχτῆ τήν ἀγάπη.  

Ἡ ἀπάντηση στήν ἀποδοχή τῆς ἀγάπης βρίσκεται στό μυστήριο τῆς ἀπάθειας. Ἡ ἀπάθεια εἶναι ἡ πιό βιώσιμη ἐναλλακτική λύση στό ἄγχος, πού μπορεῖ νά ὁδηγήση τόν ἄνθρωπο ἔξω ἀπό τόν κύκλο τοῦ ἡδονισμοῦ καί τοῦ πόνου καί  ἀνοίγει τόν ἀγωγό, μέσῳ τοῦ ὁποίου ἡ ἐνέργεια τῆς ἀγάπης μπορεῖ νά ρέη καί νά θρέφη τό πνεῦμα.  Ἡ ἀπάθεια βάζει στήν ἄκρη ὅλες τίς πεζές φροντίδες, γιά νά ἐπιτρέψη στήν ἀγάπη νά διαπεράση τήν ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ἀπάθεια δέν εἶναι ἁπλῶς μιά  πνευματική πρακτική ἤ στοχασμός, ἀλλά μιά δυναμική ὀντολογική ἀλλαγή, ἡ ὁποία στήν γλώσσα τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθόδοξης Πνευματικότητας ὀνομάζεται «μετάνοια». Ἡ μετάνοια δέν εἶναι ἁπλῶς μιά ἀλλαγή σκέψης ἢ αἴσθησης ἢ μετάνιωμα γιά παρελθόντα λάθη. Εἶναι ἡ ἐπιστροφή στόν ἑαυτό. Εἶναι ἡ ἀποδόμηση  ὅλων τῶν προσχημάτων καί μιά εἰλικρινής ἀνακάλυψη τοῦ πραγματικοῦ ἑαυτοῦ. Ἡ μετάνοια μέ αὐτήν τήν ἔννοια εἶναι μιά ἄχρονη πορεία πού μπορεῖ νά ἐκτείνεται ἀπό μιά φευγαλέα στιγμή ἕως ὁλόκληρο τό διάστημα τοῦ βίου.

 

 

Γιά τόν Θεό το νά δώση ἀγάπη, εἶναι νά δώση τόν ἴδιο τόν Ἑαυτό Του. Μοιράζεται μέ τόν ἄνθρωπο αὐτό πού εἶναι το πιό πολύτιμο. Παρόμοια, γιά νά δώση ὁ ἄνθρωπος ἀγάπη, πρέπει πρῶτα νά γίνη ἀγάπη, καί μετά νά δώση τόν ἑαυτό του στούς ἄλλους.

 

 

Συνειδητά ἢ ὄχι, φτιάχνουμε εἴδωλα τῆς παραπλάνησης καθ' ὅλη τήν διάρκεια τῆς ζωῆς μας. Ἀποκτοῦν ἐγκατοίκηση μέσα στίς ὑπάρξεις μας καί κυριαρχοῦν στίς σκέψεις καί στίς πράξεις μας. Γίνονται οἱ θεοί μας ἄσχετα μέ τό τί νομίζουμε ἢ δηλώνουμε (ὅτι πιστεύουμε).  Μᾶς ὑποδουλώνουν σέ τέτοιο βαθμό, ὥστε ἡ πραγματική εἰκόνα τοῦ Θεοῦ πού ἔχει ἐμφυσηθῆ μέσα μας γίνεται ἀγνώριστη. Ταυτόχρονα ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἕνα δυναμικό ὃν τό ὁποῖο ἔχει δυνατότητα ἀλλαγῆς πού μπορεῖ νά ἀποκαταστήση τήν φύση του ὥστε νά ἐπιστρέψη στήν ζωή. Ἡ ἀλλαγή δέν εἶναι ποτέ τό ἀποτέλεσμα ἠθικῶν ἐπιταγῶν, ἀλλά τό ἀποτέλεσμα μιᾶς ὑπαρξιακῆς συνάντησης μέ τήν καλοσύνη συνδυασμένη μέ μιά καταφατική ἀνταπόκριση.

  • Προβολές: 1522

Χρησιμοποιοῦμε cookies γιὰ νὰ βελτιώσουμε τὴν ἐμπειρία σας στὸν ἰστότοπο μας.  Διαβάστε Περισσότερα - Ἀποδοχή.

We use cookies to improve your site experience. Read More - Acceptance